monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2002 > 02. Φεβρουάριος > Ισραήλ εναντίον Ισραήλ

Οι Παλαιστίνιοι πολιορκημένοι

Ισραήλ εναντίον Ισραήλ

Του DOMINIQUE VIDAL*

dimanche 3 février 2002, par Kaimaki Valia

Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στην έκτακτη σύνοδό της στις 20 Δεκεμβρίου 2001, εξέφρασε έντονα την υποστήριξή της στην Παλαιστινιακή Αρχή και την καταδίκη της για την πολιτική εποικισμού που εφαρμόζει το Ισραήλ. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της μετά το βέτο που έθεσε η Ουάσιγκτον σε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που ζητούσε διεθνή προστασία για τους Παλαιστίνιους.

Παρά την κίνηση αυτή, ο ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο παραμένουν στο περιθώριο κάθε λύσης της σύγκρουσης (βλέπε το άρθρο της Monique Chemillier-Gendreau), ενώ η Δυτική Οχθη του Ιορδάνη και η Λωρίδα της Γάζας υφίστανται μια φοβερή ισραηλινή επίθεση.

Η στρατηγική αυτή του πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν, που σκοπεύει να καταστρέψει την Παλαιστινιακή Αρχή, στρέφεται ενάντια στα ίδια τα συμφέροντα του λαού του Ισραήλ.

Η στρατηγική αυτή τον απομονώνει από το περιφερειακό περιβάλλον του και του απαγορεύει κάθε άλλη προοπτική πέρα από έναν πόλεμο δίχως τέλος, από τον οποίο κανείς δεν θα βγει νικητής.

« Πρόθεσή μου δεν είναι να πω ότι μια οποιαδήποτε συμφωνία με τους παλαιστίνιους Αραβες είναι απολύτως εκτός συζήτησης. Οσο υφίσταται στο μυαλό τους η παραμικρή σπίθα ελπίδας ότι μπορούν μια μέρα να απαλλαγούν από εμάς, ούτε τα καλά λόγια ούτε καμιά ελκυστική υπόσχεση δεν θα τους κάνει να εγκαταλείψουν αυτή την ελπίδα, ακριβώς γιατί δεν είναι ένας μιαρός όχλος, αλλά ένα αρκετά ζωντανό έθνος.

Ομως ένα ζωντανό έθνος δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις σε ζωτικά ζητήματα παρά μόνο όταν έχει χάσει κάθε ελπίδα "να απαλλαγεί από εμάς" και όταν κάθε ρωγμή στο "σιδερένιο τοίχο" έχει κλείσει οριστικά (1) ».

Ο Ζέεβ Γιαμποτίνσκι έγραψε αυτές τις γραμμές το 1923, σε ένα άρθρο με τίτλο « Το σιδερένιο τείχος (Οι Αραβες και εμείς) ». Δέκα χρόνια αργότερα, ο ιδρυτής του λεγόμενου « αναθεωρητικού » σιωνισμού θα αποσχιστεί από την Παγκόσμια Οργάνωση, την οποία θα επικρίνει κυρίως γιατί δεν πάλεψε για ένα εβραϊκό κράτος στις δύο όχθες του Ιορδάνη και γιατί δεν δημιούργησε, για αυτό το σκοπό, έναν ισχυρό εβραϊκό στρατό.

Το σημερινό Λικούντ κατάγεται -μέσω της Ιργκούν, του Λεχί και μετά του Χερούτ- από το αναθεωρητικό κίνημα. Και ο Αριέλ Σαρόν, μολονότι ήταν αρχικά μέλος του Εργατικού Κόμματος (Μαπάι), είναι ο κληρονόμος -μετά τον Μεναχέμ Μπέγκιν και τον Ιτζχάκ Σαμίρ- του Γιαμποτίνσκι.

Αλλά το άρθρο « Το σιδερένιο τείχος » δεν ενέπνευσε μόνο τους απογόνους αυτού που ο Μπενίτο Μουσολίνι αναγνώριζε ως έναν « φασίστα » (2) : στήριξε σταθερά τη στρατηγική του Γισούβ, της εβραϊκής κοινότητας της Παλαιστίνης, και μετά του κράτους του Ισραήλ.

Η πρώτη μεγάλη ήττα του ανάγεται στο 1982 : η εισβολή στο Λίβανο, την οποία εμπνεύστηκε ο υπουργός Αμυνας, Αριέλ Σαρόν, οδηγεί στην καταστροφή. Οχι μόνο ο Γιάσερ Αραφάτ και οι φενταγίν του, προστατευόμενοι από μια πολυεθνική δύναμη, γλίτωσαν, αλλά δεν κατάφερε να επιβάλει στη χώρα των Κέδρων τη φιλοϊσραηλινή κυβέρνηση την οποία ονειρευόταν. Τρία χρόνια αργότερα, ο ισραηλινός στρατός αποσύρεται κατά οικτρό τρόπο στη λεγόμενη ζώνη « ασφαλείας ».

Μια δεύτερη ήττα τον περιμένει : από το Δεκέμβριο του 1987 έως το 1991, η παλαιστινιακή Ιντιφάντα σηκώνει κεφάλι και η καταπίεση υποβιβάζει τη διεθνή εικόνα του Ισραήλ. Ο Δαβίδ γίνεται Γολιάθ.

Μολονότι κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου το Ισραήλ ανακτά την ιδιότητα του θύματος, οι πύραυλοι Σκουντ που εκτόξευσε το Ιράκ δείχνουν ταυτόχρονα ότι στην εποχή των πυραύλων η κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών δεν εγγυάται πια την ασφάλειά του...

Από όλα αυτά τα γεγονότα, που αποδεικνύουν τον ξεπερασμένο χαρακτήρα του « σιδερένιου τείχους », ο Ιτζχάκ Ραμπίν αντλεί διδάγματα στη διάρκεια των επίσημων διαπραγματεύσεων που ξεκίνησαν στη Μαδρίτη και μετά στις μυστικές διαπραγματεύσεις του Οσλο. Και στις 13 Σεπτεμβρίου 1993, η ισραηλοπαλαιστινιακή Διακήρυξη Αρχών για την αυτονομία, παρά τους περιορισμούς της, αποτελεί μια ιστορική ρήξη : επικυρώνει ταυτόχρονα την αμοιβαία αναγνώριση των δύο εμπόλεμων, την προοδευτική αποχώρηση του Ισραήλ από τα κατεχόμενα από το 1967 εδάφη, την εγκαθίδρυση μιας εκλεγμένης Παλαιστινιακής Αρχής και τη διαπραγμάτευση του οριστικού καθεστώτος -ανάμεσα στις γραμμές της διαφαίνεται το παλαιστινιακό κράτος.

Το 1995 θα δούμε διαδοχικά την απελευθέρωση των μεγάλων πόλεων, την εκλογή του προέδρου Αραφάτ και ενός Νομοθετικού Συμβουλίου, την υπογραφή των συμφωνιών του Οσλο Ι, την εγκατάσταση της Παλαιστινιακής Αρχής και στα τέλη Οκτωβρίου την υπογραφή του Οσλο ΙΙ.

Αυτή την τόλμη ο Ιτζχάκ Ραμπίν την πληρώνει με τη ζωή του στις 4 Νοεμβρίου 1995. Για μήνες, ο Σαρόν και οι φίλοι του διεξήγαγαν εναντίον του μια υστερική εκστρατεία και ορισμένοι έφτασαν μέχρι το σημείο να τον εμφανίζουν με στολή των SS (3). Στις 29 Μαΐου του 1996, επανέρχονται στην εξουσία : ο Μπενιαμίν Νετανιάχου νικά τον Σιμόν Πέρες, αξιοποιώντας ένα κύμα βομβιστικών επιθέσεων της Χαμάς, το οποίο ωθεί το κεντρώο εκλογικό σώμα στη δεξιά και την επιχείρηση « Σταφύλια της οργής », η οποία απομακρύνει το αραβικό εκλογικό σώμα από τον υποψήφιο των Εργατικών.

Βέβαια, ο γηραιός στρατηγός Σαρόν απεχθάνεται από καρδιάς τον Νετανιάχου, αυτόν το νέο και λαμπρό αντίπαλο. Ακόμη περισσότερο δεν αντέχει την πολιτική του. Αλλά, αν και ο Νετανιάχου μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή των συμφωνιών του Οσλο, δεν έχει τα μέσα να τις ακυρώσει. Τρία χρόνια μετά την εκλογή του, στις 29 Μαΐου του 1999, ηττάται πανηγυρικά από τον εργατικό Εχούντ Μπαράκ.

Για τον Σαρόν, που ξανάγινε πρόεδρος του Λικούντ, είναι μια προειδοποίηση, γιατί ο νέος πρωθυπουργός δηλώνει έτοιμος για το συμβιβασμό για μια συνολική ειρήνη. Αποτυγχάνει να επιβάλει στο Σύρο πρόεδρο Χάφεζ ελ Ασαντ μια συμφωνία που θα αφήνει την πλήρη κυριαρχία της Τιβεριάδας λίμνης στο Ισραήλ, αλλά αποσύρεται μονομερώς από το Λίβανο το Μάιο του 2000. Και μολονότι αποικίζει τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη με έναν πρωτοφανή ώς τότε ρυθμό, καταλήγει να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή για το οριστικό καθεστώς των εδαφών.

Η δεύτερη Ιντιφάντα

Η αποτυχία της συνόδου κορυφής στο Καμπ Ντέιβιντ, στα τέλη Ιουλίου 2000, δεν αρκεί για να νιώσουν ασφαλείς οι εχθροί του Οσλο : ανάμεσα στον Μπαράκ και τον Αραφάτ, η διαπραγμάτευση συνεχίζεται στο παρασκήνιο, ενώ για τη δεξιά υπάρχει ο κίνδυνος νέων ισραηλινών παραχωρήσεων.

Στις 28 Σεπτεμβρίου του 2000, ο Σαρόν, με την προκλητική επίσκεψή του στο προαύλιο των Τζαμιών, προστατευόμενος από εκατοντάδες στρατιώτες και αστυνομικούς, πετυχαίνει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : δίνει το έναυσμα για αυτό που θα γίνει η δεύτερη Ιντιφάντα, υπονομεύει την επανάληψη των διαπραγματεύσεων και, περιθωριοποιώντας τον Νετανιάχου, ξεκινάει τη δική του προεκλογική εκστρατεία.

Τέσσερις μήνες αργότερα, συντρίβει κυριολεκτικά τον Μπαράκ, ο οποίος υπέγραψε την ήττα του, στερώντας από τον εαυτό του το χρόνο που ήταν απαραίτητος για να ολοκληρώσει τις συμφωνίες που σχεδιάστηκαν τον Ιανουάριο του 2001 στην Τάμπα και μετά για να τις « πουλήσει » στο εκλογικό σώμα. Ο νέος πρωθυπουργός έχει αντλήσει τα διδάγματα της Βηρυττού : δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει τη διεθνή κοινότητα να σώσει ακόμη μια φορά τον ηγέτη της ΟΑΠ.

Και προβληματίστηκε για την ήττα του Νετανιάχου : δεν αρκεί να σταματάς αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται ειρηνευτική διαδικασία, πρέπει να την καταστρέψεις.

Αλλά αρκετοί ισραηλινοί εκλογείς και ακόμη περισσότερο οι δυτικοί ηγέτες δεν θα επιδοκίμαζαν μια μετωπική επίθεση. Η λύση είναι να μεταμορφωθεί η επίθεση σε αντεπίθεση. Μόλις εκλέχθηκε, ο Σαρόν αρχίζει να προκαλεί τους Παλαιστίνιους μέρα με την ημέρα, μέχρις ότου αυτοί διαπράξουν μια τρομοκρατική πράξη, η οποία, αφού μεταδοθεί από τα μέσα ενημέρωσης, θα δικαιολογεί τότε την εκδήλωση της τρομοκρατίας του ισραηλινού κράτους.

Με αυτό τον τρόπο, ο πρωθυπουργός καθόλου δεν αυτοσχεδιάζει. Οπως αποκάλυψε στα μέσα Δεκεμβρίου ο ισραηλινός δημοσιογράφος Αλεξ Φίσμαν, « ο Σαρόν προετοίμασε την παγίδα του » στη βάση ενός επεξεργασμένου σχεδίου « πριν ακόμη από την εκλογή του ».

Το σχέδιο αυτό που προετοιμάστηκε από το στρατηγό εν αποστρατεία Μεΐρ Νταγκάν, ξεκινάει από ορισμένες εκ των προτέρων θέσεις, σύμφωνα με τις οποίες « ο Αραφάτ είναι ένας δολοφόνος » με τον οποίο « δεν διαπραγματευόμαστε ». Και επίσης ότι « οι συμφωνίες του Οσλο είναι το πιο μεγάλο κακό που έπεσε πάνω στο Ισραήλ » -κατά συνέπεια, « τα πάντα πρέπει να γίνουν για να τις καταστρέψουμε ».

Από εκεί πηγάζει η ιδέα της προοδευτικής απομόνωσης του ηγέτη της Παλαιστινιακής Αρχής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Μόλις τελειώσει η Ιντιφάντα, το Ισραήλ, σύμφωνα με τον Νταγκάν, « θα διαπραγματευτεί ξεχωριστά με τις κυρίαρχες παλαιστινιακές δυνάμεις σε κάθε έδαφος -με αξιωματούχους, με δυνάμεις ασφαλείας, πληροφοριών ακόμα και της Τανζίμ ». Συμπέρασμα του δημοσιογράφου : « Τώρα που κρατά τη λεία του, ο Σαρόν δεν θα την αφήσει να ξεφύγει εύκολα (4) ».

Πράγματι, από τις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, τρεις φάσεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη. Κατ’ αρχήν ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι επωφελείται από το πράσινο φως του αμερικανού προέδρου Τζορτζ Ου. Μπους για να επιτεθεί στην Παλαιστινιακή Αρχή. Λάθος : όχι μόνο αναγκάζεται να αποσύρει τις δυνάμεις του από τις αυτόνομες πόλεις και να επιτρέψει στον Πέρες να συναντήσει τον Αραφάτ, αλλά πρέπει να αποδεχτεί -αφού κατηγόρησε την Αμερική ότι εγκαταλείπει το Ισραήλ όπως οι Δυτικοί τους Σουδήτες- το νέο αμερικανικό σχέδιο για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος.

Η δεύτερη φάση αρχίζει με τη δολοφονία στις 17 Οκτωβρίου του υπουργού Τουρισμού, Ρεχαβάμ Ζεεβί, από το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, του οποίου ο ηγέτης στη Δυτική Οχθη είχε « εκτελεστεί » τον Αύγουστο. Αυτή η « αντεκδίκηση » επιτρέπει στην Τσαχάλ να ανακαταλάβει τις αυτόνομες πόλεις.

Αυτή τη φορά, οι πιέσεις της Ουάσιγκτον δεν εμποδίζουν τους ισραηλινούς στρατιώτες να σπείρουν εκεί τον τρόμο για πέντε εβδομάδες. Οσο για την τρίτη φάση, αυτή ξεκινά με το φόνο ενός υπεύθυνου της Χαμάς στη Δυτική Οχθη, του Αμπού Χανούντ.

Οι εντολείς γνωρίζουν ότι το ισλαμιστικό κίνημα θα απαντήσει θεαματικά, προσφέροντας έτσι το πρόσχημα για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στην Παλαιστινιακή Αρχή, αυτή τη φορά με την υποστήριξη της κυβέρνησης Μπους. Απαιτούν από τον Αραφάτ να καταστείλει τη Χαμάς, ενώ ταυτόχρονα τον εμποδίζουν υλικά (παραλύοντας την αστυνομία του) και πολιτικά (στερώντας τον από κάθε προοπτική διαπραγμάτευσης). Ο ομολογημένος στόχος είναι η παρενόχληση τριών εκατομμυρίων Παλαιστινίων και η περιθωριοποίηση, ακόμη και η εξόντωση, του προέδρου τους.

« Στη θέση του, θα έχουμε την Χαμάς, την ισλαμική Τζιχάντ και τη Χεζμπολάχ (5) », είχε προειδοποιήσει ο Πέρες. « Προτιμώ μια Χαμάς χωρίς κάλυμμα παρά μια καλυμμένη Παλαιστινιακή Αρχή (6) », απάντησε ο Ούζι Λαντάου, υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας. Τα στοιχήματα αρχίζουν : ποιος θα διαδεχθεί τον « Γέρο », η « παλιά φρουρά », η « νέα φρουρά » ή ο επικεφαλής μιας υπηρεσίας ασφαλείας ;

Δεν έχει σημασία, στην πραγματικότητα, γιατί ο στρατηγός Σαρόν θέλει απλώς να μην έχει αναγνωρισμένο συνομιλητή, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ώστε να μην είναι πια υποχρεωμένος να διαπραγματεύεται. Είτε ανακαταλαμβάνει τα εδάφη είτε αφήνει τους συνεργάτες « νομάρχες » να διαχειρίζονται το 40% από αυτά, δεν αλλάζει σε τίποτα.

Ο ίδιος ο Λαντάου δεν λέει τίποτε άλλο : « Για τα σχέδια ειρήνης θα δούμε αργότερα (...) Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι δεν θα δεχθούμε ποτέ την ύπαρξη ενός παλαιστινιακού κράτους. Θα ήταν μια καταστροφή (7) ».

Και αν η καταστροφή ήταν ακριβώς το αντίθετο... Γιατί η σύγκρουση πήρε, με τη δεύτερη Ιντιφάντα και την ωμή καταστολή της, μια στροφή άγνωστη από το 1948 : « Εχουμε την αίσθηση », παρατηρούσε ο ιστορικός Τομ Σεγκέβ, « ότι ξαναγυρνάμε στην εποχή της βρετανικής εντολής, η οποία προηγήθηκε από τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, όταν οι δυο κοινότητες συγκρούονταν με τα όπλα (8) ».

Δεκαπέντε μήνες τρόμου

Ποτέ από τότε, εδώ και μισό αιώνα, δεν είχαν υπάρξει τόσες πολλές πράξεις βαρβαρότητας : δολοφονίες παιδιών Παλαιστινίων, αντιαραβικά πογκρόμ, λιντσάρισμα δύο ισραηλινών στρατιωτών, εμπρησμοί τζαμιών, καταστροφή του τάφου του Ιωσήφ, βομβαρδισμοί από αεροπλάνα F16 και ελικόπτερα, βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας... Λες και ο αγώνας μεταμορφώνεται από πολιτική μάχη ενός κατεχόμενου λαού για την ελευθερία του, σε εθνικοθρησκευτική πάλη μέχρι θανάτου...

Αυτοί οι δεκαπέντε μήνες τρόμου προοιωνίζονται αυτό που κινδυνεύει να γίνει η μάχη της Παλαιστίνης : ένας εμφύλιος πόλεμος, άλλοτε ύπουλος, άλλοτε γενικευμένος, ανάμεσα σε δύο πληθυσμούς που ζουν μαζί, συμπεριλαμβανομένων των Αράβων του Ισραήλ. Γιατί η αλληλεγγύη των Αράβων του Ισραήλ με τους αδελφούς τους της άλλη όχθης της « πράσινης γραμμής », που πνίγηκε στο αίμα τον Οκτώβριο του 2000, μπορεί να εκφραστεί πιο βίαια στο μέλλον, ανοίγοντας έτσι ένα δεύτερο μέτωπο για το Ισραήλ. Στην καρδιά μιας τέτοιας σύγκρουσης, σε τι χρησιμεύουν, άραγε, οι ατομικές βόμβες, οι πύραυλοι και τα άρματα ; Το κλειδί της νίκης ονομάζεται μάλλον δημογραφία.

Το σιωνιστικό κίνημα το γνωρίζει καλά, γιατί, από τις απαρχές του, δεν έπαψε να συνδυάζει τον αγώνα για τη γη με τον αγώνα για τη μετανάστευση, με στόχο να συγκροτήσει μια εβραϊκή πλειοψηφία.

Ομως, μολονότι στο « Μεγάλο Ισραήλ », που είναι τόσο αγαπητό στον ηγέτη του Λικούντ, καταγράφονται σήμερα 5,1 εκατομμύρια Εβραίοι και 4,1 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι, οι τελευταίοι θα γίνουν εκεί πλειοψηφία το 2010, και το 2020 οι Παλαιστίνιοι θα είναι 8,1 εκατομμύρια έναντι 6,7 εκατομμυρίων Εβραίων (9).

Το Ισραήλ δεν διαθέτει παρά μόνο δύο όπλα με τα οποία μπορεί να εξορκίσει αυτή την απειλή : μια μαζική εβραϊκή μετανάστευση ή/και μια όχι λιγότερη μαζική εκδίωξη των Παλαιστινίων. Το πρώτο δεν φαίνεται καθόλου αξιόπιστο, εκτός εάν ξεσπάσουν στη Δύση σοβαρές αντισημιτικές βιαιότητες.

Αντίφαση

Το δεύτερο, που βαφτίστηκε « μεταφορά », και το οποίο ονειρεύεται ένα τμήμα της ισραηλινής δεξιάς, δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να οργανωθεί « εν ψυχρώ ». Προϋποθέτει μια κατάσταση παροξυσμού, μια περιφερειακή ανάφλεξη : ποια αραβική χώρα θα είχε την τρέλα να την εξαπολύσει ;

Αν λοιπόν δεν γεννηθεί, δίπλα του, ένα ανεξάρτητο και βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος, το Ισραήλ που προσδιορίζεται ως « εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος » θα αντιμετωπίσει μια τεράστια αντίφαση : είτε θα διαλέξει τη δημοκρατία, δηλαδή θα παραχωρήσει το δικαίωμα της ψήφου σε όλους τους κατοίκους και σε αυτή την περίπτωση δεν θα είναι πια ένα εβραϊκό κράτος, είτε θα συνεχίσει να διατηρεί τον εβραϊκό χαρακτήρα του και σε αυτή την περίπτωση δεν θα μπορεί να είναι δημοκρατικό.

Και η διατήρηση ενός πραγματικού απαρτχάιντ ενάντια σε μια αραβική πλειοψηφία, η οποία γίνεται ολοένα και πιο μεγάλη, θα προκαλέσει εξεγέρσεις και μια καταπίεση για την οποία δεν έχουμε, αυτή τη στιγμή, παρά μια πρόγευση. Αυτό το σενάριο, όπως εκτιμούμε, μπορεί να καταλήξει στην εξαφάνιση του κράτους του Ισραήλ.

Αριστος τακτικιστής σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, ο στρατηγός Σαρόν έχει, άραγε, μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για να γλιτώσει από αυτό το ζήτημα ; Αντιθέτως : φέρνει πιο κοντά αυτή την ώρα, πολεμώντας με όλες τις δυνάμεις του τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους το οποίο θα συνέβαλλε ακριβώς στη διατήρηση της ύπαρξης του κράτους και του εβραϊκού χαρακτήρα του.

Ακόμη περισσότερο το Ισραήλ, μέσα σε ένα χρόνο, είδε να διακόπτονται οι σχέσεις του, διπλωματικές ή εμπορικές, που είχαν αποκατασταθεί στα χρόνια του Οσλο, με το Μαρόκο, την Τυνησία, το Κατάρ και το Ομάν, χωρίς να ξεχνάμε τις πρώτες επαφές με την Αλγερία και τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα - απομένουν μόνο οι συνθήκες που υπογράφτηκαν με την Αίγυπτο και την Ιορδανία, αλλά οι πρεσβευτές αυτών των χωρών έχουν εγκαταλείψει εδώ και καιρό το Τελ Αβίβ...

Η αυτοκαταστροφική πολιτική του ισραηλινού πρωθυπουργού προκαλεί ήδη σοβαρές συνέπειες για τους συμπολίτες του. Στο ζήτημα της ασφάλειας ; Η αναλογία των ισραηλινών θυμάτων ξεπέρασε το ένα προς πέντε την άνοιξη και έφτασε στο ένα προς δύο κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων του Δεκεμβρίου. Στην οικονομική ανάπτυξη ; Ενώ αυτή βρισκόταν στο 6% στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, έπεσε στο 4,7% το 2000, στο 2,7% στο 2001 και πρόκεται να κατρακυλήσει στο 1,7% το 2002. Στις ξένες επενδύσεις ; Από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2001, το ύψος τους μειώθηκε, σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2000 κατά 70%. Στον τουρισμό ; Πέφτει κατά 65%, προκαλώντας την απώλεια μιας θέσης εργασίας στις τέσσερις στον τομέα αυτό. Στην ανεργία ; Θα φτάσει στο 10% του ενεργού πληθυσμού το 2002 (έναντι 6,7% το 1996). Στη φτώχεια ;

Ο αριθμός των 300.000 οικογενειών που ζούσαν το 1999 κάτω από το επίσημο κατώφλι της φτώχειας, δηλαδή το 18% του πληθυσμού, έχει ξεπεραστεί σε μεγάλο βαθμό...

Πώς θα αντιδράσει όμως η ισραηλινή κοινή γνώμη ; Βέβαια, στο άμεσο χρονικό διάστημα, οι βομβιστικές επιθέσεις, ενισχύοντας το αίσθημα ότι βρίσκεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη του κράτους τους, ωθούν φυσιολογικά μια μεγάλη πλειοψηφία Ισραηλινών να υποστηρίζουν τον πρωθυπουργό τους. Αυτή η στάση, ωστόσο, δεν στερείται από σχιζοφρένεια, γιατί ένας αριθμός από αυτούς που ζητούν αντεκδίκηση εύχονται ταυτόχρονα να επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις (10).

Υπερεθνικισμός

Πέρα από αυτά, πρόκειται για το μέλλον της ίδιας της ισραηλινής κοινωνίας που αμφισβητείται. Τίποτε δεν επιτρέπει να βεβαιώσουμε ότι ο υπερθνικιστικός πυρετός μπορεί να σβήσει την τεράστια προσδοκία για εξομάλυνση ενός πληθυσμού, ο οποίος ονειρεύεται περισσότερο να καταναλώνει σε συνθήκες ειρήνης παρά να κάνει πόλεμο για να σώσει τους έποικους.

Ούτε η αντιπαράθεση με τους Αραβες μπορεί να ξαναγίνει η συνεκτική ύλη ενός « μωσαϊκού » διαδοχικών μεταναστεύσεων, που αναστατώνεται από την παγκοσμιοποίηση, συγκλονίζεται από τις εσωτερικές διενέξεις τους (Εβραίοι και Αραβες, λαϊκοί και θρησκευτικοί, Ασκεναζίμ και Σεφαρντίμ...) και στερείται από ιδανικά. Η ειρήνη στο εσωτερικό και η ειρήνη στο εξωτερικό δεν μπορούν να ξεχωριστούν.

Σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο στην εφημερίδα Χαάρετζ, ο νέος πρωθυπουργός του Ισραήλ είπε αυτή την παράξενη φράση : « Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας του 1948 δεν ολοκληρώθηκε. Οχι. Το 1948 δεν ήταν παρά ένα μόνο κεφάλαιο (11) ». Από τότε καταλάβαμε καλύτερα την έννοια αυτής της φράσης. Ανάμεσα στις φωνές που καταγγέλλουν αυτή την πολεμική τρέλα, η φωνή της Νουρίτ Πελέντ-Ελχανάν, της κόρης του στρατηγού Πελέντ, μιας από τις μεγάλες φυσιογνωμίες του « στρατοπέδου της ειρήνης » που χάθηκαν : είχε τονίσει στην εφημερίδα μας τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε τον Νετανιάχου υπεύθυνο του θανάτου της κόρης της Σμαντάρ, που σκοτώθηκε δεκατριών χρόνων από βομβιστική επίθεση το 1997 (12).

Αυτή τη φορά, αποδεχόμενη στο Ευρωκοινοβούλιο το βραβείο Σαχάροφ, μαζί με τον παλαιστίνιο συγγραφέα Ιζάτ Γασάουι, στράφηκε εναντίον του Σαρόν : « Ο Ντίλαν Τόμας έγραψε ένα ποίημα με τίτλο : "Ο θάνατος δεν έχει κυβέρνηση". Στο Ισραήλ, ο θάνατος έχει κυβέρνηση. Ο θάνατος κυβερνά εδώ και αυτή η κυβέρνηση είναι μια κυβέρνηση θανάτου (13) ».

(1) Στο « Sionismes. Textes fondamentaux », κείμενα που συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν από τον Denis Charbit, Παρίσι, 1998.

(2) Βλέπε « Aux origines de la pensée de Μ. Netanyahou », « Le Monde diplomatique », Νοέμβριος 1996.

(3) Βλέπε Amnon Kapeliouk, « Rabin, un assassinat politique », εκδόσεις Le Monde, Παρίσι, 1996.

(4) « Yediot Aharonot », Τελ Αβίβ, Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2001, αναφέρεται από τη Le Monde, 18 Δεκεμβρίου.

(5) « Yediot Aharonot », 1η Οκτωβρίου 2001.

(6) « Le Monde », 14 Δεκεμβρίου 2001.

(7) Οπ.π.

(8) « L’ humanité », 12 Οκτωβρίου 2000.

(9) Βλέπε Arnon Sofer, Newsweek, Νέα Υόρκη, 12 Αυγούστου 2001. Youssef Courbage, « Enjeux démographiques », « Le Monde diplomatique », Απρίλιος 1999, και Populations & societes, Παρίσι, τ. 362, Νοέμβριος 2000.

(10) Το ποσοστό αυτών που υποστηρίζουν τις διαπραγματεύσεις έπεσε ωστόσο από το 55%, στις 23 Νοεμβρίου, στο 32% στις 3 Δεκεμβρίου (« Maariv », Τελ Αβίβ).

(11) Βλέπε Ari Shavit, « Sharon est Sharon », « Haaretz, Τελ Αβίβ », 12 Απριλίου 2001.

(12) Βλέπε « Le Monde diplomatique », Οκτώβριος 1997.

(13) « Yediot Aharonot », 3 Δεκεμβρίου 2001.

* Αναπληρωτής αρχισυντάκτης.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette