monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2013 > 04. Απρίλιος > Θέατρο με κόντρα τον καιρό

Μια τέχνη κακομεταχειρισμένη αλλά πάντα δυνατή

Θέατρο με κόντρα τον καιρό

samedi 27 avril 2013, par Ostermeier Thomas , [Κούτσης Θανάσης (μτφ)]

Για τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Σαουμπίνε και « φοβερό παιδί » του γερμανικού θεάτρου, του οποίου παραστάσεις είδαμε τα τελευταία χρόνια σε Αθήνα και Επίδαυρο, δεν υπάρχει θέατρο χωρίς κάποιου τύπου κοινωνική υποστήριξη, αλλά και χωρίς ρίζες στην κοινωνία. Εδώ αναλύει τους υλικούς και ταυτόχρονα πνευματικούς όρους μιας θεατρικής αναγέννησης, εφόσον το ευρωπαϊκό θέατρο υποφέρει όχι μόνο από τις πολιτικές λιτότητας, αλλά και από την ίδια του τη ροπή να υποτάσσεται στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Στις φερόμενες ως δημοκρατίες της Δύσης, η προστασία του γενικού συμφέροντος υποχρεώνει κάθε κράτος να επιβάλλει φόρους, οι οποίοι επαναδιανέμονται κατά την κρίση διάφορων θεσμικών οργάνων, όπου αυτά θεωρούν ότι είναι δίκαιο ή απαραίτητο. Ας μου συγχωρηθεί η κοινοτοπία αυτού του προοιμίου, όμως μου φαίνεται σημαντικό να υπενθυμίσω πόσο η έννοια του δημόσιου καθήκοντος έχει εγγραφεί στην ίδια την καρδιά των κοινωνιών μας, προκειμένου να επιτρέπει στα άτομα και στις κοινωνικές ομάδες να… Να κάνουν τι ακριβώς ; Να είναι ευτυχισμένα ; Να έχουν επιτυχίες ; Να μαθαίνουν ; Να ανοίγονται σε διαφορετικές ιδέες, σε διαφορετικά άτομα, σε διαφορετικές συλλογικότητες ;

Η θριαμβική προέλαση του νεοφιλελευθερισμού, που ξεκίνησε στο Σικάγο κατά τη δεκαετία του 1970 και επιταχύνθηκε από την κατάρρευση του « υπαρκτού σοσιαλισμού », μεταφράστηκε σε απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά και σε ιδιωτικοποίηση θεσμών και υπηρεσιών που μέχρι τότε ενέπιπταν στη δημόσια σφαίρα.

Αυτή η αλλαγή υποδείγματος δεν είναι άσχετη με την απώλεια νομιμοποίησης του θεάτρου κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Μια μεγάλη μερίδα της δυτικοευρωπαϊκής Αριστεράς, παραδοσιακά σκεπτικιστική καθώς είναι απέναντι στους θεσμούς, για να μην πούμε αντικρατιστική, βρίσκεται έτσι να έχει την επώδυνη υποχρέωση να υπερασπίσει το κράτος απέναντι στην επίθεση των νεόκοπων οπαδών της αγοράς. Όσο για μένα, ονειρεύομαι μια κοινωνία απελευθερωμένη από τον ζυγό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, όπου τα πλούτη και τα αγαθά θα ανήκουν ισότιμα σε κάθε ένα από τα μέλη της. Βρισκόμαστε, αλίμονο, χιλιάδες μίλια μακριά από μια τέτοια ουτοπία. Κι ακόμη χειρότερα, η ιδεολογία της αγοράς κάνει κάθε στοχασμό πάνω στο θέμα να βαρύνεται με την υποψία του ολοκληρωτισμού. Ακόμη και η αρχή της μερικής αναδιανομής του πλούτου, που καθιέρωσε η νικήτρια αστική τάξη του 18ου και 19ου αιώνα, βρίσκεται πλέον σε κίνδυνο.

Λίγο καιρό μετά τη δημιουργία του γερμανικού Ράιχ, το 1870-1871, κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης περιόδου « των ιδρυτών », εφευρέθηκαν –ή τουλάχιστον θεσμοποιήθηκαν, και επομένως τέθηκαν υπό την ευθύνη της κρατικής εξουσίας– όλα όσα πλέον απειλούνται σοβαρότατα : οι δημόσιες συγκοινωνίες, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, οι βιβλιοθήκες, τα πάρκα κ.ο.κ. Εκείνο τον καιρό, η αστική τάξη θεωρούσε το κράτος ως εκφραστή της υλικής και πνευματικής ισχύος της. Σήμερα, δεν το αντιμετωπίζει παρά ως εμπόδιο για την ευημερία της. Ταυτόχρονα, οι πολιτιστικοί φορείς με δημόσια χρηματοδότηση, που άλλοτε αποτελούσαν αφορμές υπερηφάνειας για τις άρχουσες τάξεις, έχασαν μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής τους.

Στη Γερμανία, μετά το 1992, δεκαοκτώ θέατρα αναγκάστηκαν να κλείσουν τις πόρτες τους ή να συγχωνευθούν. Αντίθετα με όσα ισχύουν στη Γαλλία, η χρηματοδότηση του πολιτισμού ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ομόσπονδων κρατιδίων και των δήμων. Στο Βερολίνο, που καυχιέται πως αποτελεί παράδεισο για τους νέους καλλιτέχνες, ο προϋπολογισμός για τον πολιτισμό δεν υπερβαίνει το 2% των δημοσίων δαπανών. Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι το μερίδιο του θεάτρου, συμπεριλαμβανομένης και της όπερας, δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο το 1,1% των κονδυλίων (0,7% εξ αυτών για το θέατρο), οι συζητήσεις για επιπλέον περικοπές στους προϋπολογισμούς μοιάζουν εξωφρενικές. Οι αριθμοί δεν ευημερούν περισσότερο στο Αμβούργο, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας : 2,1% για τον πολιτισμό, 0,9% για το θέατρο και την όπερα. Μια ματιά στην κατάσταση στη Γαλλία δείχνει ότι, το 2013, οι προβλεπόμενες για τον πολιτισμό δημόσιες δαπάνες θα μειωθούν κατά 4,3% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Μια διαφορετική αφήγηση της κοινωνίας

Η αστική τάξη πέταξε στη θάλασσα τη θεμελιακή ιδέα ότι μπορεί να την αντιπροσωπεύει κάτι άλλο πέρα από τον προσανατολισμό στην ωμή επιδίωξη του κέρδους, ενώ ο βαθιά ριζωμένος –και συχνά εύλογος– σκεπτικισμός των λαϊκών τάξεων απέναντι σε αυτούς τους καλλιτεχνικούς « ναούς της μπουρζουαζίας » βρίσκεται σε αρμονία με το πνεύμα των καιρών. Πριν από ενάμιση χρόνο, ένας οδηγός ταξί στο Άμστερνταμ, μόλις έμαθε ότι δουλεύω στο θέατρο, μου πέταξε καγχάζοντας : « Now it’s payback time ! » (« Ήρθε η ώρα σας να πληρώσετε ! »). Η νέα κυβέρνηση μόλις είχε βάλει μπροστά μια χωρίς προηγούμενο επιχείρηση ερημοποίησης του ολλανδικού πολιτιστικού τοπίου.

Τέτοιο είναι το κλίμα που διαχέεται στην Ευρώπη. Η κατεδάφιση του πολιτισμού, που γίνεται αισθητή σε ποικίλους βαθμούς στο σύνολο της ηπείρου, εντάθηκε επίσης και στην Ιταλία, ιδιαιτέρως όμως στην Ουγγαρία, όπου ο αντι-διανοουμενισμός της άρχουσας τάξης, ανάμεικτος με ανοιχτά αντισημιτικά ή ομοφοβικά συνθήματα, οδήγησε στην αντικατάσταση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου της Βουδαπέστης από έναν μισθοφόρο του Fidesz, του κόμματος της εθνικιστικής Δεξιάς.

Σε αυτό το φαινόμενο προστίθεται ένα ακόμη, που διαβρώνει το θέατρο εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Με πρόσχημα την ενδυνάμωση των ανεξάρτητων δομών, στρέφουν τους εκπροσώπους του θεατρικού χώρου τον έναν εναντίον του άλλου. Οι υποστηρικτές του ελεύθερου ή και του πειραματικού θεάτρου κραυγάζουν σε όλους τους τόνους ότι θα χρησιμοποιούσαν με καλύτερο τρόπο τα ποσά που καταβροχθίζονται από τους δημόσιους φορείς, επιδιδόμενοι έτσι, σίγουρα χωρίς τη θέλησή τους, σε μια απολογία του πνεύματος της εποχής : σας προσφέρουμε περισσότερη Τέχνη με λιγότερα χρήματα. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτή η αδελφοκτόνος ρητορική συναντά μια διαρκώς αυξανόμενη απήχηση στα δημοτικά συμβούλια και στους υπευθύνους διαχείρισης κονδυλίων πολιτισμού. Καθότι το « ελεύθερο θέατρο » παρουσιάζει ένα διπλό πλεονέκτημα : το ελκυστικό όνομά του παραπέμπει στη νεότητα, την ανυπακοή και τον ρομαντισμό, ενώ ταυτόχρονα υπόκειται σε εξαιρετικά ελαστικές χρηματοδοτήσεις. Πράγματι, τίποτε δεν εμποδίζει τους πολιτικούς ιθύνοντες να ακυρώσουν τις επιχορηγήσεις ή να στραφούν προς άλλους καλλιτέχνες.

Η ευελιξία αυτή υποχρεώνει κάθε καλλιτεχνικό έργο να γνωρίσει άμεση επιτυχία, αλλιώς οι δημιουργοί του κινδυνεύουν να καταλήξουν στην ψάθα. Παράλληλα, εμποδίζει τους θιάσους και τους σκηνοθέτες να καταγράψουν σε βάθος χρόνου την εξέλιξή τους. Για να τα βγάλουν πέρα, οι αποκαλούμενοι « ελεύθεροι » καλλιτέχνες συχνά πρέπει να κυνηγούν μικροδουλειές, σε βάρος της έρευνάς τους. Όσο για τα διάφορα σκηνικά επαγγέλματα (κατασκευαστές σκηνικών, μακιγιέρ, ζωγράφοι κ.λπ.), απειλούνται με εξαφάνιση.

Οι καλλιτέχνες οφείλουν να αντιμετωπίσουν μια τεράστια πρόκληση : να δώσουν, χρόνο με τον χρόνο, γενιά με τη γενιά, ένα νέο νόημα στο θεσμικό θέατρο. Ένας αριθμός δημιουργών δεν υπολογίζει και τόσο πολύ την ευκαιρία που έχει να διαθέτει επιχορηγούμενους χώρους. Όπως εγώ, η πλειονότητά τους έχει γαλουχηθεί με μια κουλτούρα εχθρότητας προς τους θεσμούς και αντιμετωπίζει με δυσπιστία αυτές τις μεγάλες σκηνές κύρους, όπου για τόσον πολύ καιρό επιδεικνυόταν αλαζονικά η αστική ματαιοδοξία. Ωστόσο, οι χώροι αυτοί μας προσφέρουν απαράμιλλες δυνατότητες δουλειάς και ασύγκριτα περισσότερα μέσα παραγωγής, προκειμένου να καταφέρουμε να ακουστεί μια διαφορετική αφήγηση της κοινωνίας.

Σίγουρα, παραμένουμε οι μοντέρνοι γελωτοποιοί μιας ελίτ που αποδέχεται ότι τη χλευάζουμε, προκειμένου να απολαμβάνει το προνόμιο να παρουσιάζεται ανεκτική και ικανή να γελάει με τον εαυτό της. Ωστόσο, η εγκατάλειψη αυτών των χώρων θα ισοδυναμούσε με το κόψιμο των φτερών μας και θα διευκόλυνε το έργο όσων ονειρεύονται να μας στερήσουν την καλλιτεχνική επιβίωση. Μετά το 2008, αρκετές επιχειρήσεις στις ΗΠΑ απέσυραν τις χορηγίες τους, οι οποίες καθορίζουν τι προχωράει και τι όχι στον αμερικανικό πολιτισμό. Οι καλλιτέχνες το πλήρωσαν με βαρύτατο τίμημα.

Εκτός όμως από τις υποβαθμισμένες υλικές προϋποθέσεις, βιώνουμε παράλληλα τόσο μια αισθητική κρίση όσο και μια κρίση περιεχομένου. Τα τελευταία χρόνια, η θεατρική δημιουργία πρόθυμα συντάχθηκε με τις όχι πάντοτε ξεκάθαρες θεωρίες γύρω από τη μετα-δραματουργία και την « περφόρμανς ». Περιέργως, οι νεωτεριστικές φόρμες που εμφανίστηκαν κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 συνεχίζουν να καθοδηγούν το αισθητικό δόγμα πολυάριθμων δημόσιων θεάτρων και φεστιβάλ, μολονότι επί της ουσίας οι μιμητές πολύ απέχουν από το μέγεθος των προτύπων τους. Τα συστατικά αυτής της άνοστης πρωτοπορίας συνθέτουν έναν σκηνικό χυλό, ο οποίος στο σύγχρονο θέατρο περνιέται για υπόδειγμα δημιουργικότητας.

Η ποιητική αυτού του θεάτρου βασίζεται στην ιδέα πως η δραματική πράξη δεν ταιριάζει στην εποχή μας· πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί ως κύριος των πράξεών του· πως υπάρχουν τόσες υποκειμενικές αλήθειες όσες και οι παριστάμενοι θεατές· πως τα συμβάντα που αναπαρίστανται επί σκηνής δεν εκφράζουν κάποιαν αλήθεια με γενική ισχύ· πως η αποσπασματική εμπειρία μας του κόσμου δεν βρίσκει την ερμηνεία της παρά μόνο μέσα σε ένα θέατρο που είναι και το ίδιο θρυμματισμένο, όπου τα είδη απλώς παρατίθενται : σώμα, χορός, φωτογραφία, βίντεο, μουσική, λόγος… Αυτή η αισθητηριακή σύμπτυξη διαβεβαιώνει τον θεατή ότι τούτος ο χαοτικός κόσμος θα παραμείνει για πάντα ανεξιχνίαστος γι’ αυτόν και άρα δεν συντρέχει λόγος να αναζητήσει αιτιακές σχέσεις ή ενόχους.

Όπως και ο σοσιαλιστικός ομόλογός του, αυτός ο « καπιταλιστικός ρεαλισμός » αισθητικοποιεί μια νικηφόρα ιδεολογία –και δεν είναι λιγότερο αυθαίρετος ούτε και λιγότερο αυταρχικός από τον πρώτο. Μέσα σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από το νεοφιλελεύθερο δόγμα, τίποτε δεν θα μπορούσε να ευχαριστήσει περισσότερο τους ευεργετημένους από αυτό, από προϋποθέσεις σαν τις εξής : κανείς δεν είναι υπεύθυνος για τίποτε και η πολυπλοκότητα του κόσμου καθιστά απατηλή κάθε απόπειρα κατανόησης των μηχανισμών του.

Είναι αυτονόητο ότι δεν ασπάζονται όλοι οι εκπρόσωποι του μετα-δραματικού θεάτρου τη συγκεκριμένη οπτική γωνία. Η δουλειά ορισμένων εκπροσώπων του θεάτρου-ντοκουμέντο, όπως η γερμανική κολεκτίβα Rimini Protokoll [1] ή ο Ελβετός δραματουργός Μίλο Ράου [2], δουλειά η οποία συχνά αγγίζει τα όρια της δημοσιογραφίας, εμφανίζεται πιο διαφωτιστική από την πλειονότητα των έργων που συνήθως ανεβαίνουν. Η επιτυχία τους επεξηγεί με τον τρόπο της την κρίση του παραδοσιακού θεάτρου : καθώς αυτό εστιάζεται στο κλασικό ρεπερτόριο, αποσυνδέεται από την πραγματικότητα. Ο κλασικιστικός αισθητισμός, που πολύ λίγο ενδιαφέρεται να παρέχει στο κοινό έστω και μια ελάχιστη αντανάκλαση της καθημερινότητάς του, έχει καθηλωθεί εδώ και τριάντα χρόνια σε μια ευλαβική ευσέβεια απέναντι στο παρελθόν.

Στους κόλπους αυτού του κλειστού –ή και φαύλου– κύκλου, το σύμφωνο που συνδέει το θέατρο με τα πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα του καιρού του διαρρηγνύεται αδυσώπητα. Ακόμη και οι ερμηνείες πάσχουν, καθώς οι ηθοποιοί αντλούν τα προς αναπαράσταση συναισθήματα από τους σπουδαίους του παρελθόντος και όχι από την ίδια τους τη σάρκα. Κατά συνέπεια, κάποιοι ειδικοί στην καθημερινότητα δείχνουν πιο εμπνευσμένοι στη μαρτυρία τους για την κατάσταση του κόσμου από τους κλασικούς ηθοποιούς, κάτι που ωστόσο αποτελεί κομμάτι του λειτουργήματος των τελευταίων.

Ιδού ο βρόχος της κρίσης. Για να ξεφύγει από αυτόν, το θέατρο πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να παρέχει στους ανθρώπους του τόσο μια εναρκτήρια όσο και μια διαρκή παιδεία. Ως σκηνοθέτης στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ζητούσε από τους ηθοποιούς του να έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, να παρευρεθούν σε ακροαματικές διαδικασίες δικαστηρίων, να βυθιστούν μέσα στη ζωή των εργοστασίων, προκειμένου να αναλύσουν τη συμπεριφορά των συγχρόνων τους με επίγνωση των αιτιών της. Κάνω το ίδιο με τους δικούς μου, προσκαλώντας τους να εμπνευστούν από την ίδια τους την προσωπική διαδρομή και τις καθημερινές παρατηρήσεις τους.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις που προκαλεί ο φόβος του κοινωνικού υποβιβασμού στους ομοίους μας ; Πώς επηρεάζει τα συναισθήματα, τις συγκινήσεις, τις επιθυμίες μας… η υποχρέωση να πετύχουμε ; Σε ποιον βαθμό η ιδιωτική ζωή μας υποτάσσεται στην προσταγή για υψηλές επιδόσεις ; Πόσες δημιουργικές περιπέτειες τσακίζονται κάτω από την κοινωνική συνθήκη του ευέλικτου μισθωτού ; Γιατί διαθέτουμε ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο λεξιλόγιο για την ανάλυση των συζυγικών, ερωτικών ή σεξουαλικών σχέσεών μας, ενώ οι λέξεις μάς λείπουν με τόσο επώδυνο τρόπο όταν είναι να περιγράψουμε την πολιτική μας κατάρρευση (« σάπιο σύστημα ») ; Γιατί μας ευχαριστεί να κάνουμε επίδειξη της ψυχολογίας παζαριού που έχουμε αναπτύξει ; Γιατί δεν αντιμετωπίζουμε με το ίδιο πάθος τον κοινωνικό όλεθρο που έχει ξεσπάσει εδώ και καμιά εικοσαριά χρόνια, ενώ βαραίνει τόσο πολύ και στο σώμα και στο πνεύμα μας –ελαστικά ωράρια εργασίας, ψηφιοποίηση της καθημερινότητας, υποχρέωση να παραμένουμε μονίμως συνδεδεμένοι, με επαγγελματικά ηλεκτρονικά μηνύματα να καταφθάνουν έως και αργά τη νύχτα, πλήρως ταυτισμένοι με την επιχείρηση που μας απασχολεί, λες και την έχουμε παντρευτεί ;

Αυτές οι πραγματικότητες εισβάλλουν μέχρι το μεδούλι των ανθρώπων με τους οποίους διασταυρωνόμαστε. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του Τύπου για άρθρα σχετικά με τις επαγγελματικές ασθένειες, το στρες, την κατάθλιψη, το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης ; Η διείσδυση της οικονομικής σκέψης στα έσχατα κύτταρα του νευρικού συστήματος των σύγχρονων κοινωνιών παραμορφώνει τα σώματά μας, αλλοιώνει τη φύση των παρορμήσεων και των συναισθημάτων μας.

Ένα ιερό κατοικημένο από μια δύναμη αναγέννησης

Από αυτή τη θέση πρέπει να μιλάει το θέατρο. Αυτό θα μπορούσαμε να αναπαριστάνουμε επί σκηνής, και με ταλέντο μάλιστα, φτάνει να ζωογονούσαμε τη φαντασία μας από την πηγή που αναβλύζει ολόγυρά μας. Κατά τη γνώμη μου, στην ιδεώδη του μορφή το θέατρο κρύβει μέσα του τη μυστική υπόσχεση να θίξει όλα αυτά τα ζητήματα.

Μέσω της δημόσιας χρηματοδότησής του, το θεσμικό θέατρο ακόμη ξεφεύγει από τη λογική της ανταγωνιστικότητας, έστω και αν είναι γεγονός ότι κερδίζουν έδαφος οι αντιλήψεις που απαιτούν την κερδοφορία του. Ίσως η κοινωνία να ξανακέρδιζε λίγη αυτοπεποίθηση αν πρόσφερε στον εαυτό της μερικούς γελωτοποιούς αρκετά τολμηρούς ώστε να της τείνουν έναν καθρέφτη, να την αμφισβητήσουν ξανά, να την κοροϊδέψουν χωρίς περιορισμούς και αυτοσυγκράτηση.

Να τι θα μπορούσε να είναι το θέατρο : ένα ιερό που κατοικείται από μια δύναμη αναγέννησης, τη στιγμή που οι αφιερωμένες στην αφήγηση του κόσμου βιομηχανίες μαστίζονται από μια απαίτηση για κερδοφορία ευθέως ανάλογη με την έλλειψη ελευθερίας τους –αρκεί να ανοίξουμε την τηλεόραση για να πειστούμε. Η απογοήτευση που προκαλείται από τα όλο και λιγότερο ανεξάρτητα ΜΜΕ εξηγεί εν μέρει γιατί πολλοί άνθρωποι, κυρίως νέοι, σπεύδουν στη Σαουμπίνε με την πεποίθηση ότι εκεί θα βρουν έναν χώρο όπου μπορούμε ακόμη να παίζουμε και να σκεφτόμαστε ελεύθερα. Έναν χώρο όπου μπορούμε να δούμε επί σκηνής πώς στρεβλώνεται το σώμα των ανθρώπων που τσακίζονται από την εργασιακή ευελιξία.

Συν το ότι, στο θέατρο, όλα εκτυλίσσονται στο παρόν : είναι αδύνατο να κάνεις πολλές λήψεις ή να μοντάρεις διαφορετικά τις σκηνές, όπως στον κινηματογράφο. Ο ερμηνευτής βιώνει τον ρόλο του εδώ και τώρα και ο θεατής, με την εμπειρία της αντίληψης των καταστάσεων που έχει διαμορφώσει, αποφασίζει αν επιθυμεί να αφεθεί στο παιχνίδι. Στην υπερ-ψηφιοποιημένη ύπαρξή μας, όπου το πραγματικό επιβάλλεται μέσα από μια οθόνη δύο διαστάσεων, η αποστολή και η πρόκληση του θεάτρου συνοψίζονται σε αυτή τη σπάνια στιγμή όπου μια εικονική πράξη προσκαλεί όλη την πραγματικότητα του κόσμου.

Notes

[1] Ονομασία που προσδιορίζει διάφορους καλλιτέχνες, των οποίων οι πειραματικές σκηνοθεσίες αναμειγνύουν θέατρο και πραγματικότητα.

[2] Σκηνοθέτης και δοκιμιογράφος που εργάζεται πάνω σε θεατρικές αναπαραστάσεις (reenactment) βίαιων καταστάσεων : πόλεμος στη Ρουάντα, δίκη του ζεύγους Τσαουσέσκου στη Ρουμανία…


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette