monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2014 > 07. Ιούλιος > Το ενεργειακό παζλ της Ρωσίας

Το ενεργειακό παζλ της Ρωσίας

samedi 5 juillet 2014, par Genté Régis, [Βασιλοπούλου Κορίνα (μτφ)]

Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν αποκατέστησε την κυριαρχία και τα οικονομικά του ρωσικού κράτους και κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου παρά τις αυταρχικές παρεκκλίσεις. Ωστόσο, το ζήτημα της θέρμανσης στις πόλεις δείχνει ότι η επανάκτηση της δυνατότητας για δημόσιες επενδύσεις δεν ευνοεί καθόλου την παροχή βασικών υπηρεσιών. Ο πειρασμός για εκποίηση των κοινών αγαθών παραμένει ισχυρός. Η ενεργειακή απόδοση μπορεί να περιμένει.

Τον χειμώνα, οι περισσότεροι Ρώσοι κυκλοφορούν στα σπίτια τους με μαγιό, σορτς ή ανάλαφρα φορέματα και το παράθυρο... μισάνοιχτο. Έξω, στη Σιβηρία, η θερμοκρασία φλερτάρει με τους - 40 °C, στη Μόσχα συχνά με τους -25 °C. Μέσα στα σπίτια, όμως, η ζέστη ενίοτε γίνεται τόσο αποπνιχτική, ώστε πρέπει να αφήνεις μια ιδέα παγωμένου αέρα να εισχωρεί στο δωμάτιο από μια χαραμάδα.

Το αστικό σύστημα θέρμανσης, κληροδότημα της ΕΣΣΔ, εξακολουθεί να τροφοδοτεί τα τρία τέταρτα των νοικοκυριών. Το πρόβλημα είναι ότι δεν δίνει τη δυνατότητα για ρύθμιση της θερμοκρασίας σε κάθε κατοικία. Το δίκτυο αυτό, το μεγαλύτερο και παλιότερο στον κόσμο, καταρτίστηκε χωρίς κάποια ιδιαίτερη μέριμνα για εξοικονόμηση σε φυσικό αέριο, κάρβουνο ή μαζούτ. Τα εργοστάσια παραγωγής θερμότητας, τα οποία συχνά εντάσσονται στις κεντρικές ηλεκτρικές μονάδες βιομηχανικών συγκροτημάτων, καταβροχθίζουν τα καύσιμα με βουλιμία. Όσο για τους σωλήνες που μεταφέρουν το ζεστό νερό, είναι εγκατεστημένοι υπογείως, πολλές φορές όμως δεν έχουν μόνωση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν τεράστιες απώλειες. Οι πολιτικοί μηχανικοί, στην άκρη αυτής της αλυσίδας, δεν είχαν αναδείξει τη θερμική μόνωση σε προτεραιότητα στρατηγικής σημασίας για τους ομαδικούς οικισμούς. Το αποτέλεσμα είναι η θέρμανση να καταναλώνει το ένα τρίτο της πρωτογενούς ενέργειας που παράγεται στη χώρα. Διαρροές, φθορές, μέτρια απόδοση, κίνδυνοι για διακοπή της παροχής : η ανανέωσή τους επείγει. Πώς, όμως, να χρηματοδοτήσει κανείς αυτό το τεράστιο δίκτυο ; Η απάντηση δεν είναι διόλου απλή -και όχι μόνο για λόγους λογιστικής.

Η θέρμανση και, γενικότερα, οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την κατοικία, στη Ρωσία θεωρούνται θεμελιώδεις ανάγκες, ίδιου επιπέδου με την υγεία ή την παιδεία. Από τη σοβιετική εποχή, πολλοί πολίτες πιστεύουν ότι είναι ευθύνη του κράτους να παρέχει στον καθένα μια στέγη και να διατηρεί χαμηλά, αν όχι δωρεάν [1], τις τιμές των « κοινωφελών υπηρεσιών » (θέρμανση, νερό, ηλεκτρικό). Σύμφωνα με μελέτη του Πανρωσικού Κέντρου Μελετών της Κοινής Γνώμης (VTsIOM), η οποία παρουσιάστηκε στις αρχές του 2013, το πρώτο ζήτημα που απασχολεί το 58% των ερωτηθέντων είναι οι κοινωφελείς υπηρεσίες. Και όχι άδικα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αυτές απορροφούσαν μόλις το 2% του ετήσιου εισοδήματος των νοικοκυριών, σε αντίθεση με το 8% έως 10% που ισχύει σήμερα, πόσω μάλλον στα χωριουδάκια των απομακρυσμένων επαρχιών όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί.

Ο ομοσπονδιακός νόμος ορίζει ότι οι χρεώσεις αυτές δεν μπορούν να ξεπερνούν το 22% του εισοδήματος ενός νοικοκυριού. Από εκεί και πέρα, η κοινότητα ρυθμίζει τον λογαριασμό. Στη Μόσχα, μια πανάκριβη πόλη που διαθέτει έναν ιδιαίτερα πλούσιο δήμο, το όριο αυτό έχει κατεβεί στο 10%. Διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, όπως οι συνταξιούχοι ή οι βετεράνοι πολέμου, απολαμβάνουν ειδικά τιμολόγια. Και ο κόσμος θέλει να διατηρήσει τα κεκτημένα του. Το 2005, η κυβέρνηση επιχείρησε να αμφισβητήσει τις κοινωνικές κατακτήσεις, τα « λγκότι » (εντελώς δωρεάν ή μειωμένες τιμές στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ιατρική περίθαλψη και φάρμακα, εξαιρέσεις από τις κοινωφελείς χρεώσεις), προτείνοντας την αντικατάστασή τους με επιδόματα. Πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους σε καμιά εκατοστή πόλεις, για να προασπιστούν την ιδέα περί δημόσιων υπηρεσιών. Ήταν και οι πρώτες μαζικές δημόσιες συναθροίσεις μετά το 1991.

Στην Ευρώπη οι κάτοικοι ανησυχούν για το ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους που δαπανούν για την αγορά ή ενοικίαση κατοικίας όμως στη Ρωσία, όπου οι περισσότερες οικογένειες έγιναν δωρεάν ιδιοκτήτριες των σπιτιών τους μετά το 1991 [2], αντικείμενο προβληματισμού αποτελούν οι λογαριασμοί τής θέρμανσης, του νερού και του ηλεκτρικού. « Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε αυτό το ζήτημα, κυρίως σε ό,τι αφορά τις μικρές πόλεις της επαρχίας, όπως στη Σιβηρία », σημειώνει ο κοινωνιολόγος Λεφ Γκουντκόφ, διευθυντής του Κέντρου Αναλύσεων Levada. « Εκεί χτυπά η καρδιά του εκλογικού του σώματος ».

Από το τέλος της δεκαετίας του 1990 και την άφιξη του Πούτιν στο Κρεμλίνο, τα έσοδα από τη ραγδαία αύξηση στην παγκόσμια κούρσα των καύσιμων μορφών ενέργειας έδωσαν τη δυνατότητα για επιδότηση στις τιμές της αστικής θέρμανσης και για χρηματοδότηση βοηθημάτων για τα « ευπαθή » άτομα. Έτσι, ο λογαριασμός που καταβάλλουν τα νοικοκυριά καλύπτει μόνο τα δύο τρίτα του κόστους παραγωγής της θέρμανσης. Η κοινότητα προτιμά να μειώνει βραχυπρόθεσμα τους λογαριασμούς μέσω επιδοτήσεων, παρά να επενδύει στην ενεργειακή αποδοτικότητα για να τη μειώσει μακροπρόθεσμα. Οι κοινωνικές πολιτικές πέτυχαν αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα στον περιορισμό της φτώχειας. Σύμφωνα με το Κέντρο Levada, το ποσοστό των Ρώσων που εκτιμούν ότι το εισόδημά τους δεν τους επιτρέπει να τραφούν, έπεσε από το 15% - 20%, που ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στο 5% - 6% σήμερα. To μόνο που πετυχαίνει, όμως, αυτή η πολιτική είναι να αμβλύνει τις επιπτώσεις της οικονομίας της αγοράς στα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού, χωρίς να διορθώνει ένα άγριο μοντέλο ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο συνυπάρχει με ένα διοικητικό μοντέλο συγκεντρωτικό σε σημείο παράλυσης. Κατά τα άλλα, όποιος θέλει σύνταξη ή ιατροφαρμακευική περίθαλψη της προκοπής, πρέπει να πληρώνει δαπανηρές ιδιωτικές ασφάλειες. « Βέβαια, ο Πούτιν αύξησε τις τιμές στις κοινωφελείς υπηρεσίες », εξηγεί η πολιτειολόγος Μαρία Λίπμαν από το Κέντρο Carnegie. « Όμως, η κόκκινη γραμμή του παραμένει να μην επιβαρύνει τη λαϊκή βάση που τον υποστηρίζει. Κατά βάθος, εξαγοράζει την κοινωνική ειρήνη ».

Ο ιδιωτικός τομέας, ο οποίος παρείχε το ένα τέταρτο της αστικής θέρμανσης το 2005, ονειρεύεται να ξεμπερδεύει με αυτή την ευαισθησία « σοβιετικών » αποχρώσεων και να επανακτήσει τον θησαυρό των τοπικών δημοσίων υπηρεσιών. Oι άνθρωποι της αγοράς, όμως, οι οποίοι θέλουν να πάρουν τα ηνία των χρηματοδοτήσεων του δημοσίου, απαιτούν μεγαλύτερη ευελιξία στον καθορισμό των τιμών. « Κανένας επενδυτής δεν θέλει να ρισκάρει τα χρήματά του για ένα τομέα στον οποίο δεν θα αποφασίζει την τιμή στην οποία θα πουλάει την παραγωγή του », σημειώνει ο Κονσταντίν Σιμόνοφ, διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ενεργειακής Ασφάλειας (ένα συμβουλευτικό όργανο, το οποίο διεξήγαγε πολλές μελέτες σχετικά με τη θέρμανση στη Ρωσία). « Κάθε επιχειρηματίας θέλει να γνωρίζει σε πόσο διάστημα θα αρχίσει να αποδίδει η επένδυσή του », συμπληρώνει.

To δίκτυο δεν έτυχε καμίας μαζικής επένδυσης μετά τη δεκαετία του 1980 και η τελευταία οικονομική κρίση επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση : τα κεφάλαια που διατίθεντο για την ανανέωση των δομών θέρμανσης μειώθηκαν κατά το ήμισυ το 2007, χωρίς να επανέλθουν ποτέ στα αρχικά τους επίπεδα. Σύμφωνα με επίσημο ντοκουμέντο της « Ρωσικής στρατηγικής για την ενέργεια - 2030 », το 65% με 70% των υποδομών είναι απαρχαιωμένες και το 15% κινδυνεύουν άμεσα να πάθουν βλάβη. Ιδιωτικές εταιρείες δηλώνουν έτοιμες να καλύψουν την έλλειψη επενδύσεων. Το κόστος, όμως, δεν θα πέσει αναπόφευκτα στους κατοίκους ; Να, λοιπόν, που η ρωσική κυβέρνηση βρίσκεται αναγκασμένη να παίζει μια δύσκολη παρτίδα ανάμεσα στο μέλημα να διατηρήσει την εκλογική της δεξαμενή, καταρχάς από την επαρχία της Σιβηρίας, και στην ανάγκη να εκσυγχρονίσει γρήγορα έναν απαρχαιωμένο τομέα. Το πρώτο πρόσταγμα επιβάλλει τον περιορισμό στην αύξηση των τιμών και το δεύτερο τη μαζική αύξησή τους.

Με την ψήφιση του ομοσπονδιακού νόμου για τη θέρμανση, στις 27 Ιουλίου του 2010, η κυβέρνηση επιχείρησε να μεταρρυθμίσει την τιμολογιακή πολιτική της. Το άρθρο 9 προβλέπει τέσσερεις διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού των τιμών, με βάση την ανάγκη να βρεθεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική μέριμνα και την αποδοτικότητα της επένδυσης. Για τον καταναλωτή, το νομικό πλαίσιο φροντίζει για τη βελτίωση της αξιοπιστίας, της ποιότητας και της προσβασιμότητας των υπηρεσιών, προκειμένου να δικαιολογήσει το τελικό ποσό : έναν φτηνό λογαριασμό. Σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις, ο νόμος περιλαμβάνει την απόσβεση της επένδυσης στις μεθόδους υπολογισμού των τιμών. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη δεν έχει εκμηδενιστεί.

Το ένα τέταρτο των θερμίδων χάνεται στο δρόμο

Το ζήτημα έγινε ακόμα πιο καυτό από τη στιγμή που ο Πούτιν αποφάσισε να διεκδικήσει για τρίτη φορά το ύπατο αξίωμα της χώρας, στις εκλογές του 2012. Οι κατά τόπους νοθείες που παρατηρήθηκαν στις βουλευτικές εκλογές τον Δεκέμβριο του 2011 και η καταστολή των διαδηλώσεων που τις κατήγγειλαν, επέφεραν ρήγμα στις σχέσεις του προέδρου με ένα τμήμα των 143 εκατομμυρίων πολιτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Νιώθοντας τις διαρροές στο εκλογικό του σώμα, η αντίδραση του τότε υποψήφιου ήταν να σταθεροποιήσει τη συντηρητική του βάση. Στην εξωτερική πολιτική, η τάση αυτή απεικονίζεται θεαματικά με αφορμή την ουκρανική κρίση. Στο εσωτερικό μέτωπο, πέρα από μια συντηρητική ιδεολογική στροφή [3], ο άρχοντας του Κρεμλίνου επιχείρησε να απαντήσει στις υλικές ανάγκες των ψηφοφόρων του με κίνδυνο να βάλει φρένο στις φιλελεύθερες ορέξεις των επιχειρηματιών του ενεργειακού τομέα.

Η θέρμανση επέστρεψε στο προσκήνιο ως μεγάλη προτεραιότητα, στις 19 Δεκεμβρίου τού 2011, στο πλαίσιο ενός υπουργικού συμβουλίου με αντικείμενο την κατοικία. Μπροστά στις κάμερες και με καχύποπτο ύφος, ο Πούτιν εξετάζει τα αντίγραφα των λογαριασμών που του παρουσιάζουν για το μέσο νοικοκυριό και αγανακτεί μόλις « ανακαλύπτει » μια αύξηση κατά 2.000 ρούβλια (40 ευρώ). Σημαντικό ποσό σε μια χώρα όπου τα μισά εισοδήματα εκείνη τη χρονιά ήταν κάτω από 530 ευρώ και οι συνταξιούχοι αρκούνται συχνά σε μια σύνταξη κατώτερη των 200 ευρώ. Λίγο μετά την καθοδική έκρηξη θυμού του, ο επικεφαλής του Κρεμλίνου απολύει πολλούς υπεύθυνους δημοσίων επιχειρήσεων ενέργειας (ηλεκτρισμού, θέρμανσης κ.λπ). Η κυβέρνηση υιοθετεί επίσης ένα κείμενο που υποχρεώνει τις εταιρείες του τομέα να αναφέρουν τα ονόματα των πραγματικών ιδιοκτητών τους, καθώς πολλές είναι δηλωμένες σε φορολογικούς παραδείσους.

Το συγκεκριμένο στυλ διακυβέρνησης, το οποίο πολλοί παρατηρητές, όπως ο Λεφ Γκουντκόφ, χαρακτηρίζουν « κοινωνικό συντηρητισμό » ή « πατερναλιστικό κυβερνητισμό », συμβαδίζει, ωστόσο, με μια πολιτική στραμμένη προς την αγορά. Όπως γράφει ένας Σουηδός ειδικός στη μετασοβιετική οικονομία, ο Τάνε Γκούσταφσον, το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Ρώσοι ηγέτες από το χάος της δεκαετίας του 1990 ήταν ότι « το πρόβλημα δεν είναι η ιδιωτική επιχείρηση αυτή καθεαυτή, αλλά η ελλιπής κατεύθυνση εκ μέρους του κράτους. Η λύση που προτείνουμε είναι μια ρεαλιστική εταιρική σχέση δημόσιου – ιδιωτικού τομέα, στην οποία το κράτος παίζει ηγετικό ρόλο στον καθορισμό της στρατηγικής ». Οι οικονομικές επιλογές του Πούτιν δείχνουν να εμπνέονται από ένα όραμα « απόλυτα μερκαντιλιστικό, εθνικιστικό και πατριωτικό [4] ».

Έτσι, η θέρμανση είναι εν μέρει ιδιωτικοποιημένη, κυρίως όμως σε όφελος των ρωσικών εταιρειών που ελέγχονται μερικώς από το κράτος : παράδειγμα, ο δημόσιος γίγαντας του φυσικού αερίου, η Gazprom, που λειτουργεί πάνω-κάτω ως ιδιωτική οντότητα, η Onexim ή ο όμιλος Renova που ανήκουν αντίστοιχα στους ολιγάρχες Μιχαήλ Προχορόφ και Βίκτορ Βέξελμπεργκ ή ακόμα μια πλειάδα εταιρειών που ανήκουν σε επιχειρηματίες από την επαρχία, οι οποίοι ενίοτε συμπλέουν με δημοσίους υπαλλήλους που κατέχουν καίριες θέσεις στον τομέα.

Αντίθετα, « πολλές μη κερδοφόρες επιχειρήσεις παραμένουν στα χέρια του δημόσιου, περιφερειακού ή δημοτικού τομέα », βεβαιώνει ο Όλεγκ Σεΐν, βουλευτής στην περιφερειακή Δούμα του Αστραχάν, μέλος του διευθυντηρίου της Εργατικής Συνομοσπονδίας της Ρωσίας και την Ένωσης Κατοίκων.

H ιδιωτικοποίηση δεν βελτίωσε τον βαθμό ανανέωσης του δικτύου, που το ταβάνι της είναι 1% τον χρόνο. Με αυτούς τους ρυθμούς, θα χρειαζόταν ένας αιώνας για την αντικατάστασή του. Κι ενώ σέρνεται η απειλή μιας βλάβης με δραματικές συνέπειες, ο κόσμος δείχνει όλο και λιγότερο ικανοποιημένος με τη θέρμανσή του, καθώς και με τις δημόσιες υπηρεσίες.

H αποτυχία οφείλεται εν μέρει στο μοντέλο παραγωγής. Οι μεγάλες μονάδες ηλεκτρισμού, οι οποίες εκτός της βασικής τους δραστηριότητας παράγουν και θέρμανση, παρέχουν περίπου το μισό ποσοστό θέρμανσης στη χώρα. Πολλές ιδιωτικοποιήθηκαν μετά το 2003 και οι ιδιοκτήτες τους αμελούν την παροχή θέρμανσης, μια δραστηριότητα λιγότερο επικερδή από το ηλεκτρικό ρεύμα. Το άλλο μισό τού ζεστού νερού προέρχεται από μικρά λεβητοστάσια, τα οποία πωλούνται ή ενοικιάζονται σε ιδιώτες. Η θέρμανση διαχέεται μέσα από σωληνώσεις τις οποίες εκμεταλλεύονται, με τη σειρά τους, επιχειρήσεις από τον τομέα των μεταφορών ή της διανομής. Ελλείψει επενδύσεων, και σε αυτόν τον κρίκο της αλυσίδας, οι σωληνώσεις είναι υπερδιογκωμένες και με κακή μόνωση : το ένα τέταρτο των θερμίδων χάνεται στον δρόμο, σε αντίθεση με τη Φινλανδία, όπου οι απώλειες είναι μόνο 6%.

Για να δικαιολογήσουν την έλλειψη επενδύσεων, οι υπεύθυνοι των λεβητοστασίων που παραμένουν στο δημόσιο εκφράζουν παράπονα για την εξάρτησή τους ως προς τον ανεφοδιασμό : « Είναι το βασικό μας πρόβλημα. Εξαρτώμεθα από τον εφοδιαστή καυσίμων, με την ελπίδα ότι τα ανώτερα πολιτικά κλιμάκια θα μειώσουν τις ορέξεις του. Στο κάτω-κάτω, δεν βγάζουμε κανένα κέρδος και το μόνο που μπορούμε είναι να διατηρήσουμε τις υποδομές μας σε ένα ανεκτό επίπεδο λειτουργίας », εξηγεί ο Νικολάι Μπιριουκόφ, πρώτος αντιδήμαρχος στο Μιτίσι, προάστιο της Μόσχας, υπεύθυνος για τις κοινωφελείς υπηρεσίες. Ορισμένοι ενεργειακοί όμιλοι, επωφελούμενοι από τη θέση ισχύος τους, εξαγοράζουν τα λεβητοστάσια. « Από τη στιγμή που αποτελούν μία και μοναδική οντότητα, οι εφοδιαστές τών καυσίμων και οι παραγωγοί τής θέρμανσης δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον να μειώσουν τις ενεργειακές απώλειες. Αντίθετα, όσο περισσότερη θέρμανση χρειάζεται, τόσο περισσότερο καταναλώνει ο κόσμος και πληρώνει, είτε με τους λογαριασμούς του είτε με τους φόρους του, σε ό,τι αφορά το επιδοτούμενο κομμάτι της θέρμανσης, οπότε οι επιχειρήσεις τού τομέα επωφελούνται περισσότερο », λέει με θλίψη ο Πιότρ Φαλκόφ, ένας συνταξιούχος που έγινε « ειδικός », αφού έκανε φύλλο και φτερό τις χρεώσεις στον λογαριασμό του (βλέπε ένθετο).

Oι κατά τόπους εταιρείες, μεταξύ σφύρας και άκμονος λόγω της πολιτικής καθορισμού των τιμών από τη μια μεριά και των εφοδιαστών ενέργειας από την άλλη, έρχονται επίσης αντιμέτωπες με τη διαφθορά βουλευτών και δημοσίων υπαλλήλων. Στις αρχές του 2013, το περιοδικό Der Spiegel δημοσίευε μια έρευνα σχετικά με τη δολοφονία του Μιχαήλ Παχομόφ, ενός ανερχόμενου αστέρα του προεδρικού κόμματος. Το γερμανικό περιοδικό αποκάλυπτε ότι ο νεαρός βουλευτής είχε μαζέψει εκατομμύρια ευρώ χάρη σε κρυφές προμήθειες που είχε πάρει από την υπογραφή ενός συμβολαίου υπέρ της εταιρείας του, για την τοποθέτηση σωληνώσεων του δικτύου στην πόλη του, το Λίτσπεκ [5]. Το πτώμα του βρέθηκε σε τσιμενταρισμένο βαρέλι. « Η διαφθορά είναι ένας από τους λόγους που καθιστούν αδύνατη τη μεταρρύθμιση αυτού τού τομέα », μαρτυρά ο Μιχαήλ Νικόλσκι, ο οποίος ήταν για καιρό υπεύθυνος διανομής στην επαρχία του Κρασνόγιαρσκ. « Εδώ, μια σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα σε έναν βουλευτή και μια εταιρεία παροχής φυσικού αερίου εξηγεί τις φουσκωμένες τιμές. Αλλού, είναι ο διευθυντής της εταιρείας διανομής που υπερχρεώνει την αντικατάσταση του συστήματος αγωγών ».

Ο ίδιος ο Πούτιν καταγγέλλει τακτικά το φαινόμενο και, μετά τα επικοινωνιακά ξεσπάσματα θυμού, επισπεύδει τις έρευνες εναντίον ορισμένων αρχόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης για διαφθορά. « Ολα είναι θέατρο », εξηγεί η διευθύντρια του ρωσικού γραφείου της Ένωσης για τη Διεθνή Διαφάνεια, Ελένα Πανφιλόβα. « Ο Ρώσος πρόεδρος, βέβαια, έχει ένα σιωπηρό σύμφωνο με τους δημοσίους υπαλλήλους, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε πολύ κατά τη διάρκεια των θητειών του. Τους επιτρέπει να κλέβουν, με αντάλλαγμα την πίστη τους. Στον τομέα της θέρμανσης, χαράζει ένα όριο που δεν πρέπει να ξεπεραστεί : να μην αγγίξουν ιδιαίτερα τον κοσμάκη που τον ψηφίζει. Με άλλα λόγια, η θέρμανση αντιπροσωπεύει έναν τομέα στον οποίο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε δυο ομάδες που του είναι πιστές [6] ».

Πώς, σε αυτές τις συνθήκες, να κερδίσεις σε ενεργειακή απόδοση για να ξεφουσκώσεις τους λογαριασμούς των νοικοκυριών στο μέλλον, ενώ παράλληλα αυξάνεις την τρέχουσα τιμή τής θερμίδας ; Ο νόμος της 23ης Νοεμβρίου του 2009 για την ενεργειακή απόδοση δημιουργεί τις συνθήκες, στα χαρτιά τουλάχιστον, για να κοπούν οι μεγάλες ορέξεις των κεντρικών μονάδων παραγωγής για πρωτογενή ενέργεια. Εκτός από τη βελτιστοποίηση για τη συμπαραγωγή θέρμανσης και ηλεκτρισμού, προβλέπει τη μόνωση των σωλήνων, για να μειωθεί η διαρροή κατά ένα τρίτο. Oρισμένοι δήμοι, όπως το Μιτίσι στα βορειοανατολικά της Μόσχας, εγκαθιστούν συστήματα τα οποία επιτρέπουν σε ένα κτήριο να ρυθμίζει την κατανάλωσή του, χάρη σε συνοικιακά λεβητοστάσια. Το εγχείρημα ανέρχεται σε 100.000 ευρώ ανά συγκρότημα πολυκατοικιών όμως η επένδυση, θεωρητικά, παροτρύνει τους κατοίκους να κάνουν περισσότερη οικονομία. Η έλλειψη ενθουσιασμού απέναντι στη χαρά που γεννά ο υπολογισμός για τη βελτιστοποίηση, απογοητεύει τον Σιμόνοφ : « Ακόμα κι αν η απόσβεση γίνει αρκετά γρήγορα, για τη μετασοβιετική νοοτροπία μας είναι και πάλι πάρα πολύ. Οι Ρώσοι διερωτώνται γιατί να δεχτούν να βάλουν τα λεφτά τους σε φουσκωμένους λογαριασμούς για έξι ή εφτά χρόνια, παρόλο που αυτοί εν συνεχεία θα μειωθούν, τη στιγμή που η θέρμανση, κατά τη γνώμη τους, πρέπει να είναι δωρεάν ». Ξάφνου, ο ειδικός του Εθνικού Ταμείου Ενεργειακής Ασφάλειας προτείνει χρηματοδότηση εκτός προϋπολογισμού, με την έκδοση δανείων για υποδομές. Μια ιδέα υπό συζήτηση εδώ και σχεδόν 15 χρόνια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Για να λύσουν την αντίφαση ανάμεσα σε έναν « ιδιωτικοποιημένο τομέα, αλλά με εταιρείες που δεν μπορούν να επενδύσουν », όπως το λέει συνοπτικά ο Νικολάι Μπιριουκόφ από τον δήμο του Μιτίσι, έχουν πέσει προτάσεις για φιλελεύθερες φόρμουλες που συνδυάζουν τη δύναμη του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα, όπως εταιρικές σχέσεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, χωρίς όμως να προχωρήσουν πέρα από το στάδιο του σχεδιασμού.

Στη συζήτηση ως προς τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί, οι κυβερνητικοί κύκλοι της Ρωσίας έχουν υπόψη τους ότι οι ιδιωτικοποιήσεις που έγιναν στη Δύση, έριξαν τους δήμους σε κατάσταση εξάρτησης από τους ιδιώτες. Η ιδιωτικοποίηση των υποδομών, πέραν αυτού, δεν εγγυάται και ικανοποιητικές επενδύσεις, όπως αποδεικνύει η περίπτωση των βρετανικών σιδηροδρόμων ή, στη Γαλλία, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων του δημοσίου σε μεγάλες εταιρείες ύδρευσης. Από την άλλη πλευρά, μια φράξια της ελίτ την οποία εκπροσωπεί ο πρωθυπουργός Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ούσα ευνοϊκά προσκείμενη σε έναν λιγότερο κρατικίστικο τρόπο διακυβέρνησης, υποστηρίζει τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις προσεγγίζοντας το ενεργειακό ζήτημα μέσω της θεματολογίας τού κλίματος. Το 2009, με το « πρόγραμμα εκσυγχρονισμού » του ο Μεντβέντεφ υποστήριζε, για παράδειγμα, ότι θα ενεργοποιηθεί η ανταγωνιστικότητα της παγκόσμιας οικονομίας αν οριστεί ένας φιλόδοξος στόχος για βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας κατά 40% έως το 2010.

Ανάμεσα στο θλιβερό οικονομικό πλαίσιο και στην ανάγκη του προέδρου να μη χάσει τη λαϊκή του υποστήριξη, ο εκσυγχρονισμός της αστικής θέρμανσης θα μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμα. Και οι Ρώσοι πολίτες να περάσουν ακόμα αρκετούς χειμώνες ιδρώνοντας στους -20 βαθμούς, αλλά και παρακαλώντας να μην πάθει βλάβη το σύστημα.

P.-S.

Πώς να αποκρυπτογραφήσετε τον λογαριασμό σας

Στις 3 Φεβρουαρίου του 2011, ο Πιοτρ Φαλκόφ, 71 ετών, έζησε τη στιγμή τής δόξας του. Εκείνη την ημέρα συμμετείχε στην εκπομπή « JKKh » (τα αρχικά για τις « κοινωφελείς υπηρεσίες »), στο πρώτο ρωσικό κανάλι. Το πρόγραμμα, το οποίο παρουσίαζε η ηθοποιός Ελένα Προκλόβα, προσφέρεται να υπερασπιστεί το δικαίωμα των καταναλωτών. O συνταξιούχος το ρίχνει στον μονόλογο. Δείχνει με το δάχτυλο μια σειρά βουλευτών και δημοσίων υπαλλήλων και καταγγέλλει όσους νομίζουν « ότι υπάρχει ένα και μοναδικό άρθρο στον κώδικα περί κατοικίας, το υπ’ αριθμόν 153, αυτό που λέει ότι πρέπει να πληρώνω τους λογαριασμούς μου ». Στο πλατό της εκπομπής, νοικοκυρές άνω των 50, που έχουν έρθει με τα ντοσιέ τους παραμάσχαλα, χειροκροτούν ασταμάτητα.

Στηριζόμενος στη διατριβή του, ο φυσικός απαγγέλλει απ’ έξω ορισμένα άρθρα του κώδικα. Ο Φαλκόφ, ωστόσο, δεν είναι παρά « ένας ερασιτέχνης νομικός που μορφώθηκε ολομόναχος, αφού παρατήρησε διάφορα παράξενα διαβάζοντας τους λογαριασμούς του », λέει η Ελέν Ρισάρ, Γαλλίδα διδάκτωρ πολιτικών επιστημών στη Λιόν, η οποία συντάσσει τη διατριβή της πάνω στο οικιστικό ζήτημα στη Ρωσία. Ο Πιότρ Φαλκόφ είναι αυτό που λένε στη Ρωσία « άνθρωπος της πρωτοβουλίας ». « Μετά το κύμα τής αμφισβήτησης του 2005, πήραν τη σκυτάλη πολιτικές δράσεις με πιο βαθιές ρίζες. Πολίτες μεμονωμένοι ή οργανωμένοι σε μικρές ομάδες πατούν πλέον σε αυτό το δικαίωμα και στα δικαστήρια, για να πετύχουν μεγαλύτερη διαφάνεια στην κοστολόγηση των χρεώσεων », προσθέτει.

Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσει κανείς τον Φαλκόφ όταν αρχίζει να εξηγεί τις ατελείωτες λεπτομέρειες του λογαριασμού τής θέρμανσης, του νερού ή του ηλεκτρικού στη Ρωσία. « Είναι να τρελαίνεσαι στην αρχή, όταν προσπαθείς να καταλάβεις τις γίνεται. Τα πάντα είναι παράλογα και αντιφατικά, τα πάντα κρυφά, για πολύ συγκεκριμένους λόγους στην πραγματικότητα, φτιαγμένα έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να τα επαληθεύσει », μας εξηγεί και τα μάτια του λάμπουν από τη χαρά του που μας αφηγείται μερικά από τα κατορθώματά του, που μπορεί να αποκρυπτογραφεί τον γρίφο των « τσινόβνικι » (δημόσιοι υπάλληλοι), οι οποίοι μοιάζουν λες και είναι βγαλμένοι από διήγημα του Γκόγκολ.

Πίσω από τους νόμους και τους κατά τόπους κανονισμούς, ο Φαλκόφ ανακάλυψε έναν κόσμο, όπου οι απώλειες που οφείλονται στην αμέλεια των γραφειοκρατών ή των επιχειρήσεων θέρμανσης μετακυλίονται στους πολίτες και όπου η μεθοδολογία καθιστά αδύνατο τον ατομικό έλεγχο των χρεώσεων κ.λπ..

Γιατί να ξοδέψει κάποιος τόση ενέργεια για να διαβάσει τους λογαριασμούς του ; Γιατί δεν του αρέσει « να παραμένουν οι συμπολίτες του σε κατάσταση κοινωνικού παιδισμού », λέει χαιρέκακα. Δεν προΐσταται κανενός συνδέσμου, αλλά μιας άτυπης ένωσης που συστάθηκε γύρω από το άτομό του και μερικούς άλλους εξαγριωμένους σαν κι αυτόν, αφότου κατάφεραν να κερδίσουν κάποιες δίκες, οι οποίες, ωστόσο, έμοιαζαν εκ προοιμίου χαμένες.

Notes

[1] Jane R. Zavisca, « Housing New Russia », Cornell University Press, Ithaca, 2012.

[2] Νόμος της 4ης Ιουλίου 1991σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της κατοικίας

[3] Διαβάστε Jean Radvanyi, « Η Μόσχα ανάμεσα στο παιχνίδι επιρροής και την επίδειξη ισχύος » και Jean-Marie Chauvier, « Eurasie, le “choc des civilisations” version russe », « Le Monde Diplomatique », Απρίλιος 2014.

[4] Thane Gustafson, « Wheel of Fortune : The Battle for Oil and Power in Russia », Belknap Press, Κέιμπριτζ (Μασαχουσέτη), 2012.

[5] Matthias Schepp, « The “Pride of Russia” : A corrupt politician’s ignoble demise », Der Spiegel, Αμβούργο, 27 Μαρτίου 2013

[6] Μεταξύ 2000 και 2012, ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκε κατά 35 %, περνώντας από 1,16 σε 1,57 εκατομμύρια (Rosstat).


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette