monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 11. Νοέμβριος 2007 > Το φιάσκο του Ιράκ τραυματίζει τις ΗΠΑ

Η χαμένη τιμή της αυτοκρατορίας

Το φιάσκο του Ιράκ τραυματίζει τις ΗΠΑ

Η ελίτ θέλει πίσω τα σκήπτρα

dimanche 4 novembre 2007, par Philip S. Golub

Παρά την αντίθεση σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης, ο Τζορτζ Μπους ανακοίνωσε τη συνέχιση της στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράκ. Και παρά τις ολοένα αυξανόμενες δυσκολίες που συναντούν στην περιοχή, ή και εξαιτίας αυτών, οι ΗΠΑ ενδέχεται να υποκύψουν στον πειρασμό της φυγής προς τα εμπρός, με την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με το Ιράν. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο στρατός τους έχει βυθιστεί στο τέλμα του Ιράκ επιβεβαιώνει τα όρια της ισχύος τους. Ορισμένοι μάλιστα αρχίζουν να μιλάνε για μια παρακμή η οποία θα μπορούσε να συνοδεύεται από στιγμές ανάτασης παρόμοιες με εκείνες που σημάδεψαν το τέλος της βρετανικής αυτοκρατορίας.

Καταστροφή : Στο εσωτερικό της αμερικανικής ελίτ που βρίσκεται στην εξουσία, οι επιπτώσεις της εισβολής στο Ιράκ και της κατοχής της χώρας έχουν προκαλέσει μια κρίση πολύ βαθύτερη από εκείνη που δημιούργησε η ήττα στο Βιετνάμ πριν από τριάντα χρόνια.

Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι η κρίση πλήττει τον συνασπισμό των υπερεθνικιστών και των νεοσυντηρητικών που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1970 ακριβώς για να προσπαθήσει να απαλλάξει τη χώρα από το « σύνδρομο του Βιετνάμ », να αποκαταστήσει παγκόσμια την ισχύ της Αμερικής και να αναστήσει τη « θέληση για νίκη » των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκε έντονη μαζική λαϊκή αμφισβήτηση όπως είχε συμβεί στην περίπτωση του Βιετνάμ, οφείλεται χωρίς αμφιβολία στο ότι ο στρατός αποτελείται πλέον από εθελοντές που προέρχονται κατά κύριο λόγο από τα φτωχότερα στρώματα, αλλά και στο ότι αυτός ο πόλεμος χρηματοδοτείται, για την ώρα, με δυσκολία βέβαια, από ξένα κεφάλαια -για πόσο ακόμα, όμως ;

Πάντως, στο επίπεδο της « ελίτ », η κρίση δημιούργησε βαθιές ρωγμές στο κατεστημένο της « εθνικής ασφάλειας » που διευθύνει από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δημόσια διαφωνία έξι απόστρατων στρατηγών για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου [1], η οποία αποτελεί πρωτοφανές γεγονός, προστέθηκε στην υποβόσκουσα διχόνοια που επικρατεί από το 2003 στο εσωτερικό των υπηρεσιών πληροφοριών και του υπουργείου Εξωτερικών και η οποία αποκαλύπτει μια ακόμα ισχυρότερη τάση που επικρατεί σε σημαντικούς τομείς της ελίτ και των κυριότερων θεσμών του κράτους. Δεν είναι όλοι οι επικριτές του πολέμου τόσο ευθείς όσο ο απόστρατος στρατηγός Ουίλιαμ Οντομ, ο οποίος επαναλαμβάνει ακούραστα ότι η εισβολή στο Ιράκ αποτελεί « τη σημαντικότερη στρατηγική καταστροφή στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών » [2], ή ο συνταγματάρχης Λάρι Ουίλκερσον, πρώην διευθυντής του επιτελείου του Κόλιν Πάουελ, ο οποίος καταγγέλλει το « ιστορικής διάστασης σφάλμα » ζητώντας την καθαίρεση του αρχηγού του κράτους [3], ή ακόμα ο πρώην διευθυντής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας περίφημου Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι που χαρακτήρισε τον πόλεμο στο Ιράκ και την κατοχή της χώρας « ιστορική, στρατηγική και ηθική καταστροφή (4) » [4].

Θεσμικοί επικριτές

Τις περισσότερες φορές, η κριτική που ασκεί δημόσια η ελίτ δεν προχωρεί τόσο μακριά• συνήθως αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο πόλεμος και η κατοχή, παρακάμπτοντας συνήθως το θεμελιώδες ζήτημα της ίδιας της εισβολής. Παρ’ όλα αυτά, η διχόνοια είναι βαθιά κι εκτεταμένη : διάφορα υπουργεία αλληλοκατηγορούνται για την « απώλεια του Ιράκ » [5]. Σε ιδιωτικές συζητήσεις τους ορισμένοι πρώην ανώτατοι αξιωματούχοι αφήνουν να ξεσπάσει ο θυμός τους, καταγγέλλουν « σκευωρίες » και λοιδορούν τον Λευκό Οίκο. Χωρίς την παραμικρή ειρωνεία, ένα πρώην μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας παρομοιάζει τους σημερινούς ενοίκους του με την οικογένεια Κορλεόνε της ταινίας « Ο Νονός ».

Άλλος υψηλόβαθμος αξιωματικός συμπληρώνει : « Εξαιτίας μιας ανίκανης, αλαζονικής και διεφθαρμένης κλίκας, έχουμε αρχίσει να χάνουμε την κυρίαρχη θέση μας στη Μέση Ανατολή ». Κι ένας ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής, βετεράνος του Βιετνάμ, δηλώνει : « Ο Λευκός Οίκος διέλυσε τον στρατό ξηράς και εξευτέλισε την τιμή του ». Κανένας από αυτούς τους θεσμικούς επικριτές του πολέμου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί « λευκή περιστερά ». Με κανέναν τρόπο. Όποια κι αν είναι η πολιτική τους ένταξη ή η προσωπική τους γνώμη, υπήρξαν ή εξακολουθούν να είναι φύλακες της εξουσίας, φορείς του « Κράτους Εθνικής Ασφάλειας » και μάλιστα μερικές φορές ήταν οι πρωτεργάτες φανερών ή συγκαλυμμένων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων σε διάφορες χώρες του Τρίτου Κόσμου, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ή και μετά. Υπήρξαν ή εξακολουθούν να είναι « συστημικοί διαχειριστές » του γραφειοκρατικού μηχανισμού « ασφάλειας », τον οποίο ο κοινωνιολόγος Σ. Ράιτ Μιλς ανέλυσε πρώτη φορά και του οποίου η αποστολή συνίσταται στην παραγωγή και στην αναπαραγωγή της εξουσίας.

Συνεπώς, ως κοινωνική ομάδα, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε τους « ρεαλιστές » αυτούς από εκείνους τους οποίους κριτικάρουν, όταν πρόκειται για το ζήτημα της αποδοχής της χρήσης βίας ή της αδυσώπητης στάσης που επέδειξαν ιστορικά όσον αφορά την προώθηση της εκπλήρωσης των στόχων του κράτους. Ούτε και μπορεί να αποδοθεί η διαφωνία τους στις διαφορετικές πεποιθήσεις τους σε ζητήματα ηθικής και αξιών (παρά το γεγονός ότι παρόμοιες διαφορές μπορεί να αποτελούν κίνητρο για ορισμένα άτομα). Η διαφωνία οφείλεται στην ψυχρή, ορθολογική διαπίστωση ότι ο πόλεμος στο Ιράκ « έχει σχεδόν διαλύσει τον αμερικανικό στρατό [6] και έχει βλάψει σοβαρά, αν όχι ανεπανόρθωτα, την παγκόσμια νομιμότητα της Αμερικής » [7]. Δηλαδή, την ικανότητά της να διαμορφώνει τις παγκόσμιες προτιμήσεις και να καθορίζει την ημερήσια διάταξη του πλανήτη.

Φθορά της ηγεμονίας

Αυτή η διαφωνία -όπως εκφράζεται με τον πλέον επιτηδευμένο και πολύπλοκο τρόπο από τον Μπρεζίνσκι- μεταφράζεται σε κατανόηση του γεγονότος ότι η ισχύς δεν περιορίζεται μονάχα στη δυνατότητα του εξαναγκασμού και ότι, εάν χαθεί η ηγεμονική νομιμότητα, είναι πολύ δύσκολο να αποκατασταθεί.

Τα σημάδια της φθοράς της αμερικανικής ηγεμονίας είναι ορατά παντού : στη Λατινική Αμερική, όπου η επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της εδώ και αρκετές δεκαετίες•στην Ανατολική Ασία, όπου η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε, με βαριά καρδιά, να διαπραγματευτεί με τη Βόρεια Κορέα και να αναγνωρίσει ότι η Κίνα αποτελεί έναν αναγκαίο παράγοντα για την ασφάλεια της περιοχής• στην Ευρώπη, όπου το αμερικανικό σχέδιο για εγκατάσταση αντιπυραυλικών συστημάτων αμφισβητείται από τη Γερμανία αλλά και από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης• στην περιοχή του Κόλπου, όπου παλαιοί σύμμαχοι όπως η Σαουδική Αραβία επιδιώκουν αυτόνομους στόχους που μονάχα εν μέρει συμπίπτουν με εκείνους των Ηνωμένων Πολιτειών• στο εσωτερικό των διεθνών θεσμών, είτε πρόκειται για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, είτε για την Παγκόσμια Τράπεζα (της οποίας ο αμερικανός πρόεδρος Πολ Γούλφοβιτς αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 30 Ιουνίου επειδή είχε εμπλακεί σε μια υπόθεση νεποτισμού), όπου η Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον σε θέση να καθορίζει την ημερήσια διάταξη.

Εξάλλου, από τις διεθνείς έρευνες γνώμης που διενεργούνται τακτικά από το PEW Research Center της Ουάσιγκτον [8] προκύπτει μια στάση συστηματικής επιφυλακτικότητας απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική σε πλανητικό επίπεδο, καθώς και διάβρωση της « soft power », της έλξης που ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε ολόκληρο τον κόσμο : το « αμερικάνικο όνειρο » έχει ξεθωριάσει μπροστά στην εικόνα ενός στρατιωτικού Λεβιάθαν που περιφρονεί απόλυτα τη διεθνή κοινή γνώμη και παραβιάζει τους κανόνες που οι ίδιες οι ΗΠΑ έχουν θεσπίσει [9]. Χωρίς αμφιβολία, η παγκόσμια κοινή γνώμη δεν σταματάει τους πολέμους, επηρεάζει, όμως, με πολύ πιο λεπτό και ανεπαίσθητο τρόπο, τις διεθνείς σχέσεις.

Φυγόκεντρες δυνάμεις

Ίσως είναι ακόμα εφικτό να περιοριστούν κάπως όλες αυτές οι αρνητικές συνέπειες, αν υπάρξει μια νέα ηγετική ομάδα και εντελώς νέες περιστάσεις. Αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς στο εγγύς μέλλον πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια νέα εσωτερική συναίνεση : χρειάστηκαν χρόνια για την ανασυγκρότηση του στρατού, ο οποίος είχε δοκιμαστεί τρομερά στον πόλεμο του Βιετνάμ, για να επανεξεταστούν τα δόγματα και για να δημιουργηθεί μια νέα συναίνεση στο εσωτερικό της ελίτ στο ζήτημα της χρήσης της βίας.

Μετά το Ιράκ, δεν θα είναι εύκολο να κινητοποιηθεί το εθνικιστικό συναίσθημα για την υποστήριξη τυχοδιωκτικών ενεργειών στο εξωτερικό. Όπως εξάλλου κανείς δεν μπορεί να φανταστεί την επιστροφή στο προηγούμενο στάτους κβο της παγκόσμιας πολιτικής.

Η εισβολή στο Ιράκ και η κατοχή της χώρας δεν είναι τα μοναδικά αίτια των παγκόσμιων τάσεων που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Το μόνο που προκάλεσε ο πόλεμος ήταν να τις κάνει περισσότερο έντονες σε μια συγκυρία όπου είχαν ήδη αρχίσει να ενεργοποιούνται φυγόκεντρες δυνάμεις πολύ ευρύτερες : η διάβρωση και στη συνέχεια η κατάρρευση της « συναίνεσης της Ουάσιγκτον », όπως και η άνοδος της ισχύος νέων κέντρων οικονομικής βαρύτητας, κυρίως στην Ασία, ήταν ήδη εδραιωμένα όταν ο Τζορτζ Μπους πήρε την καταστροφική απόφαση να εισβάλει στο Ιράκ. Με λίγα λόγια, η ιστορία προχωρεί, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι βυθισμένες στο τέλμα μιας σύγκρουσης η οποία απορροφάει όλη την ενεργητικότητα της χώρας.

Για την ελίτ της εξουσίας η διαμόρφωση των συσχετισμών είναι βαθιά ανησυχητική. Από τα μέσα του 20ού αιώνα οι αμερικανοί ηγέτες θεωρούσαν ότι είχαν τη μοναδική ιστορική ευθύνη να διευθύνουν και να κυβερνήσουν το διεθνές σύστημα, καθώς είχαν φτάσει στον κολοφώνα της παγκόσμιας ισχύος από τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ξεκινούσαν από το αξίωμα ότι, όπως η Μεγάλη Βρετανία τον 19ο αιώνα, το πεπρωμένο τους ήταν να δρουν ως ηγεμόνες, ως κράτος που δεσπόζει και διαθέτει τη βούληση και τα μέσα για να εγκαθιδρύσει και να διατηρήσει την παγκόσμια τάξη, να εξασφαλίσει την ειρήνη και τη λειτουργία μιας φιλελεύθερης παγκόσμιας οικονομίας, ανοιχτής και σε διαρκή επέκταση.

Στην επιλεκτική ανάγνωση της Ιστορίας στην οποία επιδόθηκαν, ο κύκλος Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος - οικονομική ύφεση - Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που παρατηρήθηκε στο πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα οφειλόταν στην ανικανότητα της Βρετανίας να εκπληρώσει αυτόν τον ρόλο και στους δισταγμούς των ΗΠΑ να αναλάβουν αυτή την παγκόσμια ευθύνη (« απομονωτισμός »).

Η συγκεκριμένη υπόθεση, βαθιά εδραιωμένη στο μυαλό της ελίτ, οδηγεί στον εξής κυκλικό συλλογισμό : αφού η τάξη απαιτεί ένα κυρίαρχο κέντρο, η διατήρηση της τάξης (ή η αποφυγή του χάους) απαιτεί τη διαιώνιση της ηγεμονίας. Αυτό το σύστημα δοξασιών, που οι αμερικανοί ερευνητές αποκάλεσαν « θεωρία της ηγεμονικής σταθερότητας », αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από τη στιγμή που η χώρα αναδύθηκε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως η δυτική καρδιά του παγκόσμιου συστήματος.

Οράματα παντοδυναμίας

Η αμερικανική οικονομική και πολιτική ελίτ διέβλεπε, ήδη από το 1940, « μια ευρύτατη επανάσταση στην ισορροπία της εξουσίας » : η Ουάσιγκτον έμελλε « να καταστεί ο κληρονόμος -ο γενικός κληρονόμος - και ο διαχειριστής της οικονομικής και πολιτικής "περιουσίας" της βρετανικής αυτοκρατορίας [...] το σκήπτρο θα περνούσε στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών [10].

Έναν χρόνο αργότερα, ο εκδότης Χένρι Ρ. Λούτσε ανήγγελλε την έλευση του περίφημου « αμερικανικού αιώνα ». Οπως έγραφε, « αυτός ο πρώτος αιώνας που η Αμερική έμελλε να είναι η κυρίαρχη δύναμη σε ολόκληρο τον κόσμο » σήμαινε ότι ο αμερικανικός λαός όφειλε « να δεχτεί ανεπιφύλακτα το καθήκον του και τη μελλοντική του προοπτική, δεδομένου ότι επρόκειτο για το ισχυρότερο έθνος που διέθετε τη μεγαλύτερη ζωτικότητα [...] αλλά και να ασκήσει σε ολόκληρο τον κόσμο όλη την επιρροή του, με τα μέσα που θα του φαίνονταν τα πλέον κατάλληλα [...] » [11].

Στα μέσα της δεκαετίας του 1940 είχε ήδη αρχίσει να διαγράφεται καθαρά το περίγραμμα του « αμερικανικού αιώνα » : οικονομική πρωτοκαθεδρία που συνοδευόταν από στρατηγική υπεροχή, η οποία στηριζόταν σε ένα πλανητικό δίκτυο στρατιωτικών βάσεων που απλωνόταν από την Αρκτική έως το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό.

Οι μεταπολεμικοί ηγέτες που πρωτοστάτησαν στην οικοδόμηση του « Κράτους Εθνικής Ασφαλείας » διακατέχονταν, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Ουίλιαμ Εϊπλεμαν Ουίλιαμς, από « οράματα παντοδυναμίας » [12] : οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν τεράστια οικονομικά πλεονεκτήματα, σημαντική τεχνολογική πρόοδο και, για μια σύντομη περίοδο, κατείχαν το μονοπώλιο των ατομικών όπλων.

Βέβαια, μπορεί το αδιέξοδο στην Κορέα (1953) και τα σοβιετικά προγράμματα για την ανάπτυξη εξοπλισμών και πυρηνικών πυραύλων να κλόνισαν την αυτοπεποίθηση των Αμερικανών, όμως η αποκάλυψη των ορίων της ισχύος τους ήρθε με την ήττα στο Βιετνάμ και έφερε την μεγαλύτερη κοινωνική αναταραχή που προκάλεσε ποτέ πόλεμος στο εσωτερικό της χώρας.

Ο « ρεαλισμός σε μια εποχή παρακμής » που διακήρυσσαν ο Χένρι Κίσινγκερ και ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν τρόπο για να παραδεχτούν, με βαριά καρδιά, ότι το είδος της παγκόσμιας ηγεμονίας που ασκούσε η χώρα τους για διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών δεν μπορούσε να διαρκέσει αιώνια. Ωστόσο, το Βιετνάμ και η εποχή Νίξον αποτέλεσαν την πλέον παράδοξη καμπή. Προετοίμασαν την αντίδραση της δεκαετίας του 1980 : τη « συντηρητική επανάσταση » και τις συντονισμένες προσπάθειες για την αποκατάσταση και ανανέωση του « Κράτους Εθνικής Ασφαλείας » και της παγκόσμιας ισχύος της Αμερικής. Κι όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση μερικά χρόνια αργότερα, οι ψευδαισθήσεις της παντοδυναμίας ξανάκαναν την εμφάνισή τους.

Το πείραμα του Ιράκ

Οι « θριαμβολόγοι » συντηρητικοί ονειρεύονταν και πάλι την παγκόσμια « πρωτοκαθεδρία » μακροπρόθεσμα. Το Ιράκ αποτελούσε έναν στρατηγικό πειραματισμό που προοριζόταν να εγκαινιάσει τον « δεύτερο αμερικανικό αιώνα ». Το πείραμα, όμως, απέτυχε ολοσχερώς, όπως απέτυχε και η αμερικανική εξωτερική πολιτική γενικώς. Οι ιστορικές αναλογίες δεν είναι ποτέ τέλειες, όμως το παράδειγμα της Βρετανίας και της μακρόχρονης πορείας της προς το δραματικό τέλος της αυτοκρατορίας της μπορούν να φωτίσουν με χρήσιμο τρόπο τη σημερινή ιστορική περίοδο.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ελάχιστοι ήταν οι Βρετανοί πολιτικοί ηγέτες που θα μπορούσαν να φανταστούν το τέλος της αυτοκρατορίας. Όταν εορτάστηκε το Αδαμάντινο Ιωβηλαίο της βασίλισσας Βικτωρίας το 1897, η Μεγάλη Βρετανία βρισκόταν επικεφαλής μιας αυτοκρατορίας που απλωνόταν σε όλους τους ωκεανούς και περιελάμβανε το ένα τέταρτο των εδαφών του πλανήτη, καθώς και 300 εκατομμύρια υποτελείς, ενδεχομένως δε τους διπλάσιους εάν στα παραπάνω συμπεριλάβουμε και την Κίνα, η οποία ήταν μια οιωνεί αποικία, 430 εκατομμυρίων.

Το Σίτι του Λονδίνου ήταν το κέντρο μιας ακόμα μεγαλύτερης εμπορικής και χρηματοοικονομικής αυτοκρατορίας, της οποίας ο ιστός απλωνόταν σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο το γεγονός ότι ένα σημαντικό τμήμα της βρετανικής ελίτ, παρά τους φόβους που προκαλούσε ο βιομηχανικός ανταγωνισμός της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, σκεφτόταν ότι η Μεγάλη Βρετανία είχε λάβει « ως δώρο από τον Παντοδύναμο ένα αιώνιο συμβόλαιο για τη νομή της οικουμένης ». Το Ιωβηλαίο έμελλε να είναι « η τελευταία ηλιαχτίδα της ακλόνητης εμπιστοσύνης στην ικανότητα των Βρετανών να κυβερνούν » [13].

Ο δεύτερος πόλεμος των Μπόερς (1899-1902) [14], ο οποίος διεξήχθη στη Νότια Αφρική για να ενισχυθεί η ασφάλεια του Δρόμου των Ινδιών και για να ενδυναμωθεί ο « αδύναμος κρίκος της αυτοκρατορικής αλυσίδας », υπήρξε μια τεράστια σπατάλη ανθρώπινων ζωών και οικονομικών πόρων. Αποκάλυψε επίσης τις φρικαλεότητες που προκάλεσε η πολιτική της καμένης γης, με αποτέλεσμα η κοινή γνώμη της Αγγλίας να αρχίσει να αποδεικνύεται ολοένα λιγότερο πειθήνια στα πολεμικά κελεύσματα. « Ο πόλεμος στη Νότια Αφρική υπήρξε για την αυτοκρατορική βρετανική υπερδύναμη η σημαντικότερη δοκιμασία μετά την εξέγερση της Ινδίας και ο πλέον εκτεταμένος και δαπανηρός πόλεμος που διεξήγαγε η Μεγάλη Βρετανία τη χρονική περίοδο ανάμεσα στην ήττα του Ναπολέοντα (1815) και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο » [15]. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την εξάντληση και τη χρεοκοπία των ευρωπαίων πρωταγωνιστών του. Το μακρύ τέλος της εποχής της Μεγάλης Βρετανίας είχε αρχίσει...

Όμως, όχι μόνο η αυτοκρατορία επέζησε από την άμεση κρίση, αλλά διατηρήθηκε επί δεκαετίες συνεχίζοντας να υπάρχει κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να γνωρίσει ένα άδοξο τέλος στο Σουέζ το 1956... όπου τη χαριστική βολή έδωσαν οι Αμερικανοί. Έναν αιώνα αργότερα, η νοσταλγία για το αυτοκρατορικό μεγαλείο δεν έχει σβήσει, όπως φανερώνουν οι ατυχείς περιπέτειες του πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ στη Μεσοποταμία. Οι τελευταίες αναλαμπές της αυτοκρατορίας...

Η ελίτ που κατέχει την εξουσία στην Αμερική θεωρεί απολύτως φυσικό το γεγονός ότι βρίσκεται στην κορυφή της υφηλίου για διάστημα που ξεπερνάει τον μισόν αιώνα. Η ηγεμονία, όπως και ο αέρας που αναπνέει, έχει μετατραπεί σε λόγο ύπαρξης, σε τρόπο ζωής, σε νοοτροπία. Σίγουρα, οι « ρεαλιστές » θεσμικοί επικριτές είναι περισσότερο έξυπνοι απ’ όσο είναι οι στόχοι εναντίον των οποίων βάλλουν. Αλλά δεν διαθέτουν κάποιο άλλο εννοιολογικό πλαίσιο, στο οποίο οι διεθνείς σχέσεις να μην στηρίζονται στη δύναμη, τη στρατηγική υπεροχή και την ισορροπία της εξουσίας.

Η σημερινή κρίση και ο ολοένα μεγαλύτερος αντίκτυπος των άλυτων παγκόσμιων προβλημάτων στην εθνική πολιτική κάθε χώρας ενδέχεται να δώσουν μια νέα ώθηση στα ζητήματα της συνεργασίας και της αλληλεξάρτησης. Τουλάχιστον, πρέπει να το ελπίζουμε.

Όμως, είναι εξίσου πιθανό η αμερικανική πολιτική να παραμείνει απρόβλεπτη : όπως αποδεικνύεται από όλα τα μετααποικιακά πειράματα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποδειχθεί ότι το τέλος του ιμπεριαλισμού είναι μια διαδικασία μακροχρόνια, η οποία θα αφήσει πίσω της πολλά τραύματα.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε « Retired Generals Speak Out to Oppose Rumsfeld », « The Wall Street Journal », 14 Απριλίου 2006.

[2] Associated Press, 5 Οκτωβρίου 2006. Ο στρατηγός Οντομ ήταν επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSA) επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν.

[3] Αναφέρεται στο « Breaking Ranks », « The Washington Post », 19 Ιανουαρίου 2006.

[4] Δήλωση ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, 1η Φεβρουαρίου 2007.

[5] Ο πρώην διευθυντής της CIA Τζορτζ Τένετ, στο βιβλίο του « At the Center of the Storm » κατηγορεί τον Λευκό Οίκο ως υπεύθυνο των στρατηγικών λαθών που διαπράχτηκαν στο Ιράκ και δηλώνει ότι δεν υπήρξε ποτέ « σοβαρός διάλογος » σχετικά με το ζήτημα του εάν αυτή η χώρα αποτελούσε άμεσο κίνδυνο ή του εάν έπρεπε να ενισχυθούν οι κυρώσεις αντί να επιχειρηθεί ο πόλεμος. Πρόκειται για την τελευταία αψιμαχία σε μια σύγκρουση που έχει φέρει αντιμέτωπους τη CIA και τον Λευκό Οίκο και η οποία χρονολογείται τουλάχιστον από το 2003.

[6] Για να αναφέρουμε τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής εκπομπής « Face the Nation » στο CBS, στις 17 Δεκεμβρίου 2006.

[7] Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, δήλωση ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, 1η Φεβρουαρίου 2007.

[8] http://people-press.org/.

[9] Βλέπε το PEW Global Attitudes Project, http://pewresearch.org/.

[10] Λόγος του προέδρου του Συμβουλίου της Εθνικής Βιομηχανικής Διάσκεψης στο ετήσιο συνέδριο του Investment Bankers Association, 10 Δεκεμβρίου 1940. Αναφέρεται στο James J. Martin, « Revisionist Viewpoints », Ralph Myles Publisher, Κολοράντο Σπρινγκς, 1971.

[11] Henry R. Luce, « The American Century », « Life magazine », 1941. Το άρθρο επανεκδόθηκε στο « Diplomatic History », Πανεπιστήμιο του Κολοράντο (Μπούλντερ), άνοιξη του 1999, τόμος 23, Φ 2.

[12] William Appleman Williams, « The Tragedy of the American Diplomacy », Delta Books, Νέα Υόρκη 1962.

[13] Αναφέρεται στο Elisabeth Monroe, « Britain’s Moment in the Middle East », 1914-1956, Chatto & Windus, Λονδίνο, 1963.

[14] Τόσο η δεύτερη σύγκρουση, όσο και η πρώτη (1880-1881) έφεραν τους Βρετανούς αντιμέτωπους με τους ολλανδικής καταγωγής άποικους Μπόερς.

[15] C. Saunders & I.R. Smith, « Southern Africa, 1795-1901 » στο « The Oxford History of the British Empire », τόμος ΙΙΙ, The Nineteenth Century, Oxford University Press, 2001.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette