monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 07. Ιούλιος 2007 > Ευρώπη χωρίς σύνορα, σύνταγμα και ταυτότητα

Η Ουάσιγκτον τρέχει, η Ε.Ε. βλέπει

Ευρώπη χωρίς σύνορα, σύνταγμα και ταυτότητα

Γαλλικό « όχι », γερμανικό « μάλλον »

dimanche 15 juillet 2007, par Michel Foucher

Η γαλλική πρωτοβουλία για μια ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη απορρίφθηκε με δημοψήφισμα το 2005, θυμίζοντας ένα παλαιότερο σχέδιο εξίσου φιλόδοξο, επίσης γαλλικής προέλευσης : Το σχέδιο για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άμυνας, το οποίο είχε περίπου την ίδια τύχη : καταψηφίστηκε από τη Βουλή, το 1954. Άραγε, ο παραλληλισμός των δύο γεγονότων έχει ιστορική αξία ; Την άρνηση του 1954 ακολούθησε, τρία χρόνια αργότερα, η υπογραφή των δύο συνθηκών : της Ρώμης, για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας. Μήπως η άρνηση του 2005 θα κατέληγε σε μια νέα συνταγματική συνθήκη με κατεύθυνση την επανίδρυση σε τρία χρόνια ; Ο χρονικός ορίζοντας διευρύνθηκε από τη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου, χάρη στην Πολωνία. Το περιεχόμενο, όμως, το οποίο θα οριστεί από τη Διακυβερνητική Διάσκεψη, θα το μάθουμε το ερχόμενο εξάμηνο.

Γνωρίζουμε ότι η Συνταγματική Συνθήκη ενταφιάστηκε με τις απαραίτητες ψαλμωδίες. Το ζητούμενο είναι μια νέα συνθήκη, που θα καταφέρει να ενώσει πραγματικά την Ευρώπη. Τα ρεύματα σκέψης που διαμορφώνονται στην Ευρώπη ήταν καθαρά πριν από τη Σύνοδο και θα εξακολουθήσουν να είναι. Το γαλλικό « όχι », που ενισχύθηκε από το « όχι » των Ολλανδών, σηματοδοτεί μια αλλαγή στην πορεία του ευρωπαϊκού σχεδίου.

Η διακήρυξη της 25ης Μαρτίου 2007 στο Βερολίνο, με την οποία γιορτάστηκαν οι αποδεδειγμένες επιτυχίες της πενηντάχρονης διαδικασίας, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές, καθώς επιμένει σε ανανεωμένες κοινές βάσεις, αποφεύγει τις βαριές εκφράσεις της ασυμφωνίας, όπως διεύρυνση ή Σύνταγμα, αλλά ορίζει μια προθεσμία : το έτος 2009, κατά το οποίο θα διεξαχθούν οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις οποίες θα ακολουθήσει ο σχηματισμός νέας Επιτροπής.

Με το γαλλικό « όχι », αυτό που απορρίφθηκε δεν ήταν οι προτεινόμενες θεσμικές καινοτομίες, αλλά η κατεύθυνση που πήρε η Ε. Ε. στον οικονομικό τομέα, την οποία ξαναβρίσκουμε στις διαδοχικές νομικές διατάξεις που συγκεντρώθηκαν στο τρίτο τμήμα του σχεδίου, καθώς και το αίσθημα της βεβιασμένης εδαφικής επέκτασης. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που εγκρίθηκε το 1992 από μια μικρή πλειοψηφία, δημιούργησε ένα ενιαίο νόμισμα και επιβεβαίωσε την ένταξη της ενοποιημένης Γερμανίας στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Το 2005, η γεωπολιτική συγκυρία ήταν διαφορετική. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διεύρυνση με δέκα νέα μέλη, τον Μάιο του 2004, ήταν δικαιολογημένη από ιστορική άποψη, αλλά δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο σαφούς πολιτικής αναφοράς : μια απόφαση χωρίς δημόσιο διάλογο προκάλεσε την εντύπωση μιας « ιστορίας χωρίς λόγο ». Στη διευρυμένη, πλέον, Ένωση, η ρήξη που επήλθε από την αμερικανική επιλογή να χρησιμοποιηθεί βία στο Ιράκ, βάρυνε στο σχέδιο της ευρωπαϊκής συνθήκης : ο στόχος της ήταν μάλλον να συμφιλιώσει τους Ευρωπαίους, που ήταν παράλληλα χωρισμένοι και τραυματισμένοι από την ασυμφωνία τους.

Αναδυόμενοι κόσμοι

Τελικά, οι ισχυροί του πλανήτη καθυστέρησαν να συνειδητοποιήσουν ότι η Κίνα (από το 1978) και στη συνέχεια η Ινδία (από το 1991), δεν είναι μόνο αναδυόμενες χώρες, αλλά αναδυόμενοι « κόσμοι », που έχουν μπει στο παιχνίδι της παγκόσμιας αγοράς με συγκριτικά πλεονεκτήματα (ανταγωνιστικότητα και μισθοί), φιλοδοξίες και, εν ολίγοις, τη στρατηγική θέλησή τους να βγουν από την υπανάπτυξη και τη φτώχεια. Ο ανταγωνισμός δεν έρχεται πια από ορισμένα προκεχωρημένα φυλάκια όπως η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και η Ταϊβάν, με περιορισμένο δημογραφικό δυναμικό, αλλά από χώρες με υπεροχή, τουλάχιστον πληθυσμιακή.

Πρόκειται μάλλον για θεμελιώδη μετάλλαξη που προκαλεί μια νέα μεγάλη επιτάχυνση της ιστορίας και επηρεάζει τις καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στα ευρωπαϊκά κοινωνικά κράτη. Οι γάλλοι ψηφοφόροι κατάλαβαν πολύ καλά αυτή την τριπλή αλλαγή κλίμακας, βαριά σε συνέπειες, μία εκ των οποίων είναι η σε βάθος αναδιαμόρφωση του ευρωπαϊκού σχεδίου. Γιατί, πώς να επιβεβαιωθείς ως πολιτικό υποκείμενο, [1] μέσω της υιοθέτησης ενός κειμένου που παρουσιάζεται ως συνταγματικό, σε έναν κόσμο κυριευμένο από την οικονομική και γεωπολιτική ανασφάλεια ;

Η αντίληψη της αυξανόμενης κοινωνικής ευπάθειας και το αίσθημα της πολιτικής απόρριψης κατέστησαν δυνατό το « όχι » απέναντι στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, η οποία παρουσιαζόταν ως καθ’ υπερβολήν οικονομικός φιλελευθερισμός, και εξαιτίας της αφαίρεσης μεγάλου τμήματος της ιστορίας και της γεωπολιτικής δυναμικής της από το δημόσιο λόγο. Απέναντι, μάλιστα, στη διαμόρφωση ενός ετερογενούς πολιτικού συνόλου με ασαφή σύνορα, αντιτιθέμενου στη γαλλική αναπαράσταση ενός ενιαίου έθνους-κράτους με σαφή και σταθερά πολιτικά όρια.

Στην Ολλανδία -επίσης ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και μεγάλος επωφελούμενος του ελεύθερου εμπορίου- οι επιφυλάξεις του εκλογικού σώματος συνδέονταν με το φόβο του κινδύνου διάλυσης της εθνικής ταυτότητας λόγω μη ελεγχόμενων διευρύνσεων, με την κρίση της παραδοσιακής ανοχής της κοινωνίας της απέναντι στις κοινότητες των μεταναστών και με την άρνηση να αποστερηθούν τα χαρακτηριστικά της κυριαρχίας που ενσαρκώνει το ίδιο το Σύνταγμα.

Μολονότι 18 κράτη επικύρωσαν το κείμενο, εκ των οποίων δύο με δημοψήφισμα (Λουξεμβούργο και Ισπανία), επτά άλλα κράτη επιφυλάχθηκαν. Η γεωγραφία της συνετούς σιωπής περικλείει κράτη των οποίων η πλειοψηφική αντίληψη είναι η αντίληψη μιας Ευρώπης που προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση Ελεύθερου Εμπορίου, [2] η οποία εκτείνεται από την Πορτογαλία ώς τη Σουηδία, περνώντας από την Ιρλανδία, τη Βρετανία και τη Δανία, και στην οποία προσδέθηκε η Τσεχική Δημοκρατία του Βάτσλαβ Κλάους. Ο τσέχος ηγέτης δεν κρύβει την προτίμησή του για μια απλή « Οργάνωση Ευρωπαϊκών Κρατών », στη θέση μιας Ένωσης με εκτεταμένες εξουσίες.

Πολωνική ιδιαιτερότητα

Η πολωνική περίπτωση είναι ιδιαίτερη, καθώς χαρακτηρίζεται από την αναδίπλωση στο επίπεδο της κυριαρχίας και του λαϊκισμού ενός τμήματος της ελίτ -αντίθετα με την αυξανόμενη προσχώρηση των Πολωνών στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των αγροτών- από την προσήλωση στο πολύ επωφελές σύστημα της συνθήκης της Νίκαιας για τα δικαιώματα της ψήφου [3], και από τη δύσκολη σχέση με το γερμανό γείτονα. Η προσεχής εγκατάσταση, στην Πολωνία και στην Τσεχική Δημοκρατία, αμερικανικών αντιβαλλιστικών συστημάτων, θα δυσχεράνει τις διαφορές μεταξύ τους αλλά και με άλλες χώρες, πρωτίστως με τη Γερμανία, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα τις συνέφερε να αποκατασταθεί η στρατηγική σχέση τους με τη Ρωσία.

Είναι σαφές ότι τα ερωτήματα της κοινής γνώμης των δύο χωρών του « όχι », συμμερίζονται και άλλοι. [4] Άλλωστε, αν ένα κράτος-εμπνευστής του ευρωπαϊκού σχεδίου, όπως η Γαλλία, εκφράζεται με αυτό τον τρόπο το 2005, αυτό σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει, λένε στη Λισαβόνα, και στη Χάγη.

Αρκετοί πολιτικοί αποδίδουν την ίδια σημασία στα θέματα συντονισμού της οικονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, στους μηχανισμούς που θα επιτρέψουν να μειωθεί η οικονομική ανασφάλεια, στο σεβασμό των εθνικών ταυτοτήτων -με αιχμή το τέλος διεύρυνσης- παρά στα θεσμικά ζητήματα. Δύο αντιτιθέμενες απόψεις διαγράφηκαν. Η μία, διαπιστώνοντας ότι η Ένωση συνεχίζει να λειτουργεί, έστω και στο ελάχιστο, τείνει να υποτιμήσει τα θεσμικά διακυβεύματα, να ευνοήσει τις κοινές πρωτοβουλίες σε περιορισμένους τομείς και, εν τέλει, να αντιμετωπίσει την Ένωση ως μια ενδιάμεση φάση προς έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Ανάμεσα στο έθνος και τον ευρύ κόσμο, δεν θα υπάρχει τίποτε το ουσιαστικό, εκτιμούσε ο Γκόρντον Μπράουν. Αλλά πιθανώς τώρα, που έγινε πρωθυπουργός, να αποκλίνει από τη θέση του και να εργαστεί για μια συνεχή επέκταση του ευρωπαϊκού οργανισμού. Αυτή είναι, με ορισμένες αποχρώσεις, η κεντρική θέση των κρατών που παρέμειναν σιωπηλά για το σχέδιο της συνθήκης.

Η άλλη άποψη θεωρεί την Ένωση ως πολιτική κοινότητα με σαφή όρια, που θα διαθέτει σταθερούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και θα είναι ικανή να δρα σε περιορισμένη μορφή, να οργανώνει την αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη της και να υιοθετεί μια πιο ενεργό και πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική : Γερμανία και Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο, αναμφίβολα επίσης και η Πολωνία, για το ζήτημα της ασφάλειας. Το δεύτερο σύνολο κρατών βρισκόταν, ωστόσο, σε ασυμφωνία για τη συνέχεια που θα έπρεπε να δοθεί. Η Γερμανία παρέμενε προσηλωμένη σε ένα νέο θεσμικό κείμενο όπως επιτάσσει η ομοσπονδιακή δομή της, το ίδιο και η αποκεντρωμένη Ισπανία και το ομοσπονδοποιημένο Βέλγιο. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια καθαρή κατανομή αρμοδιοτήτων.

Άλλωστε, το δημογραφικό βάρος της, το οποίο της δίνει δικαίωμα σε 99 βουλευτές, έναντι 87 στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βρετανία, καθιστά τη Γερμανία κρίσιμο παράγοντα στο πλαίσιο των δύο μεγάλων κομμάτων [σοσιαλδημοκρατικό (ΕΣΚ) και συντηρητικό (ΕΛΚ)] στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου, εάν οι θεσμικές διατάξεις της συνθήκης που απορρίφθηκαν το 2005 επαναληφθούν ακριβώς όπως ήταν σε ένα νέο κείμενο, θα ορίσουν τον προσεχή πρόεδρο της Επιτροπής το 2009. Στο Συμβούλιο, η Γερμανία θα αυξήσει σημαντικά το βάρος της στα δικαιώματα ψήφου, περνώντας από το 11%, σύμφωνα με τη συνθήκη της Νίκαιας, περίπου στο 17%. Στη Γαλλία, αντίθετα, ο στόχος συμφιλίωσης των οπαδών του « ναι » και του « όχι » πάνω σε ανανεωμένους ευρωπαϊκούς στόχους δεν περνάει υποχρεωτικά από μία θεσμική συζήτηση πάνω στις βασικές προτεραιότητες για τη χώρα.

Μια ιδέα ακόμα προωθήθηκε από τους Βέλγους και Λουξεμβουργιανούς φιλελεύθερους, όπως και από ρεύματα κεντροαριστερής τάσης (Ιταλία) ή σοσιαλδημοκρατικής (Γαλλία) : η ιδέα μιας πιο ενεργητικής δέσμευσης των κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ στον οικονομικό συντονισμό και στις πολιτικές υποστήριξης της ανάπτυξης.

Ο φόβος της Ασίας

Πέρα από τα ξόρκια για την ευρωπαϊκή οικονομική « διακυβέρνηση », θα πρόκειται συγκεκριμένα για τη λήψη συντονισμένων αποφάσεων ανάμεσα στην ομάδα των υπουργών Οικονομίας των 13 χωρών της ζώνης του ευρώ (η ευρωομάδα) και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, για την « γκρίζα ζώνη » της πολιτικής ισοτιμιών απέναντι, κυρίως, στα ασιατικά νομίσματα. Θα πρόκειται, επίσης, για την επίτευξη συμφωνίας για πιο εναρμονισμένες δημοσιονομικές πολιτικές και, γιατί όχι, για να αποκτήσει η ζώνη του ευρώ έναν υπουργό Οικονομίας, όπως αυτό είχε αντιμετωπιστεί στο σχέδιο συνθήκης για τον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων.

Έγινε, τέλος, αποδεκτό ότι οι κοινές πολιτικές πρέπει να ανανεωθούν και να διευρυνθούν : αγροτική πολιτική περισσότερο προσανατολισμένη προς την οικολογία, συντονισμένη στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας - αφού δεν μπορεί να επιτευχθεί μια ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας-, αυξημένη υποστήριξη στο έργο των ερευνητών, των σπουδαστών και των μαθητευόμενων, και στα προγράμματα έρευνας, « κυκλική » πολιτική διαχείρισης των μεταναστευτικών ρευμάτων, η οποία θα ευνοεί περισσότερο την κινητικότητα παρά την οριστική μετανάστευση ή την υπεργολαβική απώθηση των μεταναστευτικών ρευμάτων στα περιφερειακά κράτη. Όλα αυτά δεν περνούν από μια νέα συνθήκη, αλλά από μια συζήτηση βάθους η οποία δεν θα συγκαλύπτει πια τις ασυμφωνίες ή τις διαφωνίες ανάμεσα σε κράτη-μέλη και πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις.

Η πραγματικότητα, από το 2005, είναι ότι, στις επίσημες συνόδους της διευρυμένης Ένωσης, δεν υπάρχει πλέον συζήτηση για τους κοινούς στόχους -οι συνεδριάσεις είναι ολοένα και πιο σύντομες (δυόμισι ώρες για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2006) και οι αντιπροσωπείες δεν παρεμβαίνουν στην ημερήσια διάταξη που έχει ήδη διαμορφωθεί εκ των προτέρων, παρά μόνο για να προβάλουν εθνικές απόψεις. Τον Ιούνιο, η συνεδρίαση της Παρασκευής κράτησε μέχρι τα ξημερώματα του Σαββάτου, όμως αυτό έγινε εξαιτίας των διαπραγματεύσεων και όχι μιας ουσιαστικής συζήτησης.

Πέρα από τους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους, βλέπουμε ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο έχει ανάγκη επικαιροποίησης. Στα πενήντα χρόνια από τη γέννηση της ευρωπαϊκής κοινότητας, έχουν αναπτυχθεί στον πλανήτη δυνάμεις που βαραίνουν στη ζωή των Ευρωπαίων. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, καθίσταται απαραίτητο να επανεκτιμηθούν τα « ευρωπαϊκά συμφέροντα », [5] με δημόσιο διάλογο και συγκεκριμένες προτάσεις. Ο όρος αυτός εμφανίζεται μόνο δύο φορές στο σχετικό κείμενο για την ευρωπαϊκή στρατηγική ασφαλείας που παρουσιάστηκε το Δεκέμβριο του 2003 από τον Χαβιέ Σολάνα, ανώτατο εκπρόσωπο για την κοινή εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια, σχετικά με τη « διακυβέρνηση » των χωρών που γειτονεύουν με την Ένωση. Απουσιάζει, επίσης, από την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου που εξετάζει την Ευρώπη ως παγκόσμιο εταίρο.

Πίσω από το ΝΑΤΟ

Η διακριτικότητα, ή ακόμη και συστολή, συνδέεται πιθανώς με το γεγονός ότι την υπεράσπιση των ευρωπαϊκών στρατηγικών συμφερόντων ανέλαβε, εξαρχής, ο αμερικανός σύμμαχος, στο πλαίσιο του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ). Είναι ωστόσο αυταπάτη να ελπίζει κανείς ότι θα διατηρηθεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής -« Artleben », λέει η Αγκελα Μέρκελ- χωρίς τα κράτη της Ενωσης να επεξεργαστούν, αυτόνομα, τη δική τους κοσμοθεωρία για την που θα δίνει έμφαση στον πολιτισμό και στην αλληλεγγύη. [6]

Σ’ έναν πολυκεντρικό κόσμο, όπου η ύπαρξη διαφόρων δυνάμεων δεν εγγυάται τη συνεργασία τους, και όπου η Δύση δεν θα έχει πια τη δυνατότητα να υπαγορεύει τη διεθνή ημερήσια διάταξη όπως έκανε από το τέλος του 18ου αιώνα. Το ευρωπαϊκό συμφέρον είναι να ευνοηθούν οι πολυμερείς πρακτικές, στη βάση της πενηντάχρονης εμπειρίας συντονισμένων αποφάσεων, που θεμελιώνει τη νομιμοποίηση της Ένωσης. Αυτό δεν αφορά μόνο τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, αλλά και άλλους τομείς, όπως τη ρύθμιση των αγορών και τη διαρκή ανάπτυξη, όπου η Ένωση πρέπει να κάνει πρωτοπόρο έργο.

Τέλος, μολονότι είναι εύκολο για τον καθένα, πενήντα χρόνια αργότερα, να αναφέρεται σε μια χρονολογία που είναι ήδη αρκετά γνωστή, παραμένει δύσκολο να προσανατολιστεί αυτό στο χώρο. Είναι μακρύς ακόμα ο δρόμος για να γίνει γνωστή η μοναδική ιστορία των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Πώς να διεκδικεί κανείς την ενότητα και τη συμφιλίωση όταν αγνοεί την ιστορία των άλλων ;

Χρειάστηκαν περίπου 60 χρόνια -και η προσωπική ώθηση του γάλλου προέδρου και του γερμανού καγκελαρίου- ώστε να δει το φως το πρώτο γαλλο-γερμανικό εγχειρίδιο, του οποίου η σύνταξη δεν έθεσε μεγάλα ζητήματα ερμηνείας στις δύο ομάδες ιστορικών, εκτός από την αντίστοιχη εκτίμηση του ρόλου των ΗΠΑ, ο οποίος είναι πιο ευνοϊκός για τη γερμανική πλευρά.

Υπάρχουν σύνορα ;

Υπενθυμίζουμε ότι περισσότερα από τα μισά κράτη - μέλη δεν έχουν ακόμη πρεσβείες στα 26 άλλα κράτη - μέλη. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι αναπαραστάσεις (η εικόνα), πώς να φανταστεί κανείς ότι οι πολίτες μπορούν να υιοθετήσουν ένα δημοκρατικό σχέδιο από το οποίο θα αφαιρέσουν τις δικές τους εθνικές ιστορίες, και του οποίου δεν μπορούν να εντοπίσουν τα σύνορα, εφόσον, λόγω της ρευστότητάς του, το θέμα παραμένει ταμπού ;

Να ένας λόγος, ανάμεσα σε τόσους άλλους, για να αντιμετωπιστεί σοβαρά, με τη θέληση να κλείσει, το ζήτημα που πάντοτε απωθείται από τις πολιτικές (ή εξετάζεται κατά τρόπο που συνδέεται με τους πολιτισμούς) των « συνόρων ».

Οι μόνες που φαίνεται να έχουν σαφή στρατηγική άποψη των έσχατων ορίων της Ένωσης είναι οι αμερικανικές κυβερνήσεις : από την πλευρά της Ουάσιγκτον, η Ένωση πρέπει να αγκαλιάσει τελικά το σύνολο των 46 μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης -μοναδικός θεσμός ο οποίος προσδιόρισε τη γεωγραφική περίμετρό του το 1995- εκτός από ένα : τη Ρωσία. Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής, η Ένωση αποτελεί το πολιτικό και οικονομικό μέρος ενός πολιτικό-στρατηγικού συνόλου, του ΝΑΤΟ, το οποίο επεκτείνεται. Αυτό το σενάριο υπακούει, στην πραγματικότητα, στην αμερικανική στρατηγική απώθησης της Ρωσίας. Δεν είναι χωρίς κινδύνους, όπως βλέπουμε στην Ουκρανία, στη Μολδαβία και στα κράτη του Καυκάσου.

Ένα άλλο σενάριο, γεωπολιτικό και σύμφωνο με τα ευρωπαϊκά αυτόνομα συμφέροντα, συνίσταται στο να πάψουμε να συγχέουμε την « Ευρώπη », η οποία εννοείται ως κοινωνικο-ιστορική κατηγορία μεγάλης διάρκειας, και την Ευρώπη που έχει συγκροτηθεί με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εθελοντικής ένωσης δημοκρατικών κρατών, η οποία ρητά νομιμοποιείται να αποφασίζει για τα όριά της, ακόμα και κατά τρόπο προσωρινό, [7] για μια ή δυο δεκαετίες. Είναι απαραίτητη η σταθεροποίηση των ορίων σε συνδυασμό με μια πιο αποτελεσματική στρατηγική προσέγγισης με τα γειτονικά κράτη, κυρίως διευκολύνοντας την κυκλοφορία και την κατάρτιση : πρέπει, λοιπόν, να βγούμε από την αντίληψη του « όλα ή τίποτα » για την ένταξη.

Σε αυτό το σχήμα, παραμένουν δύο προβλήματα : στα δυτικά Βαλκάνια, όπου συνεχίζεται ο γεωπολιτικός κατακερματισμός, δεν είναι βέβαιο ότι το δέλεαρ της ένταξης αποτελεί λύση για τα ελλείμματα της κρατικής-εθνικής οικοδόμησης και τις απαιτήσεις για μια συμφωνία για τα συνορεύοντα κράτη τα οποία είναι ακόμα ελάχιστα βιώσιμα. Προτού γίνει ένα κράτος μέλος της Ε.Ε., δεν θα πρέπει κατ’ αρχήν να είναι πραγματικό κράτος, σε θέση να αποκαθιστά φυσιολογικές σχέσεις με το περιβάλλον του ;

Η Τουρκία και η Ε.Ε.

Με την Τουρκία, οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, είναι γεγονός. Το κυριότερο κίνητρο στην περίπτωση αυτή είναι ο αμοιβαίος φόβος των συνομιλητών να χαθεί ο άλλος. Άμεσα, είναι ρεαλιστικό να εντοπίσει κανείς μια μεγάλη πολιτική αμφισημία : οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες διεξάγονται από την κυβέρνηση του ισλαμοσυντηρητικού κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), το οποίο τις χρησιμοποιεί για να εξασθενίσει τη στρατιωτική εξουσία-εγγυήτρια της λαϊκότητας σε μια μουσουλμανική κοινωνία που είναι το πρώτο επιχείρημα που δικαιολογεί την επιλογή της ένταξης. Είναι λοιπόν συνετό ν’ αφήσουμε τις συζητήσεις να συνεχιστούν, χωρίς δράματα ούτε λοιδορίες. Στο τέλος της διαδρομής, θα υπάρξει χρόνος, για την Τουρκία, ν’ αποφασίσει εάν συμφωνεί με τη σημαντική μεταβίβαση κυριαρχίας που συνεπάγεται η ένταξη στην Ένωση.

Εάν διευκρινιστούν τα σύνορα του ευρωπαϊκού οργανισμού και η διάρθρωσή τους με την ήπειρο και τις περιοχές των μεσογειακών ακτών. Εάν επανεξεταστούν και εξηγηθούν οι σκοποί και οι στόχοι αυτού του ευρωπαϊκού συνόλου που δυστυχώς είναι μέσα στον κόσμο, και όχι μόνο εάν οι επιλογές και οι προτιμήσεις της οικονομίας και της εξωτερικής πολιτικής διατυπώνονται ξεκάθαρα από τους κυβερνώντες, κάτι που θα έπρεπε να είναι το πρώτο καθήκον τους. Και αν αυτά συζητηθούν έγκαιρα, τότε οι Ευρωπαίοι, ιδιαίτερα οι Γάλλοι, θα μπορούσαν να ζήσουν ξανά ως πολιτικά υποκείμενα ενός γεωπολιτικού σχεδίου που μοιράζονται με άλλους.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Alain Mergier, « Le jour ou la France a dit non, Comprendre le référendum du 29 mai 2005 », Fondation Jean-Jaurès-Plon, Παρίσι, 2005.

[2] Με πρωτοβουλία του Λονδίνου, η Ευρωπαϊκή Ένωση Ελεύθερου Εμπορίου ιδρύθηκε με τη συνθήκη της Στοκχόλμης, στις 20 Νοεμβρίου 1959, ως αντίβαρο στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα που είχε δημιουργηθεί δυο χρόνια νωρίτερα. Έξι από τα μέλη της προσχώρησαν προοδευτικά στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία έγινε Ευρωπαϊκή Ένωση το Νοέμβριο του 1993 : Βρετανία και Δανία το 1973, Πορτογαλία το 1986, Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία το 1995. Η Ευρωπαϊκή Ένωση Ελεύθερου Εμπορίου δεν αριθμεί σήμερα παρά μόνο τέσσερα μέλη : την Ισλανδία, το Λιχτενστάιν, τη Νορβηγία και την Ελβετία.

[3] Σύμφωνα με τη συνθήκη της Νίκαιας, η οποία ισχύει σήμερα, η Ισπανία και η Πολωνία διαθέτουν 27 ψήφους στο Συμβούλιο, κάτι που αποτελεί υπερεκπροσώπηση σε σχέση με το δημογραφικό βάρος τους, εφόσον η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία διαθέτουν 29 ψήφους.

[4] Βλέπε « L’Union européenne un demi-siècle plus tard : état des lieux et scénarios de relance », note no 37 de la Fondation Robert Schuman, Παρίσι, Νοέμβριος 2006.

[5] Michel Foucher, « Les intérêts communs des Européens », στο Thierry Chopin και Michel Foucher (υπό τη διεύθυνσή του), « L’Etat de l’ Union. Rapport Schuman 2007 sur l’Europe », Fondation Robert Schuman - Lignes de repères, Παρίσι, 2007.

[6] Ένα, μόνο, παράδειγμα : γιατί να μη γενικευτούν οι κοινωνικές διατάξεις στις εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης με τις τρίτες χώρες ; Βλέπε « Un nouvel élan pour une Europe sociale », κείμενο που προτάθηκε από οκτώ υπουργούς Εργασίας (Βέλγιο, Βουλγαρία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Κύπρος, Ουγγαρία), στις 14 Φεβρουαρίου 2007.

[7] « L’Union politique européenne : un territoire, des frontières, des horizons », Esprit, Παρίσι, Νοέμβριος 2006.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette