monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 01. Ιανουάριος > Η τελευταία τους εκστρατεία

Κογκρέσο στην υπηρεσία προέδρων και πολέμων

Η τελευταία τους εκστρατεία

dimanche 27 janvier 2008, par Ryan C. Hendrickson

Η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών γνωστοποίησε, « σχεδόν με βεβαιότητα », ότι το Ιράν έχει διακόψει το πυρηνικό εξοπλιστικό του πρόγραμμα από το 2003. Η αποκάλυψη βάζει φρένο στα πολεμικά σχέδια του Λευκού Οίκου. Από την αρχή πάντως της θητείας του, πριν από έναν χρόνο, το Κογκρέσο, στο οποίο πλειοψηφούν πλέον οι Δημοκρατικοί, δεν έχει κάνει τίποτα, παρά τις δεσμεύσεις του, για να τερματίσει τον πόλεμο στο Ιράκ. Είναι, σήμερα, σε θέση να συγκρατήσει έναν αμερικανό πρόεδρο, η πολεμική όρεξη του οποίου δείχνει να μη γνωρίζει όρια ;

Ορισμένοι αναλυτές πίστευαν ότι οι εκλογές για την ανανέωση των μελών του Κογκρέσου, τον Νοέμβριο του 2006, θα έστελναν ένα ξεκάθαρο μήνυμα : η πλειοψηφία των Αμερικανών, ψηφίζοντας κατά των Ρεπουμπλικάνων -έχασαν πάνω από το 5% των ψήφων και καμιά τριανταριά έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων- υπογράμμιζε τη βούλησή της να παρέμβει στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Και ειδικότερα αυτή την περίοδο, στην απεμπλοκή από το τέλμα του Ιράκ. Εξ ου και η εκλογή μιας νέας δημοκρατικής πλειοψηφίας και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Αν και έχει περάσει, όμως, ένας χρόνος, περισσότεροι από 160.000 αμερικανοί στρατιώτες εξακολουθούν να βρίσκονται στο Ιράκ, και φαίνεται ότι οι νεοεκλεγέντες Δημοκρατικοί δεν έχουν αλλάξει τίποτα ως προς την εμπλοκή της χώρας.

Στην πραγματικότητα, προτού καλά καλά προλάβουν να πάρουν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους αποφάσισε να αυξήσει τον αριθμό των στρατευμάτων στο Ιράκ, αποστέλλοντας, με συνοπτικές διαδικασίες, επιπλέον 21.500 στρατιώτες. Η πολεμική πολιτική του Μπους και η επικύρωση του προεδρικού βέτο σε αυτό τον τομέα αποδεικνύουν περίλαμπρα την εξουσία που κατέχει ο επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης (και των ενόπλων δυνάμεων) σε καιρό πολέμου. Δίνουν, στην κυριολεξία, το μέγεθος της πρόκλησης με την οποία έρχεται αντιμέτωπο το Κογκρέσο όταν επιχειρεί να παρέμβει σε αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα της στρατηγικής του Λευκού Οίκου.

Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ώς την προεδρία του Μπιλ Κλίντον, όποτε τέθηκε το ζήτημα της συνταγματικής εξουσίας σε θέματα πολέμου, το Κογκρέσο αφανιζόταν μπροστά στον « γενικό επιτελάρχη ». Όλοι ή σχεδόν όλοι οι πρόεδροι επιβεβαίωσαν την εξουσία τους ως προς αυτό. Μόνο την περίοδο 1973-1975, κάτω από ειδικές συνθήκες, με έναν Λευκό Οίκο αποδυναμωμένο από το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, τα κινήματα υπέρ της ειρήνης και τις καταστροφικές συνέπειες από τη γενίκευση του πολέμου του Βιετνάμ σε ολόκληρη την Ινδοκίνα, κατόρθωσε το Κογκρέσο να επιβάλει το τέλος ενός πολέμου, αρνούμενο να χρηματοδοτήσει τη συνέχιση και την εντατικοποίηση των ένοπλων επιχειρήσεων. Το νομικό αυτό προηγούμενο επιτρέπει να μετρήσουμε καλύτερα τις δυσκολίες του Κογκρέσου όταν επιχειρεί να αντιταχθεί στον γενικό επιτελάρχη.

Στην αρχή, το Σύνταγμα συντάχθηκε για να εγκαταστήσει ένα σύστημα ελέγχου και ισορροπίας (checks and balances) ανάμεσα στις τρεις εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής. Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο και τη χρήση της στρατιωτικής δύναμης στο εξωτερικό, οι ιδρυτές πατέρες ήταν ξεκάθαροι : κανένας πρόεδρος δεν δύναται να κινητοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις χωρίς την απερίφραστη υποστήριξη του Κογκρέσου, εκτός από την υποθετική περίπτωση στην οποία οι ΗΠΑ χρειαστεί « να αποκρούσουν ξαφνικές επιθέσεις ». Στο Κογκρέσο εναπόκειται το καθήκον να « κηρύξει τον πόλεμο », « να συντάξει και να συντηρήσει τα στρατεύματα », « να δημιουργήσει και να συντηρήσει το πολεμικό ναυτικό » και να « προσβλέπει στην κοινή άμυνα », μεταξύ άλλων στρατιωτικών υποχρεώσεων. [1]

Εφόσον το αξίωμα του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων αποδίδεται στον πρόεδρο, το Κογκρέσο διατηρεί σημαντική εξουσία σε θέματα πολεμικών αποφάσεων, όπως διευκρινίζουν οι ιστορικές αναλύσεις των συζητήσεων που έλαβαν χώρα κατά την επικύρωση του Συντάγματος. Το Κογκρέσο, εάν αποφασίσει να κάνει χρήση της εξουσίας του, διαθέτει επίσης διάφορα μέσα για να συγκρατήσει τη δράση του προέδρου σε καιρό πολέμου. Το πιο σημαντικό : την εξουσία να ελέγχει και, κατά περίπτωση, να διακόπτει τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων. [2] Στα πρώτα 150 χρόνια ζωής της Αμερικανικής Δημοκρατίας, το Κογκρέσο κατόρθωσε να προστατεύσει τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα σε θέματα πολέμου από τις ορέξεις του προέδρου. [3]

‘Ο,τι θέλει ο πρόεδρος

Όμως, ύστερα από τον Β’ Παγκόσμιο και την έναρξη του ψυχρού πολέμου, οι βουλευτές διστάζουν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα μέσα ελέγχου. Μόλις το Κογκρέσο ανακάλυψε ότι το υπουργείο Άμυνας κατά την προεδρία του Ρίτσαρντ Νίξον (1969 -1974) είχε οργανώσει μυστικά βομβαρδισμούς στην Καμπότζη κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, δεν επέδειξε ιδιαίτερη βιασύνη να επιβάλει στον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων τα αυστηρά όρια που εμποδίζουν την επανάληψη παρόμοιων πράξεων. [4] Το 1973, αγνοώντας το βέτο του προέδρου Νίξον, το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο για τις εξουσίες σε περίοδο πολέμου (War Powers Act), ο οποίος υποχρεώνει τον πρόεδρο να « συμβουλεύεται » το Κογκρέσο πριν και κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. [5]

Ο νόμος ορίζει επίσης ότι οι επιχειρήσεις στο εξωτερικό δεν μπορούν να παραταθούν πέραν των εξήντα ημερών χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Όμως η συγκεκριμένη διάταξη, που έχει ως στόχο να φρενάρει τη δράση του Λευκού Οίκου, έχει αποδεχτεί αναποτελεσματική. Οι πρόεδροι την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει : αντί να « συμβουλεύονται » το Κογκρέσο, περιορίζονται, σε γενικές γραμμές, στο να « ενημερώνουν » επιλεκτικά ορισμένους βουλευτές με ειδικό βάρος προτού εξαπολύσουν μια στρατιωτική επιχείρηση.

Ο πρόεδρος Τζορτζ Χέρμπερτ Γουόκερ Μπους (1989-1993), για παράδειγμα, ανακοίνωσε στο Κογκρέσο την πρόθεσή του να εισβάλει στον Παναμά, το 1989, μόλις πέντε ώρες πριν από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Το 1986, ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν (1981-1989) αποκάλυψε σε μια μικρή ομάδα ισχυρών βουλευτών το σχέδιο για τον βομβαρδισμό της Λιβύης, τρεις ώρες πριν από την έναρξή του. Στην περίπτωση της αμερικανικής επέμβασης στη νήσο Γρενάδα, το 1983, δεν προηγήθηκε καμία ενημέρωση τέτοιου είδους. Ομοίως, όταν το 1980 ο δημοκρατικός πρόεδρος Τζέιμς Κάρτερ (1977-1981) εξαπέλυσε την επιχείρηση που στόχευε στην απελευθέρωση των αμερικανών ομήρων στο Ιράν -συμμετείχαν και οι ειδικές δυνάμεις και κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία- αγνόησε τη γνώμη των μελών του ίδιου του κόμματος και δεν τον απασχόλησε καθόλου η στάση του Κογκρέσου, στο οποίο πλειοψηφούσαν οι δημοκρατικοί υποστηρικτές του. [6]

Ο νόμος σχετικά με τις εξουσίες σε καιρό πολέμου παραβιάστηκε σχεδόν συστηματικά από τους αμερικανούς προέδρους, είτε Ρεπουμπλικανούς είτε Δημοκρατικούς. Το δε Κογκρέσο επεδείκνυε συνήθως ανοχή στην παράταση των πολεμικών αποστολών, εφόσον αυτές εξαπολύονταν. [7] Όσο ενισχυόταν η εξουσία και η επιρροή της κυβέρνησης, καθώς ξεθώριαζε η ανάμνηση από την κατάχρηση εξουσίας την εποχή του Γουότεργκεϊτ, τόσο το Κογκρέσο αποποιείτο τις συνταγματικές του αρμοδιότητες ως προς τον πόλεμο. [8] Η ίδια κατάσταση χαρακτήρισε επίσης τα οχτώ χρόνια που προηγήθηκαν της σημερινής κυβέρνησης Μπους.

Υπό την προεδρία του Κλίντον (1993-2001) οι υψηλά ιστάμενοι στον Λευκό Οίκο εξακολούθησαν να υποστηρίζουν ότι ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση βίας χωρίς την απαραίτητη συναίνεση του Κογκρέσου. Είτε επρόκειτο για τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ που ο πρόεδρος είχε διατάξει αρκετές φορές, είτε για την απόφασή του να αναπτύξει 10.000 αμερικανούς στρατιώτες στην Αϊτή το 1994, είτε ακόμη για την επίθεση με πυραύλους κατά του υποτιθέμενου κρησφύγετου του Οσάμα Μπιν Λάντεν το 1998, αυτή η μορφή δράσης έγινε σχεδόν ρουτίνα. [9]

Σιωπηρή συναίνεση

Αξίζει να θυμηθούμε περισσότερο δύο περιπτώσεις στρατιωτικής επέμβασης : στη Βοσνία, το 1995, και στο Κόσοβο, το 1999. Όταν οι ΗΠΑ έκαναν χρήση βίας στη Βοσνία, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και η Οργάνωση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) ενέκριναν απερίφραστα αυτή την απόφαση.

Αμερικανοί στρατιωτικοί έφεραν σε πέρας τους περισσότερους από τους περίπου 3.500 βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά των σερβοβοσνιακών δυνάμεων. Για να αιτιολογήσει αυτή την πράξη στους αμερικανούς βουλευτές, ο πρόεδρος Κλίντον διαβεβαίωσε ότι η εξουσία του ως αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων του επέτρεπε να προχωρήσει σε αυτούς τους βομβαρδισμούς, χωρίς να ζητήσει την έγκριση της Βουλής. [10] Το Κογκρέσο, στο οποίο τότε πλειοψηφούσαν οι Ρεπουμπλικάνοι, δεν απεφάνθη για τη συνταγματικότητα της απόφασης, περιμένοντας να εκτιμήσει τις πολιτικές συνέπειες.

Όταν, στη συνέχεια, η κυβέρνηση Κλίντον απέστειλε χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες στις τάξεις των ειρηνευτικών δυνάμεων στη Βοσνία, οι ρεπουμπλικανοί βουλευτές εκφράστηκαν υπέρ της « υποστήριξης των στρατευμάτων, όχι όμως και της πολιτικής ». [11] Στην πραγματικότητα, απέφευγαν να υποστηρίξουν τη συνταγματική ευθύνη της αποστολής, κάνοντας, ωστόσο, συμβολική επίδειξη του πατριωτισμού τους και της « υποστήριξής τους απέναντι στο στράτευμα ».

Η ίδια διφορούμενη στάση παρατηρήθηκε και στον Λευκό Οίκο. Πριν από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία (Μάρτιος-Μάιος 1999), ο Κλίντον ευχόταν η αμερικανική επέμβαση να κερδίσει την έγκριση του Κογκρέσου. Συγχρόνως, επιφυλάχθηκε του δικαιώματός του να αναλάβει δράση, εάν καθίστατο αναγκαίο, ανεξάρτητα από τη βούληση των μελών του Κογκρέσου.

Ο πρόεδρος λάμβανε προφυλάξεις, αποφεύγοντας το ρίσκο να δημιουργήσει ένα προηγούμενο που θα έθετε σε αμφισβήτηση τις πολεμικές εξουσίες του αρχηγού της κυβέρνησης. [12] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Βουλή των Αντιπροσώπων προτίμησε να μην πάρει θέση, αφήνοντας τον πρόεδρο να αναλάβει πολεμική δράση.

Τον άφησαν μόνο

Αφού ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί, ο ρεπουμπλικάνος βουλευτής της Καλιφόρνια (και πρώην καθηγητής Δικαίου) Τόμας Κάμπελ, ελεύθερος σκοπευτής μέσα στο ίδιο του το κόμμα, επιχείρησε να δοκιμάσει την εξουσία του Κογκρέσου στο θέμα του πολέμου, ζητώντας, σε μια πρώτη ψηφοφορία, την απόσυρση όλων των αμερικανικών δυνάμεων από την εμπόλεμη ζώνη. Αργότερα, με την ευκαιρία μιας δεύτερης ψηφοφορίας, απαίτησε από το Κογκρέσο να κηρύξει τον πόλεμο στη Σερβία.

Ο Κάμπελ ήλπιζε πως έτσι τα δικαστήρια -και στην ανάγκη, το Ανώτατο Δικαστήριο- θα διευκρίνιζαν κατά πόσο η πολιτική του Κλίντον στη Γιουγκοσλαβία ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα. Χωρίς να βρει υποστήριξη στην ηγετική ομάδα του κόμματός του, αλλά ούτε και στις τάξεις των Δημοκρατικών, το μόνο που κατόρθωσε ήταν να δει και τις δύο προτάσεις του να καταψηφίζονται διαδοχικά. Οι δημοκρατικοί υπέβαλαν, από την πλευρά τους, μια πρόταση υποστήριξης στη στρατιωτική συμμετοχή των ΗΠΑ, η οποία όμως δεν συγκέντρωσε αρκετές ψήφους από τις τάξεις των Ρεπουμπλικανών ώστε να γίνει δεκτή. [13]

Εν ολίγοις, το υπό ρεπουμπλικανική πλειοψηφία Κογκρέσο δεν αμφισβητούσε τη συνταγματικότητα της δράσης του δημοκρατικού προέδρου, αλλά ούτε και του παρείχε την υποστήριξή του... Πολλοί δημοκρατικοί βουλευτές, ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της ομάδας, Ρίτσαρντ Γκέπχαρντ, δήλωσαν από την πλευρά τους ότι τους φαινόταν άκαιρο να εκφέρει γνώμη το Κογκρέσο σχετικά με τη συνταγματικότητα των βομβαρδισμών, ενόσω συνεχίζονταν οι μάχες. [14]

Το σχήμα ενός Κογκρέσου που επιδεικνύει μονόπλευρη στάση, αλλά στο τέλος δίνει την έγκρισή του στον πρόεδρο, χαρακτηρίζει τη διαδραστική σχέση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία σε ζητήματα πολέμου. Μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή κατάσταση στο Ιράκ. Διότι η ίδια μονόπλευρη στάση εκδηλώνεται και στο παρόν, μόνο που αυτή τη φορά οι ρεπουμπλικάνοι εκπρόσωποι είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι το Σύνταγμα δεν παρέχει στο Κογκρέσο (με δημοκρατική πλειοψηφία) τη δυνατότητα να παρεμποδίσει τη βούληση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, οπότε δεν χρησιμεύει σε τίποτα η επίκλησή του.

Συμβολικές διαμαρτυρίες

Επίσης, πολλοί δημοκρατικοί εκπρόσωποι αντιτάχθηκαν στον γερουσιαστή Εντουάρντ Κένεντι -εξέχον στέλεχος του κόμματός του- όταν ζήτησε να εγκριθεί με ψηφοφορία το θέμα της αύξησης των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Ιράκ. Αρκετά στελέχη των Δημοκρατικών αμφισβήτησαν τότε τη συνταγματικότητα μιας τέτοιας πρότασης, εξουδετέρωσε τον Κένεντι και έτσι ενίσχυσε τα σχέδια του Λευκού Οίκου. [15]

Πράγματι, το τελευταίο διάστημα, σχεδόν κάθε φορά που ένας πρόεδρος των ΗΠΑ στέλνει στρατεύματα στο εξωτερικό, το Κογκρέσο απαξιεί να ασκήσει βέτο. Περιορίζεται στην έκδοση συμβολικών διαμαρτυριών ή σε ψηφίσματα χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα, τα οποία επικρίνουν τη στάση του αρχηγού του κράτους. Συνήθως δεν αρνείται να ψηφίσει υπέρ των στρατιωτικών χρηματοδοτήσεων που ζητά ο Λευκός Οίκος, από φόβο μήπως κατηγορηθεί ότι δεν παρέχει στα στρατεύματα τα εφόδια που τους είναι απαραίτητα. Η κυβέρνηση δεν έχει σταματήσει να ασκεί πιέσεις πάνω στο θέμα.

Στην περίπτωση του Ιράν, αρκετοί βουλευτές επέπληξαν τον πρόεδρο Μπους για τις συνεχείς απειλές του ότι δεν αποκλείει κανένα ενδεχόμενο. Παρ’ όλα αυτά, την περασμένη άνοιξη, η δημοκρατική πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν κατόρθωσε τελικά να υιοθετήσει ένα ψήφισμα που να υποχρεώνει τον πρόεδρο να πετύχει την έγκριση του Κογκρέσου προτού προσφύγει στη χρήση βίας κατά της Τεχεράνης.

Η Σέλι Μπέρκλεϊ, δημοκρατική βουλευτής της Νεβάδα, σχολιάζει με αυτή την αφορμή : « Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να μείνουμε με τα χέρια δεμένα. Αν δεν πάρουμε σαφέστατη θέση κατά του Ιράν απειλώντας το με στρατιωτική δράση, τότε το Ιράν θα θεωρήσει ότι στερούμαστε σοβαρότητας ».

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Σύνταγμα των ΗΠΑ, άρθρο 1, παράγραφος Η’ (8). Βλ. James Madison, « Notes of Debates in the Federal Convention of 1787 » (Σημειώσεις από τις συζητήσεις στο Ομοσπονδιακό Συνέδριο του 1787), 1966, επανέκδοση W.W. Norton, Νέα Υόρκη, 1987.

[2] Charles Α. Lofgren, « War-making under the Constitution : the original understanding, Yale Low Journal (νομική επιθεώρηση του Γέιλ), Νο 81, New Haven (Connecticut), 1972, σελ. 672 - 702.

[3] Francis D. Wormuth Edwin Β. Firmage, « Το Chase the Dog of War : the War Powers of Congress in History and Law », 2η έκδοση, University of Illinois Press, Urbana, 1989.

[4] John Hart Ely, « War and responsibility : Constitutional Lessons of Vietnam and its Aftermath » (Πόλεμος και υπευθυνότητα : συνταγματικά διδάγματα από το Βιετνάμ και τα επακόλουθά του), Princeton University Press, 1993.

[5] Το Κογκρέσο μπορεί να ανατρέψει το βέτο του προέδρου αν πετύχει την πλειοψηφία των δύο τρίτων και στα δύο σώματα.

[6] Robert Α. Katzman, « War powers : Toward a new accommodation », Thomas Ε. Mann (υπό τη διεύθυνση), « Α Question of Balance : The President, the Congress, and Foreign Policy », Brookings Institution, Washington, DC, 1990.

[7] Στην περίπτωση του Πολέμου του Κόλπου (1991), αντίθετα, το Κογκρέσο ενέκρινε την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, καθώς πολλοί δημοκρατικοί στήριξαν τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους.

[8] Σχετικά με την ευρύτερη έννοια της ηγεμονικής κυβέρνησης, βλ. Arthur Μ. Schlesinger Jr., « La Présidence impériale », Presses universitaires de France, Παρίσι, 1976.

[9] Βλ. « The Clinton Wars : the Constitution, Congress and War Powers », Vaderbilt University Press, Nashville (Tennessee), 2002.

[10] Ουίλιαμ Κλίντον, « Επιστολή προς τα ηγετικά στελέχη του Κογκρέσου σχετικά με την ανάπτυξη των αεροπορικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Βοσνία Ερζεγοβίνη », Δημόσια Έγγραφα των Προέδρων, Ουάσιγκτον, 1η Σεπτεμβρίου 1995, σελ. 1279 - 1280. (William Clinton : « Letter to congressional leaders reporting on the deployment of United States aircraft to Bosnia-Herzegovina », Public Papers of the Presidents, Washington, D.C.)

[11] Congressional Record, Washington, D.C. (Πρακτικά του Κογκρέσου, Ουάσιγκτον), 13 Δεκεμβρίου 1995.

[12] Ουίλιαμ Κλίντον, « Επιστολή προς τα ηγετικά στελέχη του Κογκρέσου σχετικά με τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον σερβικών στόχων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) », Δημόσια Εγγραφα των Προέδρων, 26 Μαρτίου 1999, σελ. 459 - 460. (William Clinton : « Letter to congressional leaders reporting on airstrikes against Serbian targets in the Federal Republic of Yugoslavia (Serbia and Montenegro) ».

[13] « The Clinton Wars » (Οι Πόλεμοι του Κλίντον), βλ. σελ. 130 - 133.

[14] John Sawyer, « Congress faces the unpleasant task of going on record about war in the Balkans », St. Louis Post-Dispatch, 25 Απριλίου 1999.

[15] Jon Ward, « Kennedy proposal uncovers party rift : Leave Iraq now vs slow retreat », « The Washington Times », 10 Ιανουαρίου 2007.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette