monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 01. Ιανουάριος 2007 > Η πολιτική ταυτότητα των πράσινων

Η « νομιμότητα » του Ισραήλ και η « ανομία » της Χαμάς

Η πολιτική ταυτότητα των πράσινων

dimanche 28 janvier 2007, par Paul Delmotte

Η κατάσταση παραμένει τεταμένη στη Γάζα μετά τις συγκρούσεις που έφεραν αντιμέτωπους τους ενόπλους της Φάταχ και της Χαμάς γύρω από το ζήτημα της απόφασης του Μαχμούντ Αμπάς να ζητήσει τη διεξαγωγή νέων προεδρικών και βουλευτικών εκλογών στην Παλαιστίνη. Με αυτό τον τρόπο ο παλαιστίνιος πρόεδρος διαπίστωνε την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, αποτυχία που οφείλεται κυρίως στην άρνηση της Χαμάς να αναγνωρίσει επισήμως το κράτος του Ισραήλ.

Μετά την αποτυχία σχηματισμού μιας παλαιστινιακής κυβέρνησης συνασπισμού, τίθεται ένα ζήτημα : γιατί η Χαμάς διατηρεί, παρά τις πιέσεις από παντού, την άρνησή της να αναγνωρίσει -επισήμως- το κράτος του Ισραήλ ;

Η πρώτη από τις απαντήσεις ελάχιστα αναφέρεται : το κίνημα θεωρεί ότι μια τέτοια αναγνώριση θα αποτελούσε μια άχρηστη παραχώρηση. Η Χαμάς δεν έχει ξεχάσει ότι αυτή την αναγνώριση την απαιτούσαν, εδώ και δεκαετίες, από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και από την Φάταχ, που ήταν « λαϊκές » οργανώσεις. Θυμάται επίσης ότι όταν η ΟΑΠ και η Φάταχ κατέληξαν να την αποδεχθούν, δεν πέτυχαν τίποτε ως αντάλλαγμα, ούτε παλαιστινιακό κράτος ούτε πρωτεύουσα στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ούτε την αποδοχή από το Ισραήλ της ευθύνης του για την έξοδο των Παλαιστινίων το 1947-1949 ούτε, κατά μείζονα λόγο, την αποδοχή της αρχής του « δικαιώματος στην επιστροφή » (ή αποζημιώσεων) των πέντε εκατομμυρίων προσφύγων.

Το Μάρτιο του 2006 ο ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Ολμερτ εξήγγειλε ένα πρόγραμμα μονομερούς αποχώρησης, το οποίο όριζε ότι το Ισραήλ επρόκειτο να διατηρήσει περίπου το 36,5% της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, χωρίς να υπολογίζεται η Ανατολική Ιερουσαλήμ, ούτε η κοιλάδα του Ιορδάνη. Δηλαδή κάτι ανάμεσα στο 40% και το 50% από το 22% της « ιστορικής » Παλαιστίνης πάνω στο οποίο ήλπιζε ο Γιάσερ Αραφάτ να δημιουργήσει ένα παλαιστινιακό κράτος...

Με αυτές τις προϋποθέσεις η Χαμάς μοιάζει λοιπόν να επιλέγει να επιστρέψει εκεί όπου βρισκόταν η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 : να διατηρήσει το « χαρτί » της σαφούς αναγνώρισης του Ισραήλ, πολλαπλασιάζοντας τις « μικρές φράσεις » που εκφράζουν μία εκ των πραγμάτων (de facto) αναγνώριση του κράτους.

Πολλοί είναι, ωστόσο, εκείνοι που επιμένουν να βλέπουν στον ριζοσπαστισμό του λόγου της Χαμάς το μοναδικό αποτέλεσμα μιας ισλαμικής Weltanschauung (« κοσμοθεωρίας »), προσπαθώντας, όπως διαπιστώνουν με λύπη ο ερευνητής Μπρούνο Γκιγκ [1] ή ο Χάλεντ Χρουμπ [2], να προσδιορίσουν την πολιτική της Χαμάς μόνο με βάση τη Χάρτα της του Αυγούστου 1988.

Παραπληροφόρηση

Ο Χρουμπ ανέλυσε σχολαστικά τρία κείμενα-κλειδιά του ισλαμιστικού κινήματος τα οποία είναι μεταγενέστερα της Χάρτας : το εκλογικό πρόγραμμα της Χαμάς, με τίτλο « Αλλαγή και μεταρρύθμιση », του φθινοπώρου 2005, το σχέδιό της για ένα « Πρόγραμμα κυβέρνησης εθνικής ενότητας » (Μάρτιος 2006), και το κυβερνητικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο πρωθυπουργός Ισμαήλ Χανίγια στη νέα Βουλή στις 27 Μαρτίου 2006. Ο ερευνητής σημειώνει ότι η Χαμάς έχει γίνει μία « οργάνωση βαθύτατα διαφορετική » από εκείνη που γεννήθηκε στις αρχές της πρώτης Ιντιφάντα, το Δεκέμβριο του 1987.

Στα κείμενά της η οργάνωση δηλώνει ότι ενδιαφέρεται για τις πολιτικές ελευθερίες, « περιλαμβανόμενης της ελευθερίας της έκφρασης, του τύπου, του συνεταιρίζεσθαι », για τον « πλουραλισμό », για τη « διάκριση των εξουσιών », για την « ειρηνική εναλλαγή στην εξουσία ». Αλλά επίσης και για την « οικοδόμηση μιας αναπτυγμένης κοινωνίας πολιτών » καθώς και για το σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων...

Εξάλλου, από το πρώτο έως το τρίτο κείμενο που αναλύθηκαν οι θρησκευτικές αναφορές είναι ολοένα και λιγότερες, και το θέμα του « ένοπλου αγώνα » έχει σχεδόν τελείως εγκαταλειφθεί [3] προς όφελος των ενδιαφερόντων που σχετίζονται με τη « διακυβέρνηση » και τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν τους πολίτες. Τέλος, η εξέλιξη είναι ξεκάθαρη σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη λύση των « δύο λαών, δύο κρατών » και τη στάση απέναντι στις συμφωνίες για την Παλαιστίνη. Κανένα από αυτά τα κείμενα δεν δημοσιοποιήθηκε ευρύτατα στα δυτικά μέσα ενημέρωσης και στους δυτικούς επίσημους κύκλους.

Από τα δεκατρία σημεία του κειμένου « Αλλαγή και μεταρρύθμιση » που αναφέρονται στη νομοθετική και δικαστική πολιτική, όπως διαπιστώνει ο Χρουμπ, μόνο το πρώτο, το οποίο τονίζει ότι « ο ισλαμικός νόμος θα πρέπει να είναι η κύρια πηγή της νομοθεσίας », απέσπασε την προσοχή και προκάλεσε φόβους όσον αφορά ένα σχέδιο « εξισλαμισμού της κοινωνίας ». Αλλά τα δώδεκα άλλα, που δεν κάνουν καμία αναφορά στο Ισλάμ, πέρασαν απαρατήρητα.

Από την πλευρά του ο Γκιγκ παρατηρεί : « Σε ένα θέμα τόσο ουσιαστικό όσο είναι το ισλαμικό καθεστώς της Παλαιστίνης είναι εντυπωσιακό ότι το εκλογικό κείμενο παραπέμπει υπαινικτικά στην κορανική παράδοση χωρίς να επιμένει σε αυτήν ». Ο ίδιος κρίνει, εξάλλου, σημαντική την αναφορά -στο ίδιο κείμενο και για να καταγγελθεί το παράνομο της κατοχής- στις αποφάσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Αυτό, όπως γράφει, αναμφίβολα δεν σημαίνει ότι η Χαμάς είναι έτοιμη να αναγνωρίσει επισήμως το κράτος του Ισραήλ, « άλλο κεφάλαιο των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών ». Αλλά το να επικαλείται σαφώς τη διεθνή νομιμότητα « οδηγεί κάποια μέρα στην αποδοχή όλων των συνεπειών της ».

Όσο για το « Πρόγραμμα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας », το προοίμιό του επαναλαμβάνει, βέβαια, την ανάγκη να « διατηρηθούν οι αδιαπραγμάτευτες εθνικές απαιτήσεις » : τερματισμός της κατοχής, δικαίωμα στην επιστροφή, δικαίωμα αντίστασης « με όλες τις μορφές της », « οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου και πλήρως κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους, με την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα », « απόρριψη των επιμέρους λύσεων ».

Έμμεση αποδοχή

Αλλά -εκτός από το γεγονός ότι τις προτεραιότητες αυτές συμμερίζεται το σύνολο των οργανώσεων, και ανάμεσά τους αυτές οι οποίες κρίνονται ως « προσιτές » από τη « διεθνή κοινότητα »- πολλά από τα άρθρα του προγράμματος αντανακλούν τις προσπάθειες της Χαμάς να λάβει υπόψη της τις απαιτήσεις αυτής της κοινότητας, έστω και αν δεν ανταποκρίνονται σε όλες τις επιθυμίες της.

Στην πραγματικότητα, το πρόγραμμα « στο σύνολό του », κρίνει ο Χρουμπ, « περιστρέφεται γύρω από τη λύση των δύο κρατών » και « κάνει αναφορά στα κατεχόμενα από το 1967 εδάφη (...) χωρίς κανέναν υπαινιγμό στην απελευθέρωση του συνόλου της Παλαιστίνης ή στην "καταστροφή του Ισραήλ" που βρίσκουμε στη Χάρτα ».

Τέλος, το κυβερνητικό πρόγραμμα της 27ης Μαρτίου δεν έδειχνε, υπογραμμίζει ο ίδιος ερευνητής, « καμία οπισθοχώρηση σε σχέση με τα άρθρα που διατυπώθηκαν στο "Πρόγραμμα εθνικής ενότητας" ». Παρ’ όλο που το πρόγραμμα δεν αφορούσε πια, μετά την απόρριψη από τις άλλες οργανώσεις του σχεδίου συνασπισμού, παρά μόνο τη Χαμάς, και οι παραχωρήσεις δεν ήταν, κατά συνέπεια, απαραίτητες... Η σιωπή, ακόμη και η απόκρυψη που γνώρισαν τα κείμενα της Χαμάς θα πρέπει να προκαλέσουν ερωτήματα για τη συμπεριφορά της « διεθνούς κοινότητας » και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφασή τους να προκαλέσουν οικονομική ασφυξία στους Παλαιστίνιους, αν δεν εγκαταλείψουν μονομερώς από την πλευρά τους τη « βία » και δεν αναγνωρίσουν επισήμως το Ισραήλ -χωρίς να απαιτείται καμία χειρονομία από το τελευταίο- δεν εξηγείται μόνο από την « εμμονή » στην ισλαμικότητα της Χαμάς. Αυτή η εμμονή αναμφίβολα διευκόλυνε και βοήθησε να « περάσει » αυτή η απόφαση στην κοινή γνώμη.

Η αλήθεια του Ισραήλ

Οι βαθύτατα προσβλητικές « μικρές φράσεις » που εκτοξεύονται, από τον Οκτώβριο του 2005, από τον Ιρανό πρόεδρο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ σε σχέση με το Ισραήλ και το Ολοκαύτωμα απορρίφθηκαν στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες [4]. Η απόρριψη δεν επέτρεψε να αναρωτηθούν για την ανταπόκριση που συνάντησαν τα λόγια του στην περιοχή.

Για ένα τμήμα της αραβικής και της μουσουλμανικής κοινής γνώμης αυτό που ανέδειξε ο Αχμαντινετζάντ με τις προκλητικές του φράσεις είναι ότι η αναγνώριση της πραγματικότητας του Ολοκαυτώματος -ή η άρνησή του- ενδιαφέρει λιγότερο την κοινή γνώμη από την εκ των πραγμάτων νομιμοποίηση από τη Δύση, στο όνομα αυτής της γενοκτονίας, της μοίρας που υφίστανται από « το σιωνιστικό σχέδιο », εξήντα χρόνια μετά το « Σοά » (Ολοκαύτωμα), οι Άραβες της Παλαιστίνης.

Εδώ και μερικά χρόνια ο ισραηλινός ιστορικός Νταν Ντινέρ διέκρινε τρεις κατηγορίες νομιμότητας του κράτους του Ισραήλ, στις οποίες απέδιδε άνισους βαθμούς « οικουμενικότητας » [5]. Ο Ντινέρ διδάσκει Ιστορία στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ καθώς και την Εβραϊκή Ιστορία και τον Εβραϊκό Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο της Λιψίας, στη Γερμανία.. Κρίνοντας ως « μονομερή » -γιατί δεν ισχύει παρά μόνο για τους Εβραίους- τη νομιμότητα την οποία χαρακτήριζε, κατά τρόπο παράδοξο [6], ως « σιωνιστική », δηλαδή αυτή « που γεννήθηκε από τη θεϊκή υπόσχεση που δόθηκε στους Εβραίους », παραδεχόταν επίσης ότι η « εβραϊκή νομιμότητα » « που αντλείται από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος » δεν ήταν παρά « εν μέρει οικουμενική ».

Για να εκτιμήσει τελικά ως τελείως « οικουμενική » (αυτή τη φορά) την « ισραηλινή νομιμότητα » η οποία, κατά τη γνώμη του, απορρέει από το « αμετάκλητο δικαίωμα του Ισραήλ στην ύπαρξη για τον απλούστατο λόγο ότι υπάρχει ».

Μπορεί κανείς πράγματι να αποδεχθεί την « ισραηλινή νομιμότητα » και να θεωρήσει, όπως και ο Μαξίμ Ροντινσόν, ότι « τα δικαιώματα που αντλούνται από την αξιοποίηση ενός εδάφους, από την εργασία που δαπανάται, από τις προσωπικές θυσίες που προσφέρονται, είναι τα μόνα που μπορεί να επικαλεστεί κανείς κατά τρόπο αξιόπιστο » [7]. Αλλά μπορεί τότε κάποιος να αναρωτηθεί : γιατί αυτός ο τύπος δικαιώματος δεν ισχύει επίσης για τους Παλαιστίνιους ;

Επιλεκτική λήθη

Η νομιμότητα του Ισραήλ δεν έχει πιθανότητα να αναγνωριστεί κάποια μέρα (ιδιαίτερα στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο) παρά μόνο μέσα σε έναν αξεδιάλυτο δεσμό με μια « οικουμενική νομιμότητα », παλαιστινιακή αυτή τη φορά. Ουσιαστικά πρόκειται για δύο νομιμότητες, τις οποίες η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών επικύρωσε από κοινού με την υπ’ αριθμόν 181 απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1947, για τη διαίρεση της Παλαιστίνης, που βρισκόταν κάτω από βρετανική « εντολή ». Δεν θα ήταν, άραγε, η κατάλληλη στιγμή να θυμηθούμε τη νομιμότητα « των Ηνωμένων Εθνών » που δόθηκε στο « εβραϊκό κράτος » ;

Προστάζοντας την Χαμάς να αναγνωρίσει το Ισραήλ χωρίς όρους, η « διεθνής κοινότητα » δεν εμφανίζεται, άραγε, ως αμνησιακή ; Αφού δεν τίθεται πια ζήτημα, στα Ηνωμένα Έθνη, για το 44% του εδάφους τής υπό εντολή Παλαιστίνης το οποίο « πρόσφεραν » [8] στο « αραβικό κράτος » της Παλαιστίνης με βάση την απόφαση 181. Ούτε για την απόφαση 194, για το δικαίωμα στην επιστροφή, ή για αποζημίωση, των παλαιστινίων προσφύγων.

Η Ε.Ε., κλείνοντας τον εαυτό της μέσα σε αυτή τη « λήθη », καθιστώντας την αναγνώριση του Ισραήλ απόλυτη απαίτηση, δεν στερεί, άραγε, από τον εαυτό της τη δυνατότητα να φανταστεί ένα λόγο και κάποιες πολιτικές προτάσεις που θα έδιναν τελικά σε πολλούς Παλαιστίνιους, Άραβες και μουσουλμάνους το αίσθημα ότι η « Δύση » απαλλάσσεται, τελικά, από μια στάση « δύο μέτρων και δύο σταθμών » ;

Το αστείο της ισραηλινής δημοσιογράφου Αμίρα Χας είναι γνωστό : στη Χαμάς οι εξτρεμιστές πιστεύουν ότι ο Αλλάχ θα αποδώσει το σύνολο της Παλαιστίνης στον αραβικό κόσμο και στο Ισλάμ μέσα σε πενήντα χρόνια, ενώ οι μετριοπαθείς πιστεύουν ότι αυτό μάλλον θα γίνει σε πέντε αιώνες...

Από το 1995 ο σεΐχης Άχμεντ Γιασίν [9] είχε προτείνει στο Ισραήλ μία « μακρόχρονη ανακωχή » με αντάλλαγμα ένα παλαιστινιακό κράτος στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και τη Γάζα. Και προσδιόρισε το 2004 ότι θα άφηνε, σε αυτή την περίπτωση, « το υπόλοιπο των κατεχόμενων εδαφών στην Ιστορία ». Από τότε, η προσφορά επαναλήφθηκε από τους κυριότερους ηγέτες του κινήματος. Τέτοιες διακηρύξεις έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν αυτό που γράφει ο Γκιγκ : η Χαμάς έχει φτάσει σε μία « σιωπηρή αποδοχή μιας διαίρεσης της ιστορικής Παλαιστίνης στη βάση των συνόρων που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο του 1967 ».

Χαμένες ευκαιρίες

Αυτή τη « σιωπηρή αποδοχή » χρειάστηκε είκοσι χρόνια για να την επισημοποιήσει η Φάταχ του Αραφάτ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη μικροψυχία που έχει δείξει από τότε, δεν είναι άμοιρη ευθυνών για το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν αυτή τη μέγιστη παραχώρηση. Απέναντι στην αδιαλλαξία που διατηρεί το Ισραήλ, απέναντι στην επιδείνωση των περιφερειακών εντάσεων, η πρόκληση είναι όλο και πιο πιεστική για μια « διεθνή κοινότητα » που μοιάζει να απαγορεύει στον εαυτό της να δοκιμάσει ένα μέλλον πάνω σε αυτή την εκ των πραγμάτων αναγνώριση του Ισραήλ από την Χαμάς.

Η « διεθνής κοινότητα », γράφει ο Γκιγκ, « πρέπει επιτέλους να αποδείξει τη σοβαρότητα των δικών της αποφάσεων μετά από σαράντα χρόνια συνενοχής με το Ισραήλ ».

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] www.oumma.com, 27 Μαρτίου 2006.. Ο Μπρούνο Γκιγκ είναι ο συγγραφέας του « Proche-Orient : la guerre des mots », L’ Harmattan, Παρίσι, 2003.

[2] « Α new Hamas through its new documents », « Journal of Palestine Studies », τόμ. XXXV, αρ. 4, Washington DC, καλοκαίρι 2006. Ο Χάλεντ Χρουμπ, ειδικός σε θέματα της Χαμάς, είναι συγγραφέας του « Hamas : Political Thought and Practice, Institute for Palestine Studies », Washington DC, 2000.

[3] Στο « Αλλαγή και μεταρρύθμιση », μόνο ορισμένες παράγραφοι επικαλούνται τον « ένοπλο αγώνα », κυρίως για να τον « συμπεριλάβουν » σε « όλα τα μέσα » που κρίνονται νόμιμα από την Χαμάς για να πετύχει τον τερματισμό της κατοχής. Και στο κυβερνητικό πρόγραμμα του Μαρτίου 2006 « είναι πολύ σημαντικό, επισημαίνει ο Χρουμπ, ότι η κυριότερη αναφορά στην αντίσταση (...) υπογραμμίζει τη σημασία της για το παρελθόν ».

[4] Σε αυτές προστίθεται η σύγκληση στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 2006, στην Τεχεράνη, μιας διάσκεψης άρνησης της γενοκτονίας των Εβραίων που οργανώθηκε από τις ιρανικές αρχές, στη διάρκεια της οποίας ο πρόεδρος Αχμαντινετζάντ διακήρυξε ότι το Ισραήλ « πρόκειται σύντομα να εξαφανιστεί ».

[5] Βλέπε « Les trois légitimités d’Israël », « Le Monde », 18-19 Αυγούστου 2002.

[6] Είναι ουσιαστικά μειωτικό να βλέπει κανείς μέσα σε μια « θεϊκή υπόσχεση » το θεμέλιο του σιωνιστικού κινήματος, το οποίο στις απαρχές του ήταν έντονα λαϊκό, ακόμη και άθεο...

[7] Maxime Rodinson, « Peuple juif ou problème juif ? », La Découverte, Παρίσι, 1997, σ. 232.

[8] Οι Άραβες της Παλαιστίνης αποτελούσαν τα δύο τρίτα του συνολικού πληθυσμού, και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών παραχώρησε το 56% του εδάφους σε μία εβραϊκή κοινότητα περίπου 650.000 ατόμων. Από το 44% που απέμενε, το Ισραήλ κατέλαβε το μισό την περίοδο 1948-1949.

[9] Ιδρυτής της Χαμάς το 1987, σκοτώθηκε σε μία στοχευμένη ισραηλινή επίθεση στις 22 Μαρτίου 2004.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette