monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2015 > 02. Φεβρουάριος > Η ανάδυση του διαδικτυακού ντοκιμαντέρ

Η ανάδυση του διαδικτυακού ντοκιμαντέρ

vendredi 20 février 2015, par Commeillas David , [Κούτσης Θανάσης (μτφ)]


Οι εφαρμογές της ψηφιακής τεχνολογίας εξελίσσονται τόσο ραγδαία, ώστε τα σύγχρονα λεξικά δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την ορολογία τους. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, οποιοδήποτε ντοκιμαντέρ ανέβαινε στο Δίκτυο καλυπτόταν κάτω από την ομπρέλα « διαδικτυακό ντοκιμαντέρ », με διόλου ελκυστικές συνδηλώσεις : περιορισμένος προϋπολογισμός στην παραγωγή, ερασιτεχνισμός στη σκηνοθεσία, χαμηλής ποιότητας εικόνα. Οι καιροί όμως άλλαξαν –και τα διαδικτυακά ντοκυμανταίρ επίσης.

Το είδος, όπως το ορίζουμε σήμερα, γεννήθηκε το 2005 με την « Πόλη των νεκρών γυναικών » [1], μια έρευνα των δημοσιογράφων Ζαν-Κριστόφ Ραμπάλ και Μαρκ Φερναντέζ σχετικά με τις εξαφανίσεις και τις δολοφονίες πολλών εκατοντάδων γυναικών από το 1993 στη Σιουδάδ Χουάρες, μιας πόλης στα σύνορα μεταξύ Μεξικού και Ηνωμένων Πολιτειών [2]. Παράγωγο του βιβλίου « Η πόλη που σκοτώνει τις γυναίκες » [3] και της ομώνυμης ταινίας που προβλήθηκε από το Canal Plus, το διαδικτυακό ντοκιμαντέρ παρέχει στοιχεία από την έρευνα : διαδραστικό χάρτη της περιοχής, αστυνομικά δελτία σήμανσης των πρωταγωνιστών, ηχητικά τεκμήρια, βίντεο-ντοκουμέντα. « Ήταν πραγματικά ένα νέο ξεκίνημα –δεν υπήρχε κάποιο πρότυπο που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε », θυμάται ο παραγωγός του, Αλεξάντρ Μπρασέ, ιδρυτής του πρακτορείου Upian. « Το διαδικτυακό ντοκυμανταίρ έχει τόσο πολύ εξελιχθεί μέσα σε δέκα χρόνια, ώστε Η Πόλη των νεκρών γυναικών κατέληξε να αποτελεί ένα καλό παράδειγμα σχετικά με το τι δεν πρέπει να κάνουμε. Η ίδια η σύλληψή της είχε λάθη, που της προσδίνουν τη γοητεία του ξεπερασμένου. Όμως, παρ’ όλα αυτά, έθεσε συγκεκριμένες βάσεις για έναν τρόπο αφήγησης που θα εξελισσόταν σε κανόνα κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών : λόγου χάρη ο τρόπος χαρτογράφησης, πολύ πρωτοποριακός, σχεδόν σκανδαλιστικός για ορισμένους ».

Ανάμεσα στις άλλες επιτυχίες που σημάδεψαν τη γένεση του διαδικτυακού ντοκυμανταίρ, μόνιμη αναφορά αποτελεί το Γάζα/Σντερότ [4]. Υπήρξε το πρώτο που παρουσίασε την οθόνη χωρισμένη στα δύο, εν είδει συνόρου : από τη μια η Παλαιστίνη, από την άλλη το Ισραήλ. Κατά τη διάρκεια σχεδόν δύο μηνών, από τις 26 Οκτωβρίου μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου του 2008, κάθε μέρα εμφανίζονταν μικρής διάρκειας βίντεο, σε πραγματικό χρόνο, στην ιστοσελίδα του καναλιού Arte : γάμοι, οικογενειακές γιορτές, βόλτες στα μπαρ ή στο λιμάνι της Γάζας, εικόνες από μια κάμερα τοποθετημένη στο εσωτερικό ενός παλαιστινιακού ασθενοφόρου… Μετά την αρχική μετάδοσή τους, τα βίντεο παρέμειναν στην ιστοσελίδα και οι χρήστες του Διαδικτύου τα χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν τη δική τους ταινία, κάνοντας κλικ πάνω τους προκειμένου να παρακολουθήσουν ένα πρόσωπο ή μια θεματική ενότητα : « Έρωτας », « Τραγούδια » ή ακόμα και... « Ρουκέτες Κασσάμ » ! [5].

Οι αποσπασματικές αφηγήσεις, μαζί με διαδραστικούς μηχανισμούς που έχουν σκοπό να βάλουν τον θεατή στην καρδιά της ιστορίας, διεύρυναν το πεδίο των δυνατοτήτων και οδήγησαν στη δημιουργία νέων εργαλείων. « Κατά τη διάρκεια της παραγωγής του Ταξιδιού στην άκρη του άνθρακα [6] το 2008, καταλάβαμε ότι χρειαζόμασταν εξειδικευμένα προγράμματα, εξηγεί ο Αρνώ Ντρεσσέν, του οποίου η εταιρεία παραγωγής Honkytonk Films ασχολείται αποκλειστικά με το διαδικτυακό ντοκυμανταίρ. « Εργαστήκαμε μαζί με μηχανικούς υπολογιστών ώστε να δημιουργήσουμε το λογισμικό Klynt, το οποίο αναπτύσσουμε εδώ και πέντε χρόνια. Δώσαμε σε όλους πρόσβαση σε αυτό, έναντι μερικών εκατοντάδων ευρώ, κάτι που μας επέτρεψε να συναντήσουμε κι άλλους δημιουργούς ».

Το Klynt, το 3WDOC, το Popcorn και άλλα προγράμματα αυτής της κατηγορίας διευκολύνουν την οργάνωση μη γραμμικών αφηγήσεων : η παραδοσιακή αφήγηση, με χρονολογική σειρά, αντικαθίσταται από μια αφήγηση με δενδρική δομή, που μπορεί να πάρει τη μορφή ομόκεντρων κύκλων, με μοτίβο « ψαροκόκαλο » κ.ο.κ. Στο Stainsbeaupays [7], σειρά αυτοβιογραφικών πορτραίτων των μαθητών του κολλεγίου Ζολιό-Κιουρί στο Σταν, κοινότητα της ευρύτερης παρισινής περιφέρειας, οι ίδιες οι έννοιες της αρχής και του τέλους γίνονται ασαφείς : το ντοκιμαντέρ υιοθετεί τη φόρμα του θέματός του, εκείνη του μωσαϊκού χαρακτήρων και χώρων τους οποίους ο χρήστης του Διαδικτύου επισκέπτεται με τη σειρά που επιθυμεί.

Η διαδραστικότητα επιτρέπει επίσης την επεξεργασία των παρουσιαζόμενων θεμάτων, ώστε από αυτά να προκύψει υλικό προς μελέτη. Λόγου χάρη, το Biohackers, Les bricoleurs d’ AND (Βιοχάκερ, οι πολυτεχνίτες του DNA) [8] συντονίζει έναν διάλογο σχετικά με τις γενετικές παρεμβάσεις που γίνονται σε παράνομα εργαστήρια. Ο χρήστης επιλέγει τους ομιλητές, κάνοντας κλικ πάνω στο πρόσωπό τους για να τους δώσει τον λόγο, και αντιπαραβάλλει επιστημονικές απόψεις και ηθικές κρίσεις προκειμένου να διαμορφώσει ο ίδιος τις απαντήσεις στα ερωτήματά του.

Αυτή η αναδιαμόρφωση της αφήγησης αποκλείει κάθε παθητικότητα. Ορισμένοι σκηνοθέτες εξερευνούν ακόμα πιο βαθιά τις δυνατότητες της διαδραστικότητας : ειδικότερα, με τη χρήση της « παιγνιοποίησης » (gamification) [9], αυτό που βλέπει ο θεατής εξαρτάται από τις ικανότητές του στο παιχνίδι. Το στοιχείο αυτό βρίσκεται στο σταυροδρόμι δύο ειδών που αναπτύσσονται ραγδαία : του ντοκιμαντέρ –το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου και Κινούμενης Εικόνας (CNC) το 2013 χρηματοδότησε τρεις χιλιάδες ενενήντα δύο ώρες ντοκιμαντέρ, ένα ιστορικό ρεκόρ– και του βιντεοπαιχνιδιού, του οποίου η επιτυχία είναι αδιαμφισβήτητη. Η ανάδυση του « παιγνιοποιημένου » ντοκυμανταίρ θα πρέπει να συσχετισθεί με την εμφάνιση των σοβαρών παιχνιδιών (serious games) και των παιχνιδιών επικαιρότητας (news games), τα οποία εφευρίσκουν νέους τρόπους ενημέρωσης. Το 2013, η σελίδα με τις περισσότερες επισκέψεις στον ιστότοπο των « New York Times » ήταν ένα κουίζ με εικοσιπέντε ερωτήσεις σχετικές με τη σχέση μεταξύ του τρόπου που οι άνθρωποι συζητούν για την επικαιρότητα και της τοπικής προέλευσής τους [10].

Με το Prison Valley του 2010, ο δημοσιογράφος Νταβίντ Ντιφρέν καθιερώθηκε ως αρχηγός του παιχνιδιού. Η τελευταία του έρευνα Fort McMoney [11] είναι ένα « διαδικτυακό ντοκιμαντέρ με ήρωα εσένα » , το οποίο γυρίστηκε στο Φορτ ΜακΜάρρεϋ της Αλμπέρτα, μια καναδική πόλη που ξεφύτρωσε σαν μανιτάρι πάνω στα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως. Ο μαύρος χρυσός περιέχεται σε εκτάσεις με πετρελαιοφόρο άμμο και, παρ’ όλο που η εξαγωγή του προκαλεί οικολογική καταστροφή, οι μεγάλες εταιρείες τον εκμεταλλεύονται χωρίς ενδοιασμούς [12].

Το Fort McMoney σού προσφέρει την επιλογή να επισκεφθείς τόσο το δημαρχείο όσο και τα κέντρα κοινωνικής πρόνοιας, που ξεχειλίζουν από αστέγους. Ο παίκτης που θα συναντήσει την κυρία Μελίσσα Μπλέικ, δήμαρχο της πόλης, θα πρέπει να αποδείξει τις διπλωματικές του ικανότητες : το λογισμικό προσφέρει επιλογή ανάμεσα σε τρεις ερωτήσεις ώστε να συνεχίζεται η συζήτηση μετά από κάθε απάντησή της· αν όμως κάποιος της επιτεθεί αμέσως σχετικά με τα κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα της πόλης της, η δήμαρχος συντομεύει τη συνάντηση.

Παρά τον παιγνιώδη χαρακτήρα, η φύση του ντοκιμαντέρ έχει διατηρηθεί. Ο Ντιφρέν εξηγεί : « Υποστηρίζουμε τη “διάρκεια”, χαρακτηριστικό στοιχείο του ντοκιμαντέρ. Για μένα δεν υπάρχει ντοκιμαντέρ 3 λεπτών. Δεν πρόκειται για παιχνίδι, όπως το SimCity (όπου ο παίκτης κατασκευάζει μια πόλη) : δεν μπορούμε να κάνουμε “fast forward” στο χρόνο, να μετατρέψουμε δέκα χρόνια σε δέκα λεπτά. Το περιβάλλον είναι πραγματικό : ο παίκτης μπορεί να κάνει κύκλους και να χαθεί, ακριβώς όπως κάναμε και εμείς στη διάρκεια της έρευνάς μας που κράτησε δυόμισι μήνες ». Η παιγνιοποίηση του διαδικτυακού ντοκιμαντέρ αποτελεί μια άσκηση υψηλού ρίσκου. Όλες οι διαδραστικές εφευρέσεις του κόσμου δεν θα σώσουν μια κακή έρευνα. Αντίστροφα η συνεχής έκκληση σε « επιλογές » άνευ σημασίας μπορεί να καταστρέψουν ένα καλό « θέμα ». Όταν όμως το καλό αυτό θέμα συνδυάζεται με μια ραφιναρισμένη μορφή, τότε ο χρήστης του διαδικτύου νιώθει ένα συναίσθημα « εμβύθισης » (στην εικονική πραγματικότητα) σπάνιας έντασης…

Η θεαματικότητα κάποιων διαδικτυακών ντοκιμαντέρ κάνεις τους ανθρώπους της τηλεόρασης να ονειρεύονται. Μισό εκατομμύριο μοναδικοί χρήστες στη σελίδα του Fort McMoney σε έξι μήνες, 600 χιλιάδες στο Prison Valley σε τέσσερα χρόνια ενώ σε δύο χρόνια περισσότεροι από 900 χιλιάδες είδαν την συνέντευξη μιας γυναίκας, μέλους μιας συμμορίας στη Γουατεμάλα, με τίτλο « Άλμα » των Μικουέλ Ντιγουίβερ-Πλάν και Ιζαμπέλ Φουζέρ [13]. Όμως η δημοτικότητα ενός διαδικτυακού ντοκιμαντέρ δεν μετριέται με αριθμούς. « 50 χιλιάδες επισκέπτες για το « Le Grand Incendie » (Η μεγάλη πυρκαγιά) [14] δεν είναι και άσχημα, δεδομένης της δυσκολίας του θέματος που αγγίζει τα όρια του ταμπού (οι αυτοπυρπολήσεις στη Γαλλία) », παρατηρεί ο Ντρεσέν. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον αριθμό αυτό με εκείνους του Fort McMoney ή του Alma γιατί εδώ πρόκειται για ένα κοινωνικό ζήτημα, που συναντάται στη Γαλλία. Ακόμα και σε ένα μέσο όπως το διαδίκτυο, όλα τα ντοκιμαντέρ δεν έχουν τα φόντα για μια διεθνή αναγνώριση. Επίσης, το να μιλάς για αριθμό θεατών με τους ίδιους όρους όπως για ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τη μέση διάρκεια της θέασης και τη « συμμετοχή » των θεατών.

Με τη βελτίωση του εξοπλισμού στα σπίτια και των ταχυτήτων σύνδεσης, τα διαδικτυακά ντοκιμαντέρ θα φτάσουν μαζικά στις οθόνες μας. Ένα από τα ζητήματα για τους δημιουργούς, τους παραγωγούς και τους διανομείς είναι η διατήρηση ενός βιώσιμου οικοσυστήματος. Γιατί η παραγωγή του Fort McMoney που κόστισε 620 χιλιάδες Ευρώ (χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο μέσων ενημέρωσης του Καναδά, το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου του Καναδά και το κανάλι Arte) παραμένει εξαίρεση. Η πλειονότητα των έργων έχουν μικρούς προϋπολογισμούς, λιγότερο από 100.000 Ευρώ. Ωστόσο, οι μάστορες του είδους δεν αποθαρρύνονται και η Γαλλία παραμένει, μαζί με τον Καναδά, μία από τις πιο πρόσφορες χώρες για δημιουργία. « Οι δύο αυτές χώρες ξεκίνησαν νωρίτερα από τις άλλες », σημειώνει ο Μπρασέ. « Υπήρξαν πάντα οι χώρες των ντοκιμαντέρ, υπάρχει λοιπόν λογική σ’ αυτή τη συνέχεια. Όχι μόνο το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου έδρασε άμεσα (δίνει χρηματοδότηση με τον ίδιο τρόπο που το πράττει για τις τηλεοπτικές παραγωγές) αλλά το Arte και η Γαλλική Τηλεόραση αφιερώνουν εδώ και πολλά χρόνια ένα μέρος του προϋπολογισμού για τα διαδικτυακά ντοκιμαντέρ. Η δημόσια αυτή χρηματοδότηση επέτρεψε την ανάδυση δημιουργών και παραγωγών ».

Η Ένωση των δημιουργών πολυμέσων (SCAM) δίνει κάθε χρόνο υποτροφίες για δημιουργούς ακόμα κι αν αργεί να βρει τρόπους για να μοιράσει τα δικαιώματα στους σκηνοθέτες και τους σεναριογράφους. Υπέγραψαν, όμως, συμφωνίες με τις τρεις βασικές πύλες διαδικτυακών ντοκιμαντέρ (Arte, France Télévisions και Radio France). Καθώς δεν υπάρχει βιώσιμο οικονομικό μοντέλο, ο μικρόκοσμος οργανώνεται : συμπαραγωγές με συμμετοχική χρηματοδότηση, συνδημιουργία με τη χρήση λογισμικού όπως το Klynt, συνεργασία κατά τις ημερίδες Storycode στο Παρίσι, όπου οι νέοι δημιουργοί εκθέτουν τις ιδέες τους. Με λίγα λόγια σφίγγουν τη ζώνη, ανασηκώνουν τα μανίκια περιμένοντας ότι ο παλιός κόσμος θα συνδεθεί επιτέλους με το διαδικτυακό ντοκιμαντέρ 2.1… [15].

Notes

[1] Estelle Larrivaz, Marc Fernandez και Jean-Christophe Rampal, La Cité des mortes, 2005, www.lacitedesmortes.net.

[2] (Σ.τ.Ε.) Θα βρείτε όλους τους δεσμούς προς τις ιστοσελίδες και τα ντοκιμαντέρ που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο, στο Storify που ετοιμάσαμε στο https://storify.com/valia_kaimaki/story-3.

[3] Marc Fernandez και Jean-Christophe Rampal, « La Ville qui tue les femmes. Enquête à Ciudad Juárez », Hachette Littératures, Παρίσι, 2005.

[4] Gaza/Sderot, 2008.

[5] (Σ.τ.Ε.) : Πρόκειται για τις αυτοσχέδιες ρουκέτες που εξαπολύουν από τη Γάζα εναντίον του Ισραήλ οι Ταξιαρχίες Αλ-Κασσάμ, το στρατιωτικό σκέλος της Χαμάς.

[6] Samuel Bollendorff και Abel Ségrétin, Voyage au bout du charbon, 2008.

[7] Simon Bouisson και Elliot Lepers, « Stainsbeaupays », 2013, http://stains-beaupays.nouvelles-ecritures.francetv.fr.

[8] Nicolas Six, Biohackers. Les bricoleurs d’AND, 2013.

[9] Βλ. Benoît Bréville et Pierre Rimbert, « Για να κερδίσετε πόντους, διαβάστε αυτό το άρθρο ».

[10] Josh Katz και Wilson Andrews, « How y’all, youse and you guys talk. »

[11] David Dufresne και Philippe Brault, Prison Valley, 2010, και Fort McMoney, 2013.

[12] Βλ. Emmanuel Raoul, « Sous les sables bitumineux de l’Alberta », « Le Monde Diplomatique », Απρίλιος 2010.

[13] Miquel Dewever-Plana και Isabelle Fougère, « Alma », 2012.

[14] Samuel Bollendorff και Olivia Colo, « Le Grand Incendie », 2013.

[15] Βλ. Nicole Bole και Cédric Mal, « Le webdoc existe-t-il ? », Le blog documentaire 2014.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette