monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2002 > 01. Ιανουάριος > Συνολική κρίση στην Αργεντινή

Το ναυάγιο του μοντέλου του ΔΝΤ

Συνολική κρίση στην Αργεντινή

dimanche 27 janvier 2002, par Gabetta Carlos

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), απορρίπτοντας, στις 5 Δεκεμβρίου 2001, δάνειο 1,264 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αργεντινή κυβέρνηση, την καλύτερη μαθήτριά του, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με εξωτερικό χρέος 132 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκάλεσε στη χώρα μια κρίση πρωτοφανούς μεγέθους.

Αψηφώντας την κατάσταση πολιορκίας, απορρίπτοντας τα νέα μέτρα λιτότητας, οι περιθωριοποιημένοι του ακραίου φιλελευθερισμού ώθησαν τον πρόεδρο Φερνάντο δε λα Ρούα στην παραίτηση.

Ο προσωρινός πρόεδρος, Αδόλφο Ροντρίγκες Σάα, που ορίστηκε στις 23 Δεκεμβρίου από το Κογκρέσο, αναστέλλει την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους. Ομως, το περιθώριο των ελιγμών του ήταν περιορισμένο, τόσο απέναντι στους δανειστές όσο και σ’ έναν πληθυσμό σε ριζική ρήξη με την πολιτική τάξη του.

Η Αργεντινή είναι ένα δείγμα προς μελέτη, ένα μοντέλο που κατέρρευσε, μετά την έκρηξη που σημειώθηκε. Πολλοί παρατηρητές δεν μπορούσαν να κρύψουν την έκπληξή τους μπροστά στην εντυπωσιακή παθητικότητα μιας κοινωνίας που διαθέτει μακρά παράδοση αγώνων και ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Στο παρελθόν, οι Αργεντινοί είχαν κάνει τη χώρα άνω-κάτω για πράγματα πολύ λιγότερο σημαντικά από την ανυπόφορη κατάσταση με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι : ποσοστό ανεργίας 20%, 14 εκατομμύρια άτομα που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας -σ’ ένα σύνολο 37 εκατομμυρίων κατοίκων-, απώλεια αγοραστικής δύναμης περίπου 50% σε πέντε χρόνια.

Ωστόσο, μέχρι την 19η Δεκεμβρίου 2001, όταν δεκάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν αυθόρμητα στο δρόμο, η κοινωνία έμοιαζε άναυδη, ανίκανη να εκδηλώσει τη δυσαρέσκειά της.

Διατηρώντας στη μνήμη την αιματηρή στρατιωτική δικτατορία (1976-1983), την πανωλεθρία του πολέμου των Μαλβίνων (1982) και τον τραυματικό υπερπληθωρισμό του 1989, οι πολίτες ανέχονταν τον εκβιασμό των πολιτικών ηγετών που τους απειλούσαν με « επιστροφή στο παρελθόν » (τον αυταρχισμό, την οικονομική κατάρρευση), ενώ συνέχιζαν να εφαρμόζουν κατά γράμμα το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, το οποίο είχαν δρομολογήσει οι στρατηγοί.

Στην πραγματικότητα, αν και το ξεχνάμε πολύ συχνά, είναι κάτω από αυτό το παράνομο καθεστώς -το οποίο ευθύνεται για τη δολοφονία περισσοτέρων από 30.000 ατόμων- που το εξωτερικό δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε από τα 8 στα 43 δισεκατομμύρια δολάρια, ρίχνοντας τη χώρα σ’ ένα φαύλο κύκλο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο « βρόμικος πόλεμος » και το δόγμα της εθνικής ασφάλειας επιβάλλουν την προκαταρκτική φάση του προγράμματος προσαρμογής.

Ο στρατηγός-πρόεδρος Χόρχε Βιντέλα, ο υπουργός Οικονομίας Μαρτίνες δε λα Οζ, ένα στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην υπηρεσία του καθεστώτος, ο Ντάντε Σιμόνε, καθώς και ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας, κάποιος... Ντομίνγκο Καβάγιο, κατέχουν τις κύριες θέσεις. [1]]

Είναι ο ίδιος Ντομίνγκο Καβάγιο από τον οποίο η κυβέρνηση του περονιστή Κάρλος Μένεμ ζητάει, το 1991, να καταπολεμήσει τον υπερπληθωρισμό.

Ο Καβάγιο, με την ευλογία της διεθνούς χρηματοοικονομικής κοινότητας, αρχιτέκτονας μιας « οικονομικής επανάστασης » της οποίας οι μεταρρυθμίσεις συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών της αμερικανικής ηπείρου, εφαρμόζει αυστηρά τις δηλωμένες προθέσεις των ειδικών της Ουάσιγκτον : διάλυση του δημόσιου τομέα με απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων, ιδιωτικοποιήσεις, φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και των εξωτερικών ανταλλαγών, αύξηση των επιτοκίων. Ο Καβάγιο επινοεί το σύστημα μετατρεψιμότητας, μια σταθερή ισοτιμία ανάμεσα στο δολάριο και το πέσο -η οποία θα γίνει μέγγενη για τις εξαγωγές.

Η χώρα οδεύει προς τον τέταρτο χρόνο ύφεσης, δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν κηρύξει πτώχευση και εκείνες που διατηρούν με δυσκολία τη δραστηριότητά τους υποφέρουν από σημαντική τεχνολογική καθυστέρηση. Οταν εκλέγεται, ο κεντροαριστερός πρόεδρος Φερνάντο δε λα Ρούα στις 24 Οκτωβρίου 1999, η δημοκρατία δεν είναι πια παρά το κομψό προπέτασμα του καλύτερου μαθητή του νεοφιλελευθερισμού, τον οποίο διαχειρίζεται μια διοίκηση διεφθαρμένη πέρα από κάθε φαντασία. [2]

Ο αρχιτέκτονας του « θαύματος » της δεκαετίας του ’90 Ντομίνγκο Καβάγιο, που ανακαλείται στα πράγματα στις 20 Μαρτίου 2001, εξασφαλίζει από το Κοινοβούλιο ειδικές εξουσίες και καταφέρνει να ψηφιστεί, στις 30 Ιουλίου, ο « νόμος του μηδενικού ελλείμματος ».

Ανάμεσα σε άλλα μέτρα, οι μισθοί των υπαλλήλων και ορισμένες συντάξεις μειώνονται κατά 13% τον Ιούλιο. Το σχέδιο του προϋπολογισμού του 2002 προβλέπει μείωση των δαπανών κατά 18,6% -9,2 δισεκατομμύρια δολάρια- σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2001.

Το τέλος μιας εποχής

Ομως, οι Αργεντινοί μοιάζουν να έχουν ανακτήσει τα αντανακλαστικά τους. Η μαζική εξέγερση ανατρέπει κατ’ αρχάς το μισητό υπουργό Οικονομίας, στη συνέχεια ολόκληρη την κυβέρνηση και, τελικά, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, τον ίδιο τον πρόεδρο Δε λα Ρούα, ο οποίος αναγκάζεται να υποβάλει την παραίτησή του.

Η εξέγερση άρχισε όταν χιλιάδες απελπισμένοι, στη συντριπτική πλειονότητά τους άνεργοι εργάτες εδώ και χρόνια, στερημένοι από κάθε οικονομική και κοινωνική κάλυψη, έκαναν έφοδο στα καταστήματα και στα εμπορικά και τα λεηλάτησαν για να προμηθευτούν τρόφιμα.

Υστερα από έναν παράλογο λόγο του προέδρου Δε λα Ρούα, ο οποίος διαβεβαίωνε ότι οι διαμαρτυρίες είχαν οργανωθεί από « εχθρούς της Δημοκρατίας », η εξαθλιωμένη μεσαία τάξη ξεκίνησε ένα « κασερολάσο » [3] στις συνοικίες όλων των πόλεων της χώρας. Στη συνέχεια, η μεσαία αυτή τάξη, το ίδιο αυθόρμητα με τους πρώτους διαδηλωτές, κατέβηκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε προς την πλατεία του Μάη, στο Μπουένος Αϊρες, και μπροστά στην έδρα των αρχών στις άλλες πόλεις.

Μια αξιοσημείωτη διαφορά με άλλες εξεγέρσεις είναι ότι οι Αργεντινοί δεν απορρίπτουν μόνο το οικονομικό μοντέλο, αλλά επίσης το σύνολο της πολιτικής και συνδικαλιστικής τάξης, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις (μεταξύ των οποίων η Συνομοσπονδία των Αργεντινών Εργαζομένων, CTA).

Αν και στο παρελθόν υπάκουαν σε αποφάσεις για απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδήλωναν οργανωμένοι σε « μπλοκ » κάτω από τις σημαίες των συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεών τους, αυτή τη φορά το έκαναν ως απλοί πολίτες. Στις διαδηλώσεις, δεν υπήρχαν σημαίες -με εξαίρεση την εθνική σημαία- και, πρώτη φορά εδώ και πάνω από μισό αιώνα, ούτε τα παραδοσιακά μεγάλα τύμπανα (γκρανκάσες) των περονιστών. Οι λιγοστοί πολιτικοί ηγέτες που προσπάθησαν να ενωθούν με το πλήθος απομονώθηκαν και εκατοντάδες διαδηλωτές επιχείρησαν να καταλάβουν με έφοδο το Κογκρέσο.

Αψηφώντας την κατάσταση πολιορκίας που επιβλήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου, η κοινωνική εξέγερση μετέτρεψε την οικονομική κρίση σε πολιτική κρίση, ικανή να οδηγήσει σε θεσμική κρίση. Η Αργεντινή ζει το τέλος μιας εποχής, μια από αυτές τις ιστορικές στιγμές με απρόβλεπτες προοπτικές. Είναι προφανές ότι η κοινωνία πρόβαλε ένα ηχηρό « φτάνει πια » στη γενικευμένη διαφθορά, [4] σε μια ηγετική κάστα η οποία, εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, ζει μέσα στην πολυτέλεια, μοιράζοντας τις αργομισθίες που της προσφέρουν οι μεγάλες τράπεζες, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα κέντρα της παγκοσμιοποιημένης εξουσίας.

Γιατί, αν και η χώρα είναι « ο καλύτερος μαθητής του ΔΝΤ », αν και το 90% των τραπεζών της και το 40% της βιομηχανίας της είναι στα χέρια διεθνών κεφαλαίων, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό.

Από την αρχή της δεκαετίας του ’70, το εξωτερικό χρέος πέρασε από τα 7,6 στα 132 δισεκατομμύρια δολάρια (ορισμένες εκτιμήσεις το υπολογίζουν σε 155 δισεκατομμύρια δολάρια), για να μη μιλήσουμε για τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχτηκαν από το κράτος λόγω των ιδιωτικοποιήσεων και τα οποία εξανεμίστηκαν...

Στο μεταξύ, η ανεργία πέρασε από το 3% στο 20%, τα άτομα στα όρια της εξαθλίωσης από 200.000 έφτασαν τα 5 εκατομμύρια, οι απλώς φτωχοί από το 1 εκατομμύριο άτομα στα 14 εκατομμύρια, ο αναλφαβητισμός από το 2% στο 12% και ο λειτουργικός αναλφαβητισμός από το 5% στο 32%...

Οι διεθνείς κερδοσκόποι

Ομως, η περιουσία των πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγετών καθώς και της εργοδοσίας που έχει τοποθετηθεί στο εξωτερικό έφτασε τα 120 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο « μαθητής υπόδειγμα » του νεοφιλελευθερισμού αποτέλεσε συνολικά δείγμα για μελέτη : για τις κλοπές και τις καταστροφικές κοινωνικές συνέπειές του.

Το « hol up » που αποφάσισε ο Καβάγιο, την 1η Δεκεμβρίου 2001, έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Η κυβέρνηση, πιεσμένη από τις διεθνείς χρηματοοικονομικές προθεσμίες, καθώς η χώρα έπρεπε να καταβάλει 750 εκατομμύρια δολάρια πριν από το τέλος του 2001 και πάνω από 2 δισεκατομμύρια πριν από το τέλος Ιανουαρίου 2002, επέβαλε όριο στις τραπεζικές αναλήψεις των ιδιωτών « για να σταματήσει η φυγή κεφαλαίων » : οι Αργεντινοί δεν μπορούν πια να κάνουν ανάληψη ποσού μεγαλύτερου από 250 δολάρια την εβδομάδα σε ρευστό χρήμα από τον τραπεζικό λογιαριασμό τους. Το μέτρο, βέβαια, νομοθετήθηκε αφού οι μεγάλοι ντόπιοι και διεθνείς κερδοσκόποι είχαν βγάλει πάνω από 150 δισεκατομμύρια δολάρια από τη χώρα [5]...

Με άλλα λόγια, η έσχατη υποστήριξη του συστήματος είναι οι ώμοι των μικρών και μεσαίων αποταμιεύσεων, οι ντόπιες επιχειρήσεις, που, στο εξής, δεν μπορούν πια να διαθέτουν ελεύθερα την περιουσία τους, ενώ την ίδια στιγμή τρέμουν κάθε μέρα και πιο πολύ μπροστά στην πιθανότητα μιας υποτίμησης, η οποία θα μετέτρεπε τις οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής σε αέρα κοπανιστό...

Εκμεταλλευόμενες την απόγνωση των πολιτών να εφοδιαστούν με ρευστό χρήμα, οι τράπεζες επέβαλαν τότε προμήθειες 40% σε πέσος και 29% σε δολάρια για τη χρήση πιστωτικών καρτών και ήταν διατεθειμένες να αυξήσουν αυτά τα ποσοστά ! [6] Στα εκατομμύρια πολίτες που βρίσκονταν ήδη αντιμέτωποι με τη φτώχεια, αυτό το μέτρο πρόσθεσε αρκετά εκατομμύρια άτομα της μεσαίας τάξης που έχασαν τα κεφάλαιά τους.

Η τραγική κατάληξη αυτής της λαϊκής εξέγερσης ήταν τριάντα ένας νεκροί, θύματα της αστυνομικής καταστολής, χιλιάδες εμπορικά καταστήματα λεηλατημένα, αρκετές συνοικίες μεγάλων πόλεων κατεστραμμένες και μια δημοκρατία αποκεφαλισμένη. [7]

Υστερα από τέσσερις μέρες θυελλωδών συσκέψεων, η συμμορία των « απατεώνων πολιτικών », οι οποίοι, με μερικές εξαιρέσεις, βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Κογκρέσο (βουλευτές και γερουσιαστές μαζί), αποφάσισε ότι ο κυβερνήτης της επαρχίας Σαν Λουίς, Αδόλφο Ροντρίγκες Σάα, θα αναπληρώσει προσωρινά τον πρόεδρο μέχρι την παράδοση της εξουσίας στο νέο πρόεδρο που θα εκλεγεί σε ψηφοφορία που ορίστηκε για τις 3 Μαρτίου. [8]

Τη στιγμή που φοβάται για την ίδια την επιβίωσή της, η πολιτική τάξη θα προσεγγίσει, άραγε, την κατάσταση με ορθολογισμό, υπερβαίνοντας, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, πολιτικές διχόνοιες, προσωπικές φιλοδοξίες και συγκρούσεις συμφερόντων ; Το έργο δεν θα είναι εύκολο : η οικονομία είναι κατεστραμμένη και η κοινωνία, με την εξέγερση, εξέφρασε επείγοντα αιτήματα.

Αφού αρνήθηκαν την ολοφάνερη πραγματικότητα της κρίσης του ακραία φιλελεύθερου μοντέλου για χρόνια, οι πολιτικοί ηγέτες θα υποχρεωθούν να αναλάβουν την αποτυχία του κάτω από τις χειρότερες συνθήκες : τα αποθέματα σε συνάλλαγμα, από τα οποία ο Καβάγιο αντλούσε χρήματα για να πληρώνει τις δόσεις του εξωτερικού χρέους, είναι σχεδόν ανύπαρκτα πλέον. [9]

Ο Αδόλφο Ροντρίγκες Σάα ανακοίνωσε ένα σύνολο από δραστικά κοινωνικά μέτρα και επισημοποίησε την αναβολή της αποπληρωμής του χρέους, περιμένοντας μιαν επαναδιαπραγμάτευση με τους δανειστές.

Αν και υποσχέθηκε να δημιουργήσει ένα νέο νόμισμα, σε μια προσπάθεια αναθέρμανσης της οικονομίας, διευκρίνισε επίσης ότι δεν θα προχωρήσει σε υποτίμηση του πέσο -πράγμα που φοβούνται πολίτες και ντόπιοι επιχειρηματίες, οι οποίοι είναι χρεωμένοι μαζικά σε δολάρια-, μολονότι, στην πραγματικότητα, η ισοτιμία δεν είναι πια παρά μια αυτάπατη : οι τράπεζες δεν πωλούν πλέον δολάρια και το αμερικανικό νόμισμα ανταλλάσσεται με 2 πέσος στο δρόμο.

Η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης καθυστέρησε την κοινωνική αντίδραση και υπάρχει ο φόβος αυτή η αντίδραση να οδηγήσει στην αναρχία. Για να αποφύγουν το χειρότερο, οι νέες αρχές πρέπει να επιλέξουν : ή θα ευνοήσουν, όπως έκαναν πάντοτε, τα πολυεθνικά συμφέροντα, ή θα εκτεθούν σε μια νέα λαϊκή εξέγερση.

Ορισμένοι αναλυτές σημειώνουν με ανησυχία την ομοιότητα της σημερινής κατάστασης με τη μεγάλη παγκόσμια ύφεση της δεκαετίας του ’30, ακόμη και με την ανάπτυξη και τις πολιτικές συνέπειες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Αυτή η σύγκριση μπορεί να μοιάζει υπερβολική. Ωστόσο, παύει να είναι, αν εξετάσει κανείς την πρόσφατη ιστορία της Αργεντινής : ο χαμένος πόλεμος των Μαλβίνων, τα χρόνια της στέρησης, η αναξιοπιστία των εκλεγμένων, η απώλεια της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η απουσία προοπτικών που θα μπορούσαν να προβληθούν, μια παγκόσμια κρίση... Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, πώς να αποφύγει κανείς την ιδέα ότι το κενό εξουσίας μπορεί να οδηγήσει σε αυταρχική διέξοδο ή να δελεάσει έναν οποιονδήποτε τυχοδιώκτη ;

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε Arnaud Zaccharie, « Aux origines de la crise argentine », στο φάκελο « Crise de la dette argentine » της Επιτροπής για την παραγραφή του χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM), <span class="base64" title='WzxhIGhyZWY9IiNuaDIiIG5hbWU9Im5iMiIgY2xhc3M9InNwaXBfbm90ZSIgdGl0bGU9Ik5vdGVzIDIiPjI8L2E+XSA=' ></span>Βλέπε Carlos Gabetta, « Le lent naufrage de l' Argentine », « Le Monde diplomatique », Οκτώβριος 1999, και Jorge Beinstein, « [Ενα βήμα μπροστά, δύο βήματα πίσω->http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article331" class="spip_out">http://users.skynet.be:cadtm », « Le Monde diplomatique » και « Κ.Ε. », 9 Σεπτεμβρίου 2001.

[3] Μορφή διαμαρτυρίας : οι δυσαρεστημένοι βγαίνουν στα παράθυρα ή κατεβαίνουν στο δρόμο χτυπώντας κατσαρόλες ή άλλα οικιακά σκεύη.

[4] Η φοροδιαφυγή, που ανερχόταν το 1998 σε περίπου 40 δισεκατομμύρια δολάρια, στερεί από το κράτος τα μισά φορολογήσιμα έσοδα τα οποία θα έπρεπε να εισπράξει κανονικά. Έτσι, μόνο το 17% των υψηλών εισοδημάτων πληρώνει φόρο εισοδήματος. Βλέπε Arnaud Zaccharie, όπ.π.

[5] Daniel Muchnik, « La economia en la cuenta regresiva » (« Η αντίστροφη μέτρηση της οικονομίας »), Clarin, Μπ. Άιρες, 16 Ιαν. 2001.

[6] Gustavo Bazan, « Tarjetas de credito : sόlo prestan en dόlares y a tasas muy altas » (« Πιστωτικές κάρτες : δεν δανείζουν παρά μόνο σε δολάρια και με πολύ υψηλά επιτόκια »), Clarin, 18 Δεκεμβρίου 2001.

[7] Υπάρχουν επίσης χιλιάδες τραυματίες και περίπου 2.000 συλλήψεις.

[8] Η θέση του αντιπροέδρου είναι κενή μετά την παραίτηση, τον Οκτώβριο του 2000, του Κάρλος « Τσάτσο » Αλβαρές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Κογκρέσο (όπου κυριαρχούν οι περονιστές) μπορούσε είτε να προκηρύξει γενικές εκλογές είτε να αφήσει ένα από τα μέλη του ή έναν από τους κυβερνήτες της επαρχίας να ολοκληρώσει την κενή θητεία μέχρι το Δεκέμβριο του 2003.

[9] Julio Nidler, « Mucho plan, pero pocos dόlares » (« Πολλά προγράμματα, αλλά λίγα δολάρια »), Pagina 12, Μπουένος Άιρες, 21 Δεκεμβρίου 2001. Βλέπε επίσης το φάκελο « Argentina, un pais empantanado » (« Η Αργεντινή, μια χώρα σε τέλμα »), « Le Monde diplomatique », έκδοση « Νότιος κώνος », Δεκέμβριος 2001.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette