monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2002 > 06. Ιούνιος > Μάχη για τη γη στη Ζιμπάμπουε

Η χρησιμοποίηση ενός δίκαιου αγώνα από το καθεστώς

Μάχη για τη γη στη Ζιμπάμπουε

dimanche 9 juin 2002, par Colette Braeckman


Το γεγονός ότι ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε επανεξελέγη, τον περασμένο Μάρτιο, πρόεδρος της Ζιμπάμπουε με μια αμφισβητούμενη ψηφοφορία δεν εμπόδισε τις σημαντικότερες χώρες της Αφρικής, και ιδιαίτερα τη Νότια Αφρική και τη Νιγηρία, να εκφράσουν την υποστήριξή τους σ’ αυτόν, καθώς θεωρούν υποκριτική την αποδοκιμασία της « διεθνούς κοινότητας ».

Το « έγκλημα » της Χαράρε βρίσκεται αλλού : η αναδιανομή των γαιών, οι οποίες από την εποχή της αποικιοκρατίας μονοπωλούνται από τους λευκούς κτηματίες, αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει κι άλλες χώρες στο νότιο τμήμα της Αφρικής.

Όλες οι κριτικές που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών στη Ζιμπάμπουε, το Μάρτιο του 2002, είναι βάσιμες. Πολύ πριν τη λήξη της θητείας του, ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε και το κόμμα του, το Εθνικό Ενωτικό Πατριωτικό Μέτωπο της Ζιμπάμπουε, είχαν αναθεωρήσει τους εκλογικούς καταλόγους, διαγράφοντας όλους τους « ξένους » που δεν είχαν παραιτηθεί ρητά από τη διπλή υπηκοότητά τους.

Αυτό το μέτρο έπληξε, κυρίως, τους κατοίκους με ευρωπαϊκή καταγωγή, και τους 300.000 περίπου εργάτες γης από το Μαλάουι, τη Μοζαμβίκη και τη Ζάμπια, που διάκειντο εχθρικά προς το καθεστώς από την εποχή που πραγματοποίησε την αναδιανομή των γαιών η οποία έπληξε τους λευκούς κτηματίες, στερώντας τους, με αυτό τον τρόπο, τη δουλειά τους.

Επιπλέον, στην πράξη, απαγορευόταν στα στελέχη της αντιπολίτευσης η πρόσβαση στις περιοχές της υπαίθρου. Ήταν, λοιπόν, αναμενόμενο ότι οι Δυτικοί δεν θα αναγνώριζαν το αποτέλεσμα των εκλογών της 11ης Μαρτίου, στις οποίες ο Μουγκάμπε υπερίσχυσε του Μόργκαν Τσβανγκιράι, ηγέτη του Κινήματος για τη Δημοκρατική Αλλαγή (MDC), με 56,2% έναντι 41% των ψήφων.

Αντίθετα, σαν να επρόκειτο για κάποια άλλη χώρα, οι εκπρόσωποι των ηγετών της Κοινότητας για την Ανάπτυξη της Νότιας Αφρικής (SACD) διαβεβαίωναν ότι, παρά τα λυπηρά επεισόδια, στο σύνολό τους οι εκλογές ήταν « ελεύθερες και δημοκρατικές ». Με επικεφαλής την Πρετόρια, συνηγόρησαν υπέρ της « συμφιλίωσης » και της δημιουργίας κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Αν ο νοτιοαφρικανός πρόεδρος Τάμπο Μ’ μπέκι και ο πρόεδρος της Νιγηρίας Ολουσενγκούν Ομπζάνζο υποχρεώθηκαν να συναινέσουν στην αποβολή της Ζιμπάμπουε από την Κοινοπολιτεία για ένα χρόνο, αυτό οφειλόταν στους Βρετανούς, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως μέσο πίεσης το Nepad, το σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης της Αφρικής που παρουσίασε στους δύο αρχηγούς κράτους ο σενεγαλέζος ομόλογός τους Αμπντουλάγιε Ουέιντ.

Αυτές οι εκλογές, όπως και η διάσκεψη στο Ντάρμπαν, τον Αύγουστο του 2001, αποκάλυψαν ότι βαθαίνει ολοένα περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στους Δυτικούς και τους Αφρικανούς. [1] Οι τελευταίοι, ιδιαίτερα στο νότιο τμήμα της ηπείρου, καταγγέλλουν ότι εφαρμόζεται πολιτική δύο μέτρων.

Πράγματι, όσο αμφισβητούμενες κι αν είναι η πρόσφατες εκλογές στη Ζιμπάμπουε, δεν ήταν χειρότερες από άλλες πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, στη Ζάμπια, στη Μαδαγασκάρη [2] ή στο Κονγκό-Μπραζαβίλ, όπου ανανεώθηκε, χωρίς αντίπαλο, η θητεία του προέδρου Ντενί Σάσου-Νγκουέσο, στις 13 Μαρτίου 2002.

Όσον αφορά δε τις χώρες όπου έδρασαν απελευθερωτικά μέτωπα και οι οποίες διευθύνονται όλες από βετεράνους του απελευθερωτικού πολέμου (τον Σαμ Νουζόμα στη Ναμίμπια, τον Ζοακίμ Σισάνο και το Απελευθερωτικό Μέτωπο FRELIMO στη Μοζαμβίκη και τον Εντουάρντο ντος Σάντος στην Αγκόλα), δεν έχουν ξεχάσει την ανοχή που απολάμβαναν η Ροδεσία του Ιαν Σμιθ μετά την απόσχιση της και, μέχρι το 1990, το καθεστώς του απαρτχάιντ. [3]

Με την ανακήρυξη της Ροδεσίας σε Δημοκρατία της Ζιμπάμπουε, έγινε ο ηγέτης της λευκής αντιπολίτευσης στο Κοινοβούλιο). Επιπλέον, οι γείτονες της Ζιμπάμπουε φοβούνται μια αλυσιδωτή αντίδραση : την επίθεση ενάντια σε όλα τα καθεστώτα που προήλθαν από τους απελευθερωτικούς αγώνες, την εξασθένιση των οικονομιών της περιοχής -η Ζιμπάμπουε αποτελούσε την ατμομηχανή της περιφερειακής οικονομίας- και την ανεξέλεγκτη αμφισβήτηση των αδικιών που διαπράχτηκαν κατά τη διανομή των γαιών. [4]

Πολλοί Αφρικανοί εκτιμούν ότι το πραγματικό « έγκλημα » που καταλογίζεται στον Μουγκάμπε είναι ότι διέταξε την κατάληψη των « εμπορικών αγροκτημάτων », δηλαδή των μεγάλων κτημάτων όπου εφαρμοζόταν εντατική μονοκαλλιέργεια ειδών προς εξαγωγή, τα οποία ανήκουν σε 4.000 λευκούς κτηματίες (η γη που κατέχουν είχε κατακτηθεί πριν ένα αιώνα από τους αποίκους) και την « ιθαγενοποίηση » της οικονομίας, δηλαδή την επιστροφή του ελέγχου της οικονομίας στους ντόπιους.

« Λευκή » αδικία

Το 1980, όταν με την ανεξαρτησία τερματίστηκε ο δεκατετραετής ένοπλος αγώνας ενάντια στο καθεστώς του Ιαν Σμιθ, οι συμφωνίες του Λάνκαστερ Χάουζ επέβαλαν τη δεκαετή αναστολή της ρύθμισης αυτού του ιδιαίτερα σημαντικού ζητήματος.

Είκοσι χρόνια αργότερα, το τοπίο της χώρας εξακολουθεί να αντανακλά αυτή την αδικία : ευθείς δρόμοι με μήκος δεκάδων χιλιομέτρων διασχίζουν τις προσεκτικά περιφραγμένες εκτάσεις στις οποίες οι λευκοί κτηματίες καλλιεργούσαν καπνό (ο οποίος αντιπροσώπευε το 40% των εσόδων από τις εξαγωγές), καλαμπόκι, αλλά επίσης λουλούδια και πάπρικα. Επίσης, για να προσελκύσουν τους ξένους τουρίστες, είχαν δημιουργήσει « προστατευόμενες περιοχές ».

Αυτή ακριβώς η περιοχή των εμπορικών αγροκτημάτων δίνει μια εντύπωση κενού η οποία εντείνεται από το γεγονός ότι πολλά χωράφια έχουν εγκαταλειφθεί. Το 1980, 6.000 λευκοί κτηματίες (4.000 το 2002) κατείχαν 15,5 εκατομμύρια εκτάρια (155 εκατομμύρια στρέμματα) που αποτελούσαν το 45% των ευφορότερων εδαφών.

Οι 700.000 οικογένειες των αφρικανών καλλιεργητών ζουν στην « κοινοτική γη », σε κατατεμαχισμένους και γεμάτους πέτρες μικρούς κλήρους που πλήττονται από τη διάβρωση. Για να ανακαλύψει κανείς αυτές τις περιοχές, στις οποίες είχαν εκτοπιστεί παλαιότερα οι μαύροι όταν εφαρμόστηκε ο φυλετικός διαχωρισμός, θα πρέπει να εγκαταλείψει τους μεγάλους οδικούς άξονες και να ακολουθήσει τους στενούς αμμώδεις χωματόδρομους.

Καθώς οι συμφωνίες του Λάνκαστερ Χάουζ επιβάλλουν την αποζημίωση των κτηματιών όταν απαλλοτριώνεται η γη τους, δέκα χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, η κυβέρνηση της χώρας είχε επανεγκαταστήσει μόνο 71.000 από τις 162.000 οικογένειες. [5] και είχε αναδιανείμει μόνο 3,5 εκατομμύρια εκτάρια γης. Επιθυμώντας να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, οι αρχές πέτυχαν το 1991 την ψήφιση ενός νόμου για την απόκτηση γαιών.

Στο στόχαστρο βρίσκονταν, κυρίως, οι εκτάσεις που ανήκαν σε λευκούς και παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό ακαλλιέργητες επειδή οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν στη εξωτερικό (πολλοί από αυτούς ανήκαν στη βρετανική αριστοκρατία και εκπροσωπούνταν στη Βουλή των Λόρδων), οι ιδιοκτήτες που κατείχαν τα περισσότερα αγροκτήματα και οι εκτάσεις που γειτόνευαν με περιοχές « κοινοτικής γης ».

Όμως, παρά τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στο Λάνκαστερ Χάουζ, τόσο η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ όσο και εκείνη του Ρίγκαν αρνήθηκαν να καταβάλουν την εισφορά τους στο ταμείο αποζημιώσεων, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το καθεστώς προχωρούσε στη διανομή της γης με αδιαφάνεια, μοιράζοντας τους κλήρους στους πολιτικούς φίλους του και όχι στους ικανότερους μαύρους αγρότες.

« Οι έπαινοι »

Το γεγονός ότι, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο πρόεδρος Μουγκάμπε και το κόμμα του έδωσαν έμφαση στην αναδιανομή των γαιών οφείλεται, επίσης, στην προσπάθεια ανακοπής του αυξανόμενου κύματος δυσαρέσκειας που προκαλούσε στον πληθυσμό η πολιτική δομικής αναδιάρθρωσης που υιοθετήθηκε το 1991.

Προηγουμένως, η κυβέρνηση είχε επιχειρήσει μια αξιόλογη κοινωνική πολιτική, κατασκευάζοντας δρόμους στις περιοχές της υπαίθρου, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στην ύδρευση και στην ηλεκτρική ενέργεια, πολλαπλασιάζοντας τα σχολεία και τις κλινικές και επιτυγχάνοντας τη μείωση του αναλφαβητισμού στο 9%.

Εκείνη την εποχή, αυτές οι επιτυχίες και οι καλές σχέσεις με τη λευκή μειονότητα εξασφάλισαν στον Μουγκάμπε τους επαίνους της « διεθνούς κοινότητας » η οποία αποσιώπησε την καταστολή της εξέγερσης του Ματάμπελαντ, που προκάλεσε περισσότερους από 10.000 νεκρούς.

Όμως, για να εφαρμόσει αυτή την προοδευτική πολιτική, η κυβέρνηση είχε αναγκαστεί να δανειστεί από τις χρηματαγορές και, το 1989, το εξωτερικό χρέος της χώρας έφτανε τα 2,6 δισ. δολάρια.

Επιθυμώντας να προσελκύσει νέες επενδύσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης για τους νέους που έμπαιναν στην αγορά εργασίας και αντιμέτωπη με τις πιέσεις των χρηματοδοτών που απαιτούσαν την έγκριση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Ζιμπάμπουε αναγκάστηκε να υιοθετήσει μια πολιτική δομικής αναδιάρθρωσης.

Δεν υπήρξαν ρυθμίσεις για τους μισθούς, οι δημόσιες επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν και το προσωπικό τους απολύθηκε, ο κρατικός προϋπολογισμός συρρικνώθηκε και ο δωρεάν χαρακτήρας της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και της παιδείας καταργήθηκε. Το 1999, το ποσοστό των παιδιών που πηγαίνουν σχολείο είχε μειωθεί κατά 20%, το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είχε αυξηθεί κατά 150% (σε μια χώρα όπου ένας ενήλικας στους τέσσερις είναι φορέας του AIDS), ενώ το άνοιγμα των συνόρων επιτάχυνε την παρακμή του τομέα της βιοτεχνίας και της μικρής βιομηχανίας που βρέθηκαν αντιμέτωπες με το σκληρό ανταγωνισμό των Νοτιοαφρικανών.

Αυτό σήμανε το τέλος της σχετικής αυτάρκειας της Ζιμπάμπουε. Ωστόσο, οι αναμενόμενες επενδύσεις δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ και ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας, ο οποίος είχε φτάσει το 5% τη δεκαετία του ’80, μειώθηκε στο 1%. Τη στιγμή που 300.000 νέοι έμπαιναν κάθε χρόνο στην αγορά εργασίας, δεκάδες χιλιάδες πτυχιούχων έπαιρναν το δρόμο για τη Νότια Αφρική και το Ηνωμένο Βασίλειο ή πύκνωναν τις τάξεις των δυσαρεστημένων, των οποίων οι διεκδικήσεις εκφράζονταν από τα συνδικάτα που διηύθυνε, εκείνη την εποχή, ο Μόργκαν Τσβανγκιράι.

Το Δεκέμβριο του 1997, η Ζιμπάμπουε γνώρισε τις πρώτες εξεγέρσεις πείνας, τη στιγμή που οι βετεράνοι του απελευθερωτικού αγώνα οι οποίοι αισθάνονταν αδικημένοι πέτυχαν να δοθεί στον καθένα τους ένα επίδομα 50.000 δολαρίων Ζιμπάμπουε (περίπου 1.000 ευρώ), χωρίς να έχει προβλεφθεί στον προϋπολογισμό. Αυτή η εξέλιξη ενέτεινε τη νομισματική κρίση και αποκάλυψε την αυξανόμενη πτώση της δημοτικότητας του καθεστώτος.

Τότε, η κυβέρνηση προσπάθησε και πάλι να αντιμετωπίσει το ζήτημα των γαιών. Το Νοέμβριο του 1997, ορίστηκε μια πρώτη ομάδα 9.400 οικογενειών στην οποία θα διετίθεντο οι απαλλοτριωμένες γαίες.

Η στρατιωτική επέμβαση στην Δημοκρατία του Κονγκό (RDC) αποτέλεσε άλλη μια φυγή προς τα εμπρός. Η Χαράρε ενδιαφερόταν να προστατεύσει την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας του Κονγκό και έλπιζε, επίσης, ότι αυτή η χώρα θα μπορούσε να αποτελέσει, μακροπρόθεσμα, ένα χώρο οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα σε χώρες του Νότου και μια αγορά στην οποία θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί η εξορυκτική βιομηχανία της Ζιμπάμπουε που διαθέτει την απαραίτητη τεχνογνωσία.

Η αποστολή της στρατιωτικής δύναμης των περίπου 11.000 ανδρών χρηματοδοτήθηκε από ενώσεις επιχειρήσεων της βιομηχανίας των διαμαντιών και της ξυλείας. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι αυτοί οι στρατιώτες εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των επιχειρηματιών και όχι την οικονομία της χώρας. [6]

Τη στιγμή που η Ρουάντα και η Ουγκάντα απολάμβαναν μια ορισμένη ανοχή, η διάσκεψη των κυριότερων δωρητών αρνήθηκε, το Σεπτέμβριο του 1998, στη Ζιμπάμπουε τις πιστώσεις που ήταν αναγκαίες για την αγροτική μεταρρύθμιση : από τα 357 εκατομμύρια δολάρια που ζητούσε, έλαβε μόλις ένα εκατομμύριο.

Από το 1999, η Ζιμπάμπουε, η οποία κάποτε παρουσιαζόταν ως παράδειγμα, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές της από το εξωτερικό. Καθώς η χώρα στερείται οποιασδήποτε πίστωσης από το εξωτερικό, αντιμετωπίζει έλλειψη συναλλάγματος και πληθωρισμό που ξεπερνάει το 100%. Ο ανεφοδιασμός της με καύσιμα αποκαταστάθηκε μόλις πρόσφατα, χάρη στη βοήθεια της Λιβύης (με αντάλλαγμα τη συμμετοχή της τελευταίας σε τοπικές εταιρείες και στην αγορά γης).

Η αποτυχία του συνταγματικού δημοψηφίσματος, τον Φεβρουάριο του 2000, και η επιτυχία του MCD στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2000 (57 έδρες έναντι 62 του ZANU-PF) επιβεβαιώνουν την επιθυμία για αλλαγή. Το καθεστώς αντέδρασε, και πάλι, εφαρμόζοντας μια « ταχύτατη αγροτική μεταρρύθμιση » η οποία προβλέπει τη σχεδόν πλήρη διανομή της γης των εμπορικών αγροκτημάτων, δηλαδή τη διανομή 8,3 εκατομμυρίων εκταρίων, σε σύνολο 11 εκατομμυρίων. Ωστόσο, οι δικαιούχοι δεν είναι οι ακτήμονες αγρότες αλλά οι βετεράνοι του απελευθερωτικού πολέμου, ή εκείνοι που θεωρούνται βετεράνοι, οι οποίοι φαίνεται ότι αποτελούν ομάδες κρούσης που κατευθύνονται από το κόμμα ή από τους οργανωμένους οπαδούς του καθεστώτος. Αρκετοί λευκοί κτηματίες έπεσαν θύματα βίαιων επιθέσεων.

Επιπλέον, ελλείψει μέσων, οι αγρότες που εγκαταστάθηκαν πρόσφατα στην πλούσια γη των εμπορικών αγροκτημάτων αρκούνται στη γεωργία που έχει στόχο την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους σε τρόφιμα, ενώ ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται οι εκτάσεις που αφήνονται ακαλλιέργητες.

Η αναδιανομή

Παρά τις ιδιαίτερα αμφισβητούμενες μεθόδους της και την πολιτική, κυρίως, σκοπιμότητά της, η αναδιανομή των γαιών παραμένει ένα πλεονέκτημα για το καθεστώς, ενώ το MCD, αιχμάλωτο της υποστήριξης που του παρέχουν οι λευκοί κτηματίες, δεν ξεκαθάρισε τη θέση του για αυτό το ζήτημα.

Η προεκλογική εκστρατεία του 2002 αποκάλυψε την αμφιλεγόμενη στάση του κινήματος της αντιπολίτευσης και τον ετερόκλιτο, αν όχι ύποπτο, χαρακτήρα των συμμαχιών του : από το Λονδίνο, το ίδρυμα Ουεστμίνστερ το ενισχύει οικονομικά, ενώ υποστηρίζεται και από τη νοτιοαφρικανική δεξιά του Άντονι Λεόν και το νεφέλωμα των μη κυβερνητικών οργανώσεων της Ζιμπάμπουε. Πολλές από αυτές τις οργανώσεις δημιουργήθηκαν πρόσφατα, χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιμένουν -δικαίως, αλλά με αρκετά μονόπλευρο τρόπο- να καταγγέλλουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττει το καθεστώς.

Οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής κινδυνεύουν να παρασυρθούν από την οικονομική κατάρρευση της Ζιμπάμπουε, όπου έκανε ήδη την εμφάνισή του ο λιμός ο οποίος απειλεί 550.00 άτομα. Επιπλέον, φοβούνται την εξάπλωση της αγροτικής μεταρρύθμισης : παρά το γεγονός ότι φαίνεται πως θα υπάρξει αναδιαπραγμάτευση αυτού του εγχειρήματος -το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNDP) έχει προτείνει τις υπηρεσίες του ως μεσολαβητής-, η αρχή ότι θα πρέπει να υπάρξει αναδιανομή των γαιών φαίνεται ότι αποτελεί μια μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Δημιουργεί όνειρα στη Ναμίμπια, στην οποία 4.000 λευκοί εξακολουθούν να κυριαρχούν στον εμπορικό τομέα της γεωργίας, και κυρίως στη Νότια Αφρική, όπου τα δύο τρίτα των καλύτερων γαιών εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια 60.000 λευκών, χωρίς να αλλάζει τίποτε για τα 14 εκατομμύρια των μαύρων μικροκαλλιεργητών...

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε Christian de Brie, « L’avenir du passe », « Le Monde diplomatique », Οκτώβριος 2001.

[2] Jean-Aime Rakotoarisoa, « Les racines culturelles de la crise malgache », « Le Monde diplomatique », Μάρτιος 2002.

[3] ΣτΜ : το 1964, ο Σμιθ ανακήρυξε πραξικοπηματικά την ανεξαρτησία της μέχρι τότε βρετανικής αποικίας, για να εξασφαλίσει τη διατήρηση του καθεστώτος φυλετικού διαχωρισμού.

[4] Βλέπε Christophe Champin, « Combat douteux au Zimbabwe », « Le Monde diplomatique », Μάιος 2000.

[5] Σημ. : οι αριθμοί δεν έχουν σχέση με τις 700.000 οικογένειες που αναφέρονται παραπάνω

[6] Βλέπε τις δύο αναφορές της ομάδας εμπειρογνωμόνων, σχετικά με την παράνομη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και του υπόλοιπου πλούτου της Δημοκρατίας του Κονγκό, οι οποίες παραδόθηκαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 12 Απριλίου και στις 10 Νοεμβρίου 2001.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette