monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2009 > 01. Ιανουάριος > Ο παράδεισος Τζέρσεϊ σε δύσκολους καιρούς

Κρυφός κουμπαράς για κερδοσκόπους

Ο παράδεισος Τζέρσεϊ σε δύσκολους καιρούς

Κρίση, ώρα για μπίζνες. Αποστολή

dimanche 11 janvier 2009, par Cyran Olivier

Γερμανία, Κίνα, Γαλλία, Ινδία, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο : οι κυβερνήσεις αναγγέλλουν φαραωνικά σχέδια για την αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης. Αποπροσανατολισμένες, οι χρηματαγορές πολλαπλασιάζουν τις σπασμωδικές κινήσεις τους. Το κράτος, το οποίο πριν από λίγο καιρό βρισκόταν στο περιθώριο, γίνεται και πάλι ο πρωταγωνιστής της οικονομίας. Και, μάλιστα, σε σημείο ώστε ο ΟΟΣΑ να προειδοποιεί διά στόματος Κλάους Σμιντ-Χέμπελ, επικεφαλής των οικονομολόγων του οργανισμού : « Εάν ένας κατασκευαστής χρεοκοπήσει, οι αγοραστές θα στραφούν στους ανταγωνιστές του : σε αυτήν την περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα διάχυσης του προβλήματος σε ολόκληρη την οικονομία ». Όμως, ο εν λόγω κανόνας δεν ισχύει για τις τράπεζες...

Μετά τη σωτηρία της Citigroup και την εξαγγελία από την Ουάσιγκτον, στις 25 Νοεμβρίου, για νέα μετάγγιση αίματος στον τραπεζικό τομέα, ύψους 800 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα ποσά που έχουν διατεθεί μονάχα από τις αμερικανικές αρχές για την ενίσχυση του συγκεκριμένου κλάδου ή για την εγγύηση των περιουσιακών του στοιχείων πλησιάζουν τα 8.500 δισ. δολάρια.

Μέρος του ποσού θα καταλήξει στους λογαριασμούς χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε φορολογικούς παραδείσους. Εκεί, όπου, παρά τις θεατρικές χειρονομίες των πολιτικών υπευθύνων, οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν βιώνουν την κρίση.

« Να εξαλείψουμε τους φορολογικούς παραδείσους ; Ναι, άκουσα να μιλάνε γι’ αυτό στο BBC. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο πρόεδρός σας, ο Σαρκοζί, είναι πολύ θυμωμένος. Ε, λοιπόν, αν βρείτε εδώ έστω κι ένα άτομο το οποίο να παίρνει αυτές τις απειλές στα σοβαρά, θα έχετε την καλοσύνη να μου το υποδείξετε ; » Σκασμένο στα γέλια, το καλοντυμένο στέλεχος σβήνει στο δάπεδο το τσιγάρο του και ξαναμπαίνει στο κτίριο.

Στις μαρμάρινες πλάκες της εισόδου αστράφτουν περίπου πενήντα πινακίδες με χρυσά γράμματα, αποκαλύπτοντάς μας την ταυτότητα των ενοίκων : λογιστικά γραφεία, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, δικηγόροι-σύμβουλοι επιχειρήσεων, διαχειριστές εταιρειών φαντασμάτων... Ολόκληρο το παραλιακό μέτωπο του Σεντ-Ελιέ, της πρωτεύουσας του Τζέρσεϊ, έχει πλήρως καταληφθεί από τα γρανάζια του μηχανισμού της φοροδιαφυγής.

Από τους 86.000 κατοίκους του μικρού αγγλονορμανδικού νησιού, περισσότεροι από 12.000 (το ένα τέταρτο του ενεργού πληθυσμού) εργάζονται αποκλειστικά στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Όποιοι περίμεναν ότι η φραστική επίθεση του γάλλου προέδρου ενάντια στους φορολογικούς παραδείσους θα τρομοκρατούσε όσους αποτελούσαν τον στόχο της θα απογοητευθούν. Το βράδυ της 15ης Οκτωβρίου, παρά τον « σκληρό κι αδιάλλακτο λόγο » του Νικολά Σαρκοζί στις Βρυξέλλες -σύμφωνα με την έκφραση της « Le Monde » [1]-, με τον οποίο ζητούσε την « εξάλειψη κάθε σκοτεινής ζώνης » του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος, ο τοπικός τύπος αδιαφόρησε πλήρως για το γεγονός αυτό.

Ποιες δηλώσεις ;

Την επομένη, η « Jersey Evening Post », η μοναδική εφημερίδα του νησιού, αφιέρωσε το πρωτοσέλιδό της στις κακές επιδόσεις των ντόπιων αθλητών στους αγώνες εφήβων της κοινοπολιτείας, που διεξήχθησαν στην Ινδία. Ούτε μία λέξη για τις βαρύγδουπες προεδρικές δηλώσεις Σαρκοζί, παρά το γεγονός ότι τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης έσπευσαν να τονίσουν τον αντίκτυπό τους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Να αψήφησε, άραγε, η εφημερίδα τον επικείμενο κίνδυνο ή μήπως επρόκειτο για μια ψύχραιμη και σωστή εκτίμηση των συσχετισμών δυνάμεων ; Τα « κράτη του Τζέρσεϊ » -αυτή είναι η επίσημη ονομασία της επικράτειας-κονφετί που βρίσκεται σε απόσταση είκοσι χιλιομέτρων από τις γαλλικές ακτές- τυπικά είναι ανεξάρτητα, αν και ανήκουν στο βρετανικό στέμμα και διαθέτουν ένα ακαθάριστο εγχώριο προϊόν το οποίο, αν διαιρεθεί διά του αριθμού των κατοίκων, κατατάσσει τη χώρα στην τρίτη θέση των πλουσιότερων χωρών, μετά το Λουξεμβούργο και τις Βερμούδες.

Σύμφωνα με τον αμερικανό αναλυτή Μάρτιν Σάλιβαν, τα κεφάλαια που έχουν κατατεθεί στο νησί ξεπερνούσαν, το 2006, τα 500 δισ. λίρες (600 δισ. ευρώ). [2] Βέβαια, πρόκειται για εξαιρετικά μικρό μερίδιο, αν συγκριθεί με τα 11,5 τρισ. δολάρια (9,2 τρισ. ευρώ) που φυγαδεύουν οι πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη στους τόπους που φιλοξενούν τις υπεράκτιες εταιρείες. [3] Ωστόσο, το μερίδιο του Τζέρσεϊ αυξάνεται διαρκώς.

Αντιμέτωπο με τον ξέφρενο, πλέον, ανταγωνισμό ανάμεσα στις μερικές δεκάδες φορολογικούς ή τραπεζικούς παραδείσους που καταγράφονται σε ολόκληρο τον κόσμο, [4] το Τζέρσεϊ επιδιώκει να εδραιώσει τη θέση του. Μέχρι πέρυσι φορολογούσε τις ξένες εταιρείες εφαρμόζοντας την εξαιρετικά... φιλόξενη κλίμακα του 10%. Όμως, η νήσος Μαν, ένας από τους σκληρότερους ανταγωνιστές του, προχώρησε περισσότερο, καταργώντας κάθε άμεσο φόρο στον πακτωλό των κεφαλαίων που εισάγουν οι ξένοι επενδυτές. Το Τζέρσεϊ αντέδρασε υιοθετώντας με τη σειρά του το ίδιο μέτρο : οι πολυεθνικές δεν θα πληρώνουν ούτε δεκάρα, ενώ η κλίμακα του 10% θα ισχύει μονάχα για τις ντόπιες επιχειρήσεις του χρηματοοικονομικού κλάδου.

Παράλληλα, εδραιώνει την πλεονεκτική θέση του παρέχοντας νέα, δελεαστικά κίνητρα προς τα hedge funds (τα κερδοσκοπικά κεφάλαια). Από την 1η Ιανουαρίου του 2008, οποιοσδήποτε διαθέτει ένα ελάχιστο κεφάλαιο ύψους ενός εκατομμυρίου δολαρίων μπορεί να κερδοσκοπήσει στις αγορές υψηλού κινδύνου μέσω μιας shell company (εταιρεία κέλυφος) στο Τζέρσεϊ, « κομμένης και ραμμένης στα μέτρα του », δίχως να απαιτείται η παραμικρή άδεια ή να υποβάλλεται στον παραμικρό έλεγχο.

Η καινοτομία « ανταποκρίνεται στο αίτημα των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και των υπόλοιπων διαχειριστών των "εναλλακτικών μορφών επένδυσης", οι οποίοι επιθυμούσαν ένα προϊόν απαλλαγμένο από κάθε νομοθετική ρύθμιση », εξηγεί ένας υπεύθυνος της Jersey Finance Limited, του ημιδημόσιου οργανισμού στον οποίο έχει ανατεθεί η προβολή των οικονομικών θέλγητρων του νησιού στους επενδυτές.

Το « γραφείο προώθησης του τουρισμού που απευθύνεται σε δισεκατομμυριούχους » -έτσι αποκαλούν οι ντόπιοι τον τουρισμό τους- υπερηφανεύεται ότι, μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου του 2008, εξασφάλισε τη δημιουργία 24 εταιρειών τύπου shell company. Βέβαια, η κατάρρευση των χρηματιστηρίων αμαύρωσε κάπως τη φήμη τους και μείωσε την απόδοσή τους, ωστόσο, τα hedge funds φαίνονται ακόμη ευχαριστημένα με το Τζέρσεϊ.

Η συνταγή του τραστ

Πάντως, η τοπική... σπεσιαλιτέ εξακολουθεί να είναι η βιομηχανία των τραστ (trust). Το τραστ είναι μια απερίγραπτα βολική νομική ιδιομορφία, η οποία σας επιτρέπει να αποκρύψετε την προσωπική σας περιουσία από την εφορία -όπως επίσης από τη σύζυγο ή τους κληρονόμους σας- εμφανίζοντάς την στο όνομα ενός « αχυράνθρωπου ».

Θεωρητικά, τα χρήματα δεν σας ανήκουν, στην πράξη, όμως, είναι απόλυτα δικά σας : έτσι, έχετε όλα τα πλεονεκτήματα του πλούτου χωρίς κανένα από τα μειονεκτήματά του. Μονάχα μετά από εξαιρετικά ατυχείς περιστάσεις μπορεί να βρεθούν τα ίχνη σας. Κάτι τέτοιο συνέβη τον Ιούλιο του 2004, όταν το προβληματικό διαζύγιο ενός ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ οδήγησε τη βρετανική Δικαιοσύνη στα ίχνη ύποπτων για μεταφορές ποσών στον λογαριασμό ενός trust του Τζέρσεϊ.

Αποδείχθηκε ότι χρησίμευε για την αποφυγή της καταβολής φόρου για τα πριμ που πλήρωνε η ομάδα στον προπονητή και τους παίκτες της. Και, όπως εξηγεί ένας ντόπιος γνώστης του μηχανισμού (επιθυμεί, βεβαίως, να διατηρήσει την ανωνυμία του), « σπάνια τσιμπάνε τους πελάτες μας. Οι αρχές του νησιού είναι κατενθουσιασμένες με το συγκεκριμένο τέχνασμα. Το πλεονέκτημα των τραστ είναι ότι ξεφεύγουν όχι μόνο από κάθε έλεγχο αλλά και από τα σκαμπανεβάσματα της αγοράς : ακόμα κι αν ξεσπάσει κρίση, υπάρχουν πάντα πλούσιοι και, συνεπώς, ένα στοργικό καταφύγιο για τα λεφτά τους ». Αλλά είναι, άραγε, το σύστημα των νησιών αρκετά στέρεο για να καταφέρει να επιβιώσει από την « επανίδρυση του καπιταλισμού » ; [5] Δεν φοβάται μήπως καταρρεύσει από τα σκληρά χτυπήματα του γάλλου πρωθυπουργού Φρανσουά Φιγιόν, ο οποίος βροντοφώναξε ενώπιον της γαλλικής Βουλής στις 14 Οκτωβρίου : « Στο εξής, δεν πρέπει να υφίστανται μαύρες τρύπες όπως είναι τα υπεράκτια κέντρα » ;

Ο Φρανκ Γουόκερ, πρωθυπουργός του νησιού, δεν θέλησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Πρώην διευθυντικό στέλεχος της Barclays και πρώην ιδιοκτήτης της « Jersey Evening Post », την οποία πούλησε το 2005 στον βρετανό συνέταιρό του, ο « chief minister » διευθύνει τώρα μια κυβέρνηση της οποίας τα έξι από τα δέκα μέλη είναι πολυεκατομμυριούχοι. Απευθυνθήκαμε στον πιο γνωστό από αυτούς, τον γερουσιαστή και επιχειρηματία Φιλίπ Ουζούφ, υπουργό Οικονομικής Ανάπτυξης, ο οποίος έχει σπουδάσει στο European Business School του Λονδίνου.

Ο φόρος των φτωχών

Ο Φιλίπ Ουζούφ κατέχει έναν επίζηλο τίτλο : επινόησε τον Goods and Services Tax (GST), έναν έμμεσο φόρο 3% που επιβάλλεται στα αγαθά και στις υπηρεσίες, πλην εκείνων του χρηματοοικονομικού τομέα. Με τα έσοδα που θα αποφέρει αυτός ο φόρος θα αναπληρωθούν οι απώλειες των δημόσιων εσόδων από την κατάργηση του φόρου στις αλλοδαπές εταιρείες, η οποία δημιούργησε μια « τρύπα » 100 εκατ. λιρών (118 εκατ. ευρώ) στον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους.

Μία από τις γραφικές πλευρές του GST είναι ότι επιβάλλεται σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης (όπως τα φάρμακα και τα σχολικά είδη), όχι όμως και στο πετρέλαιο που... προορίζεται για τα κότερα. Πρόκειται για μια απόλυτα κατανοητή απαλλαγή θα λέγαμε, μια και όλοι γνωρίζουμε πόσο έχει περιοριστεί η αγοραστική δύναμη όσων κατέχουν μεγάλες περιουσίες...

Είναι αδύνατον να συναντήσεις έστω και έναν κάτοικο του Τζέρσεϊ που να μη συμμετέχει στη βιομηχανία των υπεράκτιων επιχειρήσεων και να μην αφρίζει από τον θυμό του στο άκουσμα αυτών των επάρατων αρχικών. « Ο GST ; Μιλάμε για μεγάλη αλητεία, για ένα χαρακτηριστικό προϊόν αυτού του νησιού : αντί για τους πλούσιους, πληρώνουν οι φτωχοί » σχολιάζει μια έμπορος της Κινγκ Στριτ, του πιο πολυσύχναστου εμπορικού δρόμου του Σεντ-Ελιέ. « Μην αναφέρετε, όμως, το όνομά μου γιατί, δεν έχω την παραμικρή όρεξη για μπλεξίματα ».

Ο φόβος παραλύει τους περισσότερους από τους δυσαρεστημένους και τους εμποδίζει να εκφράσουν δημόσια τη διαφωνία τους. Στο Τζέρσεϊ δεν υπάρχει οργανωμένη αντιπολίτευση, ούτε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης. Ανύπαρκτος επίσης και ο συνδικαλισμός, με εξαίρεση το νοσοκομείο και τα μέσα μεταφοράς. Ακόμα κι εκεί, η μοναδική οργάνωση που υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργαζομένων, η οποία συμμετέχει στο βρετανικό συνδικάτο Unite, παραπαίει, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με τις απειλές αντιποίνων και με μια εργατική νομοθεσία που θυμίζει μπανανία.

Δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στον χρόνο εργασίας, ούτε και η παραμικρή αποζημίωση για απόλυση ή επιδόματα ανεργίας.

Αντίθετα, υπάρχουν δρακόντειοι περιορισμοί στο δικαίωμα της απεργίας. « Δεν ζούμε σε μια δημοκρατική χώρα » δηλώνει ο Νικ λε Κορνί, ιδρυτής του Time4Change (Καιρός για Αλλαγή), μιας από τις ελάχιστες αντιπολιτευόμενες ομάδες στο νησί, και νομικός σύμβουλος σε μια εταιρεία του χρηματοοικονομικού τομέα. Και συνεχίζει : « Η απουσία κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών ωφελεί το οικονομικό σύστημα, το οποίο έχει καταλάβει ολόκληρη τη χώρα και συντάσσει τους νόμους που μας κυβερνούν. Έτσι, ο κόσμος φοβάται. Εδώ, ακόμα κι αν είσαι φτωχός, πάντα θα διατηρείς λιγότερο ή περισσότερο στενές σχέσεις με κάποιο μέλος μιας κλίκας. Σε όλα αυτά προστίθεται κι ένας πολιτισμικός παράγοντας : οι κάτοικοι του Τζέρσεϊ έχουν αγροτική καταγωγή, ποτέ δεν είχαν ταξική συνείδηση, ούτε είναι εξοικειωμένοι με τις συνδικαλιστικές πρακτικές, όπως συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο ». Παρά το γεγονός ότι οι κοινωνικές συνθήκες φαίνονται ιδιαίτερα ευνοϊκές για την κυβέρνηση, η ίδια απέτυχε να πείσει τον πληθυσμό για την ορθότητα της μεταρρύθμισής της. Πολλά καταστήματα έχουν αναρτήσει στη βιτρίνα τους την επιγραφή « Χωρίς GST », για να ενημερώσουν τους καταναλωτές ότι ο ιδιοκτήτης τους προτιμά να μην αυξήσει τις τιμές και να περιορίσει ισόποσα το περιθώριο κέρδους του.

Ένα κείμενο διαμαρτυρίας που ζητάει την κατάργηση του φόρου που θέσπισε ο γερουσιαστής Ουζούφ συγκέντρωσε 19.000 υπογραφές : πρόκειται για ιστορικό γεγονός σε αυτή τη χώρα, που βρίσκεται αποκομμένη από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Ωστόσο, στα τοπικά μέσα ενημέρωσης (τα οποία περιορίζονται στην « Jersey Evening Post », στο παράρτημα του BBC στο Τζέρσεϊ και σε ένα ιδιωτικό κανάλι) δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των πολιτών.

Σίγουρο λιμάνι

« Μέσα στη θύελλα που πλήττει τον χρηματοπιστωτικό τομέα σήμερα, οι πολυτιμότερες υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει το Τζέρσεϊ είναι η ασφάλεια και η σταθερότητα », υπενθυμίζει η Κριστίν Χέμπερτ, πολιτική αναλύτρια, στην εισαγωγή του άρθρου της με τίτλο « Σταθερές αξίες σε έναν κόσμο που αλλάζει » (21/10/08). Καθώς, δε, και η κυβέρνηση προτιμά να ακολουθήσει σώφρονα πολιτική, δεν υποχώρησε στο ζήτημα του GST.

Όμως, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, πάντα ορισμένοι θα αμφισβητούν μανιωδώς τους νόμους. Όπως ο Νιλ Μακ Μάρεϊ, πρώην ναυτεργάτης σε αλιευτικό σκάφος που έχασε το ένα χέρι του σε εργατικό ατύχημα. Οταν δεν ασχολείται με τα παιδιά του, καταπιάνεται με ενθουσιασμό με ρεπορτάζ τα οποία δημοσιεύει στο μπλογκ του.

Πρόσφατα, είχε πάρει το κατόπι τον Ουζούφ, με την κάμερα στο χέρι, για να του αποσπάσει μια δήλωση για τον φόρο που θέσπισε. Το πλάνο είναι απίστευτα κωμικό : Βλέπουμε τον γερουσιαστή-υπουργό να προσπαθεί να ξεφύγει διασχίζοντας βιαστικά τις γεμάτες κόσμο αίθουσες, προσπαθώντας να υποκριθεί ότι αγνοεί το άτομο που τον ακολουθεί κατά πόδας, επαναλαμβάνοντάς του διαρκώς : « Κύριε Ουζούφ, δύο λόγια για τον GST, σας παρακαλώ, κύριε Ουζούφ... ». [6]

« Όταν δούλευα στο αλιευτικό, ήμουν στη θάλασσα εννιά μήνες τον χρόνο κι αδιαφορούσα για το τι συνέβαινε. Όταν γύρισα στη στεριά, άνοιξαν τα μάτια μου. Αυτοί που μας κυβερνούν δεν λογοδοτούν σε κανέναν. Οι φτωχοί δεν ψηφίζουν. Έχουν αποθαρρυνθεί δραματικά. Μονάχα οι εύποροι πηγαίνουν στην κάλπη για να διατηρήσουν τους ομοίους τους στην εξουσία. Εδώ, τα πάντα τα κυβερνάει το κυνήγι του κέρδους. Οι νέοι φεύγουν, γιατί, πέρα από τις τράπεζες, δεν υπάρχει τίποτα γι’ αυτούς. Η μονοκαλλιέργεια του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει απορροφήσει τα πάντα -τη γεωργία, την αλιεία, ακόμα και τον τουρισμό. Ο κόσμος είναι θυμωμένος αλλά και κατατρομαγμένος, κι αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα. Ο εικονολήπτης που με βοηθούσε στα θέματα με τα οποία ασχολούμαι αισθάνθηκε ότι απειλούνταν και προτίμησε να τα παρατήσει », εξηγεί ο ναυτεργάτης που έγινε δημοσιογράφος από ανάγκη.

Γνωρίζει, άραγε, ότι οι πολιτικοί ηγέτες της Γαλλίας έχουν ορκιστεί ότι θα εξοντώσουν τους φορολογικούς παραδείσους ; « Δεν το πολυπιστεύω. Αντίθετα, θέλω να ελπίζω ότι η κρίση θα γκρεμίσει τον χρηματοοικονομικό τομέα, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα βρεθεί στην ανεργία μεγάλο μέρος του πληθυσμού, στο οποίο περιλαμβάνεται μάλιστα και η γυναίκα μου », η απάντηση.

Με τη σειρά μας, προσπαθούμε να έλθουμε σε επαφή με τον Ουζούφ. Αρνείται, αλλά δέχεται να κανονίσει μια συνάντηση με τον υπεύθυνο τύπου του, τον Τζεφ Κουκ, πρώην οικονομικό διευθυντή της τράπεζας HSBC. Όπως λέει κι ο Μακ Κάρεϊ, « στο Τζέρσεϊ, τα χρηματοοικονομικά και η πολιτική θεωρείται ότι αποτελούν ένα και το αυτό επάγγελμα ».

Ο Κουκ μάς δέχεται σε ένα από τα σαλόνια του τετάρτου ορόφου του Jersey Finance Limited, του οποίου έγινε πρόσφατα γενικός διευθυντής. Όσο κι αν αυτός ο άνδρας δείχνει άχρωμος, και μάλιστα σε ανησυχητικό επίπεδο, φημίζεται για την απόλυτη ειλικρίνειά του.

Ουδέτερο έδαφος

Στις 16 Σεπτεμβρίου, χαιρέτιζε από τις σελίδες της « Jersey Evening Post » τη χρεοκοπία της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers, την οποία όλα τα χρηματιστήρια του πλανήτη υποδέχονταν εκείνη την ημέρα με κραυγές φρίκης : « Από πολλές απόψεις, πρόκειται για θετική εξέλιξη. (...) Οι υπερβολικά αδύναμοι παίκτες θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το παιχνίδι, κι αυτό ακριβώς χρειάζεται το σύστημα για να απελευθερωθεί ».

Μας εκπλήσσει η θέση του, καθώς δεν πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό που συνιστά ο γάλλος πρόεδρος : « Κατ’ αρχάς, υπάρχει μια παρεξήγηση. Το Τζέρσεϊ δεν είναι φορολογικός παράδεισος, πρόκειται για φορολογικά ουδέτερο έδαφος. Έχουμε υπογράψει συμφωνίες ανταλλαγής ενημέρωσης με τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ολλανδία, και ετοιμαζόμαστε να κάνουμε το ίδιο με τις χώρες της βόρειας Ευρώπης και με τη Γαλλία. Αυτό σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση που ένας από τους εταίρους μας υποπτεύεται ότι ένας από τους πολίτες του τοποθετεί τα εισοδήματά του στο Τζέρσεϊ για να φοροδιαφύγει, μπορεί να μας ζητήσει πληροφορίες. Οπωσδήποτε, όμως, αυτή η αίτηση πρέπει να είναι τεκμηριωμένη. Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στη διαφύλαξη του προσωπικού απορρήτου του, τόσο οι πελάτες μας όσοι και όλοι οι άλλοι. Αν, όμως, θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα είναι σοβαρό, συνεργαζόμαστε χωρίς αντιρρήσεις με τις χώρες που το ζητούν ».

Εξάλλου, αυτό το αναγνωρίζει και η « διεθνής κοινότητα ». Το 2002, ο ΟΟΣΑ διέγραψε το Τζέρσεϊ, καθώς και άλλους 26 « ενάρετους τόπους παραθερισμού », όπως οι Μπαχάμες, οι νήσοι Κουκ, το Γιβραλτάρ και ο Παναμάς, από τον κατάλογο των μη συνεργάσιμων παραδείσων που είχε συντάξει, με αποτέλεσμα να απομείνουν σε αυτόν μόνον πέντε χώρες. [7] Την ίδια χρονιά, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έδωσε στη δημοσιότητα έκθεση με την οποία συνέχαιρε το Τζέρσεϊ για τον σεβασμό που επιδεικνύει όσον αφορά « τις διεθνείς προδιαγραφές για τις ρυθμίσεις που έχουν επιβληθεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα, το ξέπλυμα του "μαύρου χρήματος" και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ».

« Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι στη χώρα μας δεν υφίσταται ρυθμιστικό πλαίσιο. Πρόκειται για μεγάλο ψέμα. Διαθέτουμε τη δική μας ρυθμιστική αρχή, την Jersey Financial Services Commission, η οποία απολαμβάνει απόλυτη ανεξαρτησία », συνεχίζει αγανακτισμένος ο Κουκ.

Αυτό είναι προφανές. Ο Κόλιν Πάουελ, ο υπεύθυνος γι’ αυτήν την « ανεξάρτητη » αρχή, πλούτισε χάρη στις δραστηριότητές του στον χρηματοοικονομικό τομέα κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών. Είναι, επίσης, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του πρωθυπουργού Γουόκερ, ο οποίος τον έχρισε σύμβουλό του για τα διεθνή ζητήματα του παραδείσου.

Όμως, ο Κουκ προβάλλει ένα επιχείρημα με βαρύτητα : για ποιον λόγο η Γαλλία θα επεδίωκε την εξαφάνιση μιας « μαύρης τρύπας » με την οποία ετοιμάζεται να συνάψει μια ιδιαίτερα φιλική συμφωνία συνεργασίας που στηρίζεται στην καλή θέληση και στον σεβασμό των « εσωτερικών υποθέσεών » του ;

Η ολοκλήρωση της συμφωνίας θα πραγματοποιηθεί τους επόμενους μήνες, όμως, στο μεταξύ, η ανυπομονησία μεγαλώνει στο νησί.

Στις 5 Νοεμβρίου, μια αντιπροσωπεία από το Τζέρσεϊ, με επικεφαλής τον Γουόκερ, βρισκόταν στο Παρίσι για να επιταχύνει τις προπαρασκευαστικές ενέργειες. Η εξαιρετικά διακριτική επίσκεψη, η οποία πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Ζαν-Φρανσουά λε Γκραν -γερουσιαστή του κυβερνώντος UMP και αιρετού περιφερειάρχη της Μάγχης, αλλά και πιστού συνηγόρου των συμφερόντων του νησιού- ολοκληρώθηκε με μια πρόσκληση στη Γερουσία και με μια διακριτική συνάντηση με τον πρόεδρο της Γερουσίας, Ζεράρ Λαρσέ.

Φερέγγυος παίκτης

Ο τελευταίος δεσμεύθηκε να διαβιβάσει σε όλους τους γάλλους βουλευτές και γερουσιαστές μια επιστολή του chief minister, στην οποία τους διαβεβαιώνει ότι το « Τζέρσεϊ είναι ένα χρηματοοικονομικό κέντρο που υπόκειται σε σοβαρό νομοθετικό πλαίσιο και τηρεί όλους τους διεθνείς κανόνες ». [8] Επιπλέον, στην επίσημη ιστοσελίδα της κυβέρνησης του Τζέρσεϊ προβάλλεται η παρακάτω δήλωση : « Επιτρέψτε μου να είμαι απόλυτα κατηγορηματικός : το Τζέρσεϊ δεν επιβραβεύει και δεν ενθαρρύνει τις παράνομες πρακτικές της φοροδιαφυγής και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, ποτέ δεν έκανε κάτι τέτοιο ».

Ο ισχυρός άνδρας του Τζέρσεϊ, ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τις τεχνικές της προώθησης των πωλήσεων, δεν παραλείπει να αγγίξει την ευαίσθητη χορδή των γάλλων αντιπροσώπων του λαού, εφιστώντας την προσοχή τους στο « cash » που έχει συσσωρεύσει το νησί. « Καθώς διαθέτουν έναν από τους υψηλότερους δείκτες φερεγγυότητας στον κόσμο, οι τράπεζες του Τζέρσεϊ μπορούν να αποτελέσουν μια σημαντική πηγή ρευστότητας », τη στιγμή ακριβώς που « υπάρχει τεράστια έλλειψη ρευστότητας » στη Γηραιά Ήπειρο. Και ο Γουόκερ κλείνει την δήλωσή του επισημαίνοντας ότι δεν αποκλείεται να ευχαριστήσει η Γαλλία στο μέλλον το Τζέρσεϊ για την « πολύτιμη συμβολή του στη διασφάλιση της οικονομικής ευρωστίας του συνόλου της Ευρώπης ».

Το επιχείρημα ότι το Τζέρσεϊ αποτελεί πραγματικό κουμπαρά ενισχύεται από το γεγονός ότι στο νησί δραστηριοποιούνται μερικές ιδιαίτερα σημαντικές γαλλικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα -για παράδειγμα, η Société Générale (περισσότερο γνωστή στο νησί ως SG Private Banking) και η ΒΝΡ Paribas, η οποία, όπως επισημαίνει ο Κουκ, « πραγματοποιεί απολύτως θεμιτές συναλλαγές ».

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι δεν ασχολείται με δραστηριότητες όπως τα καταναλωτικά δάνεια για την αγορά ηλεκτρικών ειδών. Αν δώσουμε βάση σε όσα μας λέει χαμηλόφωνα ένας υπάλληλος της ΒΝΡ σε ένα σικ μπαρ των περιχώρων, η εταιρεία ασχολείται κυρίως με τη χρηματοδότηση πετρελαϊκών προγραμμάτων στη νοτιοανατολική Ασία -ο υπεύθυνος τύπου, όμως, δεν επιβεβαιώνει την πληροφορία.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για γαλλικές επιχειρήσεις, πολύ συχνά, οι εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο νησί διατηρούν καλές και προσοδοφόρες σχέσεις με το Παρίσι.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Price WaterhouseCoopers και της Deloitte. Οι δύο γιγάντιες πολυεθνικές ελεγκτικές εταιρείες είναι πανταχού παρούσες στο νησί, χάρη στην τεράστια εμπειρία που διαθέτουν σε ζητήματα φοροδιαφυγής. Και οι δύο έχουν ως πελάτη το γαλλικό κράτος, το οποίο τους έχει αναθέσει τις κυριότερες αγορές του εσωτερικού ελέγχου και της γενικής αναθεώρησης των δημόσιων πολιτικών. Η αποστολή τους ; Να αξιολογήσουν σε κάθε υπουργείο τη φύση και τον αριθμό των θέσεων εργασίας που πρέπει να καταργηθούν. [9]

Εθελοντική φορολογία

Εξάλλου, δεν έπρεπε να κρίνουμε επιπόλαια ένα φορολογικό σύστημα το οποίο, παρά τη γραφικότητά του, ενθαρρύνει τον εθελοντισμό. Ο Κουκ παρατηρεί : « Είναι αλήθεια ότι στη χώρα μας οι πλούσιοι πληρώνουν λιγότερους φόρους απ’ ό,τι οι φτωχοί. Όμως, πρόκειται για μια διαφορά που οφείλεται στην κουλτούρα μας. Εμείς πιστεύουμε ότι οι πλούσιοι δεν αποδεικνύουν τη χρησιμότητά τους μονάχα μέσα από τους φόρους που πληρώνουν. Εδώ, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι με τους οποίους μπορούν να φανούν χρήσιμοι στην κοινότητα, για παράδειγμα επιδιδόμενοι σε αγαθοεργίες ».

Γεμάτο υπερηφάνεια, το αφεντικό του τοπικού μάρκετινγκ εξυμνεί την απλότητα της τοπικής εκδοχής της φορολογίας εισοδήματος : 20% για όλον τον κόσμο, εκτός από τους πλούσιους, για τους οποίους ισχύουν φορολογικές απαλλαγές ανάλογες με το μέγεθος της περιουσίας τους. Και εξηγεί : « Τα πολύ μεγάλα εισοδήματα πληρώνουν φόρο 20% για το πρώτο μισό εκατομμύριο• στη συνέχεια, όσο αυξάνεται το εισόδημα, εφαρμόζεται ολοένα μικρότερη φορολογική κλίμακα. Υπάρχει μάλιστα και η περίπτωση να μην πληρώσουν καθόλου φόρο ».

Πράγματι, για να προσελκύσει ακόμα περισσότερους δισεκατομμυριούχους, οι οποίοι θα προστεθούν στον ήδη σημαντικό αριθμό των υπαρχόντων, η κυβέρνηση του Τζέρσεϊ έχει δημιουργήσει μια ξεχωριστή φορολογική κατηγορία, η οποία αποκαλείται « 1 (1) Κ » και επιτρέπει στους παραχαϊδεμένους από την κυβέρνηση κατοίκους να διαπραγματευθούν άμεσα με τις αρχές τη φορολογική κλίμακα που θα ισχύσει για τα εισοδήματά τους.

Το παζάρεμα με τις εταιρείες καταλήγει συνήθως σε μια φορολογική κλίμακα 0%, με αντάλλαγμα την καταβολή ενός κατ’ αποκοπήν ετήσιου φόρου 100.000 λιρών (118.000 ευρώ), « ο οποίος μόλις και μετά βίας αντιστοιχεί στην αμοιβή που καταβάλλουν σε καθέναν από τους δικηγόρους τους », παρατηρεί ο Λε Κορνί. Για μεγάλη ικανοποίηση του Κουκ, τίθεται κι ένας δεύτερος όρος : « Να δεσμευθούν ότι θα υπηρετήσουν τη χώρα που τους φιλοξενεί κάνοντας δωρεές σε οργανώσεις και σωματεία ».

Δεδομένων όλων αυτών, δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι στο άκουσμα της φράσης « νομοθετική ρύθμιση », όλοι οι γνώστες του τι συμβαίνει στη χώρα αρχίζουν να καγχάζουν. « Ελάχιστη σημασία έχει το νομοθετικό πλαίσιο, οι δικηγόροι και οι λογιστές κατορθώνουν πάντα να το παρακάμψουν », [10] δήλωσε το 2004 ο φορολογικός σύμβουλος της Moore Stephens, ενός από τα μεγαλύτερα λογιστικά γραφεία σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η μαρτυρία του Τζον Κρίστενσεν, ο οποίος εργάστηκε στον χρηματοοικονομικό τομέα του Τζέρσεϊ, είναι χαρακτηριστική : « Οποιοσδήποτε έχει εργαστεί στον κλάδο γνωρίζει τον λεπτολόγο τρόπο με τον οποίο στρατιές νομικών συμβούλων εξετάζουν κάθε νέο μέτρο ελέγχου που θεσπίζεται από μια κυβέρνηση, για να κατορθώσουν να εκμεταλλευθούν τα κενά και τις αδυναμίες του. Ακόμα και στην περίπτωση που οι ερευνητές θα κατορθώσουν να εντοπίσουν τα ίχνη μιας ύποπτης μεταφοράς ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό, οι υπεράκτιες εταιρείες βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά. Με τον πρώτο συναγερμό, οι εντολοδόχοι τους κατευθύνουν ξανά τα κεφάλαια σε κάποιον άλλο μυστικό λογαριασμό και το κόλπο ολοκληρώνεται. Η διαδικασία αποκαλείται ρήτρα διαφυγής. Είναι περιττό να διευκρινίσουμε ότι οι υπηρεσίες αυτού του τύπου χρεώνονται ακριβά. Όμως το κόστος τους είναι μηδαμινό σε σύγκριση με το γεγονός ότι επιτρέπουν την οικοδόμηση τεράστιων περιουσιών ». [11]

Στηρίζουν Σαρκοζί

Άραγε, επιδιώκεται στ’ αλήθεια η « εξόντωση » του Τζέρσεϊ ; Ο Τερί λε Μεν, υπουργός Κατοικίας του νησιού, δεν το πιστεύει. Η δική του περιουσία, όπως λέει, δεν είναι τεράστια• την οφείλει στην « πραγματική οικονομία », στο εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.

Πρόκειται για μια επιχειρηματική δραστηριότητα πολύ μικρότερης εμβέλειας από τη βιομηχανία των υπεράκτιων εταιρειών, η οποία, παρ’ όλα αυτά, αποδεικνύεται προσοδοφόρος σε έναν τόπο με διαστάσεις 13x7 χιλιόμετρα, πραγματικά πλημμυρισμένο από γρήγορα αυτοκίνητα, βαμμένα με εμπορικά, πολύ φανταχτερά χρώματα.

Ο εβδομηντάρης επιχειρηματίας-υπουργός δεν εντυπωσιάζεται από τη ρητορεία ενάντια στους φορολογικούς παραδείσους και έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στο μέλλον των σχέσεων ανάμεσα στο Τζέρσεϊ και τη Γαλλία : « Αυτό που ανησυχεί τους Γάλλους δεν είναι οι φορολογικοί παράδεισοι, είναι ότι δεν μπορεί να στήσει κανείς μια επιχείρηση χωρίς να τον τσακίσει η φορολογία. Στη χώρα σας, οι επιχειρήσεις διοικούνται από τα συνδικάτα. Ο Σαρκοζί θέλει να βάλει ένα τέλος σε αυτήν την κατάσταση και, γι’ αυτόν τον λόγο, εμείς υποστηρίζουμε απόλυτα τις μεταρρυθμίσεις του ».

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] 17 Οκτωβρίου 2008.

[2] Αναφέρεται από τη « The Guardian », « Steer clear of those Channel Island "havens" », Λονδίνο, 11 Οκτωβρίου 2008.

[3] Εκτίμηση στην οποία κατέληξε η μη κυβερνητική οργάνωση Tax Justice Network, στην έκθεσή της « The price of offshore », Λονδίνο, Μάρτιος 2005. Οι συντάκτες της έκθεσης υπολόγισαν ότι η επιβολή ενός φόρου 30% μονάχα πάνω στους τόκους που παράγει αυτό το βουνό χρημάτων θα απέφερε ετήσια έσοδα 255 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή ποσό τριπλάσιο από το σύνολο της βοήθειας που χορηγείται σε παγκόσμιο επίπεδο στις φτωχές χώρες.

[4] Βλέπε το τρέχον τεύχος του « Manière de voir », nΦ 102, « Le krach du libéralisme », Δεκέμβριος 2008-Ιανουάριος 2009.

[5] ΣτΜ : που έχει εξαγγείλει ο Σαρκοζί.

[6] http://voiceforchildren.blogspot.com/2008/10/camera-shy.html.

[7] Το 2008, ο κατάλογος περιέχει μονάχα την Ανδόρα, το Λίχτενσταϊν και το Μονακό.

[8] « French friendship "led to Paris talk" », « Jersey Evening Post », 6 Νοεμβρίου 2008.

[9] Βλέπε « Au congrès des coupeurs de tète », Le Plan Β, nΦ 15, Οκτώβριος - Νοέμβριος 2008.

[10] Αναφέρεται από τον Τζον Κρίστενσεν στο « Α Game as Old as Empire », υπό τη διεύθυνση του Stephen Hiatt, Bernett - Koehler, Σαν Φρανσίσκο, 2007.

[11] 11. όπ.π.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette