monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2009 > 02. Φεβρουάριος > Ευρωπαϊκό νόμισμα, εθνικά προβλήματα

Ζώνη ασφαλείας... ... αλλά με τρύπες

Ευρωπαϊκό νόμισμα, εθνικά προβλήματα

dimanche 15 février 2009, par Laurent Jacque

Από την 1η Ιανουαρίου του 2009, η Σλοβακία αποτελεί την 16η χώρα που υιοθέτησε το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Ο γάλλος υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Μπρινό λε Μερ, δήλωσε, τότε, γεμάτος ενθουσιασμό : « Οι σλοβάκοι φίλοι μας εντάχθηκαν σε ένα σταθερό ευρωπαϊκό νόμισμα, σε ένα ευρώ που προστατεύει τις οικονομίες μας και τους συμπολίτες μας ! » Η οικονομική κρίση, όμως, αποκαλύπτει, τώρα, τόσο τις αδυναμίες όσο και τα πλεονεκτήματα του νομίσματος που δημιουργήθηκε πριν από δέκα χρόνια. Καθώς κλονίζονται τα θεμέλιά της, η νομισματική ένωση στην Ευρώπη αρχίζει να παρουσιάζει εμφανείς ρωγμές.

Υπάρχει, άραγε, περίπτωση να αμφισβητηθεί η μακροημέρευση του ευρώ από τη χρηματοοικονομική αναταραχή που πλήττει την παγκόσμια οικονομία ; Οι υπέρμαχοί του είναι βέβαιοι ότι τελικά δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο.

Κατά τη γνώμη τους, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα έχει μετατραπεί σε λιμάνι σταθερότητας και ηρεμίας για τη δεύτερη ισχυρότερη οικονομική ζώνη στον κόσμο. Ακόμα καλύτερα, λέγεται ότι οι χώρες που είχαν σνομπάρει το ευρώ στα πρώτα του βήματα (Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία) έχουν αρχίσει να επανεξετάζουν τη στάση τους -πιθανολογείται ότι η δανική κορόνα θα ενταχθεί σύντομα στη ζώνη.

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία υπερασπίζεται επίμονα την ανεξαρτησία της από τις κρατικές αρχές, κατόρθωσε να ελέγξει την αύξηση της νομισματικής μάζας και να μειώσει τον πληθωρισμό της ευρωζώνης περίπου στο 2%. Τα ονομαστικά επιτόκια ανέρχονται στο 2,5% κατά μέσον όρο, ενώ τα πραγματικά επιτόκια βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδό τους από τη δεκαετία του 1960.

Υποστηρίζεται δε ότι, χάρη στην εξάλειψη των συναλλαγματικών κινδύνων [1] και του επιπλέον κόστους που επιβάρυνε τις συναλλαγές, η κατάργηση των εθνικών νομισμάτων έδωσε τεράστια ώθηση στις επενδύσεις στη ζώνη του ευρώ και στο εμπόριο, που έχουν σημαντική συμβολή στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν των χωρών της.

Δέκα χρόνια μετά τη δρομολόγησή του, το ευρωπαϊκό νόμισμα έφτασε, το 2008, σε μια ισοτιμία ρεκόρ με το δολάριο, ενώ η ραγδαία πτώση της στερλίνας και η χρεοκοπία της Ισλανδίας δικαιώνουν τις χώρες που συμμετέχουν σε αυτό.

Τέλος, υποστηρίζεται ότι η ζώνη του ευρώ θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως μια εναλλακτική λύση για την παντοδυναμία της ζώνης του δολαρίου : το « ισχυρό » ευρώ συνιστά πάνω από το ένα τέταρτο των συναλλαγματικών αποθεμάτων των κεντρικών τραπεζών, ενώ επιλέγεται ολοένα περισσότερο για την έκδοση διεθνών ομολογιακών τίτλων. Όπως συνοψίζει γεμάτος ενθουσιασμό ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, « συμβάλλουμε καθημερινά στη δημιουργία ενός όλο και υψηλότερου επιπέδου ευημερίας και διαδραματίζουμε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σημαντικό ρόλο στην ενοποίηση της Ευρώπης ». [2]

Η δύσκολη δεκαετία

Ο εγκωμιαστικός απολογισμός θα μπορούσε σχεδόν να μας κάνει να ξεχάσουμε πολλά από τα μελανά σημεία του. Η ζώνη του ευρώ γνώρισε μια μάλλον δύσκολη πρώτη δεκαετία ζωής, η οποία χαρακτηρίστηκε από αναιμική ανάπτυξη, υψηλά επίπεδα ανεργίας, ενώ ταυτόχρονα το δημοσιονομικό έλλειμμα πολλών από τις οικονομίες της ξεπέρασε το ανώτατο όριο του 3% του ΑΕΠ που είχε οριστεί από το Σύμφωνο Σταθερότητας. [3]

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αντίθεση με τη Σουηδία, τη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες που χαρακτηρίζονταν από χαμηλά ποσοστά ανεργίας, υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και περιορισμένα δημόσια ελλείμματα (αν όχι πλεονάσματα).

Μέχρι σήμερα, το ενιαίο νόμισμα δεν έχει διόλου ανακόψει την ευρωπαϊκή οικονομική δυσφορία, η οποία οφείλεται, κατά κύριο λόγο, σε διαρθρωτικά προβλήματα, για τα οποία το ευρώ ποτέ δεν προβλήθηκε ως πανάκεια. Οι ελπίδες για επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας και μείωση της ανεργίας ποτέ δεν ευοδώθηκαν, ενώ δεν μπορούμε να αποφύγουμε τα εξής ερωτήματα : μήπως το ευρώ ευθύνεται, εν μέρει, για τις οικονομικές δυσκολίες ολόκληρης της περασμένης δεκαετίας ; Θα βγει, άραγε, άθικτο από μια κρίση που προβλέπεται να είναι εξαιρετικά άγρια ;

Το 1999, η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος στηριζόταν στην πολιτική βούληση και όχι στην οικονομική θεωρία της βέλτιστης νομισματικής ζώνης (ΒΝΖ). Σύμφωνα με αυτήν, μια ομάδα χωρών ή περιφερειών μπορεί να συγκροτήσει μια ΒΝΖ όταν οι οικονομίες της αλληλεξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό, τόσο σε επίπεδο ανταλλαγών αγαθών και υπηρεσιών όσο και από την άποψη της κινητικότητας των δύο βασικών συντελεστών της παραγωγής (εργασία και κεφάλαιο).

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν το πλέον πλήρες παράδειγμα βέλτιστης νομισματικής ζώνης. Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;

Οι εμπορικές ανταλλαγές που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ, επίπεδο πολύ χαμηλό σε σύγκριση με εκείνο που παρατηρείται στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού.

Και, παρ’ όλο που η κινητικότητα του κεφαλαίου έχει αυξηθεί σημαντικά στο εσωτερικό της ζώνης, η κινητικότητα της εργασίας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σύγκριση με των Ηνωμένων Πολιτειών. Μάλιστα, είναι χαμηλή ακόμα και στο εσωτερικό των κρατών που αποτελούν την ευρωζώνη.

Αγνοώντας αυτά τα σημαντικά ζητήματα, η Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιούργησε μια ενιαία νομισματική πολιτική, της οποίας η διαχείριση ανατέθηκε στην ΕΚΤ. Έτσι, τα κράτη έχασαν δύο (από τα τρία) εργαλεία οικονομικής διαχείρισης που διέθεταν : την ανεξάρτητη εθνική νομισματική πολιτική και την ευελιξία της ισοτιμίας του νομίσματός τους. Όσο για το τρίτο εργαλείο, τη δημοσιονομική πολιτική, η οποία παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών, υφίσταται τους περιορισμούς που της επιβάλλει το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας, το οποίο ορίζει ότι το έλλειμμα κάθε χώρας-μέλους δεν πρέπει να ξεπεράσει το 3% του ΑΕΠ της.

Επιπλέον, το εθνικό χρέος περιορίζεται, θεωρητικά τουλάχιστον, στο 60% του ΑΕΠ, αν και στην πράξη παρατηρούνται αποκλίσεις, όπως στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Ελλάδας (αντίστοιχα 104% και 95% του ΑΕΠ). Εξαιτίας αυτών των διαφορών ανάμεσα στα κράτη-μέλη, η αυτονομία των οικονομικών πολιτικών τους αποτελεί σοβαρό θέμα, ιδιαίτερα στην περίπτωση που κάποιο από αυτά δεχθεί ένα σοκ το οποίο δεν θα επηρεάζει την υπόλοιπη ζώνη του ευρώ.

Εάν επρόκειτο, πράγματι, για μια βέλτιστη νομισματική ζώνη, η χώρα που θα αντιμετώπιζε δυσκολίες θα επεδίωκε την προσαρμογή της στη νέα κατάσταση. Πρώτον, μέσα από την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού της προς τις υπόλοιπες. Δεύτερον, με την ελαστικότητα των μισθών και των τιμών. Και τρίτον, με τις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από τις Βρυξέλες στην ίδια, έτσι ώστε να επιτευχθεί η επανεξισορρόπηση της κατάστασης.

Καμία από αυτές τις τρεις προϋποθέσεις δεν πληρούνταν κατά τη δημιουργία του ευρώ, ενώ, έκτοτε, ελάχιστες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν για να αποκτήσει μεγαλύτερη « ευελιξία » η αγορά εργασίας, προκειμένου να δημιουργηθεί μια ΒΝΖ.

Η τρίτη προϋπόθεση -και η απλούστερη, ως προς την εφαρμογή της- καθιστά αναγκαίο ένα ελάχιστο επίπεδο φορολογικού φεντεραλισμού και την ύπαρξη μιας συγκεντρωτικής οικονομικής εξουσίας η οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ.

Αυτοί οι στόχοι παραμένουν μακρινοί, καθώς αμφισβητούν την εθνική κυριαρχία κάθε κράτους. Στην πραγματικότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαθέτει περιορισμένους πόρους (έναν προϋπολογισμό για τον οποίο έχει τεθεί το ανώτατο όριο του 1,27% του ΑΕΠ της, αλλά ο οποίος έχει ουσιαστικά καθηλωθεί στο 1,23%), δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί σε δημοσιονομικές μεταβιβάσεις για να επιτευχθεί η αντιμετώπιση των σοκ που μπορεί να δεχθούν οι εθνικές οικονομίες.

« Ασύμμετρες » απειλές

Η κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εντελώς διαφορετική : το 60% των δημόσιων δαπανών πραγματοποιείται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ενώ η κινητικότητα της εργασίας και η ελαστικότητα των μισθών είναι πολύ υψηλότερη σε σχέση με την Ευρώπη. Ακόμα και η ενοποιημένη Γερμανία, στην οποία, το 1991, συγχωνεύθηκε το ανατολικογερμανικό με το δυτικογερμανικό μάρκο, δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει μια ΒΝΖ : παρά τη μαζική μεταφορά 200 δισεκατομμυρίων ευρώ από το 1991, το ποσοστό ανεργίας στο ανατολικό τμήμα της χώρας ξεπερνάει το 20%.

Την πρώτη δεκαετία της ζωής του, το ευρώ αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τουλάχιστον δύο σοκ, τα οποία χαρακτηρίστηκαν « ασύμμετρα », δεδομένου ότι δεν έπλητταν όλα τα μέλη της ζώνης του κατά τον ίδιο τρόπο : κατ’ αρχάς, την περίοδο 1999-2002, το « ακριβό » ή υπερτιμημένο δολάριο και, πιο πρόσφατα, την περίοδο 2005-2008, τη ραγδαία αύξηση της τιμής του πετρελαίου.

Στην πρώτη περίπτωση, οι χώρες που είναι περισσότερο προσανατολισμένες προς το διεθνές εμπόριο -και λιγότερο προς τις ανταλλαγές με τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ- υπέφεραν από τον εισαγόμενο πληθωρισμό (αυξημένο κόστος εισαγωγής λόγω του ακριβού δολαρίου) πολύ περισσότερο από τις χώρες των οποίων οι ανταλλαγές είναι κατά κύριο λόγο στραμμένες προς τη ζώνη του ευρώ.

Έτσι, την περίοδο 1999-2002, ο πληθωρισμός της Ιρλανδίας ανερχόταν στο 4,1%, τη στιγμή που ο πληθωρισμός στη Γερμανία, η οποία είναι περισσότερο επικεντρωμένη στο ενδοκοινοτικό εμπόριο απ’ ό,τι στο διεθνές, παρέμενε στο 1,2%.

Έτσι, και ο τετραπλασιασμός της τιμής του βαρελιού πετρελαίου δεν έπληξε με όμοιο τρόπο τον ρυθμό της ανάπτυξης και τον πληθωρισμό όλων των χωρών : για παράδειγμα, το πετρέλαιο καλύπτει μονάχα το 35% των ενεργειακών αναγκών της Γαλλίας, η οποία έχει στραφεί στην πυρηνική ενέργεια, αντίθετα από την Ισπανία, την Ιταλία ή την Ελλάδα, όπου το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 55%.

Δυστυχώς, ο συνδυασμός μιας συγκεντρωτικής νομισματικής πολιτικής και μιας αποκεντρωμένης δημοσιονομικής πολιτικής συνεπάγεται τη διαμόρφωση διαφορετικών επιπέδων πληθωρισμού, τα οποία οδηγούν σε διαφορές όσον αφορά την αγοραστική δύναμη του ευρώ και την ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Στο πλαίσιο ενός συστήματος « εθνικών » νομισμάτων, αυτή η συνέπεια θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί με μια ανατίμηση ή με μια « ανταγωνιστική » υποτίμηση του νομίσματος. Όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον δυνατόν, λόγω του ενιαίου νομίσματος που εξουδετερώνει το εργαλείο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ παράλληλα ακυρώνει και την ανεξαρτησία των εθνικών νομισματικών πολιτικών.

Εξαιτίας αυτής της αδυναμίας να διορθωθούν οι αποκλίσεις που παρατηρούνται όσον αφορά το επίπεδο του πληθωρισμού, σε ορισμένες χώρες, η αγοραστική δύναμη του ευρώ διαβρώνεται σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, αλλά και με τη Γερμανία ειδικότερα.

Για παράδειγμα, από τον Ιανουάριο του 1999 ώς τον Σεπτέμβριο του 2008, με βάση διαφορετικά μισθολογικά κόστη, το ευρώ στην Ιταλία ανατιμήθηκε κατά 40% σε σχέση με το ευρώ στη Γερμανία. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε επίσης σε Ισπανία και Ελλάδα δεν απέχει πολύ από αυτόν τον αριθμό.

Η κάλυψη των αποκλίσεων που έχουν συσσωρευθεί αποτελεί ένα δύσκολο καθήκον, καθώς η μείωση του επιπέδου των μισθών εμφανίζεται πολιτικά εκρηκτική. Μονάχα τα κέρδη ανταγωνιστικότητας μπορούν να αναστρέψουν αυτήν την τάση.

Πράγματι, η Γερμανία και η Ολλανδία το έχουν κατορθώσει. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις επέλεξαν να επιλύσουν το « πρόβλημα » μεταφέροντας την παραγωγική τους δραστηριότητα -ή απειλώντας ότι θα το κάνουν- σε χώρες της κεντρικής ή της ανατολικής Ευρώπης.

Ο παράγων εκλογές

Τέλος, υπάρχει ακόμα μία παράμετρος, η οποία καθιστά ακόμα πιο πολύπλοκη την κατάσταση : οι διάσπαρτες αναμετρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (προεδρικές, βουλευτικές ή δημοτικές εκλογές) εντείνουν την έλλειψη συγχρονισμού των εθνικών οικονομικών κύκλων, καθώς, πριν από τις εκλογές στις χώρες μέλη, παρατηρείται μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Τη στιγμή που η υφήλιος βυθίζεται σε βαθιά κρίση, η συγκράτηση των υψηλών ποσοστών ανεργίας, η οποία ενδέχεται να ξεπεράσει σύντομα το όριο του 10 ή του 12%, θα μετατραπεί στον κυριότερο στόχο. Αυτό έχει ήδη συμβεί στην Ισπανία, όπου, το περασμένο εξάμηνο, η ανεργία έφθασε το 13%.

Η καταπολέμηση της ανεργίας θα επιφέρει αναπόφευκτα μεγάλη αύξηση των φορολογικών ελλειμμάτων, τα οποία θα προκαλέσουν ρήγματα στο Σύμφωνο Σταθερότητας, τα οποία θα είναι δύσκολο να κλείσουν. Ενώ θα θέσουν υπό αμφισβήτηση και τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος : τα σχέδια ανάκαμψης δυναμιτίζουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ελλείμματος 3% και χρέους 60% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, θα αμφισβητήσουν την ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Ωστόσο, για ορισμένες οικονομίες οι οποίες έχουν ήδη καταστεί εξαιρετικά ευάλωτες εξαιτίας των αποκλίσεων του ύψους του πληθωρισμού, αυτό δεν θα αποδειχθεί αρκετό και θα εμφανιστεί ο « πειρασμός » να ακολουθήσουν το πρόσφατο παράδειγμα της απότομης υποτίμησης της στερλίνας.

Έτσι, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Πορτογαλία, των οποίων τα ποσοστά ανεργίας ξεπέρασαν συχνά το 10% κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, δεν θα ανεχθούν το γεγονός να χαρακτηρίζονται αιωνίως από μειωμένη ανταγωνιστικότητα εξαιτίας της υπερτίμησης του « δικού τους » ευρώ.

Όσο τραυματικό κι αν είναι το ενδεχόμενο της επαναφοράς του παλαιότερου εθνικού τους νομίσματος, ορισμένες χώρες ενδέχεται να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν το ευρώ για να ανακτήσουν την οικονομική τους ανταγωνιστικότητα. Κατά βάθος, αυτό το σενάριο δεν είναι τίποτε άλλο από την επιστροφή στις μεγάλες κρίσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών των παλαιότερων εποχών, του Μπρέτον Γουντς (1944-1971) και του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος (1979-1999). [4]

Βέβαια, είναι ελάχιστα πιθανό βραχυπρόθεσμα, αν σκεφθεί κανείς πόσο ακριβή θα γινόταν για μια χώρα που θα εγκατέλειπε το ευρώ, η εξυπηρέτηση ενός δημόσιου χρέους υπολογισμένου σε ευρώ και το οποίο θα εκφραζόταν πλέον με ένα υποτιμημένο και πρόσφατα καθιερωμένο νόμισμα.

Αλλά κάθε επιδείνωση ενός ήδη εύθραυστου κοινωνικού κλίματος (όπως απέδειξαν πρόσφατα οι βίαιες λαϊκές διαδηλώσεις στην Ελλάδα [5]), το οποίο θα οδηγείται σε παροξυσμό από τη ραγδαία επιδείνωση της ανεργίας, ενδέχεται να εντείνει, σε ορισμένες χώρες, τον πειρασμό της προσφυγής σε αυτήν την ακραία λύση.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Κίνδυνοι που συνδέονται με τη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Πριν από τη νομισματική ενοποίηση, οι επενδυτές κερδοσκοπούσαν συχνά στο γαλλικό φράγκο, την ιταλική λιρέτα ή τη στερλίνα. Για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του 1992, ο Τζορτζ Σόρος είχε αποκομίσει σημαντικές υπεραξίες στοιχηματίζοντας στην πτώση της στερλίνας, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο βυθιζόταν στην οικονομική κρίση.

[2] Συνέντευξη που δόθηκε στην « Die Zeit », Αμβούργο, 23 Ιουλίου 2007.

[3] Το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης υιοθετεί τα κριτήρια σύγκλισης που ορίστηκαν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Διατηρεί κυρίως τον στόχο της μείωσης των δημόσιων ελλειμμάτων που είχε καθιερωθεί ενόψει της ένταξης στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

[4] Το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα, το οποίο δημιουργήθηκε το 1979, αποσκοπούσε στη σταθεροποίηση της ισοτιμίας των ευρωπαϊκών νομισμάτων. Τα νομίσματα ήταν συνδεδεμένα με μια λογιστική μονάδα (το ecu), της οποίας η αξία υπολογίζονταν με βάση ένα καλάθι νομισμάτων των κρατών μελών.

[5] Βάλια Καϊμάκη, « Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες », « Le Monde diplomatique », Ιανουάριος 2009.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette