monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2003 > 04. Απρίλιος > Η απρόθυμη ένταξη της Τσεχίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η απρόθυμη ένταξη της Τσεχίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

samedi 19 octobre 2013, par Bartak Karel

Στις 25 Οκτωβρίου, οι Τσέχοι προσέρχονται στις κάλπες, σε πρόωρες εκλογές, μετά τη διάλυση του κεντροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού, του Πέτρ Νέκας. Παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις φέρουν πρώτους τους Σοσιαλδημοκράτες, οι κάλπες θα μπορούσαν να δώσουν ένα σεβαστό ποσοστό στο Κομμουνιστικό Κόμμα, για πρώτη φορά μετά τη βελούδινη επανάσταση του 1989. Με την ευκαιρία αυτή, ας γυρίσουμε στο 2003, λίγο πριν την ένταξη των 10, μαζί και της Τσεχικής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίκειται το δημοψήφισμα του Ιουνίου, στο οποίο οι Τσέχοι θ’ αποφασίσουν τελικά την ένταξή τους.

ΒΚ


Για τις Βρυξέλλες, η εκλογή του Βάτσλαβ Κλάους στην προεδρία της Τσεχίας, στις 28 Φεβρουαρίου του 2003, ήταν μια ψυχρολουσία. Ο ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος Πολιτών (ODS, δεξιά αντιπολίτευση) επανέλαβε στην τηλεόραση ότι ήταν « ευρωρεαλιστής » και όχι « ευρωενθουσιώδης ». Ωστόσο, αν και υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχύσουν αυτές οι κριτικές τις αμφιβολίες της κοινής γνώμης, η επικύρωση της Συνθήκης της Διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει προβλεφθεί για τον Ιούνιο, φαίνεται ότι είναι δεδομένη.

« Έχασαν μια καλή ευκαιρία να σωπάσουν ». Πέρα από τη συγκυρία κατά την οποία διατυπώθηκε -δηλαδή την κρίση του Ιράκ-, η ατάκα του Ζακ Σιράκ σήμαινε για τις χώρες που είναι υποψήφιες προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ότι δεν έχουν φτάσει ακόμα στο τέλος των βασάνων τους. Από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ευρωπαϊκό συμβούλιο της Κοπεγχάγης, το Δεκέμβριο του 2002, ώς την υπογραφή της συνθήκης της ένταξης στην Αθήνα τον Απρίλιο, και, στη συνέχεια, μέχρι την επικύρωσή της [1], ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς.

Χωρίς αμφιβολία, οι ηγέτες στους οποίους απευθύνονταν αυτές οι κατηγορίες δεν είχαν υπολογίσει ότι η προσχώρησή τους στον αμερικανικό πόλεμο ενάντια στο Ιράκ (στο πλευρό των Βρετανών και των Ισπανών) θα μπορούσε να σοκάρει. Πόσο μάλλον που το πατερναλιστικό ύφος του γάλλου προέδρου προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς απευθυνόταν σε χώρες που είχαν πρόσφατα απαλλαγεί από τον κομμουνισμό και την κηδεμονία της Μόσχας.

Η αντίδραση παρέμεινε σε χαμηλούς τόνους, αλλά γεμάτη αγανάκτηση. Σε κάθε περίπτωση, λίγοι άνθρωποι στην Πράγα, αλλά και στη Βαρσοβία ή στη Βουδαπέστη, θα μπορούσαν να είχαν αντιληφθεί την άλλη διάσταση του μηνύματος : ότι, στην ευρωπαϊκή οικογένεια, δεν μπορεί να πηγαίνει κανείς ατιμώρητα ενάντια στο ρεύμα, ότι υπάρχουν ορισμένοι κανόνες αλληλεγγύης που πρέπει να γίνονται σεβαστοί, ιδίως όταν χτυπάει κανείς την πόρτα της Ευρώπης. Εκτός από το ύφος, το οποίο θεωρήθηκε απαράδεκτο, φάνηκε άδικη και η στιγμή που είχε επιλεγεί, μετά από τόσες προσπάθειες που είχαν γίνει, κατά τη διάρκεια αυτής της « διαδικασίας » που ονομάστηκε με πομπώδη τρόπο « συμφιλίωση της ηπείρου ».

Παρ’ όλο που κάθε μία από τις δέκα υποψήφιες χώρες έχει την ιδιαιτερότητά της, η στάση των πληθυσμών τους απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μοιάζει συχνά όμοια. Ελάχιστα ενημερωμένοι για το τι τους περιμένει, αφήνονται συχνά να χειραγωγούνται από τα μέσα ενημέρωσης, στα οποία κυριαρχεί το στοιχείο του εντυπωσιασμού. Η Τσεχία αποτελεί εξαίρεση, καθώς ο δημόσιος διάλογος γύρω από την ένταξη είναι εντονότερος. Οι φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις (χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι) βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικά ευρωσκεπτικιστικά κινήματα, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα Πολιτών (ODS) του νέου προέδρου και το ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα της Βοημίας-Μοραβίας (KSCM). Η πρόθεση του ODS να δημιουργήσει, αμέσως μετά την ένταξη της χώρας στην Ένωση, μια κοινή δύναμη με τους βρετανούς συντηρητικούς για να φρενάρει την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ανησυχεί όλους όσοι -όπως οι Γάλλοι- προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο « διάλυσης » του ευρωπαϊκού σχεδίου.

Η μάχη του δημοψηφίσματος του Ιουνίου του 2003 θα επικεντρωθεί λιγότερο στο « ναι » και στο « όχι » και περισσότερο στο περιεχόμενο της ένταξης. Οι ευρωσκεπτικιστές αρνούνται την « απλουστευτική » και « αφελή » προσέγγιση των « αισιόδοξων », οι οποίοι είναι έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε επινόηση φέρει τη σφραγίδα των Βρυξελλών. Ο λόγος του Σιράκ επιβεβαίωσε τη σκιά του ελέγχου του γαλλογερμανικού άξονα πάνω από τις μικρές χώρες. Όσον αφορά τη Συντακτική Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης, το ODS -το οποίο αμφιταλαντεύεται εξαιτίας των διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στα στελέχη του και την εκλογική πελατεία του, η οποία είναι περισσότερο φιλοευρωπαϊκή από εκείνη των σοσιαλδημοκρατών- συμμετέχει στο « λόμπι των οπαδών της εθνικής κυριαρχίας ». Σύμφωνα με τον Κλάους, η ένταξη σε αυτό το χώρο αποσκοπεί « στο να σταματήσει η πορεία της μετατροπής της διακυβερνητικής προσέγγισης σε υπερεθνική προσέγγιση, καθώς και η υφέρπουσα και σιωπηρή ενοποίηση της ηπείρου [2] ». Με αυτό το κοκτέιλ εθνικισμού και φιλελευθερισμού, οι αιρετοί εκπρόσωποι του κόμματος που πρόσκειται στον πρόεδρο αισθάνονται να έλκονται ολοένα περισσότερο από την Ένωση για την Ευρώπη των Εθνών του Σαρλ Πασκουά, του πρώην γάλλου υπουργού Εσωτερικών, και του Τζιανφράνκο Φίνι, αντιπροέδρου στην ιταλική κυβέρνηση.

Η τσεχική εμπειρία δείχνει ότι είναι αρκετά εύκολο να στραφεί η κοινή γνώμη ενάντια στις Βρυξέλλες. Όπως και σε άλλες χώρες, η ενημέρωση τρέφεται περισσότερο από τα αρνητικά γεγονότα -όπως η πανωλεθρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Ζακ Σαντέρ το 1999, οι απογοητεύσεις της διάσκεψης κορυφής της Νίκαιας το 2000 ή η διαίρεση της Ευρώπης σχετικά με την κρίση στο Ιράκ- και λιγότερο από τις θετικές εξελίξεις, οι οποίες όμως αποτελούν « μη γεγονότα ». Ωστόσο, η κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης αφήνει τον περισσότερο κόσμο βυθισμένο μέσα στην άγνοια για την ιστορία, το λόγο ύπαρξης και τον τρόπο λειτουργίας της Ένωσης. Οι φήμες επηρεάζουν την κοινή γνώμη εξίσου με τις τοποθετήσεις επί της ουσίας. Η πληροφορία που μεταδόθηκε από τον μεγάλο ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό Nova ότι η Ένωση επρόκειτο να απαγορεύσει τις κυψέλες που δεν ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές της, πανικόβαλε χιλιάδες μελισσοκόμους, αρκετοί από τους οποίους θα καταψηφίσουν την ένταξη της χώρας στην Ένωση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ψευδής φήμη για την απαγόρευση του utopenec (κομμάτια λουκάνικου μαριναρισμένα σε ξίδι τα οποία σερβίρονται στα μπιστρό ως μεζές για την μπίρα) είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο απ’ όσο θα είχαν πολλές ώρες τηλεοπτικού διαλόγου.

Πέρα από αυτές τις « λεπτομέρειες », η Ευρωπαϊκή Συμφωνία, η οποία υπογράφηκε το 1993, υποχρέωσε την Τσεχία να προβεί σε πολλές αντιλαϊκές αλλαγές. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να εναρμονίσουν τη νομοθεσία με δεκάδες χιλιάδες σελίδες « κοινοτικού κεκτημένου ». Οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αντιμετωπίζονται ως ιατρικό ανακοινωθέν για την κατάσταση της χώρας : το 2000, η διατύπωση ότι η Τσεχία « εθεωρείτο » χώρα με οικονομία της αγοράς τη στιγμή που η Πολωνία και η Ουγγαρία χαρακτηρίζονταν πραγματικές οικονομίες της αγοράς, προκάλεσε τεράστια συγκίνηση.

Υπάρχουν και χειρότερα. Η κοινή γνώμη θεωρεί ότι η μεταβατική περίοδος των δύο έως επτά ετών για την ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων, η οποία αποκλείει τους Τσέχους από την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, αποτελεί μια διάκριση εις βάρος της χώρας [3]. Η Γερμανία και η Αυστρία, στις οποίες οφείλεται η συγκεκριμένη διάταξη, επιδίωκαν να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη τους, την οποία ανησυχούσε το ενδεχόμενο της μαζικής εισροής εργαζομένων από την Ανατολική Ευρώπη. Τέτοιοι περιορισμοί, τόσο στο συγκεκριμένο ζήτημα όσο και σε άλλα, έκαναν τεράστια εντύπωση στην κοινή γνώμη, αμαύρωσαν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της Γερμανίας, η οποία επιθυμούσε να παρουσιάζεται ως ο ιστορικός « πνευματικός πατέρας » της διεύρυνσης. Όμως, η χώρα υπέφερε επίσης από την οικονομική μάχη που συνόδευσε όλες τις διαπραγματεύσεις, με απόγειο τη διάσκεψη κορυφής της Κοπεγχάγης, το Δεκέμβριο του 2002. Ήδη από την έκτακτη διάσκεψη κορυφής του Βερολίνου, το Μάρτιο του 1999, η Ένωση -μετά από αίτημα της Γερμανίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από τη Γαλλία- αρνήθηκε να επεκτείνει το καθεστώς των άμεσων γεωργικών ενισχύσεων στα νέα μέλη. Το κόστος της διεύρυνσης για την περίοδο 2002-2006 καθορίστηκε εκείνη την εποχή στα 58 δισεκατομμύρια ευρώ. Δεδομένου ότι καμία χώρα δεν θα ενταχθεί πριν το 2004, τα πρώτα 15,5 δισεκατομμύρια δεν έχουν δαπανηθεί : αποτελούν για τους 15 μια εξοικονόμηση χρημάτων για την οποία δεν μιλάει κανείς. Τα υπόλοιπα (42,5 δισεκατομμύρια) έπρεπε να κατανεμηθούν στις δέκα νέες χώρες -ενώ στην αρχή προβλεπόταν η ένταξη μόνο έξι χωρών- χωρίς καμία αύξηση των ποσών.

Χάρη στη γαλλογερμανική συμφωνία για την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), η Ένωση χορήγησε τελικά ένα μέρος των άμεσων ενισχύσεων στα νέα μέλη [4], χωρίς ωστόσο να αυξήσει το συνολικό ποσό που διατέθηκε για τη διεύρυνση. Στη διάσκεψη κορυφής της Κοπεγχάγης, τα κράτη μέλη -και κατά κύριο λόγο η Γερμανία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με πραγματικές οικονομικές δυσκολίες- δεν είχαν το θάρρος να επισφραγίσουν τις διαπραγματεύσεις με μια χειρονομία γενναιοδωρίας : τη διανομή ολόκληρου του ποσού που είχαν υποσχεθεί, από το οποίο είχε μείνει αδιάθετο ένα ποσό της τάξης του 1,5 δισ. ευρώ. Κι όμως, για την περίοδο 2004-2006 η υποδοχή των δέκα νέων χωρών στην ευρωπαϊκή οικογένεια θα κοστίσει στους Δεκαπέντε μονάχα το 0,1% του ΑΕΠ τους. Η έλλειψη γενναιοδωρίας χάλασε τη γιορτή της Κοπεγχάγης και υπάρχει ο κίνδυνος να βλάψει τη συνοχή του νέου συνόλου, το οποίο είναι πολύ λιγότερο ομοιογενές από οικονομική και κοινωνική άποψη.

Το Νοέμβριο του 2002 πραγματοποιήθηκε στην Πράγα μια βίαιη διαδήλωση : επρόκειτο για πρωτοφανές γεγονός. Προβλέποντας ότι η αγορά θα κατακλυστεί από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους, ότι ορισμένοι κλάδοι θα εξαφανιστούν και ότι θα επιδεινωθεί σημαντικά το επίπεδο ζωής όλων του αγροτών, οι αγρότες απαιτούσαν μια μεταχείριση ανάλογη με εκείνη των γερμανών και αυστριακών γειτόνων τους. Στηριζόμενη σε μια έρευνα που αποδεικνύει ότι το κόστος παραγωγής των τσέχων αγροτών αντιστοιχεί στο 40% του κόστους των συναδέλφων τους στην Ένωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταπάντησε ότι η εφαρμογή των εγγυημένων τιμών θα συνεπαγόταν τη σημαντική αύξηση των εισοδημάτων τους κατά 60%, ακόμα και χωρίς τις άμεσες ενισχύσεις. Ψέματα, απαντούν οι τσεχικές οργανώσεις : υποστηρίζουν ότι το κόστος είναι ίδιο και για τις δύο πλευρές και -συνεπώς- οι αγρότες της Δύσης θα επωφεληθούν από την αρχική διαφορά των άμεσων πληρωμών, η οποία φτάνει το 75% και θα μειωθεί μόνο μετά από 10 χρόνια. Για να ησυχάσει τα πνεύματα, η Ένωση αναγκάστηκε να δεχτεί ότι τα νέα μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να χορηγήσουν -από τον εθνικό προϋπολογισμό τους- συμπληρωματικές ενισχύσεις στους αγρότες τους. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα προς τη διάλυση της ΚΑΠ...

Καθώς οι αγρότες αποτελούν μόνο το 4% του τσεχικού πληθυσμού, όσο θεαματικές κι αν ήταν οι διαμαρτυρίες τους, δεν είχαν μεγάλο αντίκτυπο. Ωστόσο, επιβάρυναν ένα κλίμα το οποίο ήταν ήδη ιδιαίτερα κακό, καθώς η κυβέρνηση είχε αναγκαστεί, για να κλείσει το κεφάλαιο του « ανταγωνισμού », να θυσιάσει το ένα τρίτο της σιδηρουργίας. Κατά τη διάρκεια της διετίας που θα ακολουθήσει την ένταξη το κράτος θα έχει τη δυνατότητα να χορηγεί επιδοτήσεις σε αυτόν τον τομέα. Στη συνέχεια, όμως, θα επικρατήσουν οι νόμοι της αγοράς. Ωστόσο, μετά από μια δεκαετία επώδυνων αλλαγών σε αυτή τη χώρα, η κούραση και η παραίτηση υπερισχύουν του θυμού.

Από την πλευρά της, η Επιτροπή δεν δίστασε να καταγγείλει την καταστροφική διαχείριση του χρηματοοοικονομικού τομέα, την αδιαφάνεια της ιδιωτικοποίησης των μεγάλων τραπεζών, την μεγάλης έκτασης « τουνελοποίηση » [5] των επιχειρήσεων. Ακόμα και οι ξένοι επενδυτές διαμαρτυρήθηκαν για τη διαφθορά του επιχειρηματικού κόσμου. Καθώς οι εκστρατείες « Καθαρά χέρια » που επιχείρησε η κυβέρνηση δεν σημείωσαν ιδιαίτερη επιτυχία, οι Βρυξέλλες κατέληξαν να θεωρούνται φραγμός απέναντι στις τσέχικες μαφίες. Χωρίς να μιλήσουμε δε για την αισθητή βελτίωση της κατάστασης του περιβάλλοντος, η οποία επιβλήθηκε και -εν μέρει- χρηματοδοτήθηκε από την Ένωση. Ή για την υποστήριξη που προσφέρουν τα συνδικάτα στην ένταξη, καθώς έχουν συνειδητοποιήσει την πρόοδο που αντιπροσωπεύει η ευρωπαϊκή κοινωνική νομοθεσία, η οποία, όσο κι αν βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, θα ωφελήσει τους τσέχους εργαζόμενους.

Με την αυστριακή αντίδραση ενάντια στον πυρηνικό σταθμό παραγωγής ενέργειας του Τέμελιν και την ανακίνηση του ζητήματος των Σουδητών [6], η διαπραγμάτευση μεταξύ Πράγας και Βρυξελλών απέκτησε ένα περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα. Εκ πρώτης όψεως η Αυστρία και η γερμανική δεξιά έδειχναν να βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση. Κι όμως, στην πεισματώδη μάχη που ακολούθησε, κατ’ αρχάς στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή διαδραμάτισε και στις δύο περιπτώσεις ένα συμβιβαστικό ρόλο που ήταν ευνοϊκός για τις τσεχικές θέσεις. Η μεσολάβησή της επέτρεψε την οριστική εξομάλυνση των σχέσεων με αυτές τις χώρες [7]...

Όσον αφορά το μέλλον, παραμένει ασαφές. Θα σημάνει κυρίως η ώρα της αλήθειας για τον οικονομικό και τον κοινωνικό ιστό της χώρας. Σε όσους προφητεύουν τεράστιες δυσκολίες για ορισμένους τομείς, αντιτείνεται ότι η οικονομία είναι ήδη ανοικτή εδώ και χρόνια [8]. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι ο σεβασμός των νέων κανόνων θα οδηγήσει στη μερική ρύθμιση του άγριου καπιταλισμού που θριαμβεύει την τελευταία δωδεκαετία. Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για έναν από τους λόγους που ορισμένοι « νεόπλουτοι » δεν δείχνουν να βιάζονται να ενταχθούν σε μια Ευρώπη με « υπερβολικές νομοθετικές ρυθμίσεις ». Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να συμμαχούν, αντικειμενικά, ενόψει του δημοψηφίσματος, με την πιο συντηρητική πτέρυγα του κομμουνιστικού κόμματος, η οποία είναι εχθρική προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους αρχής. Όλοι αυτοί που αντιτίθενται στην ένταξη επωφελήθηκαν αμέσως από τις δηλώσεις του γάλλου προέδρου. Αυτός που είχε υποσχεθεί δημόσια ότι θα υποδεχθεί την Πολωνία -και, εμμέσως, τις υπόλοιπες χώρες-μέλη της ομάδας του Βίζεγκραντ- στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2000, φαίνεται να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την ένταξή τους. Να πρόκειται άραγε για απλή τακτική ;

Notes

[1] Υπάρχει μόνο μία συνθήκη για τις δέκα χώρες που εντάσσονται : Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία, Σλοβενία, Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, Κύπρος και Μάλτα.

[2] Λόγος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 7 Δεκεμβρίου του 2001.

[3] Οι Δεκαπέντε θα μπορούν να επιβάλλουν τη διοικητική διαδικασία της χορήγησης άδειας εργασίας (όπως συμβαίνει και με οποιονδήποτε άλλο αλλοδαπό) επί δύο χρόνια. Αυτή η περίοδος είναι δυνατόν να παραταθεί για τρία ακόμα χρόνια με απλή δήλωση και για δύο χρόνια επιπλέον εάν υπάρχουν « κίνδυνοι αποσταθεροποίησης της αγοράς εργασίας ».

[4] 25% του οφειλόμενου ποσού το 2004, 30% το 2005, 40% το 2006 και ούτω καθ’ εξής μέχρι το 2013, οπότε και οι άμεσες πληρωμές θα είναι οι ίδιες για τους Εικοσιπέντε.

[5] Μέθοδος απάτης που συνίσταται στην υπεξαίρεση των περιουσιακών αγαθών των επιχειρήσεων πριν την ιδιωτικοποίησή τους, συχνά μέσω της μεταφοράς τους σε φορολογικούς παραδείσους.

[6] Βλέπε Antoni Liehm, « Tourner la douloureuse page des Sudetes », Le Monde diplomatique, Φεβρουάριος 1996.

[7] Η Επιτροπή συντόνισε και συγχρηματοδότησε αρκετές εκθέσεις για την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Τέμελιν και ανάγκασε τους Τσέχους και τους Αυστριακούς να συνάψουν μια οριστική συμφωνία κορυφής. Όσον αφορά το ζήτημα των Σουδητών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε τη γνώμη εμπειρογνωμόνων, των οποίων η έκθεση συνιστούσε την ένταξη της Τσεχίας χωρίς την υποχρέωση να καταργήσει ρητά τα διατάγματα Μπένες που περιλαμβάνονται στο νομοθετικό σύστημα της χώρας. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα. (ΣτΜ : Η εκδίωξη τριών εκατομμυρίων γερμανών υπηκόων από την Τσεχία την επομένη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις εθνικής εκκαθάρισης στην Ευρώπη).

[8] Όλοι οι εμπορικοί φραγμοί έχουν καταργηθεί σταδιακά, εκτός από εκείνους που αφορούν ορισμένα αγροτικά προϊόντα.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette