monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2015 > 02. Φεβρουάριος > Μάχες επιρροής σε μια κατακερματισμένη κεντρική Ασία

ΗΠΑ ΡΩΣΙΑ ΚΙΝΑ

Μάχες επιρροής σε μια κατακερματισμένη κεντρική Ασία

Αποστολή

samedi 7 février 2015, par Genté Régis, [Παπακριβόπουλος Βασίλης (μτφ)]

Ο έλεγχος των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών της Ασίας, που θεωρείται πολύ σημαντικό στρατηγικό διακύβευμα, τροφοδοτεί ανταγωνισμούς μεταξύ διαφόρων μεγάλων δυνάμεων. Όμως, η αμερικανική διείσδυση δεν θεωρείται παρά προσωρινή, ενώ είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αποφανθεί κανείς εάν η οικονομική επέκταση της Κίνας θα θέσει σε δεύτερη μοίρα τα ρωσικά συμφέροντα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις, αρκετά εσωστρεφείς, πέντε χώρες της περιοχής, θα ήταν να σταματήσουν να προκαλούν το ενδιαφέρον.

Διασχίζοντας την κεντρική Ασία, από τα υψίπεδα του Παμίρ μέχρι τις αχανείς στέπες του Καζακστάν, μπορεί να διαισθανθεί κανείς τις τεκτονικές αλλαγές που συμβαίνουν στην καρδιά της Ευρασίας. Τον περασμένο Ιούνιο, τα μεταγωγικά αεροσκάφη της US Air Force εγκατέλειψαν την παρτίδα. Σε κάθε περίπτωση, εξαφανίστηκαν από το αεροδρόμιο του Μανάς, που βρίσκεται κοντά στο Μπισκέκ, την πρωτεύουσα της Κιργιζίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται από το Αφγανιστάν, έστω σταδιακά, και κλείνουν τη μοναδική αεροπορική βάση που με τόση προσπάθεια απέκτησαν στην κεντρική Ασία, η οποία φαίνεται να μη μετράει πια τόσο πολύ στους σχεδιασμούς τους.

Στον δρόμο που οδηγεί στο κέντρο της πόλης του Μπισκέκ, το τεράστιο παζάρι του Ντορντόι αποτελεί, εδώ και είκοσι χρόνια, τον τόπο χονδρικής πώλησης των κινέζικων προϊόντων για ολόκληρη την πρώην ΕΣΣΔ. Μια γρήγορη ματιά στο μέρος που στοιβάζονται τα εμπορευματοκιβώτια αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι τα μαγαζιά σήμερα είναι πολύ λιγότερα. Η τελωνειακή ένωση, η οποία δημιουργήθηκε το 2010, με πρωτοβουλία του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, και ετοιμάζεται να δεχθεί στους κόλπους της την Κιργιζία, έχει καταφέρει πλήγμα στα κινεζικά εμπορεύματα, που έγιναν ξαφνικά λιγότερο ανταγωνιστικά στη χονδρική αγορά του Ντορντόι για τους επιχειρηματίες από τη Ρωσία ή το Καζακστάν.

Οι Κινέζοι γείτονες, όμως, διατηρούν την παρουσία τους, εάν κρίνει κανείς από το πλήθος των κινέζικων καταστημάτων και εστιατορίων που ανθούν στο Μπισκέκ. Το ραδιόφωνο του ταξί θυμίζει, στο σύντομο δελτίο ειδήσεων, ότι, το 2016, το Πεκίνο θα ξεκινήσει την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου στην Κιργιζία. Το τμήμα αυτό θα συμπληρώσει το δίκτυο που ήδη υπάρχει στο Τουρκμενιστάν, ώστε να αξιοποιηθούν τα τεράστια κοιτάσματα της χώρας, από τα οποία προέρχεται πλέον το 51% των κινεζικών εισαγωγών φυσικού αερίου.

Μια νέα εποχή ξεκινά για την κεντρική Ασία και τα περίπου εξήντα εκατομμύρια ψυχές που την κατοικούν. Η περιοχή υπήρξε θέατρο της « μεγάλης παρτίδας », δηλαδή του ανταγωνισμού μεταξύ ρωσικής και βρετανικής αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα, και, στη συνέχεια, μιας « νέας μεγάλης παρτίδας », όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίστηκαν στην περιοχή, μετά την ανεξαρτησία των πέντε πρώην σοβιετικών δημοκρατιών (Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν, Κιργιζία, Καζακστάν και Τουρκμενιστάν), το 1991. Η νέα περίοδος θα μπορούσε να αποδειχθεί αβέβαιη και επικίνδυνη : « Όχι τόσο λόγω των συνόρων με το Αφγανιστάν, καθώς οι ταλιμπάν ίσως έχουν να ασχοληθούν με καλύτερα πράγματα από την κατάκτηση της κεντρικής Ασίας, όσο εξαιτίας της αστάθειας της ίδιας της περιοχής, με τις δύσκολες διαδοχές που προδιαγράφονται για τα δικτατορικά και αυταρχικά καθεστώτα της », μας εξηγεί ο Αλεγκζάντερ Κούλεϊ, ειδικός σε θέματα κεντρικής Ασίας στο Barnard College του Πανεπιστημίου Κολούμπια (Νέα Υόρκη). « Οι μεγάλες δυνάμεις κινδυνεύουν να μην είναι πια σε θέση να αναλάβουν ευθύνες στον τομέα της ασφάλειας ». Πράγματι, αρκετά μικροεπεισόδια έχουν σημειωθεί μεταξύ Τατζίκων και Κιργίζιων συνοριοφυλάκων. Ασήμαντες αφορμές, όπως η εκτροπή ενός ρέματος για άρδευση, μπορούν να οδηγήσουν σε φονικές συγκρούσεις εξαιτίας τής μη χάραξης των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών και της συσσώρευσης διαφόρων προβλημάτων ασφαλείας στην κοιλάδα της Φεργκάνα. Η κοιλάδα αυτή, το πιο εύφορο τμήμα της κεντρικής Ασίας, συγκεντρώνει πάνω από το ένα πέμπτο του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Τη διασχίζει ο θρυλικός ποταμός Σιρ-Ντάρια, που περνά από τέσσερις χώρες. Τα μεταξύ τους σύνορα, που είχαν κάποτε χαραχτεί ως απλά διοικητικά όρια μεταξύ δημοκρατιών ενός ενιαίου κράτους, της ΕΣΣΔ, είναι εξαιρετικά περίπλοκα.

Η Ουάσινγκτον στρέφεται πλέον πιο ανατολικά

Η εξέλιξη της « νέας μεγάλης παρτίδας » καθορίστηκε από τους ανταγωνισμούς των διαφόρων μεγάλων δυνάμεων. Μετά το 2001 και τη δυτική επέμβαση στο Αφγανιστάν, η Ουάσινγκτον προσπάθησε να διαδραματίσει κάποιον ρόλο στην κεντρική Ασία. Στην αρχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τη συγκατάθεση του Πούτιν, ο οποίος, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, υπήρξε ο πρώτος ηγέτης που εξέφρασε τα συλληπητήριά του στον αμερικανικό λαό και στον Τζορτζ Γ. Μπους. Η σχέση αυτή σταδιακά χάλασε, ειδικά μετά το 2003 και την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ και, στη συνέχεια, με την επανάκαμψη μιας Ρωσίας αποφασισμένης να διατηρήσει σφαίρα επιρροής στον « ζωτικό χώρο » της [1]. « Η Μόσχα, σωστά ή λανθασμένα, θεώρησε ότι οι Αμερικανοί ήθελαν να αξιοποιήσουν την παρουσία τους στο Αφγανιστάν για να γίνουν σοβαρός παράγοντας στην κεντρική Ασία », διαπιστώνει ο Κούλεϊ. Κάτι που δεν έχει αποδειχθεί, καθώς η αμερικανική επιθυμία εγκατάστασης στην καρδιά της Ευρασίας έχει χαρακτηριστεί από αρκετές διακυμάνσεις.

Το 2001, μετά την άφιξη των πρώτων αμερικανικών αεροσκαφών στην αεροπορική βάση του Μανάς, η Ουάσινγκτον κατόρθωσε να προσαρμοστεί στο τοπικό περιβάλλον, παραχωρώντας τις επικερδέστατες συμβάσεις ανεφοδιασμού σε κηροζίνη στους γιους δύο διαδοχικών προέδρων της Κιργιζίας, του Ασκάρ Ακάγιεφ (1991-2005) και του Κουρμανμπέκ Μπακίεφ (2005-2010), μέχρι την ανατροπή τους [2]. Μετά το 2010, όμως, η Μόσχα ενέτεινε τις πιέσεις προς το Μπισκέκ, με στόχο την εκδίωξη των Αμερικανών, κατορθώνοντας, αρχικά, να μετατραπεί η βάση σε απλό κέντρο ανεφοδιασμού, με σύμβαση που θα ανανεωνόταν κάθε χρόνο.

Ο Λευκός Οίκος υποχώρησε απρόθυμα. Αλλά, στο πλαίσιο της επανεκκίνησης (reset) των σχέσεων με τη Μόσχα, που επεδίωξε μετά την εκλογή του, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα αρνήθηκε να μετατρέψει το θέμα σε διελκυστίνδα. Και, καθώς η απόφαση αποχώρησης από το Αφγανιστάν είχε ήδη ληφθεί, η Ουάσινγκτον μοιάζει ήδη να στρέφεται αλλού... Προς το ανατολικό άκρο της Ευρασίας και τις ακτές του Ειρηνικού, όπου συγκλίνουν τα στρατηγικά και εμπορικά συμφέροντά της. Η αμερικανική μετατόπιση πρέπει να θεωρηθεί ως συνέχιση της ίδιας στρατηγικής επιδίωξης με άλλα μέσα [3] : της επιμονής στη διατήρηση νευραλγικού ρόλου στην ευρασιατική ήπειρο, αλλά, πλέον, πιο ανατολικά.

Η νέα πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στην κεντρική Ασία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη θεώρησή τους για τον « νέο δρόμο του μεταξιού », πρωτοβουλία που, από το 1999, προωθεί τη « δημιουργία μιας περιοχής οικονομικά ζωντανής και δικτυωμένης μέσω του Αφγανιστάν και των χωρών της κεντρικής και νότιας Ασίας [4] », με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση της σταθερότητάς της. Η ιδέα έγκειται στην ενθάρρυνση των εμπορικών συναλλαγών, με βοήθεια κυρίως στην κατασκευή υποδομών. Το σχέδιο, όμως, δεν είναι ούτε συνεκτικό ούτε ρεαλιστικό. Έτσι, η γραμμή ηλεκτροδότησης Casa-1000, η οποία συνδέει την Κιργιζία, το Τατζικιστάν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, υποφέρει από την κατάσταση του δικτύου στις δύο πρώτες χώρες και από την έλλειψη « στρατηγικής για την ασφάλεια των υποδομών [5] ». Μεταξύ των πέντε πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, οι πολιτικές σχέσεις παραμένουν δύσκολες από την ανεξαρτησία και μετά, ενώ οι οικονομικές συναλλαγές είναι ακόμη πολύ περιορισμένες. Πιο νότια, το Πακιστάν παίρνει αποστάσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες δεν έχουν οικονομικές σχέσεις με το Ιράν. Οι δύο αυτές χώρες, όμως, είναι απαραίτητες για την ύπαρξη μιας πραγματικής περιφερειακής συνεργασίας.

Μολονότι Καμπούλ και Ουάσινγκτον, μετά από μακρά περίοδο αβεβαιότητας, υπέγραψαν, τον Σεπτέμβριο, συμφωνία για την παραμονή αμερικανικών στρατευμάτων, το μέλλον του Αφγανιστάν είναι πολύ αβέβαιο. Και για να γίνουν εκτιμήσεις για τη μελλοντική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, πρέπει να ληφθούν υπόψη κι άλλοι παράγοντες : η νέα πράξη « του πολέμου κατά της τρομοκρατίας », η κατάσταση στο Πακιστάν ή η εξέλιξη των σχέσεων με τη Μόσχα, που έχει επηρεαστεί σημαντικά από την ουκρανική κρίση.

Τρεις μήνες πριν από την τελετή αναχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από την Κιργιζία, στις 9 Ιουνίου 2014, ο ρωσικός πετρελαϊκός γίγαντας Rosneft υπέγραψε με το Μπισκέκ πρωτόκολλο συμφωνίας για την απόκτηση του 51% των μετοχών του διεθνούς αεροδρομίου του Μανάς. Τι συμβολισμός ! Γιατί μια εταιρεία πετρελαίου να αποκτήσει τον έλεγχο του αεροδρομίου μιας χώρας που δεν διαθέτει κανένα κοίτασμα ορυκτών καυσίμων ; Η Rosneft, με πρόεδρο τον Ιγκόρ Σέτσιν, έναν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Πούτιν, υποσχέθηκε επενδύσεις ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων για να γίνει η Κιργιζία περιφερειακό κέντρο ανεφοδιασμού.

Η συμφωνία έρχεται να προστεθεί στις συμβάσεις που έχουν υπογράψει άλλα μεγαθήρια του ρωσικού δημόσιου τομέα, όπως η Gazprom, η Inter RAO ή η RusHydro, στους τομείς της διανομής φυσικού αερίου και της υδροηλεκτρικής ενέργειας. Τα κίνητρα είναι περισσότερο γεωπολιτικά και λιγότερο εμπορικά : « Ποιος μπορεί να ήθελε να αποκτήσει την Kyrgyzgaz, ακόμη και στη συμβολική τιμή του ενός δολαρίου ; Η Gazprom το έκανε, ενώ είναι γνωστό ότι η εταιρεία είναι ένα βαρέλι δίχως πάτο, αφού οι συμπατριώτες μας δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς του φυσικού αερίου ; », σημειώνει με απορία υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Κιργιζίας, που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Η πρόσφατη ιστορία της Κιργιζίας δίδαξε τους ηγέτες της ότι είναι συνετό να μην αντιτίθενται σε ό,τι η Ρωσία θεωρεί στρατηγικό της συμφέρον. Η ανατροπή του προέδρου Μπακίεφ, τον Απρίλιο του 2010, οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην παραβίαση της αρχής αυτής. Ο απρόσεκτος ηγέτης πλήρωσε ακριβά την πρόταση που έκανε στους Αμερικανούς για τη δημιουργία κέντρου στρατιωτικής εκπαίδευσης στο Μπατκέν, στο νότιο τμήμα της χώρας, την ώρα που δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του Κρεμλίνου για την παραχώρηση δεύτερης στρατιωτικής βάσης στη χώρα.

Η ουκρανική κρίση άλλαξε τα δεδομένα στην κεντρική Ασία [6]. « Οι κυβερνήσεις της περιοχής θυμήθηκαν πόσο μπορούσε να τις απειλήσει η Μόσχα. Εξάλλου, το Κρεμλίνο μετέβαλε την τακτική του και, ξαφνικά, απαίτησε, λιγότερο ή περισσότερο επίσημα, η Κιργιζία και το Τατζικιστάν να ενταχθούν στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωσή της [7], ώστε να μην εξευτελιστεί τελείως μετά την απώλεια της Ουκρανίας », μας εξηγεί ο πολιτικός επιστήμονας Παρβίζ Μουλοτζάνοφ, στο Ντουσανμπέ. Αυτό το εγχείρημα οικονομικής και, τελικά, πολιτικής ολοκλήρωσης υλοποιείται χωρίς ενθουσιασμό. « Δεν είμαστε αντίθετοι με την ιδέα της ένταξης, κάθε άλλο. Αλλά η διαδικασία προχωρά αποκλειστικά σύμφωνα με τα τελεσίγραφα των Ρώσων », σημειώνει με λύπη ο σύμβουλος υψηλόβαθμου κυβερνητικού παράγοντα στο Καζακστάν. Μετά την αποσκίρτηση της Ουκρανίας και τον φόβο που ενέπνευσε στην κεντρική Ασία η αντίδραση της Μόσχας, το μέλλον της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης είναι εντελώς αβέβαιο.

Το Καζακστάν, μάλιστα, εκδήλωνε τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό για την ιδέα της περιφερειακής ενοποίησης, μέσω του αυταρχικού προέδρου του, Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ. Ο Ναζαρμπάγιεφ είναι ένθερμος υποστηρικτής της ευρασιατικής ιδέας από το 1994, ενώ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και την ισχυρή ρωσική ή ρωσόφωνη μειονότητα της χώρας του (περίπου 25% του πληθυσμού σήμερα). Όμως, τέσσερα χρόνια μετά τη δημιουργία της τελωνειακής ένωσης, το Καζακστάν διαμαρτύρεται για διάφορα εμπόδια που δεν του επιτρέπουν να διεισδύσει στη ρωσική αγορά, η οποία υποτίθεται ότι είναι ενιαία με τη δική του. « Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι οι δύο οικονομίες έχουν πολύ διαφορετικό μέγεθος : το Καζακστάν έχει δέκα φορές μικρότερη παραγωγή από τη Ρωσία και οι επιχειρήσεις του δεν είναι αρκετά ανταγωνιστικές, καθώς, εδώ και είκοσι χρόνια, ευημερούν ως ολιγοπώλια », εξηγεί ο ειδικός στα χρηματοοικονομικά Ζαν-Κριστόφ Λερμισιό, ο οποίος εργάστηκε για πολύ καιρό στην αχανή δημοκρατία της κεντρικής Ασίας.

Κάθε χρόνο, η Μόσχα χάνει έδαφος

Η Ρωσία χρησιμοποιεί συχνά το μαστίγιο αντί για το καρότο και δυσκολεύεται να κρύψει την περιφρόνησή της για τα γειτονικά της κράτη. Στα τέλη Αυγούστου, ο Πούτιν εξόργισε το Καζακστάν, τον κύριο σύμμαχό του στην περιοχή, προβαίνοντας στην εκτίμηση ότι ο πρόεδρός του « είχε δημιουργήσει κράτος σε εδάφη που ποτέ δεν είχαν υπάρξει κράτος ». Ο Ναζαρμπάγιεφ δεν εκτίμησε το σχόλιο, θεωρώντας το ευφυολόγημα ως συγκαλυμμένη απειλή και απαντώντας ότι η χώρα του δεν θα συμμετάσχει σε « οργανισμούς που αποτελούν απειλή για την ανεξαρτησία[της] ». Εξάλλου, το Καζακστάν απείχε από την ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τη νομιμότητα του δημοψηφίσματος που πραγματοποιήθηκε στην Κριμαία.

Ακόμη λιγότερο καταφέρνει η Μόσχα να διατηρήσει στη σφαίρα επιρροής της το Ουζμπεκιστάν και το Τουρκμενιστάν, χώρες που δεν συνορεύουν με τη Ρωσία και διαθέτουν τέτοιο φυσικό πλούτο, ιδιαίτερα σε ορυκτά καύσιμα, ώστε έχουν τη δυνατότητα να αφήνουν και άλλες δυνάμεις να τις προσεταιριστούν. Ακόμη και η πείρα ή η γνώση του πεδίου δεν επιτρέπουν στη Ρωσία να παράσχει τις εγγυήσεις ασφάλειας που τόσο έχουν ανάγκη τα καθεστώτα της περιοχής. Τον Ιούνιο του 2010, στο Ος, στη νότια Κιργιζία, στις συγκρούσεις μεταξύ Ουζμπέκων και Κιργίζιων, οι οποίες είχαν ως απολογισμό 500 νεκρούς μέσα σε τρεις ημέρες, ούτε η Ρωσία ούτε ο Οργανισμός του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) [8], τον οποίο ελέγχει σε μεγάλο βαθμό η Μόσχα, επενέβησαν για να καταλαγιάσει ο φονικός πυρετός. Και, μάλιστα, τη στιγμή που διακυβευόταν η ασφάλεια σε όλη την έκταση της ταραγμένης κοιλάδας της Φεργκάνα [9].

Μολονότι η Ρωσία διαθέτει τοπικά μέσα και μοχλούς πίεσης, πολιτικό κεφάλαιο, κάποια εμπιστοσύνη από τους λαούς της περιοχής και από τα ηγετικά κλιμάκιά τους, αλλά και πολιτιστική συγγένεια λόγω της κοινής γλώσσας, χάνει έδαφος από χρόνο σε χρόνο. Πολύ περισσότερο που οι πέντε χώρες της κεντρικής Ασίας κρατούν με επιδεξιότητα τις ισορροπίες μεταξύ Ρωσίας, Ηνωμένων Πολιτειών, Ευρώπης, Νότιας Κορέας, Ιαπωνίας και, ...κυρίως, Κίνας.

Το Πεκίνο δεν εμφανίστηκε παρά καθυστερημένα στα ραντάρ της κεντρικής Ασίας. « Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, θεωρείτο ότι το Ιράν ή η Τουρκία θα εξελίσσονταν σε σοβαρούς παράγοντες στην περιοχή. Και οι δύο απέτυχαν και, έτσι, η Κίνα, που ήταν εντελώς απούσα μέχρι τη δεκαετία του 1980, ετοιμάζεται, στις αρχές του 21ου αιώνα, να εδραιωθεί ως η σημαντικότερη από τις μεγάλες δυνάμεις στην κεντρική Ασία », επισημαίνει ο Τιερί Κελνέρ, διδάκτορας με διατριβή για την Κίνα και την κεντρική Ασία [10]. Για τις τρεις από τις πέντε χώρες της περιοχής, η Κίνα αποτελεί πλέον τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο, έχοντας υποσκελίσει τη Ρωσία, ενώ καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στο Ουζμπεκιστάν και στο Καζακστάν.

Το Πεκίνο θέλει αγωγό πετρελαίου σε Κιργιζία και Τατζικιστάν

Η διείσδυση της δεύτερης οικονομικής δύναμης του πλανήτη είναι εντυπωσιακή. Τον Σεπτέμβριο του 2013, ο πρόεδρος Σι Ζινπίνγκ πραγματοποίησε δεκαήμερη περιοδεία στην περιοχή, υπογράφοντας, με την ευκαιρία, συμβάσεις και δάνεια 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αύξησε στα 65 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως τις μελλοντικές εισαγωγές φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν, την τέταρτη χώρα στον κόσμο σε αποθέματα φυσικού αερίου. Στο ίδιο ταξίδι, η Κίνα απόκτησε το 8,33% του μετοχικού κεφαλαίου του γιγάντιου κοιτάσματος πετρελαίου του Κασαγκάν, στο Καζακστάν, στις όχθες της Κασπίας. Ο Κινέζος πρόεδρος ανακοίνωσε, επίσης, την κατασκευή διυλιστηρίου και νέων τμημάτων του αγωγού πετρελαίου που διασχίζει τα εδάφη της Κιργιζίας και του Τατζικιστάν, δίνοντας στις δύο χώρες τη δυνατότητα να εξαρτώνται λιγότερο από το ουζμπεκικό φυσικό αέριο, το οποίο τους στερεί συχνά η Τασκένδη. Με την ευκαιρία του ταξιδιού, ο Σι Ζινπίνγκ δοκίμασε την ιδέα της « οικονομικής ζώνης του δρόμου του μεταξιού », μια έννοια που μένει να αποσαφηνιστεί, αλλά ενδεχομένως να διαθέτει λαμπρό μέλλον.

Στο πλαίσιο αυτό, το Πεκίνο επενδύει και στις υποδομές, ιδιαίτερα στον τομέα των μεταφορών. Η στρατηγική του έχει στόχο τη δημιουργία μιας « ειρηνικής πίσω αυλής, απαραίτητης προϋπόθεσης για τη συνέχιση του εκσυγχρονισμού της Κίνας και την ανάδυσή της ως υπερδύναμης. Από την αρχή, λοιπόν, η ασφάλεια βρέθηκε στον πυρήνα της κινεζικής πολιτικής στην κεντρική Ασία. Πολύ περισσότερο που το Πεκίνο φοβάται τις αποσχιστικές τάσεις των Ουϊγούρων, στην τουρκόφωνη μουσουλμανική επαρχία του Σινγιάνγκ, που συνορεύει με την περιοχή. Στη συνέχεια, ήρθε να προστεθεί το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας », εξηγεί ο Κελνέρ. Η Κίνα, μένοντας μακριά από τα εσωτερικά ζητήματα των διαφόρων χωρών, φροντίζοντας να μη δείξει την παραμικρή αποικιοκρατική διάθεση και διαθέτοντας σημαντικές χρηματοοικονομικές δυνατότητες, έχει γίνει πια παράγοντας που δεν μπορεί να παρακαμφθεί. « Η Ρωσία δεν είναι πλέον σε θέση να της πει “όχι” στην περιοχή », παρατηρεί ο Κονσταντίν Σιρογιέικιν, από το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών του Καζακστάν. « Παρόλα αυτά, οι διαφωνίες πληθαίνουν », προσθέτει ο Σιρογιέικιν, ειδικός στα κινεζικά θέματα. « Για παράδειγμα, οι εισαγωγές φυσικού αερίου από την κεντρική Ασία έδωσαν στην Κίνα τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται την αγορά ρωσικού φυσικού αερίου από θέση ισχύος και να πετυχαίνει καλύτερες τιμές ».

Για την ώρα, το Κρεμλίνο, λόγω της γεωπολιτικής διελκυστίνδας του με τη Δύση, έχει πολύ μεγάλη ανάγκη την Κίνα για να τη δυσαρεστήσει στην κεντρική Ασία. Στις 21 Μαΐου 2014, η υπογραφή γιγάντιας τριακονταετούς σύμβασης, ύψους 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για την τροφοδοσία της Κίνας με 38 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικό αέριο ετησίως, υπήρξε γεγονός κεφαλαιώδους σημασίας για τη Μόσχα. Το ζήτημα ήταν να δείξει η Ρωσία στη Δύση ότι θα μπορούσε να την παραμερίσει, διοχετεύοντας την παραγωγή της προς την Κίνα και, γενικά, προς την Ασία.

Από το 2013, ο Κινέζος πρόεδρος προωθεί τη δική του εκδοχή για το « νέο δρόμο του μεταξιού ». Τακτικό σιδηροδρομικό δρομολόγιο συνδέει σε 22 ημέρες το Τσονγκίνγκ με το Ντούισμπουργκ της Γερμανίας, μέσω Καζακστάν και Ρωσίας [11]. Μολονότι ο όγκος των εμπορευμάτων που μεταφέρονται είναι ακόμη ασήμαντος σε σχέση με το θαλάσσιο εμπόριο, αυτός ο ηπειρωτικός εμπορικός δρόμος χρησιμοποιείται ήδη από μεγάλες δυτικές εταιρείες, όπως η Hewlett-Packard ή η Bayerische Motoren Werke (BMW).

Στη Μόσχα, κανείς δεν έχει ψευδαισθήσεις για το μέλλον της σινο-ρωσικής συμμαχίας. Η Ρωσία δεν αντιπροσωπεύει πια παρά το 3,5% της παγκόσμιας παραγωγής και θα πρέπει να συμπλέει όσο περισσότερο μπορεί με το Πεκίνο για να επιτυγχάνει τους στρατηγικούς στόχους της. Εκεί οφείλονται οι υποχωρήσεις της και η καλή θέληση που επιδεικνύει απέναντι στα κινεζικά συμφέροντα στην κεντρική Ασία. Η Μόσχα αποδίδει, επίσης, μεγάλη σημασία στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) [12], ο οποίος εμφανίζεται ως δυνητικά ισχυρός παράγοντας, με άρωμα αντιδυτικής λέσχης. Ο οργανισμός, στον οποίο συμμετέχουν ορισμένες από τις μεγαλύτερες παραγωγούς ενέργειας στον κόσμο, καλύπτει τη ζώνη του πλανήτη με τον μεγαλύτερο πληθυσμό.

Η Αμερική χάνει το ενδιαφέρον της για την περιοχή, η Ρωσία δεν διαθέτει τα μέσα για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της, η Κίνα μοιάζει να θριαμβεύει, αλλά είναι απρόθυμη να επεκταθεί πέρα από το οικονομικό πεδίο : το γεωπολιτικό περιβάλλον στην κεντρική Ασία δεν είναι καθόλου κατάλληλο για τη σταθεροποίηση κρατών με αυταρχικά, ή και δικτατορικά, καθεστώτα, που στηρίζονται σε εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ φυλών. Αρκετές εντάσεις υποβόσκουν και η διαδοχή πολλών κυβερνήσεων προδιαγράφεται δύσκολη, ιδιαίτερα στο Ουζμπεκιστάν. Η διαφθορά και η φτώχεια είναι ριζωμένες και δημιουργούν ολοένα και πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του ριζοσπαστικού ισλάμ.

Όλοι πρέπει να επιδεικνύουν ευελιξία στις συμμαχίες τους

Καμία μεγάλη δύναμη δεν δείχνει να διαθέτει αρκετή επιρροή, ή τη διάθεση να την ασκήσει, ώστε να εισακουστεί σε περίπτωση σοβαρής κρίσης ασφάλειας στην περιοχή. Πώς να εξευρεθεί συμβιβασμός εάν εκδηλωθεί μια τέτοια κρίση εξαιτίας νέων εθνοτικών συγκρούσεων ή της ταραχώδους διαδοχής κάποιου προέδρου της περιοχής ; « Όλοι πρέπει να επιδεικνύουν ευελιξία στις περιφερειακές συμμαχίες τους » και να αποφεύγουν να περιορίζονται από αρχές που αποκλείουν τη συνεργασία με τη μία ή την άλλη μεγάλη δύναμη στην περιοχή, εκτιμά ο Κούλεϊ [13]. Βέβαια, η επιδείνωση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων δεν προκαλεί αισιοδοξία. Όσο για τη συνεννόηση μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας, δεν είναι σίγουρο ότι θα παραμείνει για πάντα εποικοδομητική.

Για πολλούς ειδικούς, οι γεωπολιτικές μεταβολές που βρίσκονται σε εξέλιξη οφείλονται στους ανταγωνισμούς μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. « Η παρτίδα μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, ένα από τα επεισόδια της οποίας εκτυλίσσεται σήμερα στην Ουκρανία, σπρώχνει τη Ρωσία προς τα βάθη της Ευρασίας. Ήδη τον 19ο αιώνα, η ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο της Κριμαίας την οδήγησε στην κατάκτηση της κεντρικής Ασίας. Σήμερα, που φαίνεται να χάνει την Ουκρανία, η Ρωσία θα μπορούσε και πάλι να θελήσει να εδραιώσει τη θέση της στα βάθη της ευρασιατικής ηπείρου, στην κεντρική Ασία. Δεν αποκλείω η Ουάσινγκτον, κατά βάθος, να αντιμετωπίζει θετικά μια τέτοια εξέλιξη », εκτιμά, για παράδειγμα, ο Τσοκάν Λαουμούλιν, ειδικός από το Καζακστάν, που εργάζεται στο Cambridge Central Asia Forum, στο Λονδίνο.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο ρόλος των δημοκρατιών της κεντρικής Ασίας θα μπορούσε να αποδειχθεί αποφασιστικός για την περιφερειακή σταθερότητα. Περισσότερο από ποτέ, οι πολιτικοί ηγέτες και οι σύμβουλοί τους επιδιώκουν να κρατούν ισορροπιστική στάση απέναντι στις φιλοδοξίες των διαφόρων μεγάλων δυνάμεων. Στο Ντουσανμπέ, ο Σαϊφούλο Σαφάροφ, του Κέντρου Στρατηγικών Ερευνών, εξηγούσε, φέτος το καλοκαίρι, όταν το Τατζικιστάν ετοιμαζόταν απρόθυμα να ενταχθεί στη ρωσικής έμπνευσης Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, ότι η χώρα, ό,τι κι αν συμβεί, « δεν πρέπει να εγκαταλείψει την πολιτική ισορροπιών έναντι των μεγάλων δυνάμεων. Η μελέτη τού τι σημαίνει για εμάς η ένταξη στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, ισοδυναμεί με την επεξεργασία του τρόπου που η ένταξη αυτή θα είναι συμβατή με τα θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντά μας ». Από την εποχή της ανεξαρτησίας τους, οι χώρες της κεντρικής Ασίας έχουν μάθει να παίζουν το παιχνίδι των ισορροπιών.

P.-S.

Κοινή ιστορία, δρόμοι που αποκλίνουν

Οι πέντε χώρες της κεντρικής Ασίας βιώνουν πολύ διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις μετά την ανεξαρτησία τους, το 1991. Ωστόσο, τους λαούς αυτούς, με τα διάφορα τουρκογενή γλωσσικά ιδιώματα (εξαίρεση οι ιρανόφωνοι Τατζίκοι) τους συνδέει μακρόχρονο κοινό παρελθόν, ιδιαίτερα μετά τη βαθμιαία ενσωμάτωσή τους στη Ρωσική Αυτοκρατορία, τον 19ο αιώνα. Το Ουζμπεκιστάν, η χώρα με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στην περιοχή (30 εκατομμύρια κάτοικοι, σε σύνολο 66 εκατομμυρίων), έχει παραμείνει αγροτική οικονομία, ενώ τα κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου αποφέρουν σημαντικά έσοδα στο Τουρκμενιστάν και στο Καζακστάν, το οποίο παράγει τα 2/3 του ΑΕΠ της περιοχής. Η αποστολή εμβασμάτων από τους μετανάστες στο εξωτερικό αποτελεί την κυριότερη πηγή εσόδων της Κιργιζίας (περίπου 35%) και του Τατζικιστάν (περίπου 50%). Οι δύο χώρες έχουν κληρονομήσει τα περίπλοκα σύνορα που χάραξε αυθαίρετα η ΕΣΣΔ, το 1936, και έχουν εδαφικές διαφορές, καθώς και πολύ περιορισμένες εμπορικές σχέσεις. Οι αντιπαλότητες μεταξύ των διαφόρων πολιτικών ηγετών ενισχύουν την εικόνα κατακερματισμού μεταξύ του Τουρκμενιστάν, που τηρεί στάση ουδετερότητας από το 1995, του πολύ ανεξάρτητου Ουζμπεκιστάν και των τριών άλλων χωρών, που είναι προσδεδεμένες στη Μόσχα.

Notes

[1] Βλ. « Russie, le retour », Manière de voir, τ.138, Δεκέμβριος 2014-Ιανουάριος 2015, στα περίπτερα.

[2] Βλ. « Mystery at Manas », έκθεση της υποεπιτροπής Εθνικής Ασφάλειας και Εξωτερικών Θεμάτων του αμερικανικού Κογκρέσου, Ουάσινγκτον, Δεκέμβριος 2010.

[3] Βλ. Yves Boyer, « La stratégie de rééquilibrage des Etats-Unis vers l’Asie-Pacifique et la Chine », σημείωμα 13/13, Ιούνιος 2013, Fondation pour la recherche stratégique, Παρίσι.

[4] Stephen Kaufman, « “New silk road” vision offers Afghanistan a brighter future », IIP Digital, αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, 28 Οκτωβρίου 2013, http://iipdigital.usembassy.gov.

[5] Eugene Imas, « The new silk road to nowhere », « The Diplomat », 18 Δεκεμβρίου 2013, http://thediplomat.com.

[6] Βλ. « Russia-Ukraine crisis alarms Central Asian strongmen », Eurasianet, 4 Μαρτίου 2014, www.eurasianet.org.

[7] Το 2010, η Ρωσία, το Καζακστάν και η Λευκορωσία δημιούργησαν την Τελωνειακή Ένωση, η οποία μετεξελίχθηκε σε Κοινό Οικονομικό Χώρο, το 2012. Την 1η Ιανουαρίου 2015, η δομή αυτή ενσωματώνεται στην ευρύτερη Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, της οποίας η ιδρυτική διακήρυξη υπογράφηκε στην Αστανά, στις 29 Μαΐου 2014.

[8] Όπου συμμετέχουν Ρωσία, Λευκορωσία, Αρμενία, Καζακστάν, Κιργιζία και Τατζικιστάν.

[9] Βλ. Alexei Malashenko, « Russia and the crisis in Osh », Carnegie Moscow Center, 15 Ιουνίου 2010.

[10] Thierry Kellner, L’Occident de la Chine. Pékin et la nouvelle Asie centrale (1991-2001), Presses universitaires de France, Παρίσι, 2008.

[11] Βλ. Shawn Donnan, « Geopolitics cast shadow over new silk road », « Financial Times », Λονδίνο, 17 Οκτωβρίου 2014.

[12] Στον SCO συμμετέχουν η Ρωσία, η Κίνα, το Καζακστάν, η Κιργιζία, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν. Το Αφγανιστάν, η Ινδία, το Ιράν, η Μογγολία και το Πακιστάν συμμετέχουν με καθεστώς παρατηρητή. Η Λευκορωσία, η Τουρκία και η Σρι Λάνκα είναι εταίροι διαλόγου.

[13] Βλ. Alexander Cooley, Great Games, Local Rules : The New Great Power Contest in Central Asia, Oxford University Press, 2012.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette