monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2014 > 09. Σεπτέμβριος > Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν κυρώσεις στις τράπεζες

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν κυρώσεις στις τράπεζες

samedi 6 septembre 2014, par Ibrahim Warde, [Λογοθέτης Χάρης (μτφ)]

Μετά την ΒΝΡ Paribas, η σειρά της Deutsche Bank και της Crédit Agricole ; Η ανακοίνωση των κυρώσεων που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη γαλλική τράπεζα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για έναν κλάδο που δεν έχει συνηθίσει σε επιπλήξεις.

Δημοσιεύοντας, στις 29 Μαΐου, πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες το πρόστιμο στην ΒΝΡ Paribas θα μπορούσε να ανέλθει σε 10 δισεκατομμύρια δολάρια, η Wall Street Journal προκάλεσε σοκ. Η γαλλική τράπεζα κατηγορείται ότι, από το 2002 έως το 2009, παραβίασε, μέσω της ελβετικής θυγατρικής της, το εμπάργκο που έχουν επιβάλει οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Κούβα, το Ιράν και το Σουδάν. Η υπόθεση αντικατοπτρίζει με θεαματικό τρόπο την εξέλιξη της νομολογίας και των δικαστικών πρακτικών στο πεδίο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Εδώ και αρκετούς μήνες, δύο άλλα γαλλικά τραπεζικά ιδρύματα, η Société Générale και η Crédit Agricole, βρίσκονται σε λεπτή θέση απέναντι στις αμερικανικές αρχές.

Πριν ακόμη γίνει η σχετική ανακοίνωση, ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Ολάντ, είχε στείλει επιστολή στον Αμερικανό ομόλογό του, τονίζοντάς του τον « δυσανάλογο χαρακτήρα των κυρώσεων » απέναντι στην ΒΝΡ Paribas. Όσο για τον Κριστιάν Νουαγιέ, διοικητή της Γαλλικής Κεντρικής Τράπεζας, εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι το αμερικανικό δίκαιο εφαρμόζεται σε συναλλαγές « σύμφωνες με τους κανονισμούς, τους νόμους, το ρυθμιστικό πλαίσιο, σε Γαλλία και Ευρώπη, καθώς και με τους κανονισμούς των Ηνωμένων Εθνών [1] ».

Ίσως ο Νουαγιέ να μην ένιωθε τέτοια έκπληξη εάν είχε μελετήσει καλύτερα τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ οι συζητήσεις για τη φθίνουσα πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών -ιδιαίτερα απέναντι στην άνοδο της Ιαπωνίας- πολλαπλασιάζονταν, η Βρετανίδα πολιτική επιστήμονας Σούζαν Στρέιντζ επέμενε στη « δομική εξουσία » των Ηνωμένων Πολιτειών, δηλαδή « την ικανότητά τους να καθορίζουν τα διάφορα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας, ικανότητα που τους επέτρεψε να επιλέξουν και να διαμορφώσουν τις δομές μέσα στις οποίες τα υπόλοιπα κράτη, οι πολιτικοί θεσμοί τους, οι επιχειρήσεις τους και οι επαγγελματίες τους πρέπει να λειτουργούν [2] ».

Τη δεκαετία του 1990, το οπλοστάσιο των κυρώσεων που επιβλήθηκαν κατά τον ψυχρό πόλεμο εναντίον κρατών και ατόμων που θεωρούνταν « εχθροί των Ηνωμένων Πολιτειών », ενισχύθηκε σημαντικά. Το 1996, ο έλεγχος σε δραστηριότητες εκτός αμερικανικών συνόρων διέσχισε ένα κατώφλι με τον Iran-Libya Sanctions Act (ILSA), νόμο που επέτρεπε στην Ουάσινγκτον να επιβάλλει κυρώσεις σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών λόγω συναλλαγών με το Ιράν και τη Λιβύη. Ωστόσο, η αμερικανική εξουσία απέναντι στις διεθνείς τράπεζες ενισχύθηκε κυρίως την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο του « οικονομικού πολέμου κατά της τρομοκρατίας ».

Έτσι, η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ροών προσέλαβε παγκόσμιες διαστάσεις. Νέα πτυχή του « εξαιρετικού προνομίου », για το οποίο μιλούσε κάποτε ο στρατηγός ντε Γκολ ήταν το γεγονός ότι όλες οι συναλλαγές σε δολάρια, ακόμη κι όταν δεν πραγματοποιούνταν σε αμερικανικό έδαφος, υπάγονταν στο αμερικανικό δίκαιο. Τέλος, οι αρμοδιότητες του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control, OFAC), με αποστολή, στο πλαίσιο του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, τη σωστή εφαρμογή των κυρώσεων, ενισχύονταν διαρκώς.

« Να πέσουν κεφάλια »

Οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες, όμως, αδιαφόρησαν για τις μεταβολές αυτές. Μάλιστα, η ΒΝΡ Paribas, έχοντας δεχθεί κακές συμβουλές, πολλαπλασίασε τις αδεξιότητές της. Αγνόησε τις προειδοποιήσεις, όπως την επίσκεψη στην έδρα της, στο Παρίσι, του Στιούαρτ Λέβεϊ, τότε υφυπουργού Οικονομικών για θέματα τρομοκρατίας και χρηματοπιστωτικών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος επέστησε την προσοχή στα διευθυντικά στελέχη της γαλλικής τράπεζας για τις σχέσεις τους με το Ιράν. Η τράπεζα συνέχισε τις συναλλαγές της με χώρες που βρίσκονταν σε εμπάργκο, ιδιαίτερα με το Σουδάν. Συνολικά, η αμερικανική δικαιοσύνη υπολόγισε στα 30 δισεκατομμύρια δολάρια το ύψος των σχετικών παράνομων συναλλαγών. Η τράπεζα άργησε να το παραδεχθεί, ενώ, σε παρόμοιες περιπτώσεις, στις Ηνωμένες Πολιτείες συνηθίζεται η αποδοχή της ευθύνης και η δήλωση συμμόρφωσης. Έτσι, η ΒΝΡ θεωρήθηκε « μη συνεργάσιμη ». Οι αμερικανικές αρχές φέρονται να απειλούσαν με πρόστιμο 16 δισεκατομμυρίων δολαρίων (10 δισεκατομμυρίων ευρώ περίπου), ακόμη και με πρόστιμο 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων (καθώς τα πρόστιμα μπορούν να φθάσουν το διπλάσιο του ύψους των παράνομων συναλλαγών), ενώ η τράπεζα δεν είχε προμηθεύσει παρά 1,1 δισεκατομμύριο δολάρια.

Ο Μπέντζαμιν Λόσκι, διευθυντής του τμήματος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της πολιτείας της Νέας Υόρκης, ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην υπόθεση αυτή, μπήκε γερά στο παιχνίδι. Δηλώνοντας ότι επιθυμεί πιο « δημιουργικές » ποινές, απαίτησε « να πέσουν κεφάλια ».

Κάτι που συνέβη, από τη στιγμή που ο Ζορζ Σοντρόν ντε Κουρσέλ, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΒΝΡ Paribas Γενεύης, καθώς και άλλα διευθυντικά στελέχη, ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους. Ο Λόσκι, όμως, δεν σταμάτησε εκεί : επέσεισε και την απειλή προσωρινής διακοπής των συναλλαγών σε δολάρια για τους πελάτες της ΒΝΡ Paribas, δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, την ανάκληση της άδειάς της.

Η υπόθεση σκιαγραφεί τη μεγάλη επιστροφή των ρυθμιστικών αρχών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τον Μάρτιο, η βρετανική εφημερίδα Financial Times υπολόγιζε ότι, τα τελευταία πέντε χρόνια, τα πρόστιμα που έχουν καταβληθεί στο αμερικανικό κράτος από αμερικανικές και ξένες τράπεζες ανέρχονται σε 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Μόνο για το 2013, το ποσό ανήλθε στα 52 δισεκατομμύρια δολάρια [3]. Μεταξύ των αμερικανικών τραπεζών, η JP Morgan Chase, η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, κατέχει την πρώτη θέση, έχοντας καταβάλει 13 δισεκατομμύρια δολάρια για τις ευθύνες της στην κρίση των ακινήτων. Θα την ακολουθήσει, χωρίς αμφιβολία, η Bank of America, η οποία, έχοντας εισέλθει στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων με το αμερικανικό κράτος, αναμένεται να καταβάλει 12 δισεκατομμύρια δολάρια για παρόμοιους λόγους.

Τα περισσότερα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βρίσκονται, επίσης, στο στόχαστρο των αμερικανικών ρυθμιστικών αρχών. Το 2012, η ολλανδική ING και η βρετανική Standard Chartered υποχρεώθηκαν να πληρώσουν πρόστιμα (619 και 667 εκατομμύρια δολάρια, αντίστοιχα) για συναλλαγές με χώρες που βρίσκονταν σε καθεστώς αμερικανικού εμπάργκο. Μια άλλη βρετανική τράπεζα, η HSBC, πλήρωσε 1,9 δισεκατομμύρια δολάρια για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διευκόλυνση φοροδιαφυγής και παραβίαση εμπάργκο. Δεν γλίτωσαν ούτε και κάποιες ελβετικές τράπεζες, καθώς διευκόλυναν Αμερικανούς πολίτες να φοροδιαφεύγουν. Στην Crédit Suisse επιβλήθηκε πρόστιμο 2,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Υπήρξε η πρώτη τράπεζα, εδώ και είκοσι χρόνια, που δήλωσε ένοχη.

Με δύο λόγια, πράγματα που δεν είχαν ξανασυμβεί μετά τη δεκαετία του 1980, όταν το σκάνδαλο των αμοιβαίων κεφαλαίων είχε προκαλέσει 1.100 διώξεις από τις αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές για απάτη και άλλα αδικήματα. Οκτακόσιοι υπεύθυνοι είχαν καταδικαστεί, τότε, σε ποινές φυλάκισης χωρίς αναστολή. Αλλά, αμέσως μετά, ο χρηματοπιστωτικός τομέας πέρασε σε μια φάση απορρύθμισης που δεν είχε προηγούμενο από την εποχή των μεταρρυθμίσεων του New Deal.

Πράγματι, η ιδεολογία της πλήρους απορρύθμισης είχε αλλάξει τα δεδομένα. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, διοικητής της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας από το 1987 έως το 2006, επαναλάμβανε ακούραστα ότι η μόνη ρύθμιση που μπορούσε να υποβοηθήσει τη χρηματοπιστωτική καινοτομία, την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, κατά τον ίδιο, ήταν η αυτορρύθμιση της αγοράς : όσοι παραβίαζαν τους κανόνες της, καταδίκαζαν τις χώρες τους στην παρακμή. Η ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και η φαινομενικά καλή οικονομική κατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών (πάνω από δέκα χρόνια συνεχούς ανάπτυξης από τον Μάρτιο του 1991), το αποδείκνυαν.

Με πρόσχημα τον εκσυγχρονισμό, που κρινόταν απαραίτητος, σημαντικά νομοθετήματα έθεσαν σε εφαρμογή αυτές τις νεοφιλελεύθερες αρχές. Έτσι, ο νόμος Gramm-Leach-Bliley του 1999 επισημοποίησε το τέλος του διαχωρισμού μεταξύ των εμπορικών τραπεζών και των υπόλοιπων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ενώ ο Commodity Futures Modernization Act του 2000 άνοιγε τον δρόμο για την εκθετική, και ανεξέλεγκτη, εξάπλωση των παραγώγων. Οι ίδιοι οι επικεφαλής των ρυθμιστικών αρχών, οι οποίοι θα έπρεπε να καταπολεμούν τις παρεκκλίσεις από τη νομιμότητα, ενστερνίζονταν τη συγκεκριμένη ιδεολογία. Από εκεί προέκυπτε και η αυταρέσκειά τους, που σπάνια διαψευδόταν –σε ζητήματα τρομοκρατίας και οικονομικών κυρώσεων. Όταν μια τράπεζα πιανόταν στα πράσα, έπεφτε στα μαλακά : η προοπτική ενός μικρού προστίμου, « χωρίς παραδοχή ή αμφισβήτηση των πράξεων που της αποδίδονται », σύμφωνα με τη διατύπωση που επικράτησε, δεν είχε κανένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

Βαλίτσες με χαρτονομίσματα και στρατιές δικηγόρων

Σε ένα σύμπαν όπου όλα, ή σχεδόν όλα, γίνονταν ανεκτά, εάν όχι και δεκτά, ίσχυε ο νόμος « μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται ». Όταν ξέσπασε η κρίση του 2008, οι ρυθμιστικές αρχές ήταν αφοπλισμένες -τα subprime και τα credit default swaps που είχαν προκαλέσει την κατάρρευση του συστήματος δεν ήταν παράνομα-, αλλά, κυρίως, πελαγοδρομούσαν. Άλλωστε, οι τράπεζες που ευθύνονταν για την κρίση κρατούσαν όμηρο την πραγματική οικονομία, με την ύφεση να παραμονεύει. Στα πρόσφατα απομνημονεύματά του, ο Αμερικανός πρώην υπουργός Οικονομίας Τίμοθι Γκάιτνερ περιγράφει το δίλημμά του με τον ακόλουθο τρόπο : « Η λαϊκίστικη οργή της στιγμής απαιτούσε μια βιβλική εκδίκηση, αλλά εμείς επιλέξαμε να σβήσουμε τη φωτιά, ακόμη κι αν αυτό θα επέτρεπε σε ορισμένους πυρομανείς να γλυτώσουν από τη δίκαιη τιμωρία τους [4] ».

Στην πραγματικότητα, οι πυρομανείς υπήρξαν οι κύριοι ωφελημένοι από τα γιγαντιαία ποσά που δαπανήθηκαν για να τους σώσουν από τη φωτιά που οι ίδιοι είχαν ανάψει. Οι χρηματικές ενέσεις, εξαιρετικά δαπανηρές για τους φορολογούμενους (υπολογίζονται περίπου στα 13 τρισεκατομμύρια δολάρια [5]), επέτρεψαν στον χρηματοπιστωτικό τομέα και, σε μικρότερο βαθμό, στην αμερικανική οικονομία, να ορθοποδήσουν. Τότε, ορισμένα στελέχη των ρυθμιστικών αρχών, που δέχονταν για καιρό κριτική λόγω της επιείκειάς τους, άλλαξαν τακτική -μολονότι πολλές πτυχές της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους. Θέλησαν να δείξουν ότι η παραβίαση των νόμων κοστίζει. Έτσι, επέλεξαν να επιβάλλουν αυστηρές ποινές εκεί που μπορούν και, κυρίως, επιδιώκουν να το κάνουν γνωστό. Μέσα στις ίδιες τις τράπεζες, εσωτερικοί πληροφοριοδότες (whistle-blowers) παροτρύνονται να καταγγέλλουν ενδεχόμενες παρανομίες, με αντάλλαγμα χρηματική αποζημίωση και εγγυήσεις ότι δεν θα χάσουν την εργασία τους.

Μέσα στις συνθήκες αυτές, γίνεται καλύτερα κατανοητή η ενίσχυση των τμημάτων ρυθμιστικής συμμόρφωσης (compliance), τα οποία επιβάλλουν διαρκή επαγρύπνηση ώστε να διασφαλιστεί ότι οι νόμοι τηρούνται σχολαστικά. Οπλισμένα με νέες εξουσίες, χάρη στον νόμο Dodd-Frank του 2010, εντείνουν τις προσπάθειές τους. Χωρίς, όμως, να κάνουν το σύστημα πιο ασφαλές ή πιο σταθερό.

Η επίλυση των διαφορών αυτών, και ειδικά το ύψος των προστίμων, είναι αυθαίρετα. Γιατί η διαχείριση τέτοιων κρίσεων εμπλέκει πολλούς παράγοντες σε ένα μεταβαλλόμενο πλαίσιο. Οι κρατικές υπηρεσίες κινούνται από πολλαπλούς νομικούς, ιδεολογικούς, οικονομικούς και πολιτικούς υπολογισμούς. Για τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, οι διεθνείς σχέσεις μπορούν να διαδραματίσουν όχι ευκαταφρόνητο ρόλο, ενώ οι υπηρεσίες των αμερικανικών πολιτειών, όπως το τμήμα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της πολιτείας της Νέας Υόρκης, κινούνται από δεύτερες σκέψεις εκλογικού χαρακτήρα και από ανησυχίες που συνδέονται με την εσωτερική πολιτική. Όσο για τις τράπεζες που βρίσκονται στο στόχαστρο, τις συμβουλεύουν στρατιές δικηγόρων και συμβούλων, ειδικά σε επίπεδο επικοινωνίας και δημόσιων σχέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, οι στρατηγικές που υιοθετούν οι τράπεζες, καθώς και η στελέχωσή τους, με την αξιοποίηση και πρώην κρατικών αξιωματούχων που έχουν περάσει στον ιδιωτικό τομέα, μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο. Για παράδειγμα, η HSBC, η οποία είχε εμπλακεί σε έναν κυκεώνα υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγής και άλλων παρανομιών, φαινόταν να βρίσκεται σε δεινή θέση. Μεταξύ άλλων, η τράπεζα είχε οργανώσει τη μεταφορά χρημάτων (βαλίτσες με χαρτονομίσματα) για λογαριασμό ενός μεξικάνικου καρτέλ ναρκωτικών. Τελικά, όμως, τη γλίτωσε φτηνά, με ένα πρόστιμο 1,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων και χωρίς ποινικές συνέπειες. Πρέπει να αναφερθεί ότι είχε τη λαμπρή ιδέα να προσλάβει ως διευθυντή νομικών υποθέσεων τον Στιούαρτ Λέβεϊ, τον Αμερικανό πρώην υφυπουργό Οικονομικών για θέματα τρομοκρατίας και χρηματοπιστωτικών πληροφοριών. Τον ίδιο άνθρωπο που, το 2006, είχε επισκεφθεί όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες -την ΒΝΡ Paribas, αλλά, χωρίς αμφιβολία, και την HSBC- για να τις προειδοποιήσει να μην συναλλάσσονται με χώρες που βρίσκονταν σε καθεστώς εμπάργκο, ιδιαίτερα με το Ιράν...

Notes

[1] Sébastien Pommier, « Ils veulent sauver le soldat BNP Paribas », L’Express, Παρίσι, 4 Ιουνίου 2014.

[2] Susan Strange, States and Markets, Pinter, Λονδίνο, 1988.

[3] Richard McGregor και Aaron Stanley, « Banks pay out $100bn in US fines », Financial Times, Λονδίνο, 25 Μαρτίου 2014.

[4] Timothy F. Geithner, Stress Test : Reflections on Financial Crises, Crown Publishers, Νέα Υόρκη, 2014.

[5] Karen Weise, « Tallying the full cost of the financial crisis », BloombergBusinessweek, Νέα Υόρκη, 14 Σεπτεμβρίου 2012.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette