monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2000 > 11. Νοέμβριος > Τι να κάνουμε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ;

Τι να κάνουμε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ;

dimanche 5 novembre 2000, par Grunberg Isabelle

Η πολιτική είναι η τέχνη να αποφασίζεις « ποιος αποκτά τι, πότε και πώς ». Κάτω από ένα τεχνοκρατικό πέπλο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο « κάνει πολιτική » με διάφορους τρόπους στις χώρες όπου ασκεί την επιρροή του. Και όσοι ωφελούνται από την πολιτική του είναι συχνότερα πλούσιοι παρά φτωχοί. Όσον αφορά το ΔΝΤ, μπορεί να γίνει λόγος ακόμη και για πραγματική αναδιανομή προς όφελος των πλουσίων, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σε εθνικό επίπεδο, αυτή η αντίστροφη αναδιανομή αποτελεί άμεση συνέπεια των οικονομικών προγραμμάτων που συγκροτούν τον αμετάβλητο σκληρό πυρήνα των προϋποθέσεων που επιβάλλονται :

*Οι πολιτικές της προσφοράς, που στοχεύουν στην προσέλκυση των επενδυτών ακόμη και αν αυτό γίνεται σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων και του περιβάλλοντος.

*Η μείωση στο απολύτως ελάχιστο των κοινωνικών υπηρεσιών και προγραμμάτων, η μετατροπή της υγείας και της εκπαίδευσης σε παροχές επί πληρωμή, και η κατάργηση των επιδοτήσεων σε διατροφικά και άλλα προϊόντα πρώτης ανάγκης.

*Η επιμονή στη σταθερότητα του νομίσματος -που ωφελεί τους κατόχους κεφαλαίων και στρέφεται εναντίον των ασθενεστέρων, οι οποίοι πλήττονται από τα μέτρα λιτότητας (που δεν ευνοούν την απασχόληση)- και στη δημοσιονομική αυστηρότητα.

*Οι περιοριστικές νομισματικές πολιτικές (υψηλά επιτόκια) που ωφελούν τους πλούσιους περισσότερο από τους φτωχούς, στο βαθμό που οι πρώτοι διαθέτουν κεφάλαια, ενώ οι δεύτεροι χρωστούν.

*Η έμφαση που δίνεται στη συγκέντρωση συναλλαγματικών αποθεμάτων, που απαιτεί τόσο την επιβράδυνση της κατανάλωσης όσο και των εισαγωγών, για να προκύψουν εμπορικά πλεονάσματα.

*Η απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων προκαλεί χρηματιστικές κρίσεις και, μαζί, μέτρα προσαρμογής των οποίων το βάρος επωμίζονται κυρίως οι φτωχότεροι.

*Οι ιδιωτικοποιήσεις σε κλάδους που δεν υπόκεινται στον ανταγωνισμό, οι οποίες αποφέρουν έσοδα σε βάρος των χρηστών.

*Φορολογικές μεταρρυθμίσεις που ευνοούν τη « διεύρυνση της φορολογικής βάσης » (προς τα χαμηλότερα εισοδήματα).

Αποτέλεσμα : Η ανισοκατανομή των εισοδημάτων, παγκοσμίως, υπερδιπλασιάστηκε από το 1960, ενώ το χάσμα ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες τριπλασιάστηκε. [1]

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, ωστόσο, δεν πρόκειται παρά για ένα πικρό ποτήρι που, μακροπρόθεσμα, θα θεραπεύσει τον άρρωστο. Επιπλέον, λίγη ανισότητα δεν είναι κακό πράγμα. Επιτρέπει την απελευθέρωση πόρων με τη μορφή κεφαλαίων για επένδυση.

Μπροστά, όμως, σε αυτή την οπισθοδρόμηση, γίνεται αντιληπτό, ακόμη και με βάση καθαρά οικονομικά κριτήρια, και ακόμη και μακροπρόθεσμα, ότι αυτή η θεραπεία απέτυχε σχεδόν παντού. Αυτό διαπιστώθηκε πρώτα με τη « χαμένη δεκαετία » της Αφρικής, τη δεκαετία του ’80, και, στη συνέχεια, με το « μεγάλο άλμα προς τα πίσω » των χωρών του πρώην ανατολικού συνασπισμού, τη δεκαετία του ’90.

Για να συμπληρωθεί η εικόνα, είδαμε με ποιον τρόπο, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η χρηματιστική κρίση στη ΝΑ Ασία εξάλειψε από τη μια ημέρα στην άλλη δεκαετίες προόδου στην περιοχή. Και τώρα η Παγκόσμια Τράπεζα αναγνωρίζει ότι η Λατινική Αμερική δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι πριν είκοσι χρόνια. [2]

Η μόνη περιοχή του κόσμου που γνώρισε ισχυρή και αδιάκοπη οικονομική μεγέθυνση κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν επίσης μία από τις ελάχιστες χώρες που χάραξαν την πολιτική τους με ανεξάρτητο τρόπο, η Κίνα. [3]

Η αντίστροφη αναδιανομή προσλαμβάνει την ακραία μορφή της όταν οι ηγέτες μιας χώρας ιδιοποιούνται ξεκάθαρα τα χρήματα που τους έχει δανείσει το ΔΝΤ, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός επωμίζεται την εξυπηρέτηση του χρέους. Πράγματι, οι πολίτες των αναπτυσσόμενων χωρών συνάπτουν τακτικά δάνεια δισεκατομμυρίων δολαρίων χωρίς να ζητείται η γνώμη τους.

Στις περιπτώσεις διασπάθισης (σοβαρές υποψίες βάρυναν πρόσφατα τις κεντρικές τράπεζες της Ρωσίας και της Ουκρανίας), το ΔΝΤ είναι όχι μόνο συνένοχο αλλά και εγκέφαλος ενός τεράστιου συστήματος αφαίμαξης, που χρηματοδοτεί άμεσα την κατανάλωση μερικών ανθρώπων. Όπως το διατύπωσε ο Ουίλιαμ Γκέτσμαν, διευθυντής του New International Center for Finance του πανεπιστημίου Γιέιλ, « τα εξωτερικά δάνεια που παραχωρούνται σε μη δημοκρατικές κυβερνήσεις θα έπρεπε να αναγνωρίζονται ως αυτό που είναι : εκμετάλλευση που γίνεται σε συνεργασία ». [4]

Οι δημοκρατικοί θεσμοί, οι εκλογές ή τα Κοινοβούλια αποτελούν διακοσμητικά στοιχεία εάν οι αποφάσεις που σημαδεύουν τη ζωή ενός έθνους λαμβάνονται στο εξωτερικό.

Η κατάρτιση του προϋπολογισμού, για παράδειγμα, είναι μια κατ’ εξοχήν πράξη αναδιανομής, και αυτό ισχύει για τη μεγάλη πλειοψηφία των κυβερνητικών αποφάσεων, ακόμη και όταν πρόκειται για φαινομενικά ασήμαντα ζητήματα, όπως οι βιομηχανικές προδιαγραφές και άλλοι κανονισμοί. Το ΔΝΤ, όμως, μέσω των προϋποθέσεων που θέτει, οι οποίες διαμορφώνονται έξω από την ενδιαφερόμενη χώρα, επεμβαίνει πρακτικά σε όλους τους τομείς της δημόσιας δράσης. Και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

Όλα τα παραπάνω θα έπρεπε να οδηγήσουν στη λήψη ορισμένων απλών και πρακτικών, άμεσα εφαρμόσιμων, μέτρων. Πρώτα απ’ όλα, για να περιοριστεί ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας των επιπτώσεών τους, τα δάνεια του ΔΝΤ θα έπρεπε να εγκρίνονται από τα Κοινοβούλια των « ωφελούμενων » χωρών. Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, μόνο ορισμένα στοιχεία του « πακέτου προϋποθέσεων » υποβάλλονται στους βουλευτές, αλλά όχι το ίδιο το δάνειο.

Έτσι, τα Κοινοβούλια βρίσκονται μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός μιας συμφωνίας την οποία έχει ήδη διαπραγματευτεί και εγκρίνει η εκτελεστική εξουσία. Για να διευκολυνθούν οι βουλευτές στην αξιολόγηση του κόστους και των πλεονεκτημάτων των δανείων αυτών, θα έπρεπε να τους προσφέρεται τεχνική βοήθεια με τη μορφή ερευνών, προβλέψεων και αναλύσεων σχετικά με τις επιπτώσεις, που θα εκπονούνται από πραγματικά ανεξάρτητους ειδικούς.

Το περιεχόμενο των προγραμμάτων που συνοδεύουν τα δάνεια του ΔΝΤ πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά, ώστε να τονωθεί η απασχόληση και να προωθηθεί μια μακρόχρονη μεγέθυνση που να ευνοεί τους φτωχότερους. Μετά την ασιατική κρίση έγινε δυνατό να καταγραφεί η ανάδυση νέων ιδεών στους ίδιους τους κόλπους του ΔΝΤ, αλλά η αντίδραση γρήγορα επανέκτησε τον έλεγχο για να καταπνίξει τη συζήτηση που ξεκινούσε. Ο πρώην αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζόζεφ Στίγκλιτς υποχρεώθηκε να παραιτηθεί για να μην υποστηρίξει πολιτικές που, όχι μόνο δεν προέκυπταν από δημοκρατικό διάλογο στο εσωτερικό της ενδιαφερόμενης χώρας, αλλά τοποθετούνταν υπεράνω του επιστημονικού διαλόγου μεταξύ των οικονομολόγων. [5]

Όσα διαπιστώνονται σε εθνικό επίπεδο ισχύουν, επίσης, σε διεθνές επίπεδο, στις σχέσεις μεταξύ κρατών : παραβίαση των δημοκρατικών αρχών, αναδιανομή των παραγωγικών πόρων από τους φτωχούς προς τους πλούσιους.

Ένας από τους πρωταρχικούς ρόλους του ΔΝΤ, σύμφωνα με τις αρχές του, είναι « η αποφυγή δυσλειτουργικών προσαρμογών », κάτι που συμβαίνει όταν το ισοζύγιο πληρωμών μιας χώρας είναι ελλειμματικό, δηλαδή όταν αυτή δεν διαθέτει επαρκή συναλλαγματικά αποθέματα για να διεξάγει εμπορικές δραστηριότητες με τον υπόλοιπο κόσμο στην ισχύουσα ισοτιμία.

Οι προσαρμογές αυτού του τύπου έχουν κριθεί επιζήμιες για τον υπόλοιπο κόσμο, γιατί συχνά συνεπάγονται υποτιμήσεις, περιρισμούς στο εμπόριο ή την εφαρμογή συναλλαγματικών ελέγχων (η Μαλαισία, η οποία μετά την κρίση ήταν η μόνη χώρα που απέρριψε τις συμβουλές του ΔΝΤ, αποτελεί σχετικό παράδειγμα). Βρισκόμαστε, έτσι, μπροστά σε μια εξωφρενική κατάσταση : οι χώρες του Νότου, που υφίστανται στις πολιτικές των προϋποθέσεων, καλούνται να « εσωτερικεύσουν » τις προσαρμογές τους (με μέτρα λιτότητας), αντί να λάβουν μέτρα που θα επηρέαζαν « τον υπόλοιπο κόσμο », δηλαδή το Βορρά !

Οι προϋποθέσεις που τίθενται από το ΔΝΤ εγγυώνται έτσι ότι το βάρος από οποιαδήποτε ρήξη στο εξωτερικό ισοζύγιο (ακόμη κι αν αυτή έχει προκληθεί από εξωγενείς παράγοντες, όπως η πτώση των τιμών των πρώτων υλών ή διεθνείς χρηματιστικές κρίσεις) θα το επωμίζονται οι φτωχότερες χώρες, και, στο εσωτερικό τους, τα λιγότερο προνομιούχα στρώματα.

Ο καπιταλισμός των φίλων

Σε μακροπολιτικό επίπεδο, το ΔΝΤ έχει εγκαταλείψει κάθε αξίωση ουδετερότητας. Κάτι που δεν προκαλεί καμία έκπληξη όταν ακούμε τον πρόεδρο της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας Τζες Χελμς, σε επίσκεψή του στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τον Ιανουάριο του 2000, να καλεί τον Οργανισμό να « αποτελέσει εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλιώς... ».

Αυτά είναι τα προβλήματα που παρουσιάζονται όταν ένας πολυμερής θεσμός προωθεί συστηματικά τα συμφέροντα μιας μόνο χώρας σε βάρος των συμφερόντων του υπόλοιπου κόσμου. [6] Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια, και μετά την ασιατική κρίση του 1997, όταν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών υπονόμευσε επανειλημμένα τις προτάσεις δημιουργίας ενός περιφερειακού νομισματικού Ταμείου για την Ασία, το οποίο θα χρηματοδοτούνταν από την Ιαπωνία και θα είχε διευκολύνει την έξοδο της ηπείρου από την κρίση. Οι εκτελεστικοί διευθυντές (εκπρόσωποι των κρατών) του ΔΝΤ αναγνωρίζουν οικειοθελώς ότι οι αποφάσεις τους όσον αφορά τα δάνεια ακολουθούν πιστά τις συστάσεις της Ουάσιγκτον. Η χορήγηση (ή η απειλή άρνησης) των δανείων αυτών χρησιμοποιείται συστηματικά για την ενίσχυση των στρατιωτικών συμμαχιών των Ηνωμένων Πολιτειών ή για την επίτευξη παραχωρήσεων, κυρίως εμπορικού χαρακτήρα. Έτσι, και για να ανοίξουν τις αγορές του εξωτερικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποφεύγουν τις αμοιβαίες παραχωρήσεις στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).

Ο ανοιχτά μεροληπτικός χαρακτήρας του ΔΝΤ επιτρέπει αναμφίβολα να του επιστραφεί η κατηγορία του « καπιταλισμού των φίλων » (των δικών μας) (crony capitalism), που τόσο χρησιμοποιήθηκε ενάντια στα καθεστώτα της Ανατολικής Ασίας κατά την κρίση του 1997-1999. Επιβάλλεται, συνεπώς, να τροποποιηθούν οι δομές του σχετικά με τη λήψη αποφάσεων ώστε να τους δοθεί ευρύτερη βάση. Η προσωρινή επιτροπή του Συμβουλίου των Διοικητών -της λεγόμενης ομάδας των 24, γιατί απαρτίζεται από 24 υπουργούς Οικονομικών ή διοικητές κεντρικών τραπεζών- θα έπρεπε να είναι το ανώτατο όργανο λήψης πολιτικών αποφάσεων και να πάψει να έχει έναν απλό συμβουλευτικό ρόλο δίπλα στο Συμβούλιο των Διοικητών. Τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής -και άλλα προγράμματα- θα έπρεπε να αξιολογούνται από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ή από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιό τους, αν όχι εκ των προτέρων, τουλάχιστον μετά την εφαρμογή τους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που προσπαθεί εδώ και μερικά χρόνια να συγκροτήσει μια αντι-εξουσία έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών στο εσωτερικό του ΔΝΤ, θα έπρεπε επίσης να ενισχύσει την πνευματική επιρροή της στη διαμόρφωση των πολιτικών - ώστε να τις καταστήσει πιο δημοκρατικές και καλύτερα προσαρμοσμένες στις προκλήσεις της ανάπτυξης και τα μαθήματα της Ιστορίας.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Η σχέση ανάμεσα στο εισόδημα του πλουσιότερου 20% και το εισόδημα του φτωχότερου 20% πέρασε από το 1/30, το 1960, στο 1/74, το 1997. Το χάσμα ανάμεσα στο μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα στις πλούσιες χώρες και στις φτωχές χώρες πέρασε από 5.700 δολάρια, το 1960, σε 15.400 δολάρια το 1993. Πηγή : Έκθεση για την ανθρώπινη ανάπτυξη, Economica, Παρίσι, 1996 και 2000.

[2] « Latin America Νο Better Off Now, says World Bank », « Financial Times », Λονδίνο, 4 Φεβρουαρίου 2000.

[3] « Growth may be good for the poor... But are IMF and World Bank policies good for growth ? », Center for Economic and Policy Research, Ουάσιγκτον, Αύγουστος 2000.

[4] « The New York Times », 12 Οκτωβρίου 1999.

[5] Joseph Stiglitz : « The Insider : What Ι Learnt at the World Economic Crisis », « The New Republic », Ουάσιγκτον, 17 Απριλίου 2000.

[6] Βλ. Noam Chomsky, « Η Αμερική "κράτος παρίας" », Le Monde diplomatique -« Κ.Ε. », 10 Σεπτεμβρίου 2000. Βλ. http://monde-diplomatique.gr/spip.php ?article308


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette