monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2014 > 07. Ιούλιος > Γιατί οι διαπραγματεύσεις στη Μέση Ανατολή αποτυγχάνουν πάντα

Γιατί οι διαπραγματεύσεις στη Μέση Ανατολή αποτυγχάνουν πάντα

samedi 26 juillet 2014, par Gresh Alain , [Λογοθέτης Χάρης (μτφ)]

Οι ισραηλινο-παλαιστινιακές διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Οι ίδιοι οι Αμερικανοί απεσταλμένοι έμειναν έκπληκτοι από την αδιαλλαξία του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν θέτει σε αμφισβήτηση την υποστήριξη της Ουάσινγκτον στο Τελ-Αβίβ. Ο Παλαιστίνιος πρόεδρος, Μαχμούντ Αμπάς, έχοντας χάσει τη λαϊκή υποστήριξη, πήρε την απόφαση να στραφεί προς τη Χαμάς, προσπαθώντας να ξαναφέρει την ενότητα στις τάξεις των Παλαιστινίων.

« Οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να έχουν ξεκινήσει με μια απόφαση που θα πάγωνε την ανέγερση νέων οικισμών. Θεωρήσαμε, όμως, ότι δεν θα μπορούσαμε να το πετύχουμε, λόγω της σύνθεσης της ισραηλινής κυβέρνησης, και, έτσι, το αφήσαμε στην άκρη ». Ο ανώνυμος Αμερικανός αξιωματούχος, σε συνέντευξη που έδωσε στον διάσημο δημοσιογράφο Ναούμ Μπαρνέα της ισραηλινής εφημερίδας Yediot Aharonot, στο πλαίσιο έρευνας [1] για την αποτυχία των ισραηλινο-παλαιστινιακών διαπραγματεύσεων, συνεχίζει : « Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι ο [πρωθυπουργός Μπενιαμίν] Νετανιάχου χρησιμοποιούσε τους διαγωνισμούς ανέγερσης οικισμών για να διασφαλίσει την επιβίωση της κυβέρνησής του. Ούτε είχαμε συνειδητοποιήσει ότι η συνέχιση της ανέγερσης τέτοιων οικισμών θα επέτρεπε σε κάποιους υπουργούς να υπονομεύσουν τόσο αποτελεσματικά τις διαπραγματεύσεις. (...) Μόνο τώρα, μετά την αποτυχία των συνομιλιών, μάθαμε ότι αυτές οι κατασκευές [δεκατεσσάρων χιλιάδων κατοικιών] σήμαιναν απαλλοτρίωση εδαφών σε μεγάλη κλίμακα ».

Οι Αμερικανοί « δεν γνώριζαν »

Στην ερώτηση, « νιώσατε έκπληξη όταν ανακαλύψατε ότι οι Ισραηλινοί δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για ό,τι συνέβαινε στις διαπραγματεύσεις ; », ο αξιωματούχος της κυβέρνησης Ομπάμα απαντά : « Ναι, νιώσαμε έκπληξη. Όταν ο Μοσέ Γιααλόν, ο υπουργός Άμυνάς σας, δήλωσε ότι το μόνο που επεδίωκε ο [Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών] Τζον Κέρι ήταν το βραβείο Νόμπελ, η προσβολή ήταν τρομερή, αφού όλη την προσπάθεια την κάναμε για εσάς ».

Μολονότι οι πηγές του Μπαρνέα είναι ανώνυμες, είναι γνωστό ότι ο δημοσιογράφος είχε πρόσβαση σε όλους τους Αμερικανούς αξιωματούχους, ιδιαίτερα στον Μάρτιν Ίντικ, ο οποίος έχει οριστεί από τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα υπεύθυνος για τις ισραηλινο-παλαιστινιακές διαπραγματεύσεις. Οι συνομιλίες είχαν ξεκινήσει, για μια ακόμη φορά, τον Ιούλιο του 2013 και υποτίθεται ότι έπρεπε να ολοκληρωθούν σε διάστημα εννέα μηνών, στις 29 Απριλίου 2014. Το βασικό επιχείρημα έγκειται σε δύο λέξεις : « Δεν γνωρίζαμε ». Δεν γνωρίζαμε τι σήμαινε ο εποικισμός. Δεν γνωρίζαμε ότι η ισραηλινή κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν για τις διαπραγματεύσεις.

Είναι αξιόπιστος ένας τέτοιος ισχυρισμός ; Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που αποτελούν βασικό σύμμαχο του Ισραήλ και εμπλέκονται στην « ειρηνευτική διαδικασία » εδώ και τέσσερις δεκαετίες, « δεν γνώριζαν » ; Πώς να πιστέψει κανείς ότι ο Κέρι μπόρεσε να διασχίσει τον Ατλαντικό δεκάδες φορές, να συμμετάσχει σε εκατοντάδες ώρες μυστικών επαφών, τηλεφωνικών συζητήσεων και τηλεδιασκέψεων, να πολλαπλασιάσει τις προσωπικές επαφές με τους περισσότερους ηγέτες της περιοχής, σε βάρος άλλων διεθνών θεμάτων -με δυο λόγια, πώς να πιστέψει κανείς ότι αφιέρωσε τόση ενέργεια για την επίλυση της διένεξης αυτής- για να « καταλάβει μόλις τώρα » ότι οι διαπραγματεύσεις δεν ενδιέφεραν την ισραηλινή πλευρά ; Έχει περάσει, ωστόσο, πάνω από μια δεκαετία από τότε που « η διαδικασία του Όσλο » πέθανε και θάφτηκε κάτω από το βάρος των εποίκων. Από το 1993, περισσότεροι από 350.000 έποικοι έχουν εγκατασταθεί στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Και η Ουάσινγκτον δεν είχε καταλάβει ;

Τι έχει, λοιπόν, ο Κέρι στο μυαλό του ; Γιατί τέτοια επιμονή στην αποτυχία ; Στ’ αλήθεια « δεν γνώριζε » ; Στην πραγματικότητα, ο Κέρι, όπως και ο πρόεδρος Ομπάμα, αλλά και όλοι οι προκάτοχοί του, έχουν υιοθετήσει σε τέτοιον βαθμό τις απόψεις του Τελ-Αβίβ, που δεν βλέπουν πια την πραγματικότητα, δεν κατανοούν την οπτική γωνία των Παλαιστινίων. Ο Σαέμπ Ερεκάτ, επικεφαλής των Παλαιστίνιων διαπραγματευτών, είπε στους Ισραηλινούς : « Δεν μας βλέπετε πια, έχουμε γίνει αόρατοι ». Η παρατήρηση αυτή ταιριάζει απόλυτα και για τις Ηνωμένες Πολιτείες [2]. Για τους Αμερικανούς, όπως και για το Ισραήλ, ισχύει μια παλαιά συνταγή : « Ό,τι είναι δικό μου είναι δικό μου, ό,τι είναι δικό σου συζητιέται ». Τα κατεχόμενα από το 1967 είναι « αμφισβητούμενα εδάφη » και όλα τα δικαιώματα των Παλαιστινίων είναι διαπραγματεύσιμα, είτε πρόκειται για την Ανατολική Ιερουσαλήμ είτε για τους οικισμούς των εποίκων, για την ασφάλεια, για τους πρόσφυγες, για το νερό κτλ. Επομένως, κάθε παραχώρηση βαραίνει τους κατακτημένους, όχι τους κατακτητές. Το Ισραήλ μπορεί να διατυμπανίζει ότι, όταν αποδέχεται να επιστρέψει το 40% της Δυτικής Όχθης, πρόκειται για οδυνηρή υποχώρηση, που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλειά του, τα δικαιώματα του « εβραϊκού λαού » στη « γη του Ισραήλ » κτλ.

Η στάση αυτή δίνει στην ισραηλινή κυβέρνηση τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζει τα εμπόδια, ζητώντας τη μία παραχώρηση μετά την άλλη, χωρίς ποτέ να δηλώνει ικανοποιημένη. Αφού οι Παλαιστίνιοι αναγνώρισαν το κράτος του Ισραήλ –οι Ισραηλινοί δεν έχουν προβεί στην ανάλογη κίνηση-, πρέπει να τους ζητηθεί να αναγνωρίσουν και τον εβραϊκό χαρακτήρα του, κάτι που δεν ζητήθηκε ποτέ ούτε από την Αίγυπτο ούτε από την Ιορδανία [3], αλλά ούτε και από τους ίδιους τους Παλαιστίνιους στην πρώτη θητεία του Νετανιάχου (1996-1999).

Αυτή τη φορά, όμως, μια τόσο αλαζονική αδιαλλαξία προκάλεσε στους Αμερικανούς αξιωματούχους δυσφορία, η οποία εκδηλώθηκε συχνά. Ορισμένοι, μεταξύ τους και ο πρόεδρος Ομπάμα, επικαλέστηκαν το γεγονός ότι δεν υπάρχει εναλλακτική οδός στη λύση των δύο κρατών, παρά μόνο το ενδεχόμενο ενός ενιαίου κράτους που θα περιλαμβάνει τα ιστορικά εδάφη τής Παλαιστίνης. Ο ίδιος ο Κέρι έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου απέναντι σε ένα σύστημα « απαρτχάιντ » -αν και γρήγορα ανασκεύασε [4].

Σε πρώτη φάση, η Ουάσινγκτον είχε εκφράσει την ικανοποίησή της πριν από την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων. Η Παλαιστινιακή Αρχή είχε δεχθεί πολλαπλές παρεκκλίσεις από το διεθνές δίκαιο : αποστρατιωτικοποίηση του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, πενταετή ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στον Ιορδάνη και, στη συνέχεια, παρουσία αμερικανικών δυνάμεων, πέρασμα των οικισμών εποίκων της Ιερουσαλήμ στην ισραηλινή κυριαρχία, ανταλλαγή εδαφών που θα επέτρεπε στο 80% των εποίκων της Δυτικής Όχθης να ενσωματωθούν στο κράτος του Ισραήλ. Τέλος, η επιστροφή των προσφύγων θα γινόταν μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του Τελ-Αβίβ [5]. Κανένας άλλος Παλαιστίνιος ηγέτης δεν προέβη σε τόσες πολλές παραχωρήσεις όσες ο Μαχμούντ Αμπάς και είναι ελάχιστα πιθανό να βρεθεί στο μέλλον κάποιος άλλος να τις δεχτεί.

Σε όλα αυτά τα βήματα προς τα εμπρός (ή προς τα πίσω, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός), το Ισραήλ απάντησε με ένα μεγαλοπρεπές « Όχι ! ». Όπως διηγείται μία από τις πηγές του δημοσιογράφου Μπαρνέα : « Το Ισραήλ παρουσίασε τις απαιτήσεις του για ασφάλεια στη Δυτική Όχθη. Ζήτησε τον πλήρη έλεγχο στα εδάφη (οι Αμερικανοί δεν λένε ποτέ “κατεχόμενα”, παρά την απόφαση 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τον Νοέμβριο του 1967). Κάτι τέτοιο σήμαινε για τους Παλαιστίνιους (...) ότι το Ισραήλ θα διατηρούσε τον έλεγχο της Δυτικής Όχθης για πάντα ». Ωστόσο, η συνεργασία με την Παλαιστινιακή Αρχή στον τομέα τής ασφάλειας δεν ήταν ποτέ τόσο στενή, ούτε η ασφάλεια των Ισραηλινών τόσο εγγυημένη -σε βάρος, πρέπει να υπενθυμιστεί, της ασφάλειας των Παλαιστινίων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι λόγω του κατατεμαχισμού των εδαφών, ταπεινώνονται από τους ατέλειωτους ελέγχους και σκοτώνονται συχνά από ισραηλινά πυρά στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα. Το 2013, 36 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν, δηλαδή τρεις φορές περισσότεροι από την αμέσως προηγούμενη χρονιά, σύμφωνα με την οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων B’Tselem.

Γερμανικά αντίποινα

Μερικές εβδομάδες πριν από το όριο ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων της 29ης Απριλίου, έγινε προφανές ότι ο Νετανιάχου επεδίωκε απλώς να κερδίσει χρόνο. Κατ’ αρχάς, δεν τήρησε την υπόσχεσή του να απελευθερώσει την τέταρτη ομάδα Παλαιστίνιων κρατουμένων, οι οποίοι βρίσκονται στις φυλακές από πριν το 1993. Η Παλαιστινιακή Αρχή απάντησε, λοιπόν, επικυρώνοντας μια σειρά διεθνών συνθηκών -ιδιαίτερα τις συμβάσεις της Γενεύης, οι οποίες διευθετούν τις υποχρεώσεις των δυνάμεων κατοχής και τις οποίες παραβιάζει ανέμελα η ισραηλινή κυβέρνηση από το 1967 μέχρι και σήμερα. Για την ώρα, όμως, απέφυγε να επικυρώσει τη σύμβαση για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ), με την οποία θα δινόταν η δυνατότητα δίωξης των Ισραηλινών ηγετών για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Για το ΔΠΔ, η εγκατάσταση εποίκων σε κατεχόμενα εδάφη αποτελεί έγκλημα πολέμου.

Όταν η ισραηλινή κυβέρνηση επιβεβαίωσε την αποφασιστικότητά της να διατηρήσει τον έλεγχο της Δυτικής Όχθης « εις τον αιώνα και εις τον αιώνα τού αιώνος » (Βίβλος, Δανιήλ, 7-18), ο πρόεδρος Αμπάς, κάτω από έντονη αμφισβήτηση στο εσωτερικό τής Φάταχ και χωρίς λαϊκή στήριξη, αποφάσισε ότι είχε έρθει ο καιρός να μπει τέλος στον διχασμό που, από το 2007, αποδυναμώνει την παλαιστινιακή υπόθεση. Οι συνθήκες ήταν ώριμες και από τις δύο πλευρές. Η Χαμάς δέχτηκε, έχοντας εξασθενήσει από τον συντονισμένο αποκλεισμό του Ισραήλ και της νέας αιγυπτιακής κυβέρνησης, από την επιθετική αντι-παλαιστινιακή εκστρατεία που ενορχηστρώνει το Κάιρο, αλλά και αντιμετωπίζοντας εσωτερική αμφισβήτηση από πιο ριζοσπαστικές οργανώσεις, ιδιαίτερα από την Ισλαμική Τζιχάντ ή από ομάδες που έχουν ως σημείο αναφοράς την Αλ-Κάιντα.

Στις 23 Απριλίου, λοιπόν, υπογράφηκε συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης « τεχνοκρατών », με πρόεδρο τον Αμπάς, και τη διεξαγωγή βουλευτικών και προεδρικών εκλογών μέσα σε έξι μήνες. Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) θα πρέπει, επίσης, με βάση τη συμφωνία, να διεξαγάγει εσωτερικές εκλογές και να δεχτεί στους κόλπους της τη Χαμάς, η οποία δεν συμμετείχε ποτέ μέχρι σήμερα. Η συμφωνία αυτή είναι παρόμοια με τη συμφωνία που υπογράφηκε στο Κάιρο, το 2011, και επαναβεβαιώθηκε στην Ντόχα, το 2012, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Το Ισραήλ, με πρόσχημα τη συνεννόηση αυτή, η οποία δεν προκάλεσε αγανάκτηση στην Ουάσινγκτον και χαιρετίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, διέκοψε τις συνομιλίες που, έτσι κι αλλιώς, βρίσκονταν σε αδιέξοδο. « Ο Αμπάς πρέπει να διαλέξει : ειρήνη με το Ισραήλ ή συμφιλίωση με τη Χαμάς [6] », διακήρυξε ο Νετανιάχου, ο οποίος, τους προηγούμενους μήνες, αμφισβητούσε την αντιπροσωπευτικότητα του Αμπάς, με το επιχείρημα ότι δεν είχε τον έλεγχο της Γάζας... Ο Παλαιστίνιος ηγέτης τού απάντησε ότι η νέα κυβέρνηση θα αποτελείτο από τεχνοκράτες και ανεξάρτητους : « Οι Ισραηλινοί ρωτούν : αυτή η κυβέρνηση αναγνωρίζει το Ισραήλ ; Απαντώ : βεβαίως. Αποκηρύσσει την τρομοκρατία ; Βεβαίως. Αναγνωρίζει τη διεθνή νομιμότητα ; Βεβαίως. [7] ».

Θα μπορούσε κανείς να θέσει τις ίδιες ερωτήσεις στον Νετανιάχου, στον κυβερνητικό συνασπισμό του και στα φασιστικά κόμματα που τον απαρτίζουν, όπως η Εβραϊκή Εστία του Ναφτάλι Μπένετ με τους 12 βουλευτές της (σε σύνολο 120) [8]. Αναγνωρίζουν ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967 ή τις αποφάσεις του ΟΗΕ ; Βεβαίως και όχι.

Πάντως, η συνεχιζόμενη διακοπή των διαπραγματεύσεων δεν εξυπηρετεί την Ουάσινγκτον και το Τελ-Αβίβ : « Το Ισραήλ θα αντιμετωπίσει μια πολύ συγκεκριμένη και άμεση απειλή εάν επιχειρήσει να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στους Παλαιστίνιους », εξηγεί Αμερικανός αξιωματούχος στον Μπαρνέα. « Οι κυρώσεις θα μπορούσαν να γίνουν μπούμερανγκ. (...) Θα μπορούσαν να προκαλέσουν την κατάρρευση της Παλαιστινιακής Αρχής, με αποτέλεσμα οι Ισραηλινοί στρατιώτες να υποχρεωθούν να διοικήσουν δυόμισι εκατομμύρια Παλαιστίνιους, προκαλώντας απελπισία στις μητέρες τους. Οι δωρήτριες χώρες θα έπαυαν να χορηγούν πόρους και ο λογαριασμός των 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έπρεπε να καλυφθεί από το δικό σας υπουργείο Οικονομικών [9] ».

Από την άλλη πλευρά, όσο διαρκεί η υποτιθέμενη « ειρηνευτική διαδικασία », οι εκκλήσεις για κυρώσεις κατά του Ισραήλ και για μποϊκοτάζ είναι λιγότερο αξιόπιστες. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ αποφάσισε, μετά τη διακοπή των συνομιλιών, να μην επιδοτήσει την αγορά γερμανικών πυρηνικών υποβρυχίων από το Ισραήλ, κίνηση που θα κοστίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στους Ισραηλινούς φορολογούμενους [10]. Αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά από τόσους ενδοιασμούς και τόση ανοχή απέναντι στο Ισραήλ, θα μπορούσε να προχωρήσει σε κυρώσεις.

Ένα πράγμα δεν πρόκειται να αλλάξει : όσες παραβιάσεις της διεθνούς νομιμότητας και να διαπραχθούν, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα στηρίξουν σθεναρά το Ισραήλ. Όπως εξηγούσε πρόσφατα ο Ίντικ : « Οι ισραηλινο-αμερικανικές σχέσεις έχουν αλλάξει θεμελιωδώς [από τον πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973 και μετά]. Μόνο όσοι γνωρίζουν από μέσα -όπως έχω το προνόμιο-, μπορούν να κατανοήσουν πόσο βάθος διαθέτουν, πόσο ισχυροί είναι οι δεσμοί που ενώνουν τα δύο έθνη μας. Όταν ο πρόεδρος Ομπάμα κάνει λόγο, με δικαιολογημένη υπερηφάνεια, για “ακατάλυτους” δεσμούς, έχει σκεφτεί τι λέει και γνωρίζει για τι μιλάει [11] ». Και ο Ίντικ συνεχίζει, λέγοντας ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά τον πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973, όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ διαπραγματευόταν συμφωνία μεταξύ Ισραήλ, Συρίας και Αιγύπτου, ποτέ ο Ομπάμα δεν θα διέκοπτε τις στρατιωτικές σχέσεις με το Τελ-Αβίβ, όπως είχε κάνει ο τότε πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον.

Το παλαιστινιακό κράτος ; « Αύριο, πάντα αύριο », έτσι μπορεί κανείς να συνοψίσει ακόμη την αμερικανική ρητορική [12]. Πρέπει να το δεχτούμε : η Ουάσινγκτον δεν θα φέρει μόνη της και χωρίς πίεση την ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Θα χρειαστούν ισχυρές κυρώσεις κατά του Ισραήλ από αρκετά κράτη και μποϊκοτάζ με πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών, για να μπορέσουν, τελικά, οι Παλαιστίνιοι να γιορτάσουν « του χρόνου στην Ιερουσαλήμ ».

Notes

[1] Nahum Barnea, « Inside the talks’ failure : US officials open up », 2 Μαϊου 2014.

[2] Βλ. Martin Indyk, « The pursuit of Middle East peace : A status report », Washington Institute for Near East Policy, Ουάσινγκτον, 8 Μαϊου 2014.

[3] Sylvain Cypel, « L’impossible définition de l’“Etat juif” », Orient XXI, 5 Μαΐου 2014.

[4] « John Kerry dément avoir qualifié Israël d’“Etat d’apartheid” », 29 Απριλίου 2014.

[5] Charles Enderlin, « Les Américains rejettent la responsabilité de l’échec sur Israël », μπλογκ Géopolis, 3 Μαΐου 2014.

[6] Herb Keinon, « Netanyahu : Abbas must choose, peace with Israel or reconciliation with Hamas », The Jerusalem Post, 23 Απριλίου 2014.

[7] Συνέντευξη στην παλαιστινιακή δορυφορική τηλεόραση, 8 Μαΐου 2014, αναμετάδοση από το BBC Monitoring, Λονδίνο, 10 Μΐϊου 2014.

[8] Βλ. Yossi Gurvitz, « Israël aussi… », Manière de voir, τ.134, « Nouveaux visages des extrêmes droites », Απρίλιος-Μάιος 2014.

[9] Βλ. Nahum Barnea, οπ. πρ..

[10] Barak Ravid, « Germany nixes gunboat subsidy to Israel, citing breakdown of peace talks », Haaretz, Τελ-Αβίβ, 15 Μαΐου 2014.

[11] Martin Indyk, « The pursuit of Middle East peace », οπ. πρ..

[12] Βλ. « Demain l’Etat palestinien, toujours demain », Le Monde diplomatique, Οκτώβριος 2011.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette