monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > Αδημοσίευτα > Ο « πολιτισμικός αγώνας » των επισκόπων

Κρίση στον ευρωπαϊκό καθολικισμό

Ο « πολιτισμικός αγώνας » των επισκόπων

lundi 1er septembre 2008, par Michel Cool

Μετά τις Παγκόσμιες Ημέρες Νεολαίας στο Σύδνεϋ τον Ιούλιο του 2008, ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’, ο οποίος επισκέφθηκε πρόσφατα τη Γαλλία, συνεχίζει τον αγώνα του για « αναγέννηση της πίστης ». Πράγματι, η επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας απειλείται εξαιτίας της τάσης για εκκοσμίκευση της κοινωνίας σε χώρες με μεγάλη καθολική παράδοση όπως η Ισπανία και η Ιταλία, αλλά και σε χώρες όπως η Πολωνία, στις οποίες η Καθολική Εκκλησία απέκτησε πρόσφατα σημαντική δύναμη. Οι Ιερές Σύνοδοι στις χώρες αυτές αντιδρούν επιδιδόμενες σε έναν αγώνα επικεντρωμένο στις « αξίες », των οποίων παρουσιάζονται ως οι ανυποχώρητοι θεματοφύλακες.

Κλείνοντας τις 23ες Παγκόσμιες Ημέρες Νεολαίας στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας στις 20 Ιουλίου 2008, ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’ ανήγγειλε ότι οι επόμενες θα διεξαχθούν στη Μαδρίτη, από τις 15 ως τις 21 Αυγούστου του 2011. Αμέσως, η ισπανική δεξιά καθολική εφημερίδα ABC χαρακτήρισε την εξέλιξη « Μεγάλη στήριξη της ισπανικής Εκκλησίας ». Πράγματι, η Ισπανία είναι η μόνη χώρα μαζί με την Ιταλία που διοργανώνει για δεύτερη φορά την εκδήλωση από την εποχή της καθιέρωσής της, το 1984. Επιπλέον, είναι η μοναδική χώρα την οποία επισκέπτεται ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’ για δεύτερη φορά μέσα στην τριετία που ακολούθησε την εκλογή του στο παπικό αξίωμα. Μήπως για τον νέο πάπα, η Ισπανία αντιπροσωπεύει ό,τι και η Πολωνία για τον Ιωάννη Παύλο Β’ ; Δηλαδή το προπύργιο απ’ όπου θα ξεκινήσει η εκστρατεία για να κατακτήσει και πάλι η Καθολική Εκκλησία μια Ευρώπη η οποία « βυθίζεται » στην εκκοσμίκευση της κοινωνίας και τον σχετικισμό ;

Αυτήν ακριβώς την εντύπωση δημιουργεί η έντονη εκκλησιαστική δραστηριότητα που έχει αναλάβει ο πάπας. Για παράδειγμα, στις 18 Ιουνίου του 2005, είκοσι Ισπανοί επίσκοποι κατέβηκαν στους δρόμους της Μαδρίτης μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτών, που κινητοποιήθηκαν από τις καθολικές οργανώσεις, για να διαμαρτυρηθούν για το σχέδιο της κυβέρνησης να καθιερώσει τον γάμο των ομοφυλόφιλων. Μερικές εβδομάδες αργότερα, η πόλη κατακλύστηκε και πάλι από εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανούς που αντιτίθονταν στο νομοσχέδιο με το οποίο το μάθημα των θρησκευτικών θα μετατρεπόταν σε προαιρετικό, ενώ –γενικότερα- θα μειωνόταν και ο ρόλος της Καθολικής Εκκλησίας στο εκπαιδευτικό σύστημα. Κατά την επίσκεψή του στη Βαλένθια τον Ιούλιο του 2006, ο Βενέδικτος ΙΣΤ’ δήλωσε απερίφραστα στους Ισπανούς επισκόπους : « Γνωρίζω και ενθαρρύνω την τροπή που δίνετε σήμερα στην ποιμαντική σας δράση, σε μια εποχή ταχύτατης εκκοσμίκευσης της κοινωνίας, η οποία μερικές φορές πλήττει την εσωτερική ζωή των χριστιανικών κοινοτήτων ».

« Άγιοι » φρανκιστές

Τον Οκτώβριο του 2007, ακολουθώντας την πορεία που είχε χαράξει ήδη από το 1987 ο Ιωάννης Παύλος Β’, και τρεις ημέρες πριν την κατάθεση στο ισπανικό Κοινοβούλιο ενός νόμου για την αποκατάσταση των θυμάτων του εμφυλίου πολέμου και της δικτατορίας του Φράνκο, το Βατικανό προχώρησε στη μαζική αγιοποίηση 498 καθολικών -κυρίως κληρικών ή μοναχών- που σκοτώθηκαν από τους Δημοκρατικούς κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

Η νίκη των Σοσιαλιστών στις βουλευτικές εκλογές της 9ης Μαρτίου 2008 και η δεύτερη πρωθυπουργική θητεία του Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεζ Θαπατέρο πυροδότησαν ένα νέο γύρο σκληρής αναμέτρησης ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και την ισπανική Ιερά Σύνοδο Επισκόπων, στην οποία κυριαρχεί η συντηρητική κι αδιάλλακτη πτέρυγα που συσπειρώνεται γύρω από τον καρδινάλιο κι αρχιεπίσκοπο Μαδρίτης Αντόνιο Μαρία Ρούκο Βαρέλα. Ο αρχιεπίσκοπος που διαθέτει και νομική παιδεία φημίζεται –σύμφωνα με το δηκτικό σχόλιο ενός παρατηρητή- για την « ευθύγραμμη σκέψη του ». Μάλιστα, αν κρίνει κανείς από το διδακτορικό του, που αφορούσε τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας τον 16ο αιώνα, την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης, [1] εμφανίζεται να νοσταλγεί μια εποχή όπου η επιρροή της Εκκλησίας πάνω στην κοινωνία ήταν αυτονόητη.

Πρόβλημα με τις εκτρώσεις

Το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του νόμου του 1985 περί εκτρώσεων, τον οποίο η κυβέρνηση επιθυμεί να καταστήσει περισσότερο ελαστικό και πρωτοπόρο στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, όπως εξάλλου και η πρόθεσή της να τροποποιήσει το υπάρχον σύστημα δημόσιας χρηματοδότησης της Εκκλησίας και να το αντικαταστήσει από έναν προαιρετικό φόρο, αποτελούν κόκκινο πανί για την Ιερά Σύνοδο η οποία συμπεριφέρεται σαν πολιορκημένο οχυρό. Ο ιστορικός Μπενουά Πελιστράντι παρατηρεί : « Μπορούμε να μιλήσουμε για κίνδυνο διαζυγίου. Αυτό που λείπει από κάθε πλευρά, και ιδιαίτερα από τη Σύνοδο των Επισκόπων, είναι τα ανοιχτόμυαλα και φωτισμένα άτομα όπως ο πρώην προκαθήμενος της ισπανικής Εκκλησίας καρδινάλιος Βισέντε Ενρίκε υ Ταρανσόν. Εκείνος είχε καταλάβει ότι εάν η Εκκλησία επιχειρούσε να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο της ισπανικής κοινωνίας, η προσπάθεια της θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία ». [2]

Ωστόσο, η ισπανική Εκκλησία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά οικονομικά στηρίγματα, φιλικά διακείμενα μέσα ενημέρωσης και ισχυρές οργανώσεις με πλήθος μελών, τόσο μέσα στην ελίτ, όσο και στην υπόλοιπη κοινωνία (από αυτή την άποψη, το Opus Dei είναι το ισχυρότερο χαρτί της). Για παράδειγμα, στα καθολικά σχολεία φοιτά το ήμισυ των Ισπανών μαθητών. Όμως, η επιρροή της βρίσκεται αντιμέτωπη με την ισχυρή εκκοσμίκευση των νοοτροπιών : περισσότερο από το 78% των ψηφοφόρων των Σοσιαλιστών αποτελείται από Καθολικούς• μάλιστα, το 33% από αυτούς αποτελείται από άτομα που ακολουθούν πιστά όλο το τελετουργικό της Εκκλησίας (εκκλησιάζονται, νηστεύουν, προσεύχονται…) Αυτοί οι αριθμοί θα πρέπει, αφενός να ωθήσουν τον Θαπατέρο (ο οποίος είναι εγγονός αξιωματικού των Δημοκρατικών και επιθυμεί τη δημιουργία ενός πιο ουδετερόθρησκου, κοσμικού κράτους) να είναι περισσότερο προσεκτικός και, αφετέρου, τους επισκόπους να αναγνωρίσουν τον πλουραλισμό της ισπανικής κοινωνίας, τον οποίο έως σήμερα αρνούνται.

« Το κοινό χαρακτηριστικό της Ισπανίας και της Ιταλίας είναι ότι αποτελούν παλαιά καθολικά έθνη και ότι γνώρισαν τη δικτατορία• όμως, η δικτατορία του Φράνκο άφησε περισσότερα ίχνη από εκείνη του Μουσολίνι », παρατηρεί ο Πιερ ντε Σαραντενέ, Ιησουίτης και αρχισυντάκτης της επιθεώρησης « Études ». Μια άλλη διαφορά έγκειται στην « πολιτική » στάση που ακολουθούν οι Ιερές Σύνοδοι των δύο χωρών : στην Ισπανία, η άρνηση του πλουραλισμού της κοινωνίας οδήγησε τους επισκόπους να κηρύξουν τον πόλεμο σε μια κυβέρνηση που θεωρούν « ηθικό αντίπαλο » • αντίθετα, στην Ιταλία, η διάλυση το 1994 της Χριστιανοδημοκρατίας που είχε βυθιστεί στην ανυποληψία λόγω της διαπλοκής της με τη Μαφία, οδήγησε την Ιερά Σύνοδο να αναθεωρήσει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο παρενέβαινε στη δημόσια ζωή.

Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια

Ο στόχος της Εκκλησίας εξακολουθεί να συνίσταται στην υπεράσπιση των « αδιαπραγμάτευτων » αξιών της [οικογένεια και σεβασμός της ζωής από την αρχή της ως το τέλος της (δηλαδή εναντίωση στις εκτρώσεις και στην ευθανασία)] επωφελούμενη, όμως, από τον πολυκομματισμό και τα διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Η συγκεκριμένη στρατηγική καταστρώθηκε από τον καρδινάλιο Καμίλο Ρουίνι, ο οποίος προήδρευσε επί δεκαέξι χρόνια (1991-2007) της ιταλικής Ιεράς Συνόδου. Τελικά, αποδείχθηκε αποτελεσματική, τουλάχιστον όσον αφορά τις μεγάλες κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν : τον Ιούνιο του 2005, το δημοψήφισμα που αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της εξωσωματικής γονιμοποίησης απορρίφθηκε από το εκλογικό σώμα. Η Ιερά Σύνοδος και ο Βενέδικτος ΙΣΤ’ είχαν δώσει γραμμή για αποχή. Επιπλέον, στις 12 Μαΐου του 2007, ένα εκατομμύριο διαδηλωτές (σύμφωνα με τους οργανωτές) πλημμύρισαν τους δρόμους της Ρώμης για να διαμαρτυρηθούν για το σχέδιο νόμου DICO, το ιταλικό σύμφωνο συμβίωσης που προωθούσε η κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ρομάνο Πρόντι.

Χωρίς αμφιβολία, η στρατηγική του « πολιτισμικού αγώνα » τόνωσε τις στρατευμένες δυνάμεις του ιταλικού καθολικισμού, ο οποίος εξακολουθεί να είναι ο ισχυρότερος της Ευρώπης. Αντίθετα απ’ ότι συμβαίνει στη Γαλλία, στις ενορίες δεν παρατηρείται έλλειψη ιερέων, ενώ οι καθολικές οργανώσεις στις οποίες συμμετέχουν λαϊκοί (Καθολική Δράση, Sant’Egidio, κλπ) αριθμούν περίπου πέντε εκατομμύρια άτομα, δηλαδή το 12% του πληθυσμού. Όμως, η δύναμη της Εκκλησίας ανοίγει την όρεξη των πολιτικών. Τον Απρίλιο του 2008, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι επιχείρησε να στρατολογήσει τον καρδινάλιο Ρουίνι στην προεκλογική εκστρατεία του. « Ολα τα κόμματα αισθάνονται υποχρεωμένα να υποκλίνονται μπροστά στην Εκκλησία », εκφράζει τη λύπη του ο ιστορικός Αλμπέρτο Μελόνι, παρά το γεγονός ότι –κατά τη γνώμη του- « δεν υφίσταται καθολική ψήφος στην Ιταλία, ούτε και υπήρξε ποτέ στ’ αλήθεια ». [3]

Μια άλλη συνέπεια της διαρκούς παρέμβασης των επισκόπων στα μέσα ενημέρωσης είναι ότι περιορίζουν τις « αδιαπραγμάτευτες » αξίες της Εκκλησίας στις εκτρώσεις, στην εξωσωματική γονιμοποίηση και στην ευθανασία. Για τον Μελόνι, ο οποίος εκφράζει τις απόψεις πολλών αριστερών καθολικών, αυτή η επιλογή « υπήρξε παράγοντας σύγκρουσης ανάμεσα στην κοινωνία και στην Εκκλησία. Επιπλέον, “ευνούχισε” τους καθολικούς που ενεπλάκησαν στην πολιτική, καθώς κανένας δεν περιμένει από αυτούς να παρέμβουν σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, για παράδειγμα την εξωτερική πολιτική ή την οικονομία ».

Στην Ανατολική Ευρώπη, η πολωνική Εκκλησία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω της εκκοσμίκευσης και του πλουραλισμού της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Σαραντενέ, « η κρίση είναι κολοσσιαία• μάλιστα, πριν από μια εικοσαετία, θα θεωρούνταν αδιανόητη : οι ιερείς αποσχηματίζονται, ο αριθμός όσων επιθυμούν να γίνουν κληρικοί ή μοναχοί μειώνεται σημαντικά, ενώ οι επίσκοποι έχουν μετατραπεί σε διαχειριστές, διόλου χαρισματικούς. Οι Πολωνοί βιώνουν τη σκληρή πραγματικότητα της ελευθερίας και του πλουραλισμού της κοινωνίας ». Βέβαια, το 95% του πληθυσμού δηλώνουν καθολικοί, ενώ το 40% εκκλησιάζεται τακτικά και τηρεί όλο το τυπικό της Εκκλησίας. Όμως, το γεγονός ότι οι Πολωνοί δηλώνουν περήφανοι για τις οικογενειακές τους αξίες δεν τους εμποδίζει να είναι σεξουαλικά απελευθερωμένοι και η συμπεριφορά τους σε αυτόν τον τομέα θυμίζει εκείνες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Έτσι, αντίθετα με το επίσημο καθολικό δόγμα, το 54% είναι υπέρ των εκτρώσεων, ενώ το 60% υπέρ της συμβίωσης χωρίς γάμο. Οι νέοι απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από το δόγμα της Εκκλησίας : το 52% των ατόμων κάτω των 25 ετών δηλώνουν ότι πιστεύουν στο Θεό με τον δικό τους τρόπο.

Οι εξελίξεις την προσπερνούν

Πως αντιδρά η Εκκλησία σε αυτές τις εξελίξεις ; Άσχημα, γιατί δεν μπορεί πλέον να παρακολουθήσει τις εξελίξεις που παρατηρούνται στο εσωτερικό της κοινωνίας. Συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την κοινωνία, όπως την εποχή που συμβόλιζε την αντίσταση ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς το οποίο κατέρρευσε το 1989. Όμως, αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι πλέον τίποτα άλλο από αυταπάτη. Η νομιμοποίησή της στα μάτια της κοινωνίας κλονίστηκε σοβαρά από τις διαιρέσεις που προκάλεσε το 2003 στο εσωτερικό της το δημοψήφισμα για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τις αντισημιτικές και υπερεθνικιστικές κορώνες του radio Maryza ή ακόμα από την κριτική που ασκούν στην Καθολική Εκκλησία οι λεγόμενοι « ανοιχτοί » καθολικοί διανοούμενοι. Στο εξής, οι διαχωριστικές γραμμές που διαιρούν την πολωνική κοινωνία τέμνουν και διχάζουν και τον ίδιο τον καθολικισμό.

Ανάμεσα στις πιθανές αιτίες αυτής της άνευ προηγουμένου κρίσης συγκαταλέγεται και ο θάνατος του Ιωάννη Παύλου Β’ το 2005. Ο κοινωνιολόγος Πατρίκ Μισέλ εξηγεί : « Ο πάπας ήταν ο πραγματικός αρχηγός της πολωνικής εκκλησίας, στην οποία είχε προσδώσει ένα είδος μυθολογικού κι εξαιρετικού καθεστώτος. Ο θάνατός του σήμανε την επιστροφή της Πολωνίας σε μια ομαλότητα για την οποία είναι προφανές ότι δεν ήταν προετοιμασμένη ». [4] Επιπλέον, ο καθολικισμός σπαράσσεται από έντονες εσωτερικές εντάσεις, οι οποίες παλαιότερα αναγκαστικά αποσιωπούνταν εξαιτίας της αντιπαράθεσης με το κομμουνιστικό καθεστώς. Η αλλαγή του καθεστώτος και η πρωτοφανής αντιπαράθεση με μια πλουραλιστική κοινωνική πραγματικότητα συνέβαλαν στην αποσταθεροποίηση και στην απονομιμοποίηση μιας Ιεράς Συνόδου που αποτελείται από άχρωμους κι ανούσιους επισκόπους, ανίκανους να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις.

Αναλύοντας το στάδιο που βρίσκεται σήμερα η διαδικασία της αποχριστιανοποίησης της Ευρώπης, η Ιησουίτης Ανρί Μαντελέν διαπιστώνει ότι « μετά την “έρπουσα” εκκοσμίκευση η οποία αφορούσε κυρίως τα ήθη, ακολουθεί μια τάση εκκοσμίκευσης ολόκληρης της κοινωνίας, η οποία αποσκοπεί στο να εμποδιστεί κάθε επέμβαση της θρησκείας στη δημόσια σφαίρα ». [5] Οι παραδοσιακά καθολικές χώρες (Ισπανία, Ιταλία και Πολωνία) αντιμετωπίζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αυτήν την πρόκληση.

Απέναντι στην προσπάθεια της περιθωριοποίησης της Εκκλησίας από την προοδευτική κοινωνία, ο Βενέδικτος ΙΣΤ’ επιδεικνύει ταυτόχρονα ρεαλισμό και βολονταρισμό. Ο θεολόγος πάπας αναγνώριζε ταπεινά στην αρχή της θητείας του στο αξίωμα ότι η κρίση που σοβεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό καθολικισμό του φαινόταν σοβαρή και μόνιμη : « Δεν υπάρχει σύστημα το οποίο να επιτρέπει μια γρήγορη αλλαγή. Για να βγούμε από το τούνελ, οφείλουμε να προχωράμε με υπομονή ». [6] Ωστόσο, ο προκαθήμενος της Καθολικής Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να παραδεχθεί την ήττα του από τους δύο μεγάλους εχθρούς του, την εκκοσμίκευση και τον σχετικισμό των σύγχρονων κοινωνιών. Γι’ αυτό το λόγο, υποστηρίζει την κατά μέτωπο επίθεση που πραγματοποιούν εναντίον τους οι Ιερές Σύνοδοι της Ισπανίας και της Ιταλίας.

Notes

[1] (ΣτΜ) Στην προσπάθεια να ανακοπεί η εξάπλωση της Μεταρρύθμισης του Λούθηρου, στην ανασύνταξη του καθολικού δόγματος προστέθηκαν και κατασταλτικά μέτρα (ανασύσταση της Ιεράς Εξέτασης, δημιουργία του Index, του καταλόγου των απαγορευμένων βιβλίων) αλλά και η δημιουργία του τάγματος των Ιησουιτών, οι οποίοι έμελλαν να χρησιμεύσουν ως ο « προπαγανδιστικός » κι εκπαιδευτικός βραχίονας του εγχειρήματος.

[2] Ο Βισέντε Ενρίκε υ Ταρανσόν (1907-1994) υπήρξε η ηγετική μορφή των ανανεωτών στην ισπανική Ιερά Σύνοδο. Διακρίθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας για την ανοιχτή κριτική που ασκούσε στον Φράνκο και στη θριαμβολογία των Καθολικών μετά το τέλος του Εμφυλίου. Μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος, ευνόησε τη μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία και υπερασπίστηκε στους κόλπους των Ισπανών Καθολικών το πνεύμα ανοίγματος που προώθησε η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού.

[3] Agence France-Presse, 13 Απριλίου 2008.

[4] Antonela Capelle-Pogacean, Patrick Michel και Enzo Pace (υπό τη διεύθυνση του), « Religion(s) et identité(s) en Europe. L’épreuve du pluriel », Presses de Sciences Po, Παρίσι, 2007.

[5] Henri Madelin, Refaire l’Europe. « Le vieux et le neuf », Éditions du Rocher, Παρίσι, 2007.

[6] Ομιλία, στις 2 Οκτωβρίου 2005 στη Ρώμη, ενώπιον της 11ης τακτικής γενικής συνέλευσης της Ιεράς Συνόδου.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette