monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2013 > 06. Ιούνιος > Τα μπλουζ του στρατού στο Μάλι

Ένα κράτος που δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί

Τα μπλουζ του στρατού στο Μάλι

Αποστολή

dimanche 2 juin 2013, par Thiénot Dorothée , [Λογοθέτης Χάρης (μτφ)]

Στις 22 Απριλίου, η Εθνοσυνέλευση του Μάλι επιβεβαίωσε, με επίσημη ψηφοφορία, ότι η στρατιωτική « δύναμη υποστήριξης » χιλίων Γάλλων στρατιωτών θα παραμείνει « μόνιμα » στη χώρα. Στο Κιντάλ, στο βόρειο τμήμα της χώρας, η διεθνής αποστολή υποστήριξης θα πρέπει να πάρει τη σκυτάλη από τα στρατεύματα του Τσαντ. Μα τι έχει συμβεί στον στρατό του Μάλι ;

« Πειθαρχία, απόδοση, εκπαίδευση : τίποτα δεν λειτουργεί στον στρατό αυτό ». Στις αρχές Μαρτίου, στο Γκαό, ένας ταγματάρχης του στρατού του Μάλι εκφράζει την αγανάκτησή του, περιμένοντας να μετακινηθεί προς τον Βορρά. Όλοι οι παρατηρητές αναρωτιούνται για την επόμενη ημέρα της στρατιωτικής επέμβασης της 11ης Ιανουαρίου 2013 στο βόρειο τμήμα της χώρας. Χωρίς την υποστήριξη των ξένων στρατευμάτων, ιδιαίτερα της Γαλλίας και του Τσαντ, τίποτε δεν θα μπορούσε να έχει γίνει. Όμως, η δυτική, ακόμη και η αφρικανική υποστήριξη δεν θα είναι αιώνια...

Μετά από μια εισβολή που δεν κατόρθωσαν να αποκρούσουν, τα στρατεύματα του Μάλι, αντιμέτωπα με την προοπτική μιας σημαντικής και, αναμφίβολα μόνιμης, ξένης στρατιωτικής παρουσίας, βρίσκονται σε πρωτόγνωρη κατάσταση. Οι εσωτερικές διαφωνίες παραμένουν ζωηρές και τα αίτια της πικρίας πολλαπλά. Μετά την έναρξη της επιχείρησης « Serval », πολλοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί ορκίζονται, σε ιδιωτικές συζητήσεις, ότι, με το τέλος της σύγκρουσης, « εάν ο Θεός τούς δίνει ημέρες », θα αλλάξουν επάγγελμα.

Η δυσφορία δεν είναι πρόσφατη. Το 1993, σε εφαρμογή των ειρηνευτικών συμφωνιών της Ταμανρασέτ [1] και για να κατευνάσει τις αποσχιστικές αξιώσεις των Τουαρέγκ [2] στο βόρειο τμήμα της χώρας, ο τότε πρόεδρος του Μάλι, Αλφά Ουμάρ Κοναρέ, αποφασίζει να εντάξει εκατοντάδες αντάρτες στον τακτικό στρατό. Η πρώτη αυτή συγχώνευση δεν αφήνει καλές αναμνήσεις στους εν ενεργεία στρατιώτες : από το 1994, « οι ενταγμένοι », αμφιβάλλοντας για τις κυβερνητικές προθέσεις, ξαναβγαίνουν στο βουνό, μαζί με τα όπλα τους. Το σενάριο επαναλαμβάνεται και το 1996. Και στη δεύτερη περίπτωση, οι υπόλοιποι στρατιωτικοί υποχρεώνονται να δεχτούν, είτε το θέλουν είτε όχι, τις συμφωνίες αυτές και τα παρεπόμενά τους.

Δέκα χρόνια μιας συνύπαρξης σφραγισμένης από τη δυσπιστία έχουν κυλήσει, όταν, το 2006, « ενταγμένοι » στρατιωτικοί που πρόσκεινται στον Ιγιάντ Αγκ Γκάλι -ο οποίος, πέντε χρόνια αργότερα, θα ιδρύσει το κίνημα Ανσάρ Ντίν (« Υπεράσπιση του Ισλάμ »), μια ισλαμιστικών τάσεων οργάνωση των Τουαρέγκ- κατηγορούνται για καιροσκοπικές κινήσεις απέναντι στα διάφορα κινήματα του βόρειου Μάλι. Στις 23 Μαΐου 2006, οι « ενταγμένοι » στρατιώτες, που έχουν συγκεντρωθεί στο Κιντάλ, βοηθούν στην κατάληψη του στρατοπέδου του τακτικού στρατού και κατευθύνονται μαζί με τον πολέμαρχο Γκάλι των Τουαρέγκ στην έρημο. Για τους στρατιωτικούς, η προδοσία ξεχειλίζει το ποτήρι. « Για δέκα χρόνια, τα μοιραζόμασταν όλα, τρώγαμε μαζί, πίναμε τσάι μαζί », λέει με αγανάκτηση ένας λοχίας. Δεν μπορεί να ξεχάσει ότι, στα γεγονότα εκείνα, ένας από τους μέχρι τότε συμπολεμιστές του άρπαξε το δικό του καλάσνικοφ για να σκοτώσει έξι αντάρτες.

Η κυβέρνηση του Αμαντού Τουμανί Τουρέ (« ΑΤΤ ») δεν κρίνει ότι έχει ξεπεραστεί το σημείο της μη επιστροφής [3]. Ακόμη χειρότερα, ο πρόεδρος επιχειρεί να καλοπιάσει τους αντάρτες : όσοι τους είχαν ακολουθήσει δεν αποτάχθηκαν, αλλά, αντίθετα, πήραν προαγωγή. « Τα γεγονότα του 2006 ξύπνησαν παλιούς δαίμονες », εξηγεί ένας συνταγματάρχης. « Οι στρατιώτες είχαν ήδη υποστεί πολλές ταπεινώσεις : εντάξεις, άδικες υπηρεσιακές κρίσεις... Πάντα χειριστήκαμε πολιτικά το ζήτημα των Ταματσέκ » [4] « μέχρι που καθιερώσαμε και ποσοστώσεις : οι στρατιώτες του Κιντάλ έπρεπε να προέρχονται από την περιοχή. Ωστόσο, ένας στρατιωτικός πρέπει να υπηρετεί παντού στη χώρα του... Αυτό έκαμψε το ηθικό των στρατιωτών ».

Το 2012, ίδιες αιτίες, ίδια αποτελέσματα : οι αντάρτες κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν εφαρμόζει την αποκέντρωση που είχε υποσχεθεί αντί της ανεξαρτησίας. Θέτουν το ζήτημα ξανά. « Οι ένοπλοι δεν έχουν παρά έναν κοινό εχθρό : τον στρατό του Μάλι, ο οποίος αντιπροσωπεύει το κράτος », αναφέρει με λύπη ο συνταγματάρχης Αμπντουραμάν Ντεμπελέ.

Στα τέλη του Ιανουαρίου του 2012, γίνεται η σφαγή της στρατιωτικής φρουράς του Αγκελόκ, βόρεια του Κιντάλ : ογδόντα στρατιώτες νεκροί, μεταξύ τους κάποιοι κατακρεουργημένοι, από επίθεση ενός αποσπάσματος αρκετών ένοπλων ομάδων της περιοχής, το Εθνικό Κίνημα Απελευθέρωσης του Αζαουάντ (MNLA) και το Ανσάρ Ντιν. Ο πρόεδρος διαπράττει το ίδιο λάθος με το 2006 : ζητεί « να μην γίνονται γενικεύσεις ». Στους κόλπους των στρατιωτικών που εδρεύουν στον Βορρά, η έλλειψη πυγμής του προέδρου γίνεται αντιληπτή ως νέο σημάδι περιφρόνησης.

Η επιείκεια των πολιτικών ηγετών κατέληξε να πείσει αρκετούς από τους στρατιωτικούς αυτούς ότι το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον « ΑΤΤ », στις 22 Μαρτίου 2012, ήταν αναγκαίο κακό : καμία πολιτική λύση -προσωρινή κυβέρνηση, εθνική συνεννόηση, εκλογές- δεν μπορούσε πια να αποκαταστήσει την τάξη σε μια χώρα που οδηγείται στον διαμελισμό και όπου βασιλεύει η καχυποψία [5]. « Αυτό το πραξικόπημα, το επιθυμούσα εδώ και πολύ καιρό », δηλώνει ένας αρχιδεκανέας που βοήθησε και ο ίδιος στην ταφή των πτωμάτων μετά τη σφαγή της Αγκελόκ. « Κανείς δεν κουνήθηκε. Να σκοτώνονται οι άνθρωποι έτσι, σαν τα κοτόπουλα, και ούτε μια λέξη για εμάς ; ». Η κίνηση των πραξικοπηματιών, που ξεκίνησε από το στρατόπεδο του Κατί, στα περίχωρα του Μπαμακό, υποστηρίχτηκε από τα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία της πρωτεύουσας.

Εννέα στους δέκα αξιωματικούς είναι γιοι αξιωματικών, κληρονόμοι

Ωστόσο, οι αλλαγές στην κορυφή του κράτους δεν βελτίωσαν την τύχη των στρατιωτικών. Οι υποσχέσεις –απόταξη όσων γονάτισαν το στράτευμα, ανανέωση του στρατιωτικού εξοπλισμού- δεν τηρήθηκαν. Τα δεινά αυτού του ελάχιστα ομοιογενούς στρατεύματος, με τα οκτώ τάγματα των τετρακοσίων έως οκτακοσίων ανδρών, έχουν πολύ βαθύτερες ρίζες από την απλή έλλειψη εξοπλισμού, μολονότι οι ανεπάρκειες είναι υπαρκτές.

Ο λοχαγός Αμαντού Αγιά Σανογκό, που αναγνωρίστηκε ως επικεφαλής της χούντας, τοποθέτησε τους ανθρώπους του στην κορυφή των μηχανισμών ασφαλείας, αλλά εξουδετερώθηκε γρήγορα από τους διεθνείς εταίρους του Μάλι. Κρατώντας τον τίτλο του « επικεφαλής της στρατιωτικής επιτροπής παρακολούθησης των μεταρρυθμίσεων στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας », μεταφέρθηκε μακριά από τις μάχες και δεν ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του παρά τον Φεβρουάριο, έξι μήνες μετά τον διορισμό του. Κατά την περίοδο αυτή, ο αρχηγός των πραξικοπηματιών δεν επισκέφθηκε παρά μία φορά το Σεβαρέ, τη μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της χώρας. Λίγο μετά τη μάχη της Κονά, την οποία έχασε ο στρατός του Μάλι μετά από γενναία αντίσταση, στις 11 Ιανουαρίου 2013, ο Σανογκό προχώρησε σε βεβιασμένες υπηρεσιακές κρίσεις, χωρίς το κύρος κάποιου που γνωρίζει το πεδίο. Προαγωγές που αμέσως κρίθηκαν αδικαιολόγητες από τους στρατιωτικούς στο βόρειο Μάλι. Η ιστορία επαναλαμβάνεται...

« Όποιος δεν έχει “κάνει στον Βορρά”, με την έρημο, τις επιθέσεις από τους αντάρτες και τους εμπόρους ναρκωτικών, δεν μπορεί να καταλάβει », δηλώνει ο Μποκάρ, που κατάγεται από το Μπαμακό. Από τότε που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στον στρατό, πριν από δεκατρία χρόνια, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της υπηρεσίας του στο βορειότερο άκρο της χώρας -Κιντάλ, Τεσαλίτ, περιοχές δύσκολες σε σχέση με τις άνετες φρουρές του Νότου, το Σικασό, το Κατί ή το Σεβαρέ.

Μετά το πραξικόπημα του Μαρτίου 2012, χορηγείται στους στρατιωτικούς που περνούν πάνω από εικοσιπέντε ημέρες σε κάποια εμπόλεμη ζώνη, πολεμικό επίδομα 50.000 αφρικανικών φράγκων [6] (από 6.000 αφρικανικά φράγκα μέχρι τότε). Για τον Μποκάρ, όμως, « το πρόβλημα δεν είναι τα λεφτά, είναι η αδικία. Η ιεραρχία δεν ανταποκρίνεται στην αξία των στρατιωτικών. Εννέα στους δέκα αξιωματικούς είναι γιοι αξιωματικών, κληρονόμοι ». Και απαρτίζουν μια κάστα που πολύ δύσκολα γίνεται σεβαστή από τους κατώτερους αξιωματικούς, οι οποίοι έχουν κουραστεί από τα επαναλαμβανόμενα « ρουσφέτια ».

Ο πρώην υπουργός Άμυνας, Σουμεϊλού Μπουμπεγιέ Μαϊγκά, επιβεβαιώνει αυτό που είχαν αναδείξει ξεκάθαρα οι διαδοχικές ήττες στο πεδίο : το στράτευμα αποδεικνύεται ελάχιστα λειτουργικό, ανίκανο να επέμβει στην πρώτη γραμμή. Έχει μετατραπεί, υποστηρίζει ο Μαϊγκά, « σε ένα συνονθύλευμα στρατιωτικών-δημοσίων υπαλλήλων ». Άμαθοι στον πόλεμο, κακοπληρωμένοι, οι στρατιωτικοί ζουν περισσότερο από το μικρό ή μεγάλο λαθρεμπόριο παρά από τον μισθό τους [7].

Ο συνταγματάρχης Ιμπραϊμά Νταϊρού Ντεμπελέ, από την πλευρά του, επισημαίνει με λύπη ότι ο στρατός θεωρείται, ορισμένες φορές, ως « σωφρονιστικό ίδρυμα ή ως εκπαιδευτική δομή », παρά ένας αποτελεσματικός μηχανισμός εκπαίδευσης και πολεμικής δράσης. Οι αξιωματικοί δεν μπορούν να εμπνεύσουν τον σεβασμό -πολύ περισσότερο αφού δεν είναι σε θέση να εγγυηθούν τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα των υφισταμένων τους-, τα επιδόματα δεν πληρώνονται και οι μισθοί καταβάλλονται με καθυστέρηση. Κι αυτό, παρ’ όλο που είναι χαμηλοί : ένας νεοεισερχόμενος ξεκινά τη σταδιοδρομία του με 55.000 αφρικανικά φράγκα τον μήνα (περίπου 80 ευρώ), ενώ ένας αρχιδεκανέας, μετά από δεκατρία χρόνια υπηρεσίας, αμείβεται μόλις με 130.000 αφρικανικά φράγκα τον μήνα.

Ευνοιοκρατία και έλλειψη ισότιμης μεταχείρισης : χωρίς νομιμοποίηση στα μάτια του στρατεύματος, η ηγεσία αμφισβητείται διαρκώς. Ελλείψει σχολής πολέμου και σχολής ανώτατης στρατιωτικής εκπαίδευσης για τους αξιωματικούς, η κατάρτιση των στελεχών αποδεικνύεται ανεπαρκής. Για παράδειγμα, ένας εκπαιδευτής θυμάται ότι οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς που είχε στην ευθύνη του δεν ήταν σε θέση να διαβάσουν τις συντεταγμένες στους χάρτες ή να υπολογίσουν αποστάσεις.

Εξάλλου, οι πολύ ετερόκλητες ακαδημαϊκές διαδρομές των βαθμοφόρων –Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα ή ακόμα και Μάλι-, πάντα σε επαφή με ξένους στρατιωτικούς, δεν τους βοηθούν να αποκτήσουν κοινό υπηρεσιακό πνεύμα και κοινή γλώσσα. Και δεν είναι σίγουρο ότι η Αποστολή Εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUTM), η οποία εγκαταστάθηκε στο Μάλι τον Απρίλιο και αφορά τέσσερα τάγματα στο Κουλικόρο, στο κεντρικό τμήμα της χώρας, θα καταφέρει να αντιστρέψει γρήγορα την τάση.

Οι κάτοικοι του βόρειου Μάλι εμπιστεύονται τόσο λίγο τον εθνικό στρατό, ώστε έχουν συγκροτήσει πολιτοφυλακές αυτοάμυνας, όπως οι Γκάντα Κόι, οι Γκάντα Ίζο ή το Απελευθερωτικό Μέτωπο του Βόρειου Μάλι (FLNM). Αρκετές εκατοντάδες μέλη τους –άνδρες και γυναίκες- περιμένουν να ενταχθούν στον τακτικό στρατό, με τον ίδιο τρόπο που οι Τουαρέγκ ενσωματώθηκαν το 1994 και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το συνηθισμένο όριο ηλικίας, το οποίο μεγάλος αριθμός πολιτοφυλάκων έχει ξεπεράσει.

Για να εδραιώσει την εξουσία του, ο « ΑΤΤ » έστρεψε τους στρατιωτικούς του Βορρά εναντίον των συναδέλφων τους στον Νότο, αλλά και τους πρασινοσκούφηδες –από όπου προέρχεται ο Σανογκό- εναντίον του ειδικού σώματος των αλεξιπτωτιστών (κοκκινοσκούφηδες), από όπου ξεκίνησε ο παλαιός στρατηγός πριν γίνει πρόεδρος. Οι « κοκκινοσκούφηδες », με καλύτερο εξοπλισμό, υψηλότερες αμοιβές και καλύτερη εκπαίδευση, χάρη σε προγράμματα που εφαρμόστηκαν μετά το 2006 από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, προκαλούν τον φθόνο των συναδέλφων τους. Τα δύο σώματα συγκρούστηκαν στις 30 Απριλίου 2012, κατά την απόπειρα αντι-πραξικοπήματος που έγινε στο Μπαμακό από τους « κοκκινοσκούφηδες », με αποτέλεσμα αρκετές δεκάδες νεκρούς και πολλές φυλακίσεις. Αν και το σύνταγμα των αλεξιπτωτιστών επισήμως διαλύθηκε, ο « πόλεμος των μπερέ » παραμένει ενεργός πίσω από μια συμφιλίωση βιτρίνας. Μετά από έναν χρόνο παραγκωνισμού, αλλά και εξαιτίας των έντονων πιέσεων των ξένων δυνάμεων, ανασυγκροτήθηκε τάγμα αλεξιπτωτιστών.

Στο Γκαό, όλοι θυμούνται τους στρατιωτικούς που το έβαλαν στα πόδια

Οι βιαιότητες του τακτικού στρατού του Μάλι, ο οποίος επανεγκαταστάθηκε ορισμένες φρουρές στο βόρειο τμήμα της χώρας, μετά την ανακατάληψη εδαφών, τον Ιανουάριο [8], θα ικανοποιήσουν, οπωσδήποτε, ένα αίσθημα εκδίκησης απέναντι στους ισλαμιστές –τους « προδότες » Ταματσέκ που έφεραν τη δυστυχία-, καθώς και απέναντι σε ορισμένους Σονγκάι (η μεγαλύτερη εθνότητα στο βόρειο Μάλι), που θεωρούνται συνένοχοι. Κάποιοι στρατιώτες εκδηλώνουν την ίδια περιφρόνηση τόσο για το διεφθαρμένο κράτος όσο και για τους κατοίκους που έχουν έλθει να προστατεύσουν. Τα αισθήματα είναι αμοιβαία : στο Γκαό, όλοι θυμούνται τους στρατιωτικούς που, στις 31 Μαρτίου 2012, το έβαλαν στα πόδια, βγάζοντας τις στολές τους και εγκαταλείποντας τους κατοίκους στην τύχη τους... Στις 26 Ιανουαρίου 2013, ήταν η σειρά των ανταρτών του Κινήματος για τη Μοναδικότητα και τον Ιερό Πόλεμο στη Δυτική Αφρική (Mujao) να τραπούν σε φυγή.

Η ατέρμονη « τακτική αναδίπλωση » του στρατού κατά τους μήνες της κατοχής της περιοχής τον έχει οδηγήσει στην ανυποληψία στα μάτια των κατοίκων. Η αποκλιμάκωση της έντασης δεν μπορεί να έλθει παρά μέσω μιας ριζικής αλλαγής στη στάση των στρατιωτικών. Για στρατιώτες που αισθάνονται ταπεινωμένοι, το πρώτο ζήτημα είναι η ανάκτηση της αυτοπεποίθησής τους, χωρίς να επικρατήσει ο πειρασμός της εκτόνωσης. Αλλά, παρά τις θριαμβευτικές εξαγγελίες των τελευταίων μηνών, χωρίς μια αξιόπιστη διαδικασία συμφιλίωσης, στην οποία ο στρατός θα πρέπει να συμμετάσχει, η προοπτική ενός ειρηνικού και ενωμένου Μάλι αποτελεί φενάκη. Η παρουσία των Γάλλων και Αφρικανών στρατιωτικών και, αργότερα, των 12.600 κυανόκρανων που αναμένονται στο πλαίσιο της μελλοντικής ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, θα μπορούσε να παραταθεί...

Notes

[1] Χάρη στη μεσολάβηση της Αλγερίας, οι ειρηνευτικές συμφωνίες της Ταμανρασέτ, στις 6 Ιανουαρίου 1991, κατέληξαν στην αποστρατιωτικοποίηση τριών περιοχών του βορείου Μάλι : Κιντάλ, Γκαό και Τομπουκτού.

[2] Οι Τουαρέγκ, που ζουν, επίσης, στον Νίγηρα και την Αλγερία, αντιπροσωπεύουν το 4% του πληθυσμού του Μάλι. Αποτελούν μειοψηφία και στον Βορρά, εκτός από την περιοχή του Κιντάλ.

[3] Βλ. Jacques Delcroze, « Effondrement du rêve démocratique au Mali », Le Monde diplomatique, Σεπτέμβριος 2012.

[4] Ο όρος Ταματσέκ, συνώνυμο του Τουαρέγκ, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ταυτόχρονα τη γλώσσα και τον πληθυσμό που τη μιλάει.

[5] Βλ. Philippe Leymarie, « La guerre du “Sahelistan” aura-t-elle lieu ? », Le Monde diplomatique, Ιανουάριος 2013.

[6] 1.000 αφρικανικά φράγκα = 1,52 ευρώ. (ΣτΜ) : Αφρικανικό φράγκο (ή φράγκο της Αφρικανικής Οικονομικής Κοινότητας - Communauté Financière Africaine-CFA franc) είναι το όνομα δύο διαφορετικών νομισμάτων που χρησιμοποιούνται στην Κεντρική και τη Δυτική Αφρική, για τα οποία εγγυάται το γαλλικό Δημόσιο.

[7] « Les trois plaies du Mali », Le Monde, 1η Φεβρουαρίου 2013.

[8] Βλ. « Mali : des soldats ont torturé des détenus à Léré », Human Rights Watch, 26-3-13.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette