monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 08. Αύγουστος > Ευρωπαίοι, και εκτός τόπου, και εκτός τάξεων

Κραυγές στη σιωπή

Ευρωπαίοι, και εκτός τόπου, και εκτός τάξεων

Οι « σκαντζόχοιροι » των Βρυξελλών

dimanche 3 août 2008, par Bernard Cassen


Φαίνεται ότι ένα θεώρημα διέπει πλέον την αποδοχή των ευρωπαϊκών συνθηκών από τους πολίτες : όσο λιγότερο γνωρίζουν το περιεχόμενό τους, τόσο περισσότερο ψηφίζουν υπέρ τους. Και όσο περισσότερο τις έχουν διαβάσει και αναλύσει, τόσο λιγότερο τις εγκρίνουν. Μήπως οι ιρλανδοί εκλογείς δεν το απέδειξαν στις 12 Ιουνίου απορρίπτοντας τη Συνθήκη της Λισαβόνας με πλειοψηφία 53,4% ;

Οι πορείες « αντίθετης κατεύθυνσης » επιβεβαιώθηκαν, πάντως, στη Γαλλία την άνοιξη του 2005, με την ευκαιρία της εκστρατείας για το δημοψήφισμα επικύρωσης του ευρωπαϊκού « συντάγματος ». Τα διάφορα άρθρα του είχαν εξεταστεί εξονυχιστικά και συζητηθεί από τους πολίτες όπως ποτέ πριν δεν είχε γίνει σε εκλογική αναμέτρηση. Το αποτέλεσμα ; Στις 29 Μαΐου, το 55% των ψήφων ήταν « όχι » ! Αντιστρόφως, η εθνική αντιπροσωπεία, της οποίας τα περισσότερα μέλη -αν κρίνουμε από τις δημόσιες παρεμβάσεις τους- δεν είχαν παρά μια πολύ αμυδρή ιδέα του κειμένου, εκφράστηκε μαζικά υπέρ του « ναι ».

Όσοι από τους 601 (σε σύνολο 893) γάλλους βουλευτές και γερουσιαστές, οι οποίοι, τη νύχτα της 7ης προς την 8η Φεβρουαρίου, ψήφισαν για την επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας και θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στη συγκεκριμένη κατάσταση, [1] έχουν τη δυνατότητα στο εξής να ενημερωθούν από τρία βιβλία εξίσου τεκμηριωμένα : δύο υπέρ της συνθήκης και ένα εναντίον της :

« Η Ευρωπαϊκή Ενωση μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας », [2] του Ντομινίκ Γκρανγκιγιό, παρουσιάζει κατά τρόπο αρκετά παιδαγωγικό, με τη βοήθεια ενθέτων και γραφημάτων, τα σημεία κλειδιά αυτού του οιονεί κλώνου του « συντάγματος » που απορρίφθηκε από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς πριν από δύο χρόνια.

Στο « Η Συνθήκη της Λισαβόνας σε 27 κλειδιά », [3] ο διπλωμάτης Ετιέν ντε Πονσέν, διευθυντής του γραφείου της Κατρίν Κολονά, υφυπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της κυβέρνησης Βιλπέν, και συνεπώς εξοικειωμένος με τις λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων, επιβεβαιώνει την ομοιότητα : « Η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν είναι, βέβαια, ένα σύνταγμα και δεν έχει καμία φιλοδοξία τέτοιου είδους, αλλά οι ουσιαστικές διατάξεις παραμένουν εκπληκτικά συγγενείς με την παλιά συνταγματική συνθήκη ».

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, στο « Ευρωπαϊκή "μικροσυνθήκη". Το Σύνταγμα διά της βίας », [4] ο Πατρίς Αντρέ (ψευδώνυμο που υιοθέτησε ένας δικαστής ο οποίος φαίνεται να πρόσκειται στην καθολική δεξιά), αφού και ο ίδιος ξεψάχνισε λεπτομερώς τη συνθήκη, στιγματίζει την άρνηση του Νικολά Σαρκοζί να την υποβάλει σε δημοψήφισμα. Αυτό για το οποίο ο λαός αποφάνθηκε δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο από τον λαό και πάλι.

Η πολεμική για τον τρόπο επικύρωσης της συνθήκης της Λισαβόνας δεν είναι, ωστόσο, παρά το ορατό και δημοσιοποιημένο σύμπτωμα ενός πολύ πιο σοβαρού κακού : της έλλειψης δημοκρατικής νομιμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μόνο κατά περίπτωση αναφέρεται από τους πολιτικούς υπεύθυνους των κυβερνητικών κομμάτων, ανεξαρτήτως τάσεων ή χώρας. Λες και φοβούνται ότι η ανάδειξη της παραμικρής ρωγμής θα οδηγήσει στην κατάρρευση ενός οικοδομήματος στο οποίο έχουν επενδύσει τόσο πολλά και έξω από το οποίο είναι ανίκανοι να σκεφτούν.

Δουλειές των μεγάλων

Έτσι, όπως όταν φοβάται ο σκαν-τζόχοιρος μαζεύεται και ορθώνει όλα του τα αγκάθια σε αυτοάμυνα, η πρόσφατη διακήρυξη αρχών του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος εξορκίζει εκ των προτέρων, λες και πρόκειται για δαιμονική δύναμη, κάθε πειρασμό διαφωνίας : « Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι ένα ευρωπαϊκό κόμμα το οποίο δρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία όχι μόνο θέλησε, αλλά εν μέρει σχεδίασε και θεμελίωσε ».

Ελάχιστοι ηγέτες μιλούν πιο ελεύθερα, όπως ο Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και πρόεδρος της ευρωζώνης, ο οποίος διακήρυσσε τον Ιούνιο του 2006 : « Η Ευρώπη δεν έχει πρόβλημα στο επίπεδο των ηγετών αλλά στο επίπεδο των λαών ».

Αυτή η εκπληκτική, αλλά διαυγής, ομολογία βρίσκεται τόσο σε ρήξη με τον συνηθισμένο λόγο, που οι συνάδελφοι του Γιουνκέρ έκριναν αντιπαραγωγικό να τη σχολιάσουν δημοσίως. Οι ενήλικοι δεν μιλούν για σοβαρά πράγματα μπροστά στα παιδιά... Οι εργασίες ορισμένων ερευνητών, συμπεριλαμβανομένων των πιο ευνοϊκών -σε προσωπικό επίπεδο- απέναντι στο υπάρχον ευρωπαϊκό σχέδιο, διαφέρουν ευτυχώς από αυτή τη μορφή της ομερτά. Δύσκολα μπορεί κάποιος να είναι πιο « Βρυξελλιώτης » από το Ιδρυμα Ρομπέρ Σουμάν.

Ωστόσο, στο « Η κατάσταση της Ενωσης », στο οποίο το ίδρυμα αυτό είναι συνεκδότης, μπορούμε να βρούμε από τη γραφίδα του διευθυντή σπουδών Τιερί Σοπέν, καθηγητή στο Κολέγιο της Ευρώπης (στην Μπριζ), τα παρακάτω λόγια που επιβεβαιώνουν τον Γιουνκέρ : « Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση, που γεννήθηκε στη δεκαετία του 1950, είναι το προϊόν μιας λειτουργικής διαδικασίας, η οποία εκφράστηκε με ένα πολιτικό σύστημα που αφήνει ελάχιστο χώρο στη δημοκρατική συζήτηση. Η πεποίθηση ότι δρα για το καλό των λαών δεν συνοδεύεται από τη σύνδεσή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ».

Όλα συμβαίνουν λες και οι πολίτες έβλεπαν να περνά το τεθωρακισμένο τρένο των ευρωπαϊκών ελίτ χωρίς να προσκληθούν να ανέβουν και αυτοί, και χωρίς καν να έχουν την επιθυμία να το κάνουν. Παρακάτω, ο συγγραφέας διαλύει τις αυταπάτες που διατηρούνται από τον τρέχοντα λόγο, ιδιαίτερα στη Γαλλία, για την « Ευρώπη των σχεδίων » και την « Ευρώπη των αποτελεσμάτων », στην οποία βλέπει μια απλή επανάληψη της περίφημης « μεθόδου Μονέ ». Μιας μεθόδου που συνδυάζει τον λειτουργισμό [5] με τη γραφειοκρατία : « Οι ευρωπαϊκές ελίτ (είτε είναι πολιτικές, είτε διοικητικές ή ακαδημαϊκές) δεν μπορούν πια να ελπίζουν ότι θα δικαιολογούν εκ των υστέρων τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες, ούτε τις δράσεις που πραγματοποιούνται στο όνομα των λαών, στηριζόμενες απλώς στα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί ». Και δεν πρόκειται να έχουν περισσότερες επιτυχίες πολλαπλασιάζοντας τις προσπάθειες « επικοινωνίας » και « πληροφόρησης ».

Τριγωνικές σχέσεις

Είναι απλοϊκό να πιστεύει κανείς ότι « η διαφωνία των αντιτιθέμενων σε ορισμένες αποφάσεις και ορισμένες δράσεις της Ένωσης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκφράζει την αδυναμία να κατανοηθούν τα ευεργετήματα των πολιτικών της Ένωσης, και ότι θα αρκούσε συνεπώς να εξηγήσουμε τι κάνει η "Ευρώπη", για να προκαλέσουμε την αποδοχή των πολιτών ». Έτσι, για τον Σοπέν, « πρέπει να υποστούμε μέχρι τέλους τις συνέπειες της μεθοδολογικής αυτής αμφιβολίας, ξαναβρίσκοντας το νήμα της νομιμότητας ».

Θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί ότι η σοβαρότητα της διάγνωσης θα κατέληγε στη συνταγή μιας θεραπείας σοκ. Όμως οι προτάσεις που διατυπώνει ο συγγραφέας - προσδιορισμός του « ποιος κάνει τι » στην Ένωση, διαφάνεια και δημοσιότητα των συνόδων του συμβουλίου υπουργών όταν συνεδριάζει ως νομοθετικό σώμα, επέκταση των πεδίων συναπόφασης Κοινοβουλίου-Συμβουλίου, κατανομή της νομοθετικής πρωτοβουλίας ανάμεσα στην Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και τις κυβερνήσεις των κρατών μέλων- δεν έχουν τίποτε το ιδιαίτερα ριζοσπαστικό. Δεν είναι στο ύψος των προκλήσεων τις οποίες ο ίδιος υπογραμμίζει. Αγγίζουμε εδώ τα όρια μιας άσκησης, η οποία ούτε θέλει ούτε μπορεί -βρισκόμαστε στο Ίδρυμα Ρομπέρ Σουμάν...- να χειραφετηθεί από την αρχιτεκτονική και τις ισορροπίες της Ένωσης.

Ακόμη και αν οι παραπάνω προτάσεις εφαρμόζονταν, θα χρησίμευαν, στην καλύτερη περίπτωση, ως προσωρινό ηρεμιστικό σε ένα κακό του οποίου η βαρύτητα ξεπερνά κατά πολύ την περίμετρο του « θεσμικού τριγώνου » Επιτροπής -Συμβουλίου- Κοινοβουλίου.

Το δίκαιο των « 27 »

Εάν πρέπει να μιλήσουμε για θεσμούς, υπάρχει ένας τέταρτος, που δεν αναφέρθηκε στον προηγούμενο κατάλογο των σχεδίων μεταρρυθμίσεων και στον οποίο είναι ωστόσο επιτακτικό να ρίξουμε τον δημοκρατικό προβολέα : το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που αναβαπτίστηκε Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Σε μια εξαιρετική συμβολή στο συλλογικό έργο (και με τον παιδαγωγικό τίτλο) « Μια Ευρώπη των ελίτ ; Σκέψεις για το δημοκρατικό ρήγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης », ο Αντουάν Βοσέ, υπεύθυνος ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), εξηγεί πώς το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, με μια πραξικοπηματική ενέργεια που δεν προκάλεσε καμία αντίδραση εκείνη την εποχή, απένειμε στον εαυτό του υπερβολικές εξουσίες.

Όλα ανάγονται σε δύο αποφάσεις -Βαν Γκεντ και Λους, της 5ης Φεβρουαρίου 1963, και Κοστά εναντίον ENEL (Ente Nazionale per l`Energia Elettrica) της 15ης Ιουλίου 1964- με τις οποίες το Δικαστήριο εγκαθιδρύει το « μαγικό τρίγωνο » που θα αποτελέσει τον πραγματικό κινητήρα της ενοποίησης : προτεραιότητα του δικαίου που προκύπτει από τις συνθήκες πάνω στα δίκαια των κρατών-μελών, άμεση ισχύς των αποφάσεων και προδικαστική παραπομπή. [6]

Με βάση αυτές τις αποφάσεις, σχολιάζει ο Βοσέ, αναπτύσσεται « μια πραγματική δικαστική θεωρία της ενοποίησης, που καθιστά το κοινοτικό δίκαιο και τον κοινοτικό δικαστή σκελετό της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής ». Και αυτό το δίκαιο « εμφανίζεται από τότε ως φορέας ενός πραγματικού "πολιτικού προτύπου" που συνδέει στενά το ευρωπαϊκό δίκαιο και την ευρωπαϊκή πολιτική, τον δικαστή και την ενοποίηση ». Και, μάλιστα, σε τέλεια συνεννόηση με την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τα φοβερά αυτά όπλα το Δικαστήριο τα χρησιμοποιεί για να απονέμει δίκαιο γενικά και κοινωνικό δίκαιο ιδιαίτερα. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2007 και στο όνομα της ελευθερίας της εγκατάστασης, δικαίωσε τη φιλανδική εταιρεία οχηματαγωγών Viking Line, η οποία ήθελε να μετεγκατασταθεί στην Εσθονία για να πληρώνει εσθονικούς μισθούς και όχι φιλανδικούς. Στο όνομα της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών αυτή τη φορά, έδωσε δίκιο στην αγωγή της λετονικής εταιρείας Laval, η οποία, στο εργοτάξιο κατασκευής ενός σχολείου στη Σουηδία, ήθελε να πληρώνει λετονικούς μισθούς και όχι σουηδικούς.

Τέλος, τον Απρίλιο του 2008, με την απόφαση Ρίφερτ, ακύρωσε νόμο του γερμανικού κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας που υποχρέωνε τις επιχειρήσεις δημοσίων έργων να εφαρμόζουν τη συλλογική σύμβαση του τομέα στη σύναψη συμφωνιών για δημόσια έργα.

Με τη νομολογία που δημιουργεί, το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου συμπεριφέρεται ως νομοθέτης του κοινωνικού ντάμπινγκ μέσα στην Ένωση, περιφρονώντας το εργατικό δίκαιο των κρατών-μελών. Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει ότι αυτό δεν είναι ένας ασήμαντος πολιτικός ρόλος ;

Φύλακες των θεσμών

Ένα από τα προτερήματα των τριών αποφάσεων που αναφέρθηκαν είναι πως θυμίζουν ότι το ζήτημα του περιεχομένου των κοινοτικών αποφάσεων -είτε πηγάζουν από τις Βρυξέλλες, το Στρασβούργο ή το Λουξεμβούργο- δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα των διαδικασιών λήψης τους. Όμως οι εργασίες της πολιτικής επιστήμης επικεντρώνονται ουσιαστικά στις διαδικασίες, χωρίς να αγγίζουν το βάθος. Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι το ευρωπαϊκό « πολιτικό πρότυπο » στηρίζεται σε μια στενή διάρθρωση, για να μη μιλήσουμε για ενοποίηση, ανάμεσα στις διατάξεις των συνθηκών, [7] και στη λειτουργία των δικαστικών οργάνων (αποφάσεις, οδηγίες και ρυθμίσεις) που τις συγκεκριμενοποιούν, καθώς και τους θεσμούς που τις υιοθετούν.

Από αυτή την άποψη, το Δικαστήριο είναι ένα κεντρικό στοιχείο του κοινοτικού μηχανισμού γιατί επιτρέπει να καλύπτονται οι ενδεχόμενες νομοθετικές « τρύπες » και να απλώνονται τα δικά του εδάφη παρέμβασης, όπως έχει συστηματικά κάνει η Επιτροπή χρησιμοποιώντας προς κάθε κατεύθυνση το όπλο του οικονομικού ανταγωνισμού. Οι αποφάσεις του είναι, όμως, σχεδόν πάντα προσανατολισμένες στην ίδια κατεύθυνση : της αφομοίωσης του « ευρωπαϊκού συμφέροντος » στις καθαγιασμένες « θεμελιώδεις ελευθερίες » της κυκλοφορίας κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και -τη μόνη που αξίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό- των προσώπων.

Εάν, αντί να παράγονται με έντονο ρυθμό νεοφιλελεύθερες πολιτικές, μια άλλη μορφή ευρωπαϊκής οικοδόμησης είχε λάβει μέτρα, για παράδειγμα, κοινωνικής ή φορολογικής εναρμόνισης από τα πάνω, αν είχε θέσει την οικονομία στην υπηρεσία της απασχόλησης και όχι το αντίθετο, τίποτε δεν λέει ότι η Ευρώπη θα υπέφερε στον ίδιο βαθμό από το « δημοκρατικό ρήγμα » που χαρακτηρίζει τη σημερινή διαμόρφωση της Ένωσης. Ένας άλλος « λειτουργισμός », μια « Ευρώπη των αποτελεσμάτων », προς άλλη κατεύθυνση, θα μπορούσε ίσως να της προσφέρει τη νομιμότητα που της λείπει.

Στην απογοήτευση απέναντι στην Ένωση αναμειγνύονται κοινωνικές προσδοκίες που ματαιώθηκαν ή καταπατήθηκαν και το αίσθημα αποστέρησης της δημοκρατικής διαβούλευσης.

Μια από τις σοφές συμβουλές του έργου « Η Ευρώπη έτσι όπως πραγματοποιείται » είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική από αυτή την άποψη. Διαπραγματεύεται την περίπτωση των κυνηγών υδρόβιων θηραμάτων στο έλος της Grande Brière Mottière, στη γαλλική περιφέρεια Loire-Atlantique.

Μια κοινωνική κατηγορία καθόλου δημοφιλής στα μέσα ενημέρωσης... Ο συγγραφέας, Ζουλιάν Μισκί, ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Αγρονομικής Ερευνας (INRA), δείχνει ότι οι κάτοικοι της Μπριέρ είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους μισθωτοί των βιομηχανιών της περιοχής Σεν-Ναζέρ, για τις οποίες το κυνήγι, « δείκτης αλληλεγγύης μέσω των ανταλλαγών και των δώρων σε θηράματα », « γίνεται σε γενικές γραμμές με κίνητρα περισσότερο ψυχαγωγικά παρά καταναλωτικά, και επιτρέπει τη συνέχιση της παράδοσης της αυτοσυντήρησης ».

Για τους κατοίκους της Μπριέρ, η κατάκτηση της Γαλλικής Επανάστασης φαίνεται να απειλείται άμεσα από τις ευρωπαϊκές οδηγίες για τις ημερομηνίες έναρξης του κυνηγιού, οι οποίες έχουν ληφθεί χωρίς να τους συμβουλευτούν, και από το πρόγραμμα Natura 2000, ενώ οι ίδιοι διαβεβαιώνουν ότι διαχειρίζονται το έλος « ως καλοί οικογενειάρχες ».

Εξάλλου, « έχοντας την αίσθηση ότι η Μπριέρ είναι πολύ "καθώς πρέπει" για τους εργάτες και ότι έπρεπε να βρίσκονται στα προλεταριοποιημένα προάστια του Σεν-Ναζέρ, οι κάτοικοι του έλους φοβούνται ότι θα αποστερηθούν το έδαφός τους ».

Ο αγώνας ενάντια στο κοινό μέτωπο που σχηματίστηκε ανάμεσα στις Βρυξέλλες και τους οικολόγους της Ενωσης Προστασίας των Πουλιών (LPO) -που είναι κάτοικοι των πόλεων και κατάγονται από τη μεσαία τάξη- έχει, λοιπόν, ταξική προέλευση : « Το να αγωνίζεσαι ενάντια στις ευρωπαϊκές οδηγίες δεν είναι μόνο να αντιπαραβάλλεις το έθνος που προέκυψε από την επανάσταση με την αγγλοσαξονική Ευρώπη, αλλά επίσης τον γαλλικό λαό με την ελίτ των Βρυξελλών, το λαϊκό κυνήγι με την Ευρώπη των υπαλλήλων ».

Πολιτικές χωρίς πολιτική

Ο συγγραφέας δεν μεταχειρίζεται τους κυνηγούς ως « στενόμυαλους » διψασμένους για αίμα. Εκτιμά ότι, « συνδέοντας την αντιευρωπαϊκή διαμαρτυρία με τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που την προκαλούν, προσδίδεται ουσία στη λαϊκή απόρριψη της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, η οποία πολύ συχνά στιγματίζεται με τον χαρακτηρισμό του "λαϊκισμού" ».

Όσο εξειδικευμένη και αν φαίνεται, η περίπτωση της Μπριέρ -όπου αναμφίβολα κανένας αξιωματούχος των Βρυξελλών δεν έχει πατήσει το πόδι του, εκτός αν ήταν σε διακοπές- είναι εμβληματική του διαχωρισμού ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας και τους χώρους που επηρεάζονται από τις αποφάσεις τους, χωρίς οι πληθυσμοί τους να έχουν εκφράσει την άποψή τους.

« Εάν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί, τότε η ιδέα σύμφωνα με την οποία η Ενωση κάνει δημόσιες πολιτικές (policies), αλλά όχι πολιτική (politics), ενώ τα κράτη κάνουν πολιτική, αλλά όλο και λιγότερο δημόσιες πολιτικές, θα έχει επαληθευθεί », γράφουν ο Ολιβιέ Κοστά και ο Πολ Μανιέτ στην εισαγωγή τους στο « Μια Ευρώπη των ελίτ ; ». Εάν πάρουμε αυτή τη δυαδικότητα policies-politics (πολιτικές - πολιτική), η μεγάλη πρόκληση της ευρωπαϊκής οικοδόμησης είναι να εισαγάγουμε πολιτική, δηλαδή συγκρουσιακότητα, στο υπερεθνικό επίπεδο, και, ταυτόχρονα, να ξαναδώσουμε εξουσία στο εθνικό επίπεδο, στο οποίο λένε εδώ και χρόνια : « Λέγε ό,τι θέλεις ».

Αυτό είναι ένα διπλά δυσχερές καθήκον, αν όχι αδύνατο, στο πλαίσιο των συνθηκών που ισχύουν. Από τη μια πλευρά, γιατί οι θεσμοί που βρίσκονται ήδη έξω από τη δυνατότητα της άμεσης ή έμμεσης παρέμβασης των πολιτών (Επιτροπή, Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) δεν είναι οπαδοί της θεωρίας των συγκοινωνούντων δοχείων, και δεν έχουν καμία πρόθεση να αντεπιστρέψουν το παραμικρό ψήγμα εξουσίας, αφού στηρίζονται άλλωστε σε αυτό από τη μεγάλη πλειοψηφία των « Εικοσιεφτά ». Και, από την άλλη πλευρά, γιατί η ευρωπαϊκή εξουσία δεν αυτοχαρακτηρίζεται « πολιτική », με την έννοια που παίρνει αυτός ο όρος στις εσωτερικές υποθέσεις της πλειονότητας των κρατών μελών.

Σε αυτά τα κράτη υφίσταται η έννοια της εναλλαγής που βασίζεται στον παραδοσιακό διαχωρισμό ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά -έστω και αν οι πολιτικές που εφαρμόζονται από τη μια ή από την άλλη είναι πολύ συγγενείς.

Η Επιτροπή αποτελείται από άτομα που προέρχονται από σοσιαλδημοκρατικά, φιλελεύθερα, χριστιανοδημοκρατικά και συντηρητικά κόμματα. Ντύνει τις συλλογικές αποφάσεις της με ένα « τεχνικό » περιτύλιγμα, καθώς ο οικονομικός φιλελευθερισμός δεν θεωρείται από αυτήν πολιτική επιλογή αλλά φυσικό δεδομένο.

Αν προσθέσουμε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκυβερνιέται από τις δύο κυρίαρχες παρατάξεις του (το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, που συσπειρώνει τις διάφορες ευαισθησίες της δεξιάς) και ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (σύνοδος κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων) παίρνει τις αποφάσεις του με ομοφωνία, δύσκολα θα ξαναβρούμε στο θεσμικό επίπεδο τα εθνικά χαρακτηριστικά.

Όμως, για τους Κοστά και Μανιέτ « φαίνεται πως κανένας δημόσιος χώρος δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποφεύγοντας τη σύγκρουση και τις κρίσεις που προκαλεί. Οι εθνικές δημοκρατίες μας δεν θα είχαν σχηματιστεί χωρίς τις μεγάλες συγκρούσεις που έφεραν σε αντιπαράθεση τους θεμελιωτές του κεντρικού κράτους με τους υπερασπιστές των περιφερειών, τους φύλακες της ηθικής τάξης με τους πρωτεργάτες των δημόσιων ελευθεριών, τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων με τα συμφέροντα των εργαζομένων... Και σήμερα ακόμη, οι δημοκρατίες μας υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό από τη διαιώνιση αυτών των συγκρούσεων που συμβάλλουν στην οικοδόμηση ». Μπορούμε, όμως, να προβλέψουμε τέτοιες « συγκρούσεις που συμβάλλουν στην οικοδόμηση » στο επίπεδο της Ένωσης ;

Εφόσον δεν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος, τη δημιουργία του οποίου οι διαδοχικές διευρύνσεις με νέες χώρες απομακρύνουν όλο και περισσότερο, οι συγκρούσεις θα έπαιρναν αναπόφευκτα τη μορφή αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε κράτη. Ποιος μπορεί να φανταστεί ότι, με αυτό που τους απομένει από κυριαρχία, μειοψηφικές κυβερνήσεις της « αριστεράς » -και ακόμη περισσότερο οι πολίτες τους- θα δέχονταν να τεθούν κάτω από την εξουσία μιας κοινοτικής εκτελεστικής εξουσίας της « δεξιάς » ; Ή το αντίθετο.

Αυτό το οποίο είναι αποδεκτό στον εθνικό δημόσιο χώρο δεν μπορεί να μετατεθεί σε υπερκρατικό επίπεδο, τουλάχιστον σε προβλέψιμη ιστορικά προθεσμία.

Απολίτικοι συμβιβασμοί

Η « αποπολιτικοποίηση » στην οποία μας παροτρύνει το σύνολο των θεσμών δεν είναι προφανώς παρά φαινομενική, καθώς καλύπτει επιλογές συστηματικά φιλελεύθερες. Αλλά χρησιμεύει ως έμμεση δικαιολόγηση στην εκ των πραγμάτων συναίνεση, ενώ οι μεγάλες, επίσημες τελετουργίες των ευρωπαϊκών συνόδων κορυφής μοιάζουν να επισφραγίζουν συμβιβασμούς ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Το δημοκρατικό δίλημμα μοιάζει να συνοψίζεται ως εξής : ή η απαραίτητη πολιτική συγκρουσιακότητα εγκαθίσταται στα όργανα της Ένωσης ή παραμένει περιορισμένη στο επίπεδο των κρατών, και, ελλείψει « κάποιου πράγματος για να ασχολούμαστε », μεταμορφώνεται σε αμφισβήτηση της Ένωσης.

Υπάρχει, βέβαια, θεωρητικά, ένας τρίτος δρόμος, τον οποίο αναφέρουν μόνο ως υπόμνηση ο Κοστά και ο Μανιέτ, και ο οποίος θα είχε την εύνοια των ελίτ γιατί επιβεβαιώνει το στάτους κβο : « Να εφεύρει η Ένωση έναν τρόπο ρύθμισης απολύτως απολίτικο, ο οποίος θα βασίζεται στη διαβούλευση των ειδικών, των νομικών και των εκπροσώπων συμφερόντων, χωρίς να προκαλεί την αντίσταση πολιτικών χώρων που έχουν οικοδομηθεί ιστορικά ».

Σε ένα έργο με τίτλο ο οποίος είναι σαν να κλείνει το μάτι στον Καρλ Μαρξ, « Η ευρωπαϊκή ιδεολογία », και το οποίο δεν θα μπορούσαμε να μη συστήσουμε να το διαβάσουν οι ευαίσθητοι ευρωπαϊστές, ο Μπενζαμέν Λαντέ, ο Αϊμερίκ Μονβίλ και ο Πιέρ Γιαγλεκτζιάν φιλοτεχνούν το πορτρέτο των « ειδικών » οι οποίοι προβλέπουν ήδη το « τέλος της ιστορίας » στη Γηραιά Ήπειρο και την έλευση ενός « ευρωπαίου ανθρώπου » εκτός τόπου και εκτός τάξεων : « Σχοινοβάτης του ενδιάμεσου ανάμεσα στο ψεύτικο και το τίποτε, δραματική λατρεία του ασήμαντου μέχρι διαστροφής, ο ειδικός, ο ειδήμων, αναδύεται από έναν σωρό στατιστικές όπως από μια θάλασσα όπου ο κόσμος δεν βούτηξε ποτέ, όπου μόνο αυτός, ο ειδικός, ο ειδήμων, θα πήγαινε να μαζέψει τα ανεκτίμητα κοράλλια που δικαιολογούν τη συνέχιση της τάξης πραγμάτων. Γιατί η "ευρωπαϊκή" πολιτική (ισχυρό ευρώ, παγκόσμια ελεύθερη οικονομία, περιορισμός της εξουσίας των κρατών) θέλει να την υπερασπιστούν οι ειδικοί, αλλά ποτέ δεν κρίνεται από τα αποτελέσματά της ».

Οι συγγραφείς, που επισημαίνουν την ένταξή τους στο Κομμουνιστικό Κόμμα, απαντούν στο δημοκρατικό δίλημμα που τέθηκε πιο πάνω, αποκαθιστώντας το έθνος-κράτος ως πρώτο κατάλληλο πλαίσιο της δυνατότητας παρέμβασης των ευρωπαίων πολιτών.

Έτσι, χρησιμοποιώντας ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, συντρίβουν τη διεκδίκηση των « ευρωπαϊκών δημόσιων υπηρεσιών » που προβάλλεται από ένα σύνολο προοδευτικών δυνάμεων : « Σημαίνει κατ’ αρχήν να διακηρύσσει κανείς ότι η κοινωνική κινητοποίηση που μπορεί να σημειωθεί στη χώρα μας για τον συγκεκριμένο στόχο δεν έχει παρά μια περιορισμένη νομιμότητα, που εξαρτάται από τη θέση της Γαλλίας στην Ενωση, και με την προσδοκία της ενδεχόμενης μεταφοράς του αγώνα σε μια άλλη χώρα μέλος ». Σημαίνει να αυξηθούν οι κίνδυνοι της ήττας, υποβιβάζοντας την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας « σε αυτή μιας "γαλλικής εξαίρεσης", που γρήγορα ερμηνεύεται ως μια βαθύτερη και επικίνδυνη ανωμαλία από τους υπερασπιστές του φιλελευθερισμού στα ΜΜΕ ».

Το βιβλίο υποστηρίζει χωρίς υπεκφυγές μια διπλή θέση για την Ευρώπη : εθνική, που στηρίζεται στην κυριαρχία του κάθε λαού, και ταξική : εργασία ενάντια στο κεφάλαιο. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει γίνει τόσο σπάνια, που αναρωτιέται κανείς ποιος γάλλος εκδότης διακινδύνευσε να το εκδώσει. Η εξακρίβωση έδειξε ότι οι εκδόσεις Αντέν έχουν την έδρα τους στις Βρυξέλλες.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Η συνθήκη που υπογράφηκε στη Λισαβόνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007 και ονομάζεται « απλοποιημένη » παρουσιάζεται ως μία σειρά 294 τροποποιήσεων στη Συνθήκη της Ρώμης (1957) και 62 τροποποιήσεων στη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), χωρίς να υπολογίσουμε 34 πρωτόκολλα και 65 δηλώσεις. Για να καταλάβει κανείς την εμβέλειά της, πρέπει να έχει τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια του. Βλέπε « Résurrection de la "Constitution" européenne », « Le Monde diplomatique », Δεκέμβριος, 2007. ΣτΕ : Ο Νικολά Σαρκοζί, ύστερα από συνταγματική τροποποίηση, επέβαλε την επικύρωση από το Κοινοβούλιο και όχι με δημοψήφισμα, όπως έγινε στην περίπτωση του ευρωσυντάγματος.

[2] Dominique Grandguillot, « L’Union européenne après le traite de Lisbonne », Gualino, Παρίσι, 2008, 48 σελ.

[3] Etienne de Poncins, « Le Traite de Lisbonne en 27 clés », Lignes de repères, Παρίσι, 2008, 265 σελ.

[4] Patrice Andre, « "Mini-traite" européenne. La Constitution par la force », Francois-Xavier de Guibert, Παρίσι, 2007, 196 σελ.

[5] Ο λειτουργισμός και ο νεολειτουργισμός είναι δύο θεωρίες που χρησιμοποιούνται συχνά για να εκτιμηθεί η ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Η πρώτη θεωρεί ότι « αμερόληπτοι » ειδικοί εγγυώνται καλύτερα το γενικό συμφέρον. Η δεύτερη δίνει πρωταρχική θέση στην εσωτερική δυναμική της Ένωσης, καθώς και στους μη κρατικούς δρώντες, ιδιαίτερα στην Επιτροπή και στις ομάδες συμφερόντων (πολυεθνικές, συνδικάτα, λόμπι). Είναι η διανοητική σχηματοποίηση της « μεθόδου Μονέ ».

[6] Η προδικαστική παραπομπή επιτρέπει σε οποιονδήποτε εθνικό δικαστή που χειρίζεται μια υπόθεση στην οποία διακυβεύεται το κοινοτικό δίκαιο, να αναβάλει την απόφασή του ζητώντας από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το σχετικό ζήτημα δικαίου.

[7] Στο « Dès 1958, la "reforme" par l’ Europe », « Le Monde diplomatique », Νοέμβριος, 2007, ο Φρανσουά Ντενόρ έδειξε ότι οι ευρωπαϊκές συνθήκες είχαν σχεδιαστεί εξ ορισμού ως μηχανισμοί φιλελευθεροποίησης.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette