monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2014 > 09. Σεπτέμβριος > Στις οικονομικές ρίζες της ουκρανικής κρίσης

Στις οικονομικές ρίζες της ουκρανικής κρίσης

samedi 20 septembre 2014, par Vercueil Julien , [Χρυσοβέργης Γιάννης (μτφ)]

Ο ολιγάρχης Πέτρο Ποροσένκο, που εξελέγη πρόεδρος της Ουκρανίας στις 25 Μαΐου, θα κληθεί να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τις αποσχιστικές τάσεις των ρωσόφωνων περιοχών και τις κοινωνικές συνέπειες του προγράμματος που εκπόνησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η συνεκτίμηση των οικονομικών διαστάσεων της κρίσης, που συχνά δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν, επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση των λόγων για τους οποίους η χώρα έχει βυθιστεί στον φαύλο κύκλο της βίας.

Στην ουκρανική πολιτική κρίση διακρίνει κανείς τη δραματική εξέλιξη μιας χρηματοπιστωτικής διαδρομής που είχε καταστεί αφόρητη τους τελευταίους μήνες του 2013. Τον Ιούλιο του 2010, η κυβέρνηση υπέγραφε μια συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Σε αντάλλαγμα ενός δανείου 15,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δεσμευόταν να αυξήσει την ηλικία συνταξιοδότησης από το 55ο έτος στο 60ο –τη στιγμή που το προσδόκιμο ζωής ήταν δέκα χρόνια κατώτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου– και να διπλασιάσει τις τιμές της ενέργειας. Έξι μήνες αργότερα, η συμφωνία πάγωνε : η κυβέρνηση υπαναχωρούσε στην αύξηση των τιμολογίων του αερίου.

Η χώρα ξεχύθηκε τότε σε μια φυγή προς τα εμπρός. Η οικονομική δραστηριότητα στηριζόταν μόνο από την κατανάλωση των νοικοκυριών, η οποία χρηματοδοτούνταν από τον ιδιωτικό δανεισμό και από την αύξηση των κοινωνικών δαπανών, που με τη σειρά της αποσκοπούσε στον περιορισμό της κοινωνικής δυσφορίας (+16% το 2012). Παρά τις πολιτικές εναλλαγές, η ουκρανική οικονομία υποφέρει από την απουσία σταθερού θεσμικού πλαισίου μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η φοροδιαφυγή, η διαφθορά και η αρπακτικότητα κυριαρχούν μέχρι την κορυφή της κρατικής ιεραρχίας. Η παράλληλη οικονομία αντιστοιχεί στο 25% έως 55% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, ανάλογα με την πηγή. Η χώρα ποτέ δεν κατόρθωσε να ανακτήσει το επίπεδο παραγωγής της σοβιετικής Ουκρανίας. Οι επαναλαμβανόμενες ανισορροπίες της οικονομίας, το έλλειμμα του προϋπολογισμού και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών αυξάνονται, με αποτέλεσμα τον δανεισμό σε συνάλλαγμα.

Το φθινόπωρο του 2013, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι πρέπει να βρει τρία δισεκατομμύρια δολάρια για τις πληρωμές του 2014, στα οποία πρέπει να προστεθούν ένα δισεκατομμύριο ευρώ για την αποπληρωμή ενός ομολόγου την ίδια χρονιά. Επιπλέον, η Naftogaz, η δημόσια επιχείρηση αερίου, έχει συσσωρεύσει απλήρωτες οφειλές ύψους τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων έναντι του προμηθευτή της, της ρωσικής Gazprom. Μέχρι τότε, ο πληθωρισμός είχε παραμείνει χαμηλός εξαιτίας της αναιμικής ανάπτυξης, της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής και των καλών σοδειών. Όμως το οικονομικό σύστημα παραμένει εύθραυστο και οι πιέσεις στο εθνικό νόμισμα, στη χρίβνια, της οποίας η ισοτιμία είναι υπερτιμημένη εδώ και πολλούς μήνες, εντείνονται. Όπως στη Ρωσία του 1998 πριν από το κραχ, ένα τείχος χρήματος υψώνεται μπροστά στην Ουκρανία.

Χαστούκι κι αντιστροφή πορείας

Τέλος Οκτωβρίου 2013, μια αποστολή του ΔΝΤ επισκέπτεται το Κίεβο. Και θέτει τους όρους της : είτε η κυβέρνηση θα επιτρέψει τη διακύμανση της ισοτιμίας της χρίβνια, θα μειώσει τις δαπάνες θα αυξήσει « άμεσα και σημαντικά την τιμή του αερίου και της θέρμανσης στα νοικοκυριά και θα αποδεχθεί ένα χρονοδιάγραμμα μελλοντικών αυξήσεων των τιμών μέχρι να καλυφθεί το κόστος » [1], είτε το πρόγραμμα βοήθειας δεν θα υπογραφεί, στερώντας από την Ουκρανία 10 με 15 δισεκατομμύρια σε συνάλλαγμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει ότι θα συνεισφέρει επιπλέον 840 εκατομμύρια δολάρια σε περίπτωση συμφωνίας με το ΔΝΤ.

Οι δυνητικές επιπτώσεις μιας απότομης αύξησης των τιμών της ενέργειας, τόσο για τον πληθυσμό όσο και για τη βιομηχανία της ανατολικής περιοχής του Ντονμπάς, προκαλούν ενδοιασμούς στον Ουκρανό πρόεδρο. Την ίδια εβδομάδα συναντά τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, στο Σότσι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συζήτησαν μια εναλλακτική λύση έναντι αυτής του ΔΝΤ. Στις 21 Νοεμβρίου 2013, ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς ακυρώνει την υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση [2]. Αυτή η στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών προκαλεί τις διαδηλώσεις στην πλατεία Μαϊντάν, την πλατεία της Ανεξαρτησίας, στο Κίεβο.

Οι κεντρικοί άξονες της ρωσικής πρότασης αποκαλύπτονται μόλις στις 17 Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο μιας τακτικής κίνησης του Πούτιν, προκειμένου να ανακτήσει την πρωτοβουλία. Το σχέδιό του προβλέπει ένα δάνειο 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τη μείωση της τιμής πώλησης του αερίου προς την Ουκρανία κατά το ένα τρίτο και βελτίωση των όρων αποπληρωμής του χρέους της Naftogaz προς την Gazprom, όλα αυτά χωρίς ρητές προϋποθέσεις. Πρόκειται για ένα χαστούκι προς το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, μετά την ανατροπή και την αποχώρηση του Γιανουκόβιτς, στις 22 Φεβρουαρίου, οι νέοι Ουκρανοί ηγέτες στρέφονται προς το ΔΝΤ.

Η στροφή αυτή μπορεί να εξηγηθεί μόνο παρατηρώντας τη μακροπρόθεσμη ένταξη της ουκρανικής οικονομίας στο διεθνές γίγνεσθαι. Η τελευταία είναι από χρόνια παγιδευμένη σε παραγωγή χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Κατ’ αρχήν σε πρώτες ύλες και ημικατεργασμένα προϊόντα που εξάγονται στην Ευρώπη και στην Ασία, αλλά και μεταποιημένα προϊόντα με προορισμό τη Ρωσία. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 μορφοποιούνται δύο σχέδια περιφερειακής ένταξης, που οδηγούν τη χώρα σε δίλημμα : σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τελωνειακή ένωση με τη Ρωσία ; Οι όροι της υποχρεωτικής επιλογής αγνοούν την οικονομική και κοινωνική συνοχή της Ουκρανίας, η οποία βρίσκεται αποκλεισμένη από αυτή τη διπολική λογική.

Από το 2009, η Ευρωπαϊκή Ένωση προτείνει μια εταιρική σχέση στην Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Μολδαβία, την Αρμενία, τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν. Η προσφορά δεν περιλαμβάνει τη Ρωσία, με την οποία οι διαπραγματεύσεις για μια στρατηγική συνεργασία έχουν βαλτώσει από τον « πόλεμο του αερίου » του 2006. Για την Ουκρανία, η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει την υπογραφή μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών, πλήρη και σε βάθος (Aleca).

Ο Πούτιν αντιδρά αναβιώνοντας ένα σχέδιο ολοκληρωμένης συνεργασίας των χωρών της Κοινότητας Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) –που περιλαμβάνει τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες– με στόχο μια Ευρασιατική Οικονομική Ένωση [3]. Το σχέδιό του προχωρεί με γοργούς ρυθμούς : από το 2010, η Ρωσία, το Καζακστάν και η Λευκορωσία διακηρύσσουν τη δημιουργία μιας Τελωνειακής Ένωσης. Λόγω της σημασίας της Ρωσίας για το εξωτερικό της εμπόριο (περίπου 30%), η Ουκρανία δε μπορεί να παραμείνει αδιάφορη. Τον Οκτώβριο του 2011, ο Γιανουκόβιτς υπογράφει τη συνθήκη ελεύθερων συναλλαγών στο εσωτερικό της ΚΑΚ. Στη συνέχεια προτείνει μια μορφή « 3+1 » στις χώρες της Τελωνειακής Ένωσης, συνεχίζει όμως να δίνει προτεραιότητα στην Aleca. Η διστακτικότητά του αυτή εκνευρίζει τους Ρώσους ηγέτες, που απορρίπτουν την αντιπρότασή του [4].

Το 2013, η πίεση αυξάνεται από κάθε κατεύθυνση. Η Ρωσία αναπτύσσει μια ρητορική αντι-Aleca. Σύμφωνα με τον Σεργκέι Γκλάζιεβ, σύμβουλο του προέδρου Πούτιν, η υπογραφή συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν « αυτοκτονική » πράξη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα « το θάνατο του ουκρανικού εμπορικού ισοζυγίου » [5]. Και καθώς μια αντίδραση προστατευτικής μορφής καθίσταται « αναπόφευκτη », οι εξαγωγές αγροτοβιομηχανικών προϊόντων και εξοπλισμού προς τη Ρωσία (περίπου 50% του συνόλου) καταρρέουν. Ο Γκλάζιεβ είναι κατηγορηματικός : « Η πρώτη επιλογή [η Τελωνειακή Ένωση] θα διασφαλίσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ουκρανικής οικονομίας και θα βελτιώσει τις δομές της· η δεύτερη [η Aleca] θα προκαλέσει την υποβάθμισή της και τη χρεοκοπία της » [6].

Του επιχειρήματα του εν λόγω προφήτη δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, έχουν όμως ισχυρή επιρροή στη Ρωσία. Το Κρεμλίνο παντρεύει τα λόγια με τα έργα : τα ουκρανικά γλυκά (της επιχείρησης Roshen, που ανήκει στον Πέτρο Ποροσένκο, ο οποίος έγινε πρόεδρος της Ουκρανίας τον Μάιο του 2014) κι ακολούθως άλλα προϊόντα ανακηρύσσονται επικίνδυνα για την υγεία των Ρώσων. Τα διαδοχικά τελωνειακά εμπόδια προκαλούν ασφυξία στις ουκρανικές εξαγωγές.

Από την πλευρά τους, οι υπεύθυνοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης υμνούν συνεχώς τις ελεύθερες συναλλαγές και την Aleca. Ήδη από το 2007, μια έκθεση τη σύνταξη της οποίας είχε ζητήσει η Επιτροπή, συμπέραινε ότι « το άνοιγμα της αγοράς σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εσωτερικής διακυβέρνησης θα μπορούσε να οδηγήσει την Ουκρανία σε διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης » [7]. Ο Στέφαν Φούλε, επίτροπος Διεύρυνσης και Ευρωπαϊκής Γειτονίας, υπόσχεται στους Ουκρανούς έξι ποσοστιαίες μονάδες πρόσθετης ανάπτυξης ετησίως, σε περίπτωση σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε μοντέλα, οι παραδοχές των οποίων [8] ουδέποτε τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και μακρινή μόνο σχέση έχουν με τις συνθήκες λειτουργίας της οικονομίας της χώρας.

Ο κίνδυνος του ντόμινο

Τι σκέφτονται για όλα αυτά οι μεγάλοι επιχειρηματίες στην Ουκρανία ; Όπως κι ο πληθυσμός, είναι διαιρεμένοι. Από το 2013, οι εργασίες του Πολωνικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων προέβλεπαν ότι αυτοί που κυρίως θα επωφελούνταν από την Aleca θα ήταν οι Ποροσένκο, Άντρι Βερέσκιι –ο όμιλος Kernel, του οποίου κάνει εξαγωγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση– και Γιούρι Κοσιούκ, ο κολοσσός της πτηνοτροφίας, με τη Mironivsky Hliboprodukt. Οι χαμένοι θα ήταν οι προσκείμενοι στον Γιανουκόβιτς ολιγάρχες. Ο γιος του Αλεξάντρ, ο Ρινάτ Αχμέτοβ κι ο Ντμίτρο Φίρταχ κερδίζουν το 40% των διαγωνισμών του καθεστώτος. Οι πολιτικές τους πρόσοδοι θα απειλούνταν από τους κανόνες της Aleca [9].

Είναι δύσκολο να μη δει κανείς, πίσω από τη φτώχεια των επιχειρημάτων ένθεν κακείθεν, το διακύβευμα των προδιαγραφών που εμπεριέχουν τα συγκεκριμένα σχέδια οικονομικής ολοκλήρωσης. Το 2009, ένας από τους πιο ενθουσιώδεις προαγωγούς της Aleca, ο Σουηδός υπουργός Εξωτερικών Καρλ Μπιλντ, υπογράμμιζε τη σημασία της ως κάτι πολύ σπουδαιότερο από μια απλή συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών : « Επεκτείνουμε όλη τη νομοθεσία σχετικά με την ενέργεια, όλη τη νομοθεσία σχετικά με τον ανταγωνισμό στην Ουκρανία, στη Μολδαβία, στη Σερβία, κι αυτό θα προκαλέσει καθοριστικούς μετασχηματισμούς μακράς διαρκείας » [10].

Εξάγοντας τους θεσμούς της, η Ευρωπαϊκή Ένωση πλασάρεται στον ανταγωνισμό μέσω των προδιαγραφών και για τις προδιαγραφές, που συνιστούν μείζον διακύβευμα της παγκοσμιοποίησης [11]. Η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει κληρονομήσει από την ΕΣΣΔ ένα σύστημα το οποίο, μολονότι έχει κενά, είναι γέρικο και βαρύ, πλαισιώνει ακόμα τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των χωρών της ΚΑΚ. Δεδομένης της επιμόλυνσης που προκαλεί η διάδοσή τους, μια διείσδυση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών στην Ουκρανία, θα υπήρχε κίνδυνος να συμπαρασύρει με ένα φαινόμενο ντόμινο όλο το μετασοβιετικό σύνολο. Η αντίδραση της Ρωσίας συνιστά, κατά συνέπεια, και αγώνα επιβίωσης ενός συστήματος, στο οποίο βασίζεται ακόμα σε σημαντικό βαθμό το στρατιωτικοβιομηχανικό της σύμπλεγμα.

Οι συγκρούσεις επέτειναν την οικονομική κρίση το 2014. Συγκεντρώνοντας δάνεια 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων, από τα οποία τα 17 δισεκατομμύρια καταβλήθηκαν από το ΔΝΤ για δύο χρόνια, η συμφωνία που υπογράφηκε τον Μάιο θέτει την οικονομία σε μηχανική αναπνευστική υποστήριξη. Μολονότι η διόρθωση είναι πιο προοδευτική [12] από αυτή που είχε τεθεί σε διαπραγμάτευση το 2013, θα προκαλέσει ήδη από το 2014 μια αύξηση περίπου 50% των τιμών της ενέργειας και μια επανεμφάνιση του πληθωρισμού, ενώ οι σχέσεις με τη Ρωσία θα παραμείνουν υπό την απειλή μιας νέας κλιμάκωσης προστατευτισμού. Ελλείψει χρηματοδοτικής ώθησης και παρά την υποτίμηση της χρίβνια, που περιορίζει την πίεση του ανταγωνισμού, η πτώση του ΑΕΠ θα μπορούσε να είναι της τάξης του 5%. Και μπορούμε να προβλέψουμε μια ενίσχυση των κοινωνικών κινημάτων, ιδιαίτερα στον βιομηχανικό νότο και στην ανατολή, όπου θα συγχρωτιστούν με τις αποσχιστικές συγκρούσεις που είναι σε εξέλιξη.

Νικητής από τον πρώτο γύρο της προεδρικής εκλογής ο Ποροσένκο, απέκτησε μια θεσμική νομιμοποίηση την οποία δεν διέθετε η μεταβατική κυβέρνηση. Όμως, η κυβέρνησή του καλείται να αντιμετωπίσει τρομακτικές προκλήσεις. Βραχυπρόθεσμα πρέπει να ανοικοδομήσει την αξιοπιστία του κράτους, προκειμένου να βοηθήσει την οικονομία να βγει από τη λογική της αρπαγής [13], κατορθώνοντας να ελέγξει τη βιωσιμότητα του ισοζυγίου πληρωμών. Μακροπρόθεσμα είναι απαραίτητο να αναδιαρθρώσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Πρέπει επίσης να μετατρέψει μια από τις πλέον σπάταλες οικονομίες του κόσμου (καταναλώνει δέκα φορές περισσότερη ενέργεια ανά μονάδα του ΑΕΠ από τις προοδευμένες οικονομίες) σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που θέτει την ενεργειακή αποτελεσματικότητα και την άνοδο της ποιότητας παραγωγής στην καρδιά των επενδύσεων.

Η Ουκρανία έχει ανάγκη τον απαραίτητο χρόνο για να πετύχει αυτούς τους στόχους, αλλά ταυτόχρονα να αναζωογονήσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία. Το θεσμικό της πλαίσιο θα είναι πλέον ευρωπαϊκό, με τη συμφωνία σύνδεσης της 27ης Ιουνίου 2014. Όμως ο οικονομικός της προσανατολισμός θα κερδίσει αν παραμείνει πολυπολικός, καθόσον οι συναλλαγές με τη Ρωσία μπορούν να επιτρέψουν στη χώρα να βγει από την κρίση.

Notes

[1] Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δελτίο τύπου 13/419, Ουάσιγκτον, 11 Οκτωβρίου 2013.

[2] Βλ. Sébastien Gobert, « L’Ukraine se dérobe à l’orbite européenne », Le Monde diplomatique, Δεκέμβρης 2013.

[3] Βλ. Jean Radvanyi, « Moscou entre jeux d’influence et démonstration de force », Le Monde diplomatique, Μάιος 2014.

[4] « Convergences et divergences dans l’espace eurasiatique. Panorama économique », Jean-Pierre Pagé (υπό τη διεύθυνση του), Tableau de bord des pays d’Europe centrale et orientale. Les Etudes du CERI, n° 202, Παρίσι, Δεκέμβρης 2013.

[5] « Russia weighing tougher Ukraine sanctions », Ukrainian Journal, Κίεβο, 18 Αυγούστου 2013.

[6] Sergueï Glaziev, « Who stands to win ? Political and economic factors in regional integration », Russia in Global Affairs, Μόσχα, 27 Δεκεμβρίου 2013.

[7] « Trade sustainability impact assessment of the free trade area in the framework of the enhanced agreement between the EU and Ukraine. Έκθεση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Εμπορίου », Ecorys – Case, Ρότερνταμ, 5 Απριλίου 2007.

[8] Έχουμε και λέμε : όλοι οι παράγοντες διέπονται από την ίδια λογική· όλες οι αγορές είναι πλήρως ανταγωνιστικές· όλες οι επιχειρήσεις λειτουργούν στην πλήρη παραγωγική τους ικανότητα· τα στοιχεία της παραγωγής μπορούν να υποκατασταθούν πλήρως· οι εξωτερικές ανισορροπίες διορθώνονται άμεσα.

[9] Piotr Koscinski et Ievgen Vorobiov, « Do oligarchs in Ukraine gain or lose with an EU Association Agreement ? », PISM Bulletin, n° 86 (539), Βαρσοβία, 19 Αυγούστου 2013.

[10] « Address by H. E. Carl Bildt, the Swedish foreign minister, after receiving the inaugural Bela Foundation Award », The Bela Foundation, Βρυξέλλες, 9 Δεκεμβρίου 2009.

[11] Βλ. το αφιέρωμά μας στη μεγάλη διατλαντική αγορά, www.monde-diplomatique.gr.

[12] « Ukraine », IMF Country Report, n° 14/106, ΔΝΤ, Μάιος 2014.

[13] Βλ. Jean-Arnault Dérens και Laurent Geslin, « Ουκρανία, από τη μία ολιγαρχία στην άλλη », Απρίλιος 2014.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette