monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 09. Σεπτέμβριος 2007 > Οι τραπεζίτες των φτωχών

Τράπεζα του Νότου εναντίον του ΔΝΤ

Οι τραπεζίτες των φτωχών

dimanche 9 septembre 2007, par Damien Millet, Eric Toussaint

Κατηγορούμενος για νεποτισμό, ο πρόεδρος της Διεθνούς Τράπεζας Πολ Γούλφοβιτς αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Ο Λευκός Οίκος, ο οποίος τον είχε επιβάλει, διεκδίκησε το δικαίωμα να ορίσει τον διάδοχό του. Αμφισβητώντας την κυριαρχία των χωρών του Βορρά, έξι κράτη της Λατινικής Αμερικής αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία Τράπεζα του Νότου και να πάρουν αποστάσεις από τη Διεθνή Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, ώστε να επανακτήσουν τον έλεγχο των οικονομικών τους.

Να τιμωρηθεί ! Πώς η πανίσχυρη Διεθνής Τράπεζα μπορούσε, άραγε, να αποδεχθεί, το 2005, ότι ο νεαρός υπουργός Οικονομίας του Ισημερινού, Ραφαέλ Κορέα, με πρόσχημα ότι η χώρα περνά πολιτικο-κοινωνική κρίση εξαιρετικής σοβαρότητας, αποφάσισε να επανεξετάσει τη χρήση των πετρελαϊκών εσόδων, μειώνοντας το ποσό αποπληρωμής του χρέους και αυξάνοντας τις κοινωνικές δαπάνες ;

Η Τράπεζα αναστέλλει αμέσως ένα δάνειο 100 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε υποσχεθεί στον Ισημερινό και, με τη βοήθεια ορισμένων φίλων, ασχολείται σοβαρά με τη σταδιοδρομία του υπουργού.

« Οι άρχοντες του πετρελαίου, οι ΗΠΑ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Διεθνής Τράπεζα, η Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης άσκησαν πίεση στον πρόεδρο Αλφρέδο Παλάσιο », διηγείται αργότερα ο Ραφαέλ Κορέα. « Εχασα την εμπιστοσύνη του, την υποστήριξή του » [1]. Αφού τον αποκήρυξαν, ταμεία και τράπεζες, ο νέος οικονομολόγος αποφάσισε να παραιτηθεί.

Όταν εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 3 Δεκεμβρίου 2006, δεν είχε ξεχάσει καθόλου το επεισόδιο και την περιφρόνηση που εκφράστηκε απέναντι στην κυριαρχία της χώρας του : Στις 20 Απριλίου, με μια εντυπωσιακή χειρονομία, χαρακτήρισε ανεπιθύμητο πρόσωπο τον Εντουάρντο Σομενσάτο, εκπρόσωπο της Διεθνούς Τράπεζας στον Ισημερινό. Εξάλλου, αντιμέτωπος με ένα δημόσιο χρέος 10,5 δισ. δολαρίων, αποφάσισε ότι το τμήμα του προϋπολογισμού που αφιερώνεται στην αποπληρωμή του θα μειωθεί από 38% το 2006 στο 11,8% το 2010.

Και επειδή ένα κακό δεν έρχεται ποτέ μόνο του, μέσα σε λίγες μέρες η Βενεζουέλα ανακοινώνει ότι εγκαταλείπει το Νομισματικό Ταμείο και τη Διεθνή Τράπεζα, ενώ η Βολιβία γνωστοποιεί ότι δεν αναγνωρίζει πια την εξουσία του Διεθνούς Κέντρου για τη διευθέτηση των διαφορών που σχετίζονται με τις επενδύσεις - ένα από τα « εργαλεία » της Διεθνούς Τράπεζας.

Από τη δεκαετία του ’50 η επέμβαση της Διεθνούς Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη Λατινική Αμερική εξυπηρετεί τις προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Τα ιδρύματα του Μπρέτον Γουντς υποστήριξαν τον δικτάτορα της Νικαράγουας Αναστάσιο Σομόζα για περίπου τριάντα χρόνια, μέχρι την ανατροπή του το 1979 [2].

Ανοιχτές παρεμβάσεις

Ο Κορέα απολύθηκε από το υπουργείο Οικονομίας του Ισημερινού με παρέμβαση του ΔΝΤ. Τώρα, με τους Τσάβες και Μοράλες ετοιμάζουν την εκδίκησή τους. Στη Γουατεμάλα, το 1954, μποϊκοτάρουν την προοδευτική κυβέρνηση του Τζάκομπο Αρμπεντζ, και μετά σπεύδουν να υποστηρίξουν τη στρατιωτική χούντα που τον ανέτρεψε. Στη Νότια Αμερική υπονομεύουν τα δημοκρατικά καθεστώτα που αναλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις με στόχο να μειώσουν τις ανισότητες : στη Βραζιλία, ήδη από το 1958, αντιτίθενται στον πρόεδρο Ζουσκελίνο Κούμπιτσεκ, που αρνείται τους όρους που θέτει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και μετά μποϊκοτάρουν τον διάδοχό του, Ζοάο Γκουλάρτ, όταν αυτός εξαγγέλλει την αγροτική μεταρρύθμιση και την εθνικοποίηση του πετρελαίου, το 1963. Αντίθετα, μόλις εγκαθίσταται η στρατιωτική χούντα, τον Απρίλιο του 1964, καταφθάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Τράπεζα.

Το ίδιο κάνουν το Σεπτέμβριο του 1973, στη Χιλή, μετά την ανατροπή και το θάνατο του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το Μάρτιο του 1976, στην Αργεντινή αυτή τη φορά, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προσφέρει τη συνδρομή του στη δικτατορία του στρατηγού Χόρχε Βιντέλα.

Τον Απρίλιο του 2002 το ΔΝΤ είναι το πρώτο (μαζί με τις ΗΠΑ και την Ισπανία του Χοσέ Μαρία Αθνάρ) που προσφέρει τις υπηρεσίες του στη σύντομη -εκ των πραγμάτων- κυβέρνηση που προέκυψε από την ανατροπή του προέδρου της Βενεζουέλας, Ούγκο Τσάβες.

Παντού οι τοπικές κυρίαρχες τάξεις βρίσκουν στους θεσμούς του Μπρέτον Γουντς υποστήριξη στην αντίστασή τους ενάντια στις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Ας προσθέσουμε ότι η Χιλή του Αουγκούστο Πινοσέτ και η Αργεντινή του Χόρχε Βιντέλα αποτέλεσαν πραγματικά εργαστήρια για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές οι οποίες, με προσαρμοσμένες μορφές, εφαρμόστηκαν στη συνέχεια στις πιο εκβιομηχανισμένες χώρες, αρχίζοντας από τη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, μετά το 1979, και φθάνοντας στις ΗΠΑ του Ρόναλντ Ρέιγκαν, μετά το 1981.

Η Διεθνής Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ώθησαν σκόπιμα τη Λατινική Αμερική στην υπερχρέωση : ανάμεσα στο 1970 και το 1982 το δημόσιο χρέος της περιοχής πέρασε από τα 16 στα 178 δισεκατομμύρια δολάρια [3].

Το 1982, όταν ξεσπάει εκεί η κρίση του χρέους, τα δύο ιδρύματα χρησιμοποιούν το όπλο της υπερχρέωσης για να επιβάλουν τις πολιτικές που κωδικοποιήθηκαν αργότερα στην έκφραση « συναίνεση της Ουάσιγκτον » : διαρθρωτικές αλλαγές, ιδιωτικοποιήσεις, οικονομικό άνοιγμα, εγκατάλειψη του ελέγχου των ισοτιμιών και της κίνησης κεφαλαίων, μείωση των κοινωνικών δαπανών, αύξηση επιτοκίων κ.λπ.

Τα κεφάλαια που είχαν εισρεύσει στην περιοχή ως δάνεια παίρνουν το δρόμο για τις εκβιομηχανισμένες χώρες με τη μορφή της αποπληρωμής του χρέους- και το δρόμο της φυγής απ’ την περιοχή.

Αντικαθιστώντας τις χούντες από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν τις νεοφιλελεύθερες συστάσεις. Ολέθριο...

Από τη λαϊκή εξέγερση του Απριλίου 1984 στη Δομινικανή Δημοκρατία μέχρι το « αρχεντινάσο » του Δεκεμβρίου 2001 ενάντια στην κυβέρνηση του Φερνάντο ντε λα Ρούα, περνώντας από το « καρακάσο » (εξέγερση στο Καράκας) της 27ης Φεβρουαρίου 1989 ενάντια στον πρόεδρο της Βενεζουέλας Κάρλος Αντρές Πέρεζ, οι ταραχές πολλαπλασιάζονται.

Η απόρριψη της « συναίνεσης της Ουάσιγκτον » και των εργαλείων της καταλήγει να προκαλέσει μια στροφή προς τα αριστερά μετά την εκλογή του Ούγο Τσάβες στην προεδρία της Βενεζουέλας, το 1998.

Στάση πληρωμών

Υστερα από την ανατροπή του προέδρου Ντε λα Ρούα, το Δεκέμβριο του 2001, οι αρχές της Αργεντινής κάτω από την κοινωνική πίεση αμφισβητούν ανοιχτά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διεθνή Τράπεζα αναστέλλοντας, μέχρι το Μάρτιο του 2005, την πληρωμή του εξωτερικού χρέους απέναντι στους ιδιώτες δανειστές και τη Λέσχη του Παρισιού [4].

Μολονότι οι διαδοχικές κυβερνήσεις περονιστών, του Αντόλφο Ροντρίγκεζ Σαά, του Εντουάρντο Ντουάλντε και του Νέστορ Κίρχνερ αποφεύγουν την άμεση ρήξη με τα ιδρύματα του Μπρέτον Γουντς (τα οποία συνεχίζουν να εισπράττουν τα χρέη...), συμβάλλουν στην αποδυνάμωσή τους αποδεικνύοντας ότι είναι δυνατό να ανασταλεί η πληρωμή του χρέους και παράλληλα να ξεκινήσει η οικονομική ανάπτυξη και να επιβληθεί μια συμφωνία στους δανειστές : το 76% των δανειστών αποδέχετα μείωση που αφορά περισσότερο από το μισό των ποσών που διεκδικούν.

Από το 2005 μια συγκυριακή αλλαγή στην παγκόσμια οικονομική κατάσταση τροποποιεί ευνοϊκά τις σχέσεις της πλειονότητας των αναπτυσσόμενων χωρών με τους δανειστές των πιο εκβιομηχανισμένων.

Οι τιμές των πρώτων υλών και ορισμένων αγροτικών προϊόντων βρίσκονται σε άνοδο, ενώ τα πριμ κινδύνου που πληρώνονται για το δανεισμό κεφαλαίων έχουν πέσει σε ιστορικά επίπεδα.

Σημαντικά έσοδα από εξαγωγές σε ισχυρά συναλλάγματα συσσωρεύονται : ανάμεσα στο 2002 και το 2007 τα συναλλαγματικά αποθέματα των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής περνούν από τα 157 σε πάνω από 350 δισεκατομμύρια δολάρια.

Πολλές κυβερνήσεις -Αργεντινή, Βραζιλία, Μεξικό, Ουρουγουάη, Βενεζουέλα, αλλά επίσης Ταϊλάνδη, Ινδονησία, Νότια Κορέα...- επωφελούνται για να εξοφλήσουν το λογαριασμό τους απέναντι στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Κινήματα που ευνοούν την ακύρωση του χρέους, τις κατηγορούν ότι « νομιμοποιούν » το χρέος και ότι κατασπαταλούν κεφάλαια που θα ήταν ευπρόσδεκτα για να εφαρμοστούν κοινωνικές πολιτικές. Οι κυβερνήσεις απαντούν ότι η αποπληρωμή επιτρέπει να επανακτήσουν την πλήρη ελευθερία τους απέναντι σε ένα ίδρυμα που επιβάλλει αντιλαϊκές πολιτικές.

Λάθος επενδύσεις

Τι κάνουν μέχρι τώρα οι περισσότερες κυβερνήσεις με τα συναλλαγματικά αποθέματά τους ; Αφού χρησιμοποιούν ένα τμήμα από αυτά για να αποπληρώσουν ορισμένους διεθνείς οργανισμούς, τοποθετούν τα υπόλοιπα σε αμερικανικά ομόλογα του Δημοσίου ή τα καταθέτουν στις τράπεζες των ΗΠΑ (και περιθωριακώς σε τράπεζες άλλων βιομηχανικών χωρών). Δανείζουν, λοιπόν, το δημόσιο χρήμα του Νότου στις δυνάμεις του Βορρά, ιδιαίτερα στη χώρα που κυρίως τις εξουσιάζει... Εξάλλου, η τοποθέτηση των αποθεμάτων με τη μορφή ομολόγων του Δημοσίου, αμερικανικών ή άλλων, μπορεί να συνοδεύεται... από νέα δάνεια στην εσωτερική ή τη διεθνή αγορά.

Σε όλες τις περιπτώσεις η απόδοση των αποθεμάτων που τοποθετούνται σε ομόλογα ξένου Δημοσίου ή σε ρευστό είναι κατώτερη από το επιτόκιο που καταβάλλεται για το δανεισμό. Μια απώλεια σημαντική, αφού οι ΗΠΑ αποπληρώνουν σε δολάριο, νόμισμα το οποίο βρίσκεται σε συνεχή υποχώρηση τα τελευταία χρόνια.

Η κατοχή σημαντικών αποθεμάτων σε συνάλλαγμα δημιουργεί έναν άλλο διεστραμμένο μηχανισμό : η κεντρική τράπεζα των ενδιαφερόμενων χωρών χαρίζει εθνικό χρήμα στους οικονομικούς παράγοντες που εξάγουν. Με στόχο να αποφευχθεί η αύξηση του πληθωρισμού που οφείλεται στο πλεόνασμα ρευστότητας, η κεντρική τράπεζα δανείζεται από τις τοπικές ιδιωτικές- κάτι που αποτελεί ένα συμπληρωματικό κόστος για το δημόσιο θησαυροφυλάκιο [5].

Η σχετική αφθονία συναλλαγματικών αποθεμάτων που διαθέτουν οι κυβερνήσεις της περιοχής και το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί ο συγκεκριμένος τρόπος χρησιμοποίησής τους έχουν ευνοήσει την πολιτική του προέδρου Τσάβες, ο οποίος, εδώ και μερικά χρόνια, πρότεινε τη δημιουργία ενός διεθνούς ανθρωπιστικού ταμείου και από το 2006 τη δημιουργία μιας « Τράπεζας του Νότου ».

Εξαγγέλλοντας τη γέννηση του θεσμού, η Αργεντινή και η Βενεζουέλα έκαναν το βήμα το Φεβρουάριο του 2007 και γρήγορα ενώθηκαν μαζί τους η Βολιβία, ο Ισημερινός και η Παραγουάη. Η Βραζιλία, η οποία δίσταζε για τρεις μήνες, κατέληξε να υπογράψει τη διακήρυξη του Κίτο στις 3 Μαΐου, κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής των υπουργών Οικονομικών της Αργεντινής, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, του Ισημερινού, της Παραγουάης και της Βενεζουέλας.

Ταμείο αποθεμάτων

Στις αρχές Ιουλίου ανακοινώθηκε ότι τον Αύγουστο θα είναι έτοιμες και οι τελευταίες λεπτομέρειες, ενώ η επίσημη έναρξη θα γίνει το φθινόπωρο [6]. Πολλές επιλογές βρίσκονται ακόμη στο τραπέζι, αλλά φαίνεται να προκύπτει συναίνεση σε αρκετά σημεία. Ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός θα συσπειρώσει τουλάχιστον τις έξι χώρες της Νότιας Αμερικής - η πόρτα θα παραμείνει ανοιχτή στις άλλες- και θα χρηματοδοτεί την ανάπτυξη στην περιοχή. Θα δημιουργηθεί επίσης ένα Νομισματικό Ταμείο Σταθεροποίησης [7].

Υπάρχει ήδη ένα λατινοαμερικανικό Ταμείο Αποθεμάτων, που έχει συσταθεί από πέντε χώρες των Ανδεων (Βολιβία, Κολομβία, Ισημερινός, Περού, Βενεζουέλα) και μία χώρα της Κεντρικής Αμερικής, την Κόστα Ρίκα.

Αυτό μπορεί να μετεξελιχθεί, και αν κάτι τέτοιο αποδειχθεί αδύνατο θα δημιουργηθεί ένα νέο ταμείο. Ο στόχος του θα είναι να αντιμετωπίσει τις κερδοσκοπικές επιθέσεις και άλλους εξωτερικούς κλονισμούς, θέτοντας σε κοινό ταμείο ένα τμήμα των συναλλαγματικών αποθεμάτων των χωρών-μελών.

Πρόκειται, δηλαδή, για την απαλλαγή από το Νομισματικό Ταμείο, αλλά με μία επιπρόσθετη φιλοδοξία : να θεσπιστεί μια μονάδα υπολογισμού, η οποία θα μπορούσε κάποτε να καταλήξει σε κοινό νόμισμα.

Με άλλα λόγια, να δημιουργηθεί το αντίστοιχο της ευρωπαϊκής ενιαίας νομισματικής μονάδας πριν από τη γέννηση του ευρώ. Σήμερα, οι εμπορικές ανταλλαγές ανάμεσα στις χώρες της Νότιας Αμερικής ρυθμίζονται σε δολάρια. Ομως η Αργεντινή και η Βραζιλία επιβεβαίωσαν ότι έχουν την πρόθεση να ρυθμίζουν τις αμοιβαίες ανταλλαγές τους, ετήσιας αξίας 15 δισ. δολαρίων, σε πέσο της Αργεντινής και σε ρεάλ της Βραζιλίας.

Κατά τη σύνοδο του Κίτο, η αντιπροσωπεία του Ισημερινού πρότεινε μια επαναστατική ιδέα για την Τράπεζα του Νότου (και για το ταμείο). Το ίδρυμα θα λειτουργεί σε δημοκρατική βάση, αντίθετα με τη Διεθνή Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης.

Θα είναι ένας θεσμός που θα θέσει σε εφαρμογή τις διεθνείς συνθήκες που αναφέρονται στα ανθρώπινα, τα κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα - η Διεθνής Τράπεζα δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται από αυτές τις συνθήκες. Η Τράπεζα του Νότου θα χρηματοδοτεί δημόσια προγράμματα, ενώ τα υπάρχοντα ιδρύματα ευνοούν τον ιδιωτικό τομέα.

Εξάλλου, αν οι αρχηγοί κρατών συμφωνήσουν θα θεμελιωθεί πάνω στην αρχή « μία χώρα, μία ψήφος ».

Σήμερα, στη Διεθνή Τράπεζα, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης το δικαίωμα ψήφου των χωρών εξαρτάται από την αρχική συνεισφορά τους - οι ΗΠΑ κατέχουν μόνες τους πάνω από το 15%, κάτι που τους δίνει εκ των πραγμάτων δικαίωμα βέτο.

Επιπλέον, οι διευθύνοντες και οι απασχολούμενοι στην Τράπεζα του Νότου θα υπάγονται στη Δικαιοσύνη, αντίθετα από αυτούς της Διεθνούς Τράπεζας που προστατεύονται από πλήρη ασυλία, η οποία δεν αίρεται παρά μόνο όταν το αποφασίσει η ίδια η Τράπεζα. Τα αρχεία θα είναι δημόσια (ο αντίθετος κανόνας ισχύει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διεθνή Τράπεζα).

Οικονομικός συνασπισμός

Τέλος, το νέο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν θα δανείζεται από την αγορά κεφαλαίων. Το κεφάλαιό του θα προσφερθεί από τις χώρες-μέλη, που θα το χρηματοδοτήσουν με μια αρχική συνεισφορά από δάνεια αλλά επίσης και από φόρους τύπου Τόμπιν [8].

Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε την τύχη που θα έχει αυτή η πρόταση. Χωρίς ουσιαστική συμφωνία, η νέα δομή δεν θα αντιπροσωπεύει εναλλακτική λύση για την περιοχή.

Οι κυβερνήσεις της Βραζιλίας και της Αργεντινής φιλοδοξούν να ιδρύσουν μια τράπεζα που θα ενισχύσει τις ιδιωτικές ή μεικτές επιχειρήσεις τους, στο πλαίσιο ενός οικονομικού και πολιτικού συνασπισμού που θα οικοδομηθεί πάνω στο μοντέλο μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης που κυριαρχείται από την καπιταλιστική λογική. Η συζήτηση δεν έχει καταλήξει. Ομως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στη Λατινική Αμερική το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Τράπεζα δεν κυβερνούν πια.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε Maurice Lemoine, « Μία νίκη που σταθεροποιείται στον Ισημερινό », « Le Monde diplomatique », Απρίλιος 2007.

[2] Για μια λεπτομερή παρουσίαση της υποστήριξης της Διεθνούς Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στις δικτατορίες, βλέπε Eric Toussaint, « Διεθνής Τράπεζα, το διαρκές πραξικόπημα », CADTM-Syllepse, Λιέγη-Παρίσι, 2006.

[3] Διεθνής Τράπεζα, « Global Development Finance », Ουάσιγκτον, 2006.

[4] Βλέπε « Διακριτικοί, ενωμένοι και πανίσχυροι δανειστές », « Le Monde diplomatique », Ιούνιος 2006.

[5] Διεθνής Τράπεζα, όπ.π.

[6] ΣτΕ : βλ. http://risal.collectifs.net/article.php3 ?id_article=2295.

[7] Η προσχώρηση της Βενεζουέλας σε αυτή την πρόταση δεν είναι σίγουρη, γιατί αρχικά ο Ούγκο Τσάβες επιθυμούσε η Τράπεζα του Νότου να συγκεντρώνει τις λειτουργίες τράπεζας ανάπτυξης και νομισματικού ταμείου σταθεροποίησης.

[8] Αυτός ο φόρος θα αφαιρείται από τις συναλλαγές σε συνάλλαγμα που πραγματοποιούνται στις έξι χώρες.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette