monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2014 > 12. Δεκέμβριος > « Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας », πράξη τρίτη

« Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας », πράξη τρίτη

samedi 13 décembre 2014, par Gresh Alain , [Λογοθέτης Χάρης (μτφ)]

Οι δυτικοί βομβαρδισμοί σε Ιράκ και Συρία προαναγγέλλουν μια μακρά εκστρατεία κατά της οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους. Η ρητορική της κυβέρνησης Ομπάμα θυμίζει κάθε μέρα και πιο πολύ τον πρόεδρο Τζορτζ Γ. Μπους, του οποίου η πολιτική οδήγησε στη σημερινή καταστροφή. Και η εξέλιξη είναι ακόμη πιο επικίνδυνη, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνουν μια πολύ ετερόκλητη συμμαχία γύρω από πολιτικούς στόχους που παραμένουν στο σκοτάδι.

Ας μη γελιόμαστε. Στη Μέση Ανατολή, βρισκόμαστε μπροστά στην αναβίωση του « πολέμου κατά της τρομοκρατίας », σε συνέχεια της σταυροφορίας που είχε εξαπολύσει ο Τζορτζ Μπους την επομένη των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Με τον ερχομό του στον Λευκό Οίκο, ο Μπαράκ Ομπάμα είχε προχωρήσει στις απολύτως απαραίτητες αναπροσαρμογές μετά τις οδυνηρές ήττες σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Η κυβέρνησή του είχε καταργήσει την έκφραση « πόλεμος κατά της τρομοκρατίας » και, κυρίως, είχε υποσχεθεί να απεγκλωβίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον βούρκο των δύο πολεμικών μετώπων. Οι εξελίξεις αυτές αποτύπωναν, επίσης, και την κόπωση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι σε πολεμικές επεμβάσεις με βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές, αλλά και αστρονομικό κόστος. Τέλος, η Ουάσινγκτον « μετατόπιζε » το ενδιαφέρον της προς την Άπω Ανατολή, με την ευχή να ξεχάσει λίγο τη « Middle East, middle of nowhere », αυτή τη « Μέση Ανατολή, στη μέση του πουθενά » [1], σύμφωνα με τη διατύπωση Αμερικανού ειδικού : η περιοχή, με εξαίρεση το πετρέλαιο, δεν παρουσίαζε πια μεγάλο στρατηγικό ενδιαφέρον.

Όμως, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έπρεπε να διαχειριστεί κρίσεις που ανέκυπταν καθημερινά στην περιοχή και η Ουάσινγκτον δεν αποσύρθηκε. Το μαρτυρούν η συχνότερη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και οι στοχευμένες δολοφονίες στο Πακιστάν, στην Υεμένη και στη Σομαλία, η συνέχιση της λειτουργίας του στρατοπέδου του Γκουαντάναμο, η διατήρηση στρατιωτικής παρουσίας στο Αφγανιστάν, η ανανέωση της υποστήριξης στο Ισραήλ κατά την επέμβασή του στη Γάζα το φετινό καλοκαίρι...

Ο λόγος του Ομπάμα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2014, με τον οποίο προανήγγειλε εκστρατεία κατά της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους (ΟΙΚ) [2] τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία, σηματοδοτεί όχι την αρχή του τέλους της οργάνωσης αυτής, αλλά την αρχή μιας κλιμάκωσης με τελείως απρόβλεπτη έκβαση. Ο Αμερικανός πρόεδρος προκρίνει τη στρατιωτική θεώρηση σε βάρος της διπλωματικής δράσης. Βέβαια, ο Ομπάμα δεν οδηγείται από τα απλουστευτικά ιδεολογικά σχήματα των νεοσυντηρητικών και απορρίπτει, για την ώρα, την εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων -ακόμη κι αν ήδη υπάρχουν 1.500 Αμερικανοί σύμβουλοι στην περιοχή. Επίσης, ο Ομπάμα έχει μεγαλύτερη επίγνωση των εμποδίων απ’ ό,τι ο Μπους, γεγονός που εξηγεί τη βούλησή του να δείξει ότι η επιχείρηση έχει διεθνή συναίνεση. Μη αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε, στις 19 Σεπτεμβρίου, ένα ψήφισμα αρκετά ασαφές για να μπορεί η Ουάσινγκτον να το θεωρήσει ως πράσινο φως για τη στρατιωτική επέμβασή της χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανένα κράτος.

Με μια πρώτη ματιά, η συμμαχία των κρατών ενάντια στο ΟΙΚ μοιάζει πανίσχυρη, περισσότερο και από τον συνασπισμό που διαμορφώθηκε κάποτε κατά του καθεστώτος του Μουαμάρ Καντάφι. Κατά τη σύνοδο κορυφής του στο Νιούπορτ (Ουαλία), στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι θα αποτελούσε τον « πυρήνα » της συμμαχίας κατά του ΟΙΚ με δέκα χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία. Στο Παρίσι, στις 15 Σεπτεμβρίου, 26 χώρες υποσχέθηκαν επί της αρχής ότι θα συμμετάσχουν στην επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των κρατών-μελών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) [3], της Ρωσίας και της Κίνας. Η Αλγερία, που τηρεί πολύ επιφυλακτική στάση απέναντι στις δυτικές επεμβάσεις στην περιοχή, υποστηρίζει τη συμμαχία στο Ιράκ. Ακόμη και το Ιράν, που δεν συμμετέχει, αντιμετωπίζει το ΟΙΚ και τα πύρινα κηρύγματά του κατά των σιιτών ως θανάσιμο κίνδυνο.

Σε θρησκευτικό επίπεδο, το Αλ-Αζχάρ στο Κάιρο και το Συμβούλιο των Μεγάλων Ουλεμάδων στο Ριάντ έχουν κάνει κηρύγματα προς την ίδια κατεύθυνση, με το σαουδαραβικό θρησκευτικό συμβούλιο να αποκηρύσσει όχι μόνο το ΟΙΚ, αλλά και τη Χεζμπολάχ, τους χουτιστές της Υεμένης και τις σιιτικές πολιτοφυλακές του Ιράκ. Ακόμη και το 1990-1991, στον πόλεμο που ακολούθησε την εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ, δεν είχε διαμορφωθεί μια τόσο πλατιά συμμαχία.

Δισταγμοί της Τουρκίας

Ωστόσο, όπως θύμιζε ο Λένιν όταν ανέλυε τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, « μια αλυσίδα αξίζει ό,τι αξίζει ο αδύναμος κρίκος της ». Η αλυσίδα που φιλοδοξεί να περιορίσει και να καταπνίξει το ΟΙΚ, όμως, δεν περιλαμβάνει ένα, αλλά πολλά εύθραυστα στοιχεία.

Η Τουρκία, ενώ είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και έχει σύνορα μήκους 1.200 χιλιομέτρων με το Ιράκ και τη Συρία, μοιάζει να είναι ο πιο αδύναμος κρίκος. Αρχικά, η Άγκυρα δικαιολόγησε τη σύνεσή της -ιδιαίτερα την άρνησή της να επιτρέψει στην Ουάσινγκτον να χρησιμοποιήσει τη βάση του Ιντσιρλίκ για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ακόμη κι αν την παραχωρεί για ανθρωπιστικές δράσεις και για ανεφοδιασμό-, προτάσσοντας την ανάγκη προστασίας των 49 ομήρων που αιχμαλωτίστηκαν από το ΟΙΚ στο τουρκικό προξενείο της Μοσούλης, με την κατάληψη της πόλης τη νύχτα της 9ης Ιουνίου. Η απελευθέρωσή τους, στις 19 Σεπτεμβρίου, δεν ήρε ολοκληρωτικά τις επιφυλάξεις της Άγκυρας.

Οι επιφυλάξεις αυτές εξηγούνται, καταρχήν, από την ανάμιξη της Τουρκίας στη συριακή διένεξη και από την προτεραιότητα που έχει δώσει στην πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ-Άσαντ. Η Τουρκία έχει επιτρέψει να εγκατασταθούν στο έδαφός της δίκτυα στρατολόγησης της συριακής αντιπολίτευσης, ακόμη και της πιο ριζοσπαστικής πτέρυγάς της, η οποία συνδέεται με την Αλ-Κάιντα ή και με το ίδιο το ΟΙΚ. Ανάμεσα στους ξένους μαχητές που στρατολογούνται από το ΟΙΚ, οι Τούρκοι υπήκοοι αποτελούν μια από τις κυριότερες συνιστώσες [4]. Η Τουρκία, που αποτελεί καταφύγιο για σχεδόν ενάμιση εκατομμύριο Σύρους πρόσφυγες, φοβάται ότι η άμεση ανάμιξή της κατά του ΟΙΚ μπορεί να προκαλέσει κύμα επιθέσεων στην τουρκική επικράτεια.

Η σοβαρότερη επιφύλαξη της Τουρκίας απέναντι στη συμμαχία κατά του ΟΙΚ αφορά τους Κούρδους. Η Άγκυρα, που βρίσκεται σε εσωτερικό πολιτικό διάλογο με το Κόμμα Εργατών του Κουρδιστάν (ΡΚΚ), με κύριο στόχο τον αφοπλισμό της οργάνωσης, βλέπει με πολύ κακό μάτι τη στρατιωτική ενίσχυσή του. Γιατί, μολονότι οι Κούρδοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πράγματι ανέκοψαν την προέλαση του ΟΙΚ, δεν ήταν οι Ιρακινοί peshmergas -οι « έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον θάνατο » μαχητές, όπως δηλώνει το όνομά τους- που κυρίως έδωσαν τις μάχες. Μετά την ημιαυτονομία του κουρδικού τμήματος του Ιράκ (που χρονολογείται από τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, το 1990-1991), οι τοπικοί ηγέτες ενδιαφέρονται, πρώτα απ’όλα, για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και για τις πολιτικές τους έριδες. Η επέκταση των εδαφών τους (με την κατάληψη του Κιρκούκ) και η ανεξαρτησία, όχι η καταπολέμηση του ΟΙΚ, αποτελούν τον πρωταρχικό στόχο τους. Τον μεγαλύτερο αριθμό μαχητών τον συνεισέφεραν το ΡΚΚ και, κυρίως, το συριακό παρακλάδι του, το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD). Παρόλο που τα συγκεκριμένα κινήματα περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών, θα έχουν, αναμφίβολα, τη δυνατότητα να λάβουν όπλα που η Δύση θα στείλει στους « Κούρδους ». Άλλη μια απόδειξη, εάν χρειάζεται πια, ότι η έννοια της « τρομοκρατίας » έχει μεταβλητή γεωμετρία και σκοπεύει κυρίως στην απαξίωση της μίας ή της άλλης οργάνωσης για να δικαιολογεί στρατιωτικές επεμβάσεις.

Δεύτερος αβέβαιος κρίκος : η Σαουδική Αραβία. Τους τελευταίους μήνες, το βασίλειο έλαβε ριζικά μέτρα καταπολέμησης του ΟΙΚ, υιοθετώντας αυστηρή αντιτρομοκρατική νομοθεσία, την οποία εφαρμόζει και απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη αντιπολιτευτική φωνή [5]. Η χώρα δεν ξεχνά το φονικό κύμα επιθέσεων της Αλ-Κάιντα στο έδαφός της, από το 2003 έως το 2006. Το Ριάντ προσπαθεί, επίσης, να συγκρατήσει τα κηρύγματα των ιμάμηδών του. Ο υπουργός Θρησκευτικών Υποθέσεων υποχρέωσε γύρω στους εκατό ιμάμηδες, οι οποίοι κρίθηκαν « ακραίοι », να περάσουν εντατική επανεκπαίδευση, δηλώνοντας ότι, εάν δεν άλλαζαν, θα απολύονταν [6]. Μένει να φανεί ποιες θα είναι οι επιπτώσεις του νέου προσανατολισμού σε θρησκευτικούς παράγοντες που έχουν γαλουχηθεί εδώ και δεκαετίες με μια ακραία ερμηνεία του Ισλάμ, συμβάλλοντας, σε μεγάλο βαθμό, και στην εξαγωγή της προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Όπως αρκετοί άλλοι ηγέτες της περιοχής, ο βασιλιάς Αμπντάλα δεν εμπιστεύεται τον Ομπάμα. Δεν του συγχωρεί ούτε την « εγκατάλειψη » του Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ, το 2011, ούτε την άρνησή του να βομβαρδίσει τη Συρία, τον Σεπτέμβριο του 2013. Αμφιβάλλει για την ικανότητά του να επιβάλλει πραγματική αλλαγή στη Βαγδάτη, την οποία η σαουδαραβική μοναρχία θεωρεί βραχίονα της Τεχεράνης. Το Ριάντ έχει αισθήματα αλληλεγγύης προς τους σουνίτες του Ιράκ, τους οποίους έχει βοηθήσει επανειλημμένα. Κατηγορεί την προηγούμενη κυβέρνηση του Νούρι Αλ-Μαλίκι ως τον κύριο υπεύθυνο, λόγω της αντισουνιτικής πολιτικής της, για την εδραίωση του ΟΙΚ. Τέλος, η καχυποψία απέναντι στο Ιράν παραμένει βαθιά ριζωμένη και τα μέσα ενημέρωσης που χρηματοδοτούνται από το βασίλειο ισχυρίζονται, ενάντια σε κάθε λογική, ότι οι μαχητές του ΟΙΚ θα μπορούσαν να βρουν καταφύγιο στο Ιράν [7]. Οπωσδήποτε, μια δειλή προσέγγιση διαγράφεται μεταξύ Τεχεράνης και Ριάντ, αλλά μια στέρεη συμμαχία παραμένει απίθανη.

Επίσημα, το Ιράν δεν συμμετέχει στη συμμαχία. Η άρνησή του να συμμετάσχει στη διάσκεψη του Παρισιού της 15ης Σεπτεμβρίου -παράλληλη με το βέτο του Ριάντ σε ενδεχόμενη συμμετοχή του Ιράν-, αποδυναμώνει το μέτωπο κατά του ΟΙΚ. Όπως παραδέχθηκε ο 75χρονος Οδηγός της Επανάστασης, Αλί Χαμενεΐ, από το κρεβάτι του νοσοκομείου όπου είχε μόλις χειρουργηθεί, ορισμένοι Ιρανοί αξιωματούχοι ήθελαν να μεταβούν στο Παρίσι, αλλά ο ίδιος αντιτάχθηκε : « Οι προθέσεις των Αμερικανών είναι κακές. Έχουν τα χέρια τους βουτηγμένα σε ιρακινό αίμα και δεν μπορούμε να συνεργαστούμε μαζί τους [8] ». Επιπλέον, το Ιράν, όπως και η Ρωσία, παραμένει καχύποπτο απέναντι στους βομβαρδισμούς των θέσεων του ΟΙΚ στη Συρία, καθώς φοβάται ενδεχόμενες απόπειρες αποσταθεροποίησης του καθεστώτος της Δαμασκού.

Τεχεράνη και Ουάσινγκτον διεξάγουν περίπλοκες και διακριτικές διαπραγματεύσεις για το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, οι οποίες θα πρέπει να καταλήξουν πριν από τις 24 Νοεμβρίου. Μια συμφωνία θα επέτρεπε στις δύο χώρες να προσεγγίσουν με άλλο μάτι τα περιφερειακά ζητήματα (Συρία, Υεμένη, Λίβανος), αλλά είναι ελάχιστα πιθανό η ισλαμική δημοκρατία να επιτρέψει στους Αμερικανούς να ανακτήσουν την επιρροή τους στο Ιράκ σε βάρος της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να βρουν καμία παρηγοριά στο ιρακινό πολιτικό τοπίο. Οι σιιτικές πολιτοφυλακές, που έχουν στενές σχέσεις με την Τεχεράνη, εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν, προειδοποιώντας για το ενδεχόμενο αποστολής αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων [9]. Η σημαντικότερη από αυτές τις σιιτικές ομάδες, η Ασαΐμπ Αλ Αλ-Χακ (« Ένωση των Δικαίων »), που είχε ιδρυθεί από τον πρώην πρωθυπουργό Αλ-Μαλίκι, παρακολουθεί στενά τον νέο πρωθυπουργό, Χαϊντάρ Αλ-Αμπάντι : αντιτάχθηκε, με επιτυχία, στον διορισμό των δύο υπουργών Άμυνας και Εσωτερικών, οι οποίοι θα συμβόλιζαν τα « ανοίγματα » της νέας κυβέρνησης [10]. Θα είναι, άραγε, η συγκεκριμένη ομάδα, γνωστή για τις επιθέσεις της στους σουνίτες, τους οποίους καταγγέλλει ως « κατασκόπους », η αιχμή του δόρατος στον πόλεμο κατά του ΟΙΚ ;

Η ανακατάληψη των εδαφών που ελέγχει το ΟΙΚ περνά μέσα από τη δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας στη Βαγδάτη. Μολονότι ο Αλ-Αμπάντι, ο νέος πρωθυπουργός, έχει προχωρήσει σε κάποιες χειρονομίες, έχει υιοθετήσει ένα πιο συλλογικό ύφος και έχει διατάξει την παύση των βομβαρδισμών στις κατοικημένες περιοχές που ελέγχονται από το ΟΙΚ, εντούτοις μοιάζει αδύναμος να διασφαλίσει την προσέγγιση όλων των πολιτικών δυνάμεων [11] : οι σιιτικές πολιτοφυλακές διαθέτουν μεγάλη δύναμη σε σύγκριση με τον εθνικό στρατό, ενώ οι σουνίτες φέρουν το τραύμα της περιόδου 2006-2007, όταν συμμετείχαν στη μάχη κατά της Αλ-Κάιντα, για να βρεθούν, στη συνέχεια, αντιμέτωποι με την περιθωριοποίηση και την καταστολή. Όσο για τους Κούρδους ηγέτες, δεν ονειρεύονται παρά ένα ανεξάρτητο κράτος [12]. Και, από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν το νέο σύνταγμα της χώρας, το 2005, κυριαρχεί ένα σύστημα θρησκευτικών διαχωρισμών, το οποίο θυμίζει τον Λίβανο. Ο ιρακινός καταστατικός χάρτης καθιστά πρακτικά αδύνατη την εμφάνιση κομμάτων που δεν βασίζονται στις θρησκευτικές ταυτότητες. Χωρίς πραγματική πολιτική μεταρρύθμιση, το Ιράκ είναι καταδικασμένο στη διαίρεση και το χάος.

Εάν οι Ιρακινοί, ακόμη και με αμερικανική αεροπορική υποστήριξη, φανούν ανήμποροι, όπως είναι και το πιθανότερο, να υποχρεώσουν το ΟΙΚ σε αναδίπλωση, τότε ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο ; Στις 15 Σεπτεμβρίου, ενώπιον της Επιτροπής Στρατιωτικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, ο αρχηγός του αμερικανικού γενικού επιτελείου, στρατηγός Μάρτιν Ντέμσι, δεν απέκλεισε την αποστολή Αμερικανών στρατιωτών, σε περίπτωση που η σημερινή στρατηγική δεν αποδώσει. Λιγότερο διπλωματικός, ο στρατηγός Μάικλ Χέιντεν, πρώην επικεφαλής της CIA και της National Security Agency (NSA), εξηγούσε, την προηγουμένη, στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News : « Πιστεύω ότι θα αποστείλουμε ειδικές δυνάμεις στο Ιράκ και τη Συρία. Δεν νομίζω ότι θα στείλουμε κανονικές μονάδες, παρόλο που δύο πρώην επικεφαλής της Centcom [13]εκτιμούν ότι οδεύουμε προς τα εκεί. Για την ώρα, εγώ δεν το βλέπω [14] ».

Η σπαζοκεφαλιά της Συρίας

Ο Άντονι Κόρντσμαν, του Center for Strategic and International Studies (CSIS, Ουάσινγκτον), Αμερικανός ειδικός σε στρατιωτικά ζητήματα, ο οποίος ασκεί μεγάλη επιρροή, σημειώνει, παρά την αντίθεσή του στην αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων : « Το Ιράκ(...)διατηρεί μάχιμες στρατιωτικές μονάδες, αλλά θα χρειαστεί ειδικές δυνάμεις, ομάδες τύπου rangers και άλλους ειδικούς για να συντονίζουν, να εκπαιδεύουν, να λειτουργούν ως σύνδεσμοι μεταξύ των χερσαίων και των αεροπορικών δυνάμεων.(...)Το σύνολο της εμπειρίας μας στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, οι πρώτοι μήνες στο Ιράκ, οι προσπάθειες να συγκροτηθούν αποτελεσματικές ομάδες ανταρτών στη Συρία, καθώς και οι συγκρούσεις χαμηλής έντασης στην Υεμένη, επιβεβαιώνουν ένα καθοριστικό δίδαγμα της στρατιωτικής ιστορίας : οι στρατιωτικές μονάδες μιας αδύναμης και διχασμένης χώρας έχουν ανάγκη από βοήθεια για να κατορθώσουν να ενισχύσουν τη συνοχή τους, να αναδείξουν αποτελεσματική ηγεσία και να επιδείξουν ικανότητες στο πεδίο της μάχης [15] ».

Εάν η εξάλειψη του ΟΙΚ στο Ιράκ μοιάζει σχεδόν άπιαστη, τι να πει κανείς για τη Συρία ; Η Ουάσινγκτον, όπως και το Παρίσι, αρνούνται την αποκατάσταση του καθεστώτος Αλ-Άσαντ. Δεν είναι πολλοί οι παρατηρητές που θεωρούν ότι τα 500 εκατομμύρια δολάρια που ενέκρινε το αμερικανικό Κογκρέσο ως βοήθεια προς τη μετριοπαθή συριακή αντιπολίτευση θα αλλάξουν γρήγορα τον συσχετισμό δυνάμεων στο πεδίο των μαχών. Και τότε, ποιος θα αναλάβει τη χερσαία επίθεση κατά του ΟΙΚ ; Οι βομβαρδισμοί στόχων στο έδαφος της Συρίας, οι οποίοι ξεκίνησαν στις 22 Σεπτεμβρίου, δεν θα έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από ό,τι στο Ιράκ, ενώ μπορεί να έχουν και πολιτικό κόστος : Τεχεράνη και Μόσχα παραμένουν επιφυλακτικές, τη στιγμή που το Παρίσι, μια από τις ελάχιστες πρωτεύουσες που έχουν εμπλακεί στρατιωτικά στο πλευρό της Ουάσινγκτον, αρνείται προς το παρόν να επεκτείνει το πεδίο δράσης του στη Συρία, αφού καμία απόφαση του ΟΗΕ δεν δικαιολογεί τις εκεί στρατιωτικές ενέργειες της συμμαχίας.

Η ιστορία μπορεί να προσφέρει μερικά μαθήματα. Το 1955, η Ουάσινγκτον έστελνε στο Βιετνάμ μια απλή στρατιωτική αποστολή με σκοπό την αναδιοργάνωση του τοπικού στρατεύματος. Το 1959, ο αριθμός των στρατιωτών είχε δεκαπενταπλασιαστεί. Το 1965, στο Βιετνάμ βρίσκονταν πάνω από 100.000 Αμερικανοί στρατιώτες. Ο πόλεμος του Βιετνάμ θα κρατούσε έως το 1975, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδέχθηκαν, τελικά, ότι, παρά την αποστολή μιας τεράστιας στρατιωτικής δύναμης, είναι πάντα δύσκολο να αποφασίσεις για λογαριασμό ενός λαού τι είναι καλό για τον ίδιο.

Notes

[1] Edward Luttwak, αναφέρεται στο « Le Moyen-Orient, au milieu de nulle part », Nouvelles d’Orient, 8 Μαΐου 2007.

[2] Από εδώ και πέρα, η Monde diplomatique υιοθετεί αυτόν τον όρο, και όχι τη διατύπωση « Ισλαμικό Κράτος », γιατί δεν πρόκειται για κράτος.

[3] Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Ομάν και Κατάρ.

[4] Βλ. Ceylan Yeginsu, « ISIS draws a steady stream of recruits from Turkey », International New York Times, Παρίσι, 15 Σεπτεμβρίου 2014.

[5] Βλ. « La grande peur de l’Arabie Saoudite », Le Monde diplomatique, Μάιος 2014.

[6] Saudi Gazette, 19 Σεπτεμβρίου 2014, www.saudi-gazette.com.sa.

[7] Βλ., για παράδειγμα, « Saudi security officials warn Islamic State fighters may regroup in Iran », Asharq Al-Awsat, 20 Σεπτεμβρίου 2014, αναφέρεται στο BBC Monitoring, Λονδίνο, 21 Σεπτεμβρίου 2014.

[8] Reza Haghighat Nejad, « “The Americans amuse me”, says Khamenei », 15 Σεπτεμβρίου 2014.

[9] Ahmed Ali, « The Iraqi shi’a militia reponse to the US anti-ISIS coalition », 16 Σεπτεμβρίου 2014.

[10] David D. Kirkpatrick, « Shiite militias in Iraq pose puzzle for US », International New York Times, 18 Σεπτεμβρίου 2014.

[11] Reidar Visser, « The new Iraqi prime minister : A change in style or substance ? », Middle East Institute, 17 Σεπτεμβρίου 2014.

[12] Βλ. Allan Kaval, « Dans Kirkouk, la Jérusalem kurde », Le Monde diplomatique, Ιούλιος 2014.

[13] United States Central Command, υπεύθυνη για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή

[14] www.foxnews.com.

[15] « Iraq, Syria and the Islamic State : The “boots on the ground” fallacy », CSIS, 19 Σεπτεμβρίου, http://csis.org.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette