monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 07. Ιούλιος > Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη Γερμανία...

Πώς ο Σρέντερ έφερε πίσω τον κόκκινο Όσκαρ

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη Γερμανία...

dimanche 6 juillet 2008, par Peter Linden

Στις εκλογές της 13ης και 14ης Απριλίου στην Ιταλία, η καθαρή νίκη του συνασπισμού της δεξιάς υπό τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι και η ήττα της κεντροαριστεράς του Βάλτερ Βελτρόνι συνοδεύτηκαν από την περιθωριοποίηση της αριστεράς -Ουράνιου Τόξου- η οποία βρέθηκε εκτός Κοινοβουλίου. Αντίθετα, στη Γερμανία, φαίνεται ότι οι δυνάμεις που συσπειρώθηκαν από την Die Linke (Αριστερά) κλονίζοντας τον παραδοσιακό δικομματισμό της πολιτικής σκηνής της χώρας.

Στον τοίχο του γραφείου του Κλάους Λέντερερ είναι κρεμασμένη μια ελαιογραφία με κάπως ξεθωριασμένα χρώματα : πρόκειται για ένα πορτρέτο του Καρλ Μαρξ. Κάθε φορά δε που ο υπεύθυνος της Die Linke στο Βερολίνο θέτει σε λειτουργία τον υπολογιστή του, εμφανίζεται ως φόντο της οθόνης η φωτογραφία ενός πολύχρωμου πλήθους να διαδηλώνει στο δρόμο.

Για τους δεξιούς Γερμανούς αυτή η εικόνα είναι απωθητική σαν σκιάχτρο : ο Μαρξ, ο οποίος από την επανένωση της Γερμανίας κι έπειτα θεωρούνταν βυθισμένος οριστικά στη λήθη, ξανάρχεται στην επικαιρότητα. Όσο για τις διαδηλώσεις, οι οποίες δεν ενδιέφεραν πλέον κανέναν, κατά τη διάρκεια των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν το τέλος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), έγιναν και πάλι της μόδας στη χώρα.

Όμως, στην αριστερή πτέρυγα της Die Linke, όλο αυτό το ντεκόρ προκαλεί τελείως διαφορετικούς φόβους : μήπως σε λίγο καιρό ο Μαρξ κι οι λαϊκές διαδηλώσεις υπάρχουν μονάχα στους τοίχους και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των γραφείων των βουλευτών ; Μήπως το τίμημα της ολοένα μεγαλύτερης επιτυχίας του κόμματος συνίσταται στην εγκατάλειψη των σοσιαλιστικών ιδεωδών του ;

Οι ανησυχίες των μεν και των δε είναι εύλογες. Το πρώην Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS), το οποίο ιδρύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1990 πάνω στα ερείπια του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED) [1] και ήταν ισχυρό στις ανατολικές περιοχές της Γερμανίας αλλά σχεδόν ανύπαρκτο στις δυτικές, έκανε ξαφνικά αισθητή την παρουσία του σε ολόκληρη τη χώρα. Η αποτυχία του στις εκλογές του 2002, όταν είχε αποσπάσει μονάχα το 4% των ψήφων -τη στιγμή που το εκλογικό όριο για τη Βουλή είναι 5%- φαινόταν να αποτελεί ταφόπλακα για το πολιτικό του μέλλον. Μάλιστα, εκείνη η αναμέτρηση οδήγησε στην επάνοδο του Γκέρχαρντ Σρέντερ στην πρωθυπουργία.

Η δεξιά -και πρώτη η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) και η βαυαρική « θυγατρική » της, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU)- χαιρέτισε το τέλος των κομμουνιστών. Το αμάλγαμα ανάμεσα σε PDS, ΛΔΓ και δικτατορία αποδείχτηκε καταστρεπτικό για την εκλογική επιτυχία του κόμματος.

Εξάλλου, ακόμα και στο εσωτερικό του κόμματος πυροδοτήθηκε μια τρομερή διαμάχη, καθώς οι μεν θεωρούσαν ότι για την ήττα ευθυνόταν η κομμουνιστική πτέρυγα, ενώ άλλοι έριχναν την ευθύνη στον υπερβολικό πραγματισμό των Βερολινέζων του Λέντερερ.

Διά χειρός Σρέντερ

Κατά παράδοξο τρόπο, η πανηγυρική επιστροφή της αριστεράς οφείλεται στην κυβέρνηση Σρέντερ : ο καγκελάριος προώθησε την Ατζέντα 2010 η οποία περιόρισε τόσο πολύ την κοινωνική προστασία ώστε, την άνοιξη του 2004, να έχουν δημιουργηθεί ταυτόχρονα δύο αριστερές οργανώσεις στο δυτικό τμήμα της χώρας : η Πρωτοβουλία, Εργασία και Κοινωνική Δικαιοσύνη και το Δίκτυο Για μια Εκλογική Εναλλακτική Λύση. Λίγο αργότερα, αυτές οι δύο ομάδες συγχωνεύτηκαν και δημιουργήθηκε η Εκλογική Εναλλακτική Λύση Εργασία και Κοινωνική Δικαιοσύνη (στα γερμανικά WASG, από τα αρχικά του Wahlalternative Arbeit und Soziale Gerechtigkeit). [2]

Ο Σρέντερ συνέβαλε και πάλι -χωρίς βέβαια να το επιδιώκει- στην ενδυνάμωση της νέας αριστεράς, όταν, στις 22 Μαΐου του 2005, το βράδυ της εκλογικής ήττας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) στις τοπικές εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας και Βεστφαλίας, προκήρυξε πρόωρες εκλογές. Πίστευε ακόμα ότι θα μπορούσε να εξουδετερώσει τους δύο καινούριους αριστερούς ανταγωνιστές του : καθώς το PDS φαινόταν υπερβολικά δογματικό και το WASG υπερβολικά ανοργάνωτο, θεωρούσε ότι κανένα από τα δύο δεν θα κατόρθωνε να συγκεντρώσει το ποσοστό του 5% που απαιτείται για την είσοδο στο Κοινοβούλιο.

Όμως, παρά το γεγονός ότι οι δύο πολιτικοί σχηματισμοί έμοιαζαν τόσο διαφορετικοί, προχώρησαν σε μια εσπευσμένη προσπάθεια ενοποίησης, η οποία τους επέτρεψε, στις 18 Σεπτεμβρίου του 2005, να εισέλθουν στη Βουλή υπό την κοινή ηγεσία του Γκρέγκορ Γκίζι και του Όσκαρ Λαφοντέν : το νέο Linkspartei συγκέντρωσε το 8,7% και εξέλεξε 54 βουλευτές.

Τον Ιούνιο του 2007, το κόμμα επέλεξε την απλούστερη ονομασία Die Linke και πέτυχε διαδοχικές εκλογικές επιτυχίες που του επέτρεψαν την είσοδο στα τοπικά κοινοβούλια των ομόσπονδων κρατιδίων της Βρέμης, της Έσσης, της Κάτω Σαξονίας και του Αμβούργου. Εκτός όμως από την εδραίωσή του στο δυτικό τμήμα της χώρας, πέτυχε την πλήρη ενοποίησή του και μετατράπηκε έτσι σε πολιτικό σχηματισμό που διαθέτει ισχυρή παρουσία σε ολόκληρη την επικράτεια του ομοσπονδιακού κράτους.

Έκτοτε, η ανησυχία μεγαλώνει. Μάλιστα, ορισμένοι φτάνουν στο σημείο να αναφερθούν στο « Κομμουνιστικό Μανιφέστο ». Αν πιστέψουμε τους αρθρογράφους των αστικών μέσων ενημέρωσης, ένα φάντασμα στοιχειώνει τη Γερμανία. « Είναι άραγε πραγματικά επικίνδυνη αυτή η σημαντική άνοδος της αριστεράς », αναρωτιέται ένα εβδομαδιαίο έντυπο [3], ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ (SPD) προειδοποιεί για τον κίνδυνο εκτροπής. [4]

Κομμουνιστοφοβία

Όταν, στα μέσα Φεβρουαρίου του 2008, μια βουλευτής του Die Linke εκφράζει σε τηλεοπτική εκπομπή [5] την κατανόησή της για την Κρατική Ασφάλεια (Stasi) της ΛΔΓ, οι αντιδράσεις του δημοσιογραφικού κόσμου γίνονται ακόμα εντονότερες. Ορισμένοι καταγγέλλουν την « κομμουνιστική διείσδυση » [6] στο νέο κόμμα, ενώ άλλοι τού αρνούνται την παραμικρή πολιτική ικανότητα : « Το Die Linke χρειάζεται γενική αναδιοργάνωση σε όλα τα επίπεδα ». [7] Ο Γκίζι, ο οποίος στο μεταξύ έχει γίνει πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας στην γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag), αισθάνεται υποχρεωμένος να διευκρινίσει : « Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα και δυνατότητα επιστροφής στη ΛΔΓ. Δεν τίθεται ζήτημα επιστροφής στην εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής ». [8]

Ο φόβος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος είναι παλαιότερος από τους φόβους του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου. Το 1998, η συμμαχία του PDS με το SPD στην κυβέρνηση του κρατιδίου του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας (πρώην ΛΔΓ), κι ύστερα, το 2001, η συμμαχία στο κρατίδιο του Βερολίνου έθεσαν στην αριστερή πτέρυγα ένα ζήτημα αρχής : Είχε άραγε το δικαίωμα να κυβερνάει ; « Ο κόσμος μας φοβάται μήπως το κόμμα μας καταντήσει σαν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα επί Μιτεράν », σχολιάζει ο Λέντερερ, ο οποίος ηγείται από το 2005 του κόμματος στο Βερολίνο. Και συνεχίζει : « Τι θέλετε να κάνουμε όταν επί οκτώ χρόνια συνηθίσαμε να ασκούμε κριτική και, ξαφνικά, είμαστε σε θέση να συμμετάσχουμε στην κυβέρνηση ; » Και παραπέμπει -πάντα κάτω από το πορτρέτο του Μαρξ και με την εικόνα της διαδήλωσης στην οθόνη του υπολογιστή του- στη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Για τη μεγάλη γερμανίδα κομμουνίστρια, το Κοινοβούλιο αντιπροσώπευε « το κατάλληλο πεδίο που θα επέτρεπε στους σοσιαλιστές να διεξαγάγουν συστηματική αντίσταση στην κυριαρχία των αστών ». [9]

Αυτή, ακριβώς, η αντίσταση βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων τις τελευταίες εβδομάδες στο Βερολίνο, καθώς έχει αναπτυχθεί ένας εξαιρετικά έντονος διάλογος στο εσωτερικό της Die Linke σχετικά με τη στάση που πρέπει να υιοθετηθεί απέναντι στις μισθολογικές διεκδικήσεις και τις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιδράσει το κόμμα τους -το οποίο συγκυβερνάει το Βερολίνο μαζί με το SPD- στα αιτήματα των δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι, έπειτα από χρόνια παραίτησης, διεκδικούν αυξήσεις 12%. Μερικές φορές, την ίδια μέρα, εκδίδονται δύο διαφορετικά δελτία τύπου : για παράδειγμα, στο ένα, ο εκπρόσωπος του κόμματος στο Βερολίνο που είναι αρμόδιος για τα συνδικαλιστικά ζητήματα εκφράζει τη συμπαράστασή του στους απεργούς των μέσων μαζικής μεταφοράς. Στο άλλο, ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας στη Γερουσία του Βερολίνου και αρμόδιος για τα οικονομικά ζητήματα απαιτεί να ληφθεί εξίσου υπόψη τόσο η άποψη των εργαζομένων όσο και η άποψη του εργοδότη, δεδομένου ότι ο Δήμος του Βερολίνου οφείλει να συνεχίσει την προσπάθεια για την εξυγίανση των οικονομικών του. Ο Λέντερερ αναγνωρίζει το δίλημμα και το σχολιάζει ως εξής : « Όσο οι θέσεις μας δεν θα είναι πιο αριστερές από εκείνες των συνδικάτων, θα μας ασκείται κριτική ».

Οι δύο τάσεις

Άλλες φορές, η διαμάχη έλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε οι τενόροι του κόμματος, ο Λαφοντέν, ο Γκίζι και ο Λόταρ Μπίσκι, αναγκάστηκαν να δώσουν στη δημοσιότητα μια κοινή δήλωση για να υπενθυμίσουν στη βάση τους όλα όσα πέτυχε η κυβέρνηση συνασπισμού στο κρατίδιο του Βερολίνου : τη δημιουργία -παρ’ όλα τα σοβαρά εμπόδια- ενός ευρύτατου τομέα θέσεων εργασίας που χρηματοδοτούνται με δημόσια κονδύλια, το γεγονός ότι ο Δήμος συνεργάζεται μονάχα με επιχειρήσεις που πληρώνουν ελάχιστο ωρομίσθιο 7,5 ευρώ. Κι ο Λέντερερ προσθέτει, επικαλούμενος τη δήλωση των ηγετών του κόμματος : « Δεν ενεργούμε με ανήθικο τρόπο• αντίθετα, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, προσπαθούμε να επιτύχουμε ό,τι είναι δυνατόν ».

Ο έντονος διάλογος που έχει αναπτυχθεί στο εσωτερικό του Die Linke θυμίζει τις διαμάχες από τις οποίες σπαρασσόταν το κόμμα των Πράσινων τα πρώτα χρόνια της ζωής του : εκείνη την εποχή, είχαν βγει τα μαχαίρια ανάμεσα στους « Realos » και στους « Fundis », τους πραγματιστές και τους ιδεολόγους αντίστοιχα.

Ο Φρίντερ Ότο Βολφ, καθηγητής στη σχολή Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και ευρωβουλευτής των Πράσινων την περίοδο 1984-1999, προχωρεί σε έναν παραλληλισμό του εγχειρήματος των οικολόγων λίγο μετά τη δημιουργία του κόμματός τους, το 1980, και της σημερινής νέας αριστεράς. Κατά τη γνώμη του, αυτός ο τύπος « συνάθροισης των κοινωνικών κινημάτων » αισθάνεται αμηχανία και αντιμετωπίζει δυσκολίες όταν έρχεται η στιγμή της « έκφρασης των οραμάτων του μέσα στον κοινοβουλευτικό χώρο ».

Αντίθετα από τους Πράσινους εκείνης της περιόδου που ήταν υποχρεωμένοι να υποτάσσονται στην παραμικρή επιθυμία του αυταρχικού Γιόσκα Φίσερ, με τους Λαφοντέν και Γκίζι η Die Linke διαθέτει ευέλικτους ηγέτες : « Με αυτούς τους δύο, οι "πραγματιστές" και οι "ιδεολόγοι" θα δυσκολευτούν να ξαναρχίσουν τις ιστορίες τους ! »

Μερικές φορές, το εύρος των ανοιγμάτων της Die Linke εκπλήσσει. Έτσι, ο Ούλριχ Μάουρερ, γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος δήλωσε ότι « το πρόγραμμα του κινήματος των μισθωτών για τις εκλογές του 2005 για την Bundestag, θα μπορούσε, χωρίς κανένα πρόβλημα, να προσυπογραφεί από τους υποψήφιους και τις υποψήφιες του Linkspartei ». [10]

Ελάχιστες είναι οι ομάδες, όπως η τροτσκιστική Εναλλακτική λύση Εμπρός για τον Σοσιαλισμό (Sozialistische Alternative Voran, SAV), οι οποίες αρνούνται να προσχωρήσουν στην Die Linke. Η Λούσι Ρέντλερ, μέλος της εξαμελούς καθοδήγησης της SAV, εκφράζει τη λύπη της για την απουσία προγράμματος : « Όταν δεν έχεις ακριβείς στόχους, κάνεις συμβιβασμούς εκεί όπου δεν θα έπρεπε ».

Οι υπεύθυνοι της νέας αριστεράς κατανοούν αυτού του είδους την κριτική, χωρίς όμως και να τη συμμερίζονται. Ο Χέλγκε Μέβες, ένα έμπειρο στέλεχος, πρώην μέλος του PDS, ανήκει στη « δυτική ομάδα » του κόμματος και, με αυτή του την ιδιότητα, βοηθάει κυρίως τις δυτικογερμανικές κομματικές οργανώσεις. Εκφράζει « τον σκεπτικισμό του για τις ιδεολογικές αξιώσεις του κόμματος, γιατί προκαλούν συζητήσεις και διαμάχες που μας εμποδίζουν να δούμε ποια πρακτικά ζητήματα μπορούμε να προωθήσουμε ». Κατά τη γνώμη του, « τα ζητήματα στρατηγικής είναι σημαντικότερα από τα ζητήματα που αφορούν το πρόγραμμα ». Το γεγονός ότι η Die Linke θα καταρτίσει την επίσημη ιδεολογική της πλατφόρμα μονάχα μετά τις εθνικές εκλογές του 2009, δεν τον ενοχλεί καθόλου. Κατά τη γνώμη του, εκείνο που έχει σημασία αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε το μακρινό μέλλον ούτε το πρόσφατο παρελθόν, αλλά η εδραίωση του κόμματος στο δυτικό τμήμα της χώρας. Με την υπερβολική συζήτηση για τη ΛΔΓ, « το μόνο που κάνουμε είναι να ικανοποιούμε τα μέσα ενημέρωσης ».

Όμως, τα μέσα ενημέρωσης δεν αρκούνται πλέον στο να προβάλλουν οποιαδήποτε αναφορά στη ΛΔΓ : το κόμμα διαδραματίζει υπερβολικά σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας για να αρκεστούν σε παρόμοια ζητήματα. Κι εξάλλου, το μικρό σκάνδαλο που πυροδότησε η βουλευτής της Κάτω Σαξονίας ξεχάστηκε γρήγορα, λόγω του κολοσσιαίου σκανδάλου της φοροδιαφυγής δισεκατομμυρίων ευρώ στην οποία επιδίδονταν πλούσιοι και βαθύπλουτοι Γερμανοί με τη βοήθεια των συνενόχων τους στο Λιχτενστάιν.

Η προσφορά του Λαφοντέν

Η αντιμετώπιση της Die Linke με χοντροκομμένα αντικομμουνιστικά επιχειρήματα δεν είναι πλέον αρκετή. « Είμαι εναντίον των ταμπού », δήλωσε ο Κλάους Βοβερέιτ, δήμαρχος του Βερολίνου (SPD), όταν ρωτήθηκε για τις σχέσεις του κόμματός του με την Die Linke. [11] Την προηγούμενη ημέρα, η υπηρεσία για την Προστασία του Συντάγματος εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η αστυνομική παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του κόμματος, ενώ, μέχρι πολύ πρόσφατα, φαινόταν λογικό να υποπτεύονται κάθε άτομο που βρίσκεται αριστερότερα του SPD, ότι μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το δημοκρατικό πολίτευμα. [12] Παράλληλα, ακόμα και στο εσωτερικό της CDU-CSU, αρχίζουν να εκφράζονται διαμαρτυρίες για τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική που ακολουθείται. [13]

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η Die Linke θα μπορούσε να φτάσει το 14%. Αν επιβεβαιωθεί μια τέτοια πρόβλεψη, η Die Linke θα οφείλει πολλά στην προσωπική στράτευση του Λαφοντέν, ο οποίος υπήρξε πρόεδρος του κρατιδίου του Σάαρ την περίοδο 1985-1998, στη συνέχεια πρόεδρος του SPD, υποψήφιος του κόμματος για την πρωθυπουργία και υπουργός Οικονομικών• τελικά παραιτήθηκε από το κόμμα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική που ακολουθούσε ο Σρέντερ.

Από τον Ιούλιο του 2007, ο πρώην σοσιαλδημοκράτης ηγέτης είναι ένας από τους δύο προέδρους της Die Linke. Προβαίνει δε σε έναν ενθουσιώδη απολογισμό : « Είχαμε υποσχεθεί στον εαυτό μας να ιδρύσουμε ένα κόμμα το οποίο θα ήταν ικανό να εδραιώσει μόνιμα την ισχύ του σε ολόκληρη τη Γερμανία και να αλλάξει την πολιτική που εφαρμόζεται στη χώρα. Και οι δύο στόχοι μας έχουν επιτευχθεί, και μάλιστα πιο γρήγορα απ’ ό,τι περιμέναμε ». Κι επιπλήττει με πάθος τους αμφισβητίες, οι οποίοι, στο εσωτερικό του κόμματος, εκφράζουν τη λύπη τους για την έλλειψη προγράμματος : « Μα εμείς εφαρμόζουμε την πολιτική του πραγματικού ! Αυτό κι αν είναι πρόγραμμα ! Όταν απαιτούμε την καθιέρωση ελάχιστων μισθών και επιδιώκουμε να εμποδίσουμε την ιδιωτικοποίηση του σιδηροδρόμου, όταν απαιτούμε την αποχώρηση των στρατευμάτων μας από το Αφγανιστάν, όλα αυτά είναι πρόγραμμα ! »

Το « πρόγραμμά » του ο Λαφοντέν το είχε εκθέσει μία εβδομάδα πριν από την εκλογή του στην προεδρία της Die Linke, σε άρθρο του στην « Frankfurter Allgemeine Zeitung » με τίτλο « Η ελευθερία μέσα από τον σοσιαλισμό ». Μεταξύ άλλων, απαιτούσε « να παραμείνουν υπό τον έλεγχο του κράτους οι οικονομικοί τομείς που εξασφαλίζουν την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του πληθυσμού ». [14] Επίσης, διακήρυσσε την ανάγκη της ενίσχυσης της νομοθεσίας για τα καρτέλ και τους κατώτατους μισθούς, την εγκατάλειψη της Ατζέντας 2010, την αναγνώριση του δικαιώματος στη γενική απεργία, και παρέθετε τα εξής λόγια του Ερμαν Έσε : « Στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, ο σοσιαλισμός είναι όντως το μοναδικό δόγμα που προτείνει μια σοβαρή κριτική των θεμελίων της ψεύτικης κοινωνίας και του τρόπου ζωής μας ». [15]

Ο Λαφοντέν φτάνει στο σημείο να επικαλεστεί τον (γερμανικής καταγωγής) πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ’ : « Οι αδυναμίες του οικονομικού συστήματος που εξακολουθεί να εδραιώνει την κυριαρχία των πραγμάτων πάνω στον άνθρωπο έχουν όνομα : κοινωνικός αποκλεισμός, εκμετάλλευση και απανθρωπιά ». [16] Εξάλλου, το γραφείο του συμπροέδρου Λαφοντέν στην Bundestag, δεν το κοσμεί το πορτρέτο του Μαρξ, αλλά εκείνο του ποντίφηκα, μέσα σε μια όμορφη χρυσή κορνίζα... Προσθέτει επίσης ότι οι επερωτήσεις, τα νομοσχέδια και οι τροπολογίες που καταθέτει το Die Linke στην Bundestag δεν αντιμετωπίζονται πλέον με τη γενικευμένη αποδοκιμασία και το χλευασμό, αλλά, πολύ συχνά, επανεμφανίζονται, με διαφορετική μορφή, στη Βουλή από άλλα κόμματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η πρόταση για την τροποποίηση της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρείες, το ψήφισμα για την αναγνώριση του δικαιώματος στη γενική απεργία, όπως και το « η Γερμανία χρειάζεται την καθιέρωση ελάχιστων μισθών ». Ο Λαφοντέν θεωρεί ότι, όπως ο Πράσινοι « οικολογικοποίησαν » την πολιτική ζωή της χώρας, η Die Linke « την επανακοινωνικοποίησε, ωθώντας το εκκρεμές προς τα αριστερά ».

Η άνοδος του κόμματος φαίνεται και στον φοιτητικό χώρο : η νέα Σοσιαλιστική Δημοκρατική Φοιτητική Ένωση (SDS) -ένα από τα κομμάτια της ιστορικής SDS που πρωταγωνίστησε στις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968 και η οποία στη συνέχεια διασπάστηκε σε ένα πλήθος από γκρουπούσκουλα- από τον Μάιο του 2007 έχει προσεγγίσει σημαντικά την Die Linke, χωρίς ωστόσο να αποτελεί και την επίσημη νεολαία του. Σε λιγότερο από έναν χρόνο, έχει πραγματοποιήσει σημαντικές προόδους, δημιουργώντας ομάδες σε εβδομήντα πόλεις κι επιτυγχάνοντας ποσοστά έως και 21% στις φοιτητικές εκλογές.

Κι όμως, στην αρχή, όλα φαίνονταν εξαιρετικά δύσκολα, καθώς πολλά μέλη του πρώην PDS εγκατέλειπαν την οργάνωση γιατί δυσφορούσαν με τον υπερβολικό, κατά τη γνώμη τους, αριθμό των τροτσκιστών, ενώ οι αντιφασίστες, οι αναρχικοί και οι αυτόνομοι δυσπιστούσαν απέναντί της, θεωρώντας την υπερβολικά εξαρτώμενη από το κόμμα.

Και αλλαγή στα ΜΜΕ

Αντίθετα, κάποιοι άλλοι επιθυμούσαν τη μετατροπή της οργάνωσης σε επίσημη κομματική νεολαία, έτσι ώστε να εισρεύσουν στα ταμεία της οι γενναίες κρατικές επιδοτήσεις. Λίγους μήνες αργότερα, η διατήρηση των δύσκολων ισορροπιών έχει επιτευχθεί, και όλοι, ακόμα και οι πλέον σκεπτικιστές απέναντι στην Die Linke, εκφράζουν τη χαρά τους για τις εκλογικές επιτυχίες του κόμματος, καθώς αυτές ανοίγουν το δρόμο για μια νέα εποχή όπου η αριστερή πολιτική δεν θα εξομοιώνεται από την υπόλοιπη κοινωνία με μια ξεπερασμένη, παλιομοδίτικη ιστορία.

Οι εφημερίδες εγκαταλείπουν τον όρο « κοινωνικά αδύναμοι » και χρησιμοποιούν και πάλι τη λέξη « φτωχοί ». Όταν κάποιος ζητάει « δικαιοσύνη », κίνητρό του δεν θεωρείται πλέον ο « φθόνος ». Η « αλληλεγγύη » δεν ανήκει πλέον στις χυδαίες λέξεις και ο « σοσιαλισμός » δεν εξομοιώνεται πια με τον « σταλινισμό ». Πιθανότατα, θα αποδειχθεί στο μέλλον ότι αυτά τα συμβολικά κεκτημένα θα έχουν πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη σημασία από την εξασφάλιση λίγο μεγαλύτερων αυξήσεων στους μισθούς για τους εργαζόμενους.

Ο Μπίσκι, ένας από τους φιλικά προσκείμενους στον Λαφοντέν στην ηγεσία του κόμματος και νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (EL), διαπιστώνει έκπληκτος ότι στο εξωτερικό αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τις επιτυχίες του κόμματος : « Η Δυτική Γερμανία θεωρούνταν ανέκαθεν ως μια περιοχή όπου δεν υπήρχε χώρος για ένα κόμμα αριστερότερα του SPD. Και ξαφνικά, να ’μαστε » !

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Δημιουργήθηκε το 1946 με τη συγχώνευση των κομμουνιστών και των σοσιαλδημοκρατών της « σοβιετικής κατεχόμενης ζώνης » της Γερμανίας, η οποία, το 1949, μετατράπηκε σε ΛΔΓ.

[2] Βλέπε Oliver Nachtwey, « Im Westen nichts Neues » στο « Die Linke », Βισμπάντεν, 2007.

[3] « Die Zeit », Αμβούργο, 31 Ιανουαρίου 2008.

[4] « Der Tagesspiegel », Βερολίνο, 4 Φεβρουαρίου 2008.

[5] Εκπομπή « Πανόραμα », τηλεοπτικό κανάλι ARD, 14 Φεβρουαρίου 2008.

[6] Ηλεκτρονική έκδοση της « Die Zeit », Αμβούργο, 19 Φεβρουαρίου 2008.

[7] « Financial Times Deutschland », Αμβούργο, 18 Φεβρουαρίου 2008.

[8] Εκπομπή « Πανόραμα », 14 Φεβρουαρίου 2008.

[9] Ρόζα Λούξεμπουργκ, « Die sozialistische Krise in Frankreich (1900) » (Η σοσιαλιστική κρίση στη Γαλλία), στο « Έργα », τόμ.1, Βερολίνο, 1979.

[10] Ulrich Maurer, « Eiszeit » (Η εποχή των παγετώνων), Μόναχο, 2006.

[11] « Suddeutsche Zeitung », Μόναχο, 29 Φεβρουαρίου 2008.

[12] « Taz », Βερολίνο, 28 Ιανουαρίου 2008.

[13] « Seehofer attackiert Neoliberale in der Union », « Suddeutsche Zeitung », 4 Φεβρουαρίου 2008.

[14] « Freiheit durch Sozialismus », « Frankfurter Allgemeine Zeitung » (FAZ), Φρανκφούρτη, 9 Ιουλίου 2007.

[15] Ερμαν Έσε, αναφέρεται από τη « FAZ », 9 Ιουλίου 2007.

[16] Αναφέρεται από τη « FAZ », 9 Ιουλίου 2007.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette