monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 03. Μάρτιος > Συμβιβασμός εις βάρος της δημοκρατίας

Η Τουρκία ανάμεσα σε στρατό και ισλαμιστές

Συμβιβασμός εις βάρος της δημοκρατίας

Το πλήρες κείμενο του ρεπορτάζ με εισαγωγή ειδικά για τη χώρα μας από το συγγραφέα

dimanche 30 mars 2008, par Niels Kadritzke

Στην Τουρκία, η κυβέρνηση του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (AKP), η οποία επεδίωκε να αλλάξει το Σύνταγμα ώστε να επιτρέπεται στις φοιτήτριες να φορούν την παραδοσιακή μαντίλα στα δημόσια πανεπιστήμια, φαίνεται ότι τώρα υπαναχωρεί, προκειμένου να μην προκαλέσει τη μήνιν του κεμαλικού στρατοπέδου και ιδιαίτερα των στρατιωτικών. Παραμένει, όμως, πιστή στην αρχική της πρόθεση να καταργήσει την ισχύουσα διάταξη, και είναι πλέον αποφασισμένη να άρει την απαγόρευση χωριστά, με τη συναίνεση, μάλιστα, και των εθνικιστών του ΜΗΡ. Πάντως, οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της μαντίλας στην Άγκυρα, δείχνουν ότι το στρατόπεδο των κεμαλιστών δεν θα αποδεχθεί εύκολα τις εξελίξεις.

29η Οκτωβρίου, ημέρα της εθνικής επετείου. Όλα μοιάζουν να πηγαίνουν προς το καλύτερο στην Τουρκία. Όρθιοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιούλ, και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Γιασάρ Μπουγιούκανιτ, επιθεωρούν τα αγήματα που παρελαύνουν. Το Κόμμα Εργαζομένων του Κουρδιστάν (PKK) και η κρίση στα Τούρκο-ιρακινά σύνορα έβαλαν « στην ίδια βάρκα » τους δύο αρχηγούς της εκτελεστικής εξουσίας, τον πολιτικό και τον στρατιωτικό. Αλλά ο ανταγωνισμός τους μόνο προσωρινά μπήκε στην άκρη. Μια φωτογραφία, η οποία, έναν μήνα νωρίτερα, δέσποζε στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων, εκφράζει του λόγου το αληθές κατά θαυμάσιο τρόπο : δείχνει την υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον πρόεδρο Γκιούλ, όταν επέστρεφε από το πρώτο επίσημο ταξίδι του στο εξωτερικό συνοδευόμενος από τη σύζυγό του. Στην επιτροπή της υποδοχής, στο αεροδρόμιο, ένας στρατηγός γυρνά την πλάτη του στους πολιτικούς. Η κυρία Γκιούλ φορά μαντίλα - το αντικείμενο της διένεξης. Για να μην « προκαλεί », μένει συχνά στο περιθώριο των επίσημων τελετών στις οποίες συμμετέχει ο σύζυγός της.

Η σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του οποίου το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ) δεν αρνείται τις μουσουλμανικές ρίζες του, και στον στρατό, ο οποίος θέλει να είναι η αιχμή του δόρατος του κεμαλικού στρατοπέδου, αποφασιστικά λαϊκού, γνώρισε σειρά διακυμάνσεων από το φθινόπωρο του 2007. Η εκλογική νίκη του ΑΚΡ και η εκλογή στην προεδρία του πρώην υπουργού Εξωτερικών του Ερντογάν, την οποία οι κεμαλιστές ήθελαν να αποφύγουν με κάθε τίμημα, άλλαξαν τον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης ελέγχει για πρώτη φορά τους δύο κλάδους της εκτελεστικής εξουσίας, και συνεπώς την προεδρία, η οποία θεωρείται θεσμός υπεράσπισης της κληρονομιάς του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ο κεμαλιστής προκάτοχος του Γκιούλ, δηλαδή ο Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ, ένας σχολαστικός νομικός, είχε προβάλει το βέτο του σε αριθμό νομοσχεδίων και διορισμών της κυβέρνησης. Δεν προκαλεί, λοιπόν, καθόλου έκπληξη το γεγονός ότι οι στρατιωτικοί ήθελαν να εμποδίσουν τον Γκιούλ να τον διαδεχθεί.

Στις 27 Απριλίου, λίγο πριν από την ψηφοφορία στη Βουλή, το Γενικό Επιτελείο δημοσίευσε ανακοίνωση στο διαδίκτυο διακηρύσσοντας ότι, « αλάθητοι εγγυητές της λαϊκότητας », οι ένοπλες δυνάμεις είναι αποφασισμένες « να προστατεύσουν τις ακατανίκητες αξίες της Δημοκρατίας ». Η « ηλεκτρονική στρατιωτική παρέμβαση » πέτυχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα : το Συνταγματικό δικαστήριο ακύρωσε την εκλογή του Γκιούλ με μία απόφαση στην οποία οι περισσότεροι από τους νομικούς είδαν απλή υποταγή σε διαταγές. [1]

Αλλά το φράγμα πυρός του Γενικού Επιτελείου ήταν μια « τρύπα στο νερό » : ο Ερντογάν αντέδρασε προκηρύσσοντας για τις 22 Ιουλίου πρόωρες βουλευτικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε άνετα. Με το 46,6% των ψήφων, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης αύξησε κατά 12,2% την επίδοση που είχε πετύχει το 2002. Μετά την επιτυχία του, επανέφερε τον υποψήφιό του : ο Γκιούλ ανέλαβε πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 28 Αυγούστου, στον τρίτο γύρο της ψηφοφορίας.

Ωστόσο, το Γενικό Επιτελείο μποϋκοτάρισε την τελετή εγκατάστασης του νέου προέδρου. Χρειάστηκε η επιδείνωση της κουρδικής κρίσης για να αλλάξει η κατάσταση. Με τις επιδρομές του μέσω των συνόρων, το ΡΚΚ πρόσφερε στους στρατιωτικούς την ευκαιρία να πιέσουν την κυβέρνηση και το ΑΚΡ. Το έντονο λαϊκό αίσθημα δεν άφησε καμία ελευθερία στον Ερντογάν να αντιταχθεί στα σχέδια κινητοποίησης του στρατού και του αρχηγού του, Μπουγιούκανιτ. Για να εμποδίσει το Γενικό Επιτελείο να δράσει μόνο του, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης πέρασε από τη Βουλή νόμο που επιτρέπει στους στρατιωτικούς να διεξάγουν επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα του Ιράκ. Το ερώτημα-κλειδί, ποιός έχει την εξουσία να παίρνει αποφάσεις σε περιόδους κρίσης - η κυβέρνηση ελέγχει ή όχι την ηγεσία του στρατού ; - δεν απαντήθηκε, λοιπόν, ποτέ.

Η ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα σε πολιτικούς και στρατιωτικούς άλλαξε σαφώς από το καλοκαίρι του 2007. Αλλά αναλυτές και πολιτικοί σχολιαστές διαφωνούν για τον βαθμό στον οποίο το διαδικτυακό μνημόνιο του Γενικού Επιτελείου της 27ης Απριλίου επιτάχυνε τη νίκη του ΑΚΡ. Ο ιστορικός Αϊχάν Ακτάρ εκτιμά ότι είναι οι « απογοητευμένες ψήφοι » που καθόρισαν την απόφαση : « Στην Ανατολία, οι άνθρωποι ένιωσαν ως ύβρη τις απειλές ενάντια στον Γκιούλ, ο οποίος κατάγεται από το Καϊζερί ».

Ο πιο γνωστός από τους εκλογικούς αναλυτές, ο Ταρχάν Ερντέμ, έχει διαφορετική γνώμη. Σε όλες τις έρευνες που πραγματοποίησε το δικό του ινστιτούτο σφυγμομετρήσεων, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης συγκέντρωνε, μετά τον Φεβρουάριο του 2007, το 45%-50%. Μολονότι η 27η Απριλίου προκάλεσε άνοδο της συμπάθειας προς όφελός του, αποδίδει, ωστόσο, την εκλογική νίκη του, στις 22 Ιουλίου, κυρίως στην καλή οικονομική κατάσταση της Τουρκίας.

Ψήφος με οικονομικά κριτήρια

Ο οικονομικός παράγοντας ήταν επίσης καθοριστικός στο ανατολικό τμήμα της χώρας, εκτιμά ο Μετίν Μουνίρ, οικονομικός αρθρογράφος της εφημερίδας « Μιλιέτ », ο οποίος παρακολούθησε την εκλογική εκστρατεία στο Γκαζίαντεπ. Η πόλη, με πληθυσμό ένα εκατομμύριο, βρίσκεται κοντά στα συριακά σύνορα και γνώρισε μια άνθηση την οποία οι κάτοικοί της αποδίδουν στην κυβέρνηση. Αλλά το ΑΚΡ σημείωσε επίσης σημαντική πρόοδο στο υπανάπτυκτο τμήμα της Ανατολίας : ο Μουνίρ περιγράφει ότι, για πρώτη φορά, οι κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής πήραν σχολικά βιβλία για τα παιδιά τους και επωφελούνται από δωρεάν ιατρική περίθαλψη. [2] Όλα αυτά κατέστησαν το ΑΚΡ πρώτο κόμμα στις κουρδικές περιοχές. Ο Μουνίρ πιστεύει, όμως, ότι ο στρατός συνέβαλε εξίσου στη νίκη του Ερντογάν : οι απειλές του, στις 27 Απριλίου, υπήρξαν επιζήμιες για το κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το οποίο παρουσιάστηκε λίγο υπερβολικά ως ο « πολιτικός βραχίονας του στρατού ».

Για τον Ερντέμ, τα αποτελέσματα δείχνουν μια σημαντική μετατόπιση προς τα μεσαία και ανώτερα στρώματα, των οποίων το ΑΚΡ απορρόφησε πλήρως το συντηρητικό δυναμικό. Εάν καταφέρει να διατηρήσει αυτό το εκτροφείο ψήφων, θα παραμείνει για καιρό στην εξουσία, προβλέπει ο ίδιος. Αυτή είναι και η άποψη του Μουνίρ, ο οποίος προτείνει μια άλλη εκδοχή : « Μόνο αν το ΑΚΡ δράσει έξυπνα ». Η εκλογική νίκη του το εγγράφει οριστικά ανάμεσα στα αστικά κόμματα, με αυτόματη συνέπεια μια εξασθένιση των δεσμών του με το θρησκευόμενο εκλογικό σώμα. Για τον Μουνίρ, ο πρωθυπουργός θα είναι τρελός αν φοβίσει τη νέα εκλογική βάση του με πρωτοβουλίες « ισλαμικής » απόχρωσης.

Αλλά ο ηγέτης του ΑΚΡ θα συμπεριφερθεί, άραγε, με ορθολογικό τρόπο ; Μήπως, τελικά, ακολουθήσει μια « κρυφή ημερήσια διάταξη », όπως ισχυρίζονται οι αντίπαλοί του ; Οι ορθόδοξοι κεμαλιστές διαδίδουν τη φήμη ότι ο απώτερος στόχος των Ερντογάν και Γκιούλ είναι να εγκαταστήσουν ένα σύστημα παρόμοιο με το ιρανικό. Αυτή η δυσπιστία εξηγεί γιατί το « ζήτημα της μαντίλας » κυριαρχεί στην πολιτική συζήτηση, από τον καιρό που η κυβέρνηση ανακοίνωσε το σχέδιο του νέου Συντάγματος. Δεν πρόκειται τόσο για την κόμμωση της συζύγου του προέδρου ούτε για την ιερή αρχή του κεμαλικού κράτους, τη λαϊκότητα. Η καρδιά του ζητήματος είναι η εξουσία του κεμαλικού συγκροτήματος. Ένα συγκρότημα το οποίο δεν περιλαμβάνει μόνο τον στρατιωτικό μηχανισμό με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά αγκαλιάζει όλο το σύμπλεγμα το επονομαζόμενο « βαθύ κράτος » (ντερίν ντεβλέτ), καθώς επίσης και τις μυστικές υπηρεσίες και τον αστυνομικό μηχανισμό, αλλά και τα προπύργια του κεμαλισμού στη δικαιοσύνη, το πανεπιστήμιο και τη γραφειοκρατία.

Το πολυσύνθετο αυτό « μπλοκ εξουσίας » εκπροσωπεί τα συμφέροντα μιας ελίτ η οποία κυριαρχεί εδώ και καιρό στη χώρα. Ο Ακτάρ μιλά για « λευκούς Τούρκους » οι οποίοι νιώθουν να απειλούνται από τους « μαύρους της Ανατολίας », τους οποίους πάντοτε μεταχειρίζονταν σαν τους « φτωχούς συγγενείς στο σπίτι των πλουσίων ». Η κεμαλική ελίτ, λέει χαριτολογώντας, δεν θα δεχθεί τον Ερντογάν παρά μόνο όταν αυτός « ξυρίσει το μουστάκι του, στείλει τη γυναίκα του στο διάβολο και φωτογραφηθεί αγκαλιά με ένα μανεκέν ». Αλλά, πίσω από τις διαφωνίες που αναφέρονται στον πολιτισμό ή την κοινωνία, ο ιστορικός ανιχνεύει καθαρές συγκρούσεις συμφερόντων : η παλιά αστική τάξη βλέπει τα προνόμιά της να απειλούνται από την άνοδο του ΑΚΡ και της « νέας » αστικής τάξης της Ανατολίας.

Γι’ αυτό οι κεμαλιστές, στρατιωτικοί όπως και πολιτικοί, θεωρούν τη συνταγματική μεταρρύθμιση μια πραγματική δοκιμασία. Ακόμη περισσότερο που οι ισλαμιστές ανακοίνωσαν ότι θέλουν να άρουν την απαγόρευση του τουρμπάν [3] στα κρατικά πανεπιστήμια. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο αρχηγός του στρατού ξηράς, στρατηγός Ιλκέρ Μπασμπούγ, εφιστούσε την προσοχή απέναντι στην « αναρχία ιδεών » και προειδοποιούσε : « Η λαϊκότητα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλων των αρχών και όλων των αξιών της Τουρκίας και δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οποιασδήποτε συζήτησης ». [4]

Τι είναι λαϊκότητα

Εύλογα τίθεται το ερώτημα : τι περιθώριο ελιγμών διαθέτει ο στρατός ; Οι περισσότεροι από τους παρατηρητές είναι αμήχανοι. Από τη μία πλευρά, εκτιμούν ότι κάποιος απ’ έξω δεν μπορεί να γνωρίζει τα κρυφά σχέδια του Γενικού Επιτελείου και ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν θα εγκαταλείψουν την εξουσία χωρίς να πολεμήσουν. Από την άλλη, πολλοί κρίνουν ότι η « παρέμβαση του λαού », δηλαδή η ψήφος του, μπορεί να έχει μειώσει σημαντικά τη δύναμη των στρατιωτικών, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, δεν θέλησαν ποτέ να ασκήσουν άμεσα την εξουσία. Αντιλαμβάνονται πολύ καλά τον ρόλο τους ως θεσμού κηδεμονίας ο οποίος παρεμβαίνει μόνο όταν ο ανώριμος λαός δεν δρα σύμφωνα με τις απόψεις τους.

Ο Ακτάρ, οπαδός του μπάσκετ, εκτιμά ότι « το Γενικό Επιτελείο υποχρεώθηκε να αρκεστεί σε μια άμυνα ζώνης », μια τακτική επιλογή με την οποία υποτίθεται θα ωθήσει τον αντίπαλο στο λάθος, σε μια ανοιχτή επίθεση ενάντια στον κοσμικό χαρακτήρα (λαϊκλίκ). Και, παρότι ο Ερντογάν και ο Γκιούλ διακηρύσσουν καθημερινά την προσήλωσή τους στη λαϊκότητα, οι στρατιωτικοί δηλώνουν ότι και μόνον η άρση της απαγόρευσης της μαντίλας αποτελεί επίθεση ενάντια στις ιδρυτικές αξίες του κεμαλικού κράτους.

Όμως, στην Τουρκία, η απαγόρευση της μαντίλας στα πανεπιστήμια δεν είναι ούτε νόμιμη, ούτε συνταγματική. Η καθοριστική καμπή χρονολογείται από ένα απλό διάταγμα του 1989 του Συνταγματικού δικαστηρίου, το οποίο καθιστούσε τη λαϊκότητα ως « την υπέρτατη αρχή της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής ». Αφού, λοιπόν, η αρχή είναι από τότε ανώτερη από όλες τις άλλες, κανείς δεν μπορεί « να επικαλείται οποιαδήποτε ελευθερία εάν αυτή δεν είναι συμβατή με την αρχή της λαϊκότητας ».

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι εξίσου σημαντικό : αυτό που οι κεμαλιστές εννοούν ως λαϊκότητα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούμε στη Γαλλία, τη Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Η έννοια λαϊκλίκ δεν ισοδυναμεί με τον διαχωρισμό των Εκκλησιών από το κράτος, αλλά με τον έλεγχο της θρησκείας από το κράτος. Είναι ο λόγος ύπαρξης της προεδρίας των θρησκευτικών υποθέσεων (Ντιγιανέτ Ισλερί Μπασκανλιγκί, DIB) - της διεύθυνσης που οργανώνει και επιβλέπει το χαναφιτικό σουνιτικό Ισλάμ. Η προεδρία υποτίθεται ότι προασπίζεται το ιδανικό ενός ομοιογενούς έθνους, με την έννοια της « Τούρκο-ισλαμικής σύνθεσης » που έγινε κρατική ιδεολογία μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, και διαδίδεται μέχρι σήμερα σε όλα τα σχολικά εγχειρίδια. Με αυτό το πνεύμα η DIB ορίζει τους ιμάμηδες και παρέχει στα δημόσια σχολεία τα υποχρεωτικά θρησκευτικά μαθήματα.

Ο πολιτειολόγος Σαχίν Αλπάι περιγράφει την DIB ως το κρατικό εργαλείο για την πολιτική που αναφέρεται στη σουνιτική ταυτότητα. Καθώς η συγκεκριμένη διεύθυνση χρηματοδοτείται από τους φόρους, όλοι οι μη σουνίτες Τούρκοι, περιλαμβανομένων των εβραίων ή χριστιανών πολιτών, πληρώνουν για να υφίστανται διακρίσεις : θεωρούνται ένα είδος « ξένων » και αποκλείονται από τη δημόσια διοίκηση. Ακόμα και οι αλεβίδες, η κυριότερη μουσουλμανική μειονότητα, δεν αναγνωρίζονται ως αυτόνομη θρησκευτική ομάδα.

Ο χωρισμός των Εκκλησιών από το κράτος είναι, λοιπόν, μία αρχή τόσο ξένη στο κεμαλικό κράτος όσο και η ισότητα του δικαίου ανάμεσα στις θρησκείες. Η λαϊκότητα δεν είναι παρά μία απάτη και δεν χρησιμεύει παρά για να προστατεύει μια άλλη πίστη : σχεδόν σε όλες τις αίθουσες των ίδιων πανεπιστημίων είναι κρεμασμένα τα ευλαβικά πορτρέτα του Ατατούρκ. Στη λαϊκή Τουρκία, η « κεμαλική θρησκεία » είναι πανταχού παρούσα. Μια προτομή του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας βρίσκεται σε κάθε χωριό, η φυσιογνωμία του κοσμεί κάθε χαρτονόμισμα. Στο σχολείο, η ζωή του Ατατούρκ διδάσκεται όπως η ζωή ενός αγίου. Οποιος αμφισβητήσει τον θρύλο κινδυνεύει με την παραπομπή του για βλασφημία, με βάση το άρθρο 301 του τουρκικού ποινικού κώδικα. [5] Και βέβαια, ο « άγιος του κράτους » έχει τον δικό του τόπο προσκυνήματος : το μαυσωλείο του Ατατούρκ στην πρωτεύουσα, την Άγκυρα.

Στο Σύνταγμα, η πρώτη φράση του προοιμίου αναφέρεται στον « αθάνατο αρχηγό και ασύγκριτο ήρωα » Ατατούρκ, του οποίου οι ιδέες είναι εξίσου ουσιαστικές για το κράτος και το έθνος όσο και οι « μεταρρυθμίσεις και οι αρχές του ». Ένας τρόπος για να παγώνει η ιστορία ώστε να καθίσταται συνταγματική αρχή...

Κανένας ιστορικός δεν θα αρνηθεί τα χαρίσματα του Ατατούρκ, όταν, στα ερείπια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην ελληνική εισβολή, δημιούργησε, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, κατ’ αρχήν τον απελευθερωτικό στρατό, στη συνέχεια το κράτος, και, στο τέλος, τις βάσεις ενός νέου έθνους. Αλλά οι μέθοδοί του φέρουν τα χαρακτηριστικά μιας εποχής κατά την οποία αναπτύσσονταν στην Ευρώπη οι εθνικιστικές και αυταρχικές ιδέες. Γι’ αυτό, όπως έχει γράψει ο Μουσταφά Ακιόλ, ο νέος τουρκικός εθνικισμός περιλάμβανε επίσης « φασιστικά χαρακτηριστικά », όπως, για παράδειγμα, « μυθοπλασίες για την ανωτερότητα της τουρκικής φυλής ». [6]

Από την αρχή, ο θεσμικός πυλώνας της αυταρχικής παράδοσης υπήρξε ο στρατός. Θεωρεί τον εαυτό του όχι μόνο ως τον ιστορικό σωτήρα της χώρας, αλλά επίσης ως τον αρχιτέκτονα μιας κοινωνικής μετάλλαξης, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του πρώην αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Χιλμί Οζκόκ, « υπήρξε τόσο σημαντική για την Τουρκία όσο και η Αναγέννηση για τη Δύση ». [7] Οι στρατιωτικοί πιστεύουν ότι μόνο ο στρατός μπορεί να εξασφαλίσει τη συνοχή μιας κοινωνίας βαθιά διχασμένης. Γι’ αυτό, το σώμα των αξιωματικών υποτίθεται ότι έχει υποστεί ανοσία -από την ίδια την εκπαίδευσή του στις στρατιωτικές ακαδημίες- απέναντι στις « εξωτερικές ιδεολογίες » που μπορούν να αποτελέσουν απειλή για την ομοιογένεια του στρατού.

Το Ισλάμ της Ανατολίας

Ένα τόσο αυταρχικό μοντέλο μπορεί να διαιωνίζεται επ’ άπειρον. Το κόλπο των κεμαλιστών συνίσταται στο να καταγγέλλουν κάθε αμφισβήτηση ως αντιδραστική, λες και θα ξανάριχνε την Τουρκία στον Μεσαίωνα. Αλλά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Η σημερινή συνταγματική συζήτηση ανησυχεί πολλές γυναίκες, ακόμα κι όταν αυτές αντιτίθενται στην απαγόρευση της μαντίλας. Φοβούνται μια καλπάζουσα « επανατουρμπανοποίηση », όπως την βλέπει να έρχεται ο κοινωνιολόγος Σερίφ Μαρντίν : η « κοινωνική πίεση » απειλεί να είναι τόσο ισχυρή, σε ένα παραδοσιακό μουσουλμανικό περιβάλλον, που ακόμη και μη θρησκευόμενες φοιτήτριες θα υποταχθούν σε αυτήν.

Όπως, για παράδειγμα, στη Φενέρ, μια άθλια συνοικία της Κωνσταντινούπολης, προπύργιο άτεγκτων μουσουλμάνων στη νότια όχθη του Κεράτιου. Εδώ, μία γυναίκα στις δύο φοράει το καρσάφ, μια ολόσωμη μαύρη μαντίλα που δεν αφήνει να φαίνεται παρά μόνο το πρόσωπο, ενώ οι άλλες έχουν καλυμμένα τα μαλλιά τους κάτω από το τουρμπάν. Οι περισσότεροι άνδρες φορούν τον πλεκτό σκούφο και έχουν τις γενειάδες των ευσεβών μουσουλμάνων. Μπροστά στο τζαμί Ισμαήλ Αγά, πουλάνε κασέτες και cd από σαουδάραβες ιεροκήρυκες και μαχητές του Αφγανιστάν. Ο ιμάμης του τζαμιού δολοφονήθηκε, πριν από έναν χρόνο, σε συνθήκες που δεν διευκρινίστηκαν ποτέ. Η τουρκική αστυνομία δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να εξιχνιάσει όλα τα μυστήρια της συνοικίας. Αν υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη ένα αυτόνομο « Ισλαμιστάν », σίγουρα βρίσκεται εκεί. Όμως, εκεί βρίσκει κανείς, επίσης, μέρη όπου, όχι μόνο μη μουσουλμάνοι ξένοι αλλά και Τούρκοι μπορούν να γευματίσουν κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού. Η Φενέρ δίνει την εντύπωση μιας αυτιστικής συνοικίας, αλλά όχι εχθρικής.

Τέτοιες περιοχές δείχνουν ξεκάθαρα δύο πράγματα : από τη μία πλευρά, ότι η δύναμη της αδράνειας του « Ισλάμ της Ανατολίας » δεν θα μπορούσε να τσακιστεί από τον κρατικό καταναγκασμό. Από την άλλη πλευρά, ότι το θρησκευτικό ζήτημα έχει μια κοινωνική διάσταση. Η αλλαγή των παραδοσιακών τρόπων συμπεριφοράς και σκέψης αποτελεί μια εξέλιξη της κοινωνίας που δεν μπορεί να την ανακόψει καμία καταπίεση. Ωστόσο, με τους φόβους τους, οι μετακεμαλιστές της αριστεράς έρχονται επίσης να συμμεριστούν ασυνείδητα τα αυταρχικά φαντάσματα των κεμαλιστών, όσον αφορά την πιθανή επιτυχία μιας επιτάχυνσης της « διαδικασίας εκσυγχρονισμού ».

Οι φόβοι διαστρεβλώνουν την αντίληψη της πραγματικότητας. Αυτό καταδεικνύει μελέτη, η οποία αφορά το σύνολο της Τουρκίας και χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Τεσέβ : τον Μάιο του 2006, το 65% των ατόμων που ρωτήθηκαν ήταν πεπεισμένοι ότι υπήρχαν περισσότερες γυναίκες που φορούν τη μαντίλα. [8] Η ίδια μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από το 1999 ως το 2006, ο αριθμός των « καλυμμένων » γυναικών μειώθηκε κατά 9%. Το 1999, μόνο το 27,3% των γυναικών κυκλοφορούσαν δημοσίως χωρίς τη μαντίλα ή το τουρμπάν, ενώ το 2007, φτάνουν το 36,5%.

Η μαντίλα πράγματι εμφανίζεται πιο σπάνια, απλώς αυτές που τη φορούν είναι όλο και περισσότερο ορατές στα μάτια της ελίτ των πόλεων. Οι λόγοι είναι η αγροτική έξοδος από την Ανατολία προς τις μεγάλες πόλεις, η κοινωνική άνοδος αρκετών επιχειρηματιών από την Ανατολία, η παρουσία στα μέσα ενημέρωσης πολιτικών του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης που δεν κρύβουν τις γυναίκες τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αριστερά έχει δίκιο σε ορισμένους από τους φόβους της : στην αρχή, η άρση της απαγόρευσης θα αυξήσει τον αριθμό των φοιτητριών που θα φορούν τη μαντίλα, γιατί οι παραδοσιακές οικογένειες θα αυξήσουν την πίεση στις κόρες τους που σπουδάζουν. Αλλά, αν η αριστερά και οι φεμινίστριες φοβούνται τόσο πολύ την « κοινωνική πίεση », δεν είναι αυτό, άραγε, μια μορφή παραίτησης ;

Εάν τη σημερινή συνταγματική συζήτηση έχουν μονοπωλήσει σε τέτοιο βαθμό τα ζητήματα της μαντίλας και της λαϊκότητας, το σφάλμα δεν οφείλεται μόνο στους καθαρούς και σκληρούς κεμαλιστές, αλλά και στην κυβέρνηση. Το ΑΚΡ δεν έθεσε δημοσίως το ιστορικό διακύβευμα αυτής της συζήτησης. Η κοινωνία πρέπει να εκφραστεί για τις αδρές γραμμές ενός Συντάγματος που ξεπερνά, επιτέλους, τον παγωμένο και προδημοκρατικό κεμαλισμό, και απαντά σε τρία μεγάλα ερωτήματα : Πώς μπορεί να υποταχθεί στον πολιτικό έλεγχο ο στρατός ; Πώς θα ξεπεραστεί η αυταρχική σχέση κράτους και ατόμου ; Και, τρίτον, πώς ένα Σύνταγμα θα λάβει υπόψη του τις εθνικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές διαφορές που υπάρχουν στον πληθυσμό ;

Το Σύνταγμα του 1982 διακηρύσσει ως υπέρτατο στόχο του κράτους « την αιώνια ύπαρξη, την υλική και πνευματική άνθηση και ευημερία της Τουρκικής Δημοκρατίας ». Εγκωμιάζει την « απόλυτη υπεροχή της θέλησης του έθνους », του οποίου υποθέτει τον ομοιογενή χαρακτήρα. Τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών αποτελούν, συνεπώς, μια απλή λειτουργία του κράτους, που προκύπτει από αυτό, ένα κράτος του οποίου την κυριαρχία πάνω στον λαό εγγυάται, σε τελική ανάλυση, ο ρόλος του στρατού ως προστάτη.

Η διαφορά με ένα δημοκρατικό Σύνταγμα είναι προφανής. Σύμφωνα με τον Μεχμέτ Φιράτ, αντιπρόεδρο του ΑΚΡ, « ενώ το σημερινό Σύνταγμα διακηρύχθηκε για να προστατεύει το κράτος από τον λαό, το νέο Σύνταγμα έχει ως στόχο να προστατεύει το άτομο από το κράτος ». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φιράτ διατυπώνει αυτή την ομολογία πίστης μπροστά στους πρεσβευτές των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [9] Το ΑΚΡ μπορεί και θέλει, άραγε, να μεταφράσει αυτόν τον στόχο σε πράξεις ; Οι παρατηρητές έχουν αμφιβολίες για δύο λόγους : η κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται κάτω από το καχύποπτο βλέμμα των κεμαλιστών, δεν θα αισθανόταν αρκετά ισχυρή για να αποστρατιωτικοποιήσει και φιλελευθεροποιήσει το σύστημα. Το ίδιο το ΑΚΡ δεν είναι ανοσοποιημένο ενάντια στην « εθνικιστική και αυταρχική πολιτική κουλτούρα που το έκανε να μεγαλώσει ». [10]

Προς ένα κοσμικό σύνταγμα

Ποια είναι τα σχέδια της κυβέρνησης, κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει καλύτερα από τον Εργκέν Οζμπουντούν. Ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου κλήθηκε να προεδρεύσει στην επιτροπή που επιφορτίστηκε με την επεξεργασία του νέου σχεδίου Συντάγματος. Ο Οζμπουντούν δεν είναι ύποπτος για ισλαμιστικές τάσεις : το 2001, εκπροσωπούσε την κυβέρνηση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για να υπερασπιστεί την απαγόρευση του ισλαμιστικού κόμματος Ρεφάχ, όπου ο Ερντογάν και ο Γκιούλ άρχισαν τη σταδιοδρομία τους. Αλλά ο καθηγητής Οζμπουντούν αναγνωρίζει ότι και οι δύο έχουν αλλάξει και θεωρεί ότι το ΑΚΡ είναι ένα συντηρητικό κόμμα που έχει διαλέξει με αξιόπιστο τρόπο την Ευρωπαϊκή Ένωση και ένα δημοκρατικό σύστημα. Η περίφημη ισλαμιστική « κρυφή ημερήσια διάταξη » δεν είναι, κατά τη γνώμη του, παρά μια καθαρή χίμαιρα των κεμαλιστών.

Τόσο στο γράμμα του και στο πνεύμα του, το σχέδιο Συντάγματος στηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον καθορισμό της ελευθερίας της σκέψης και της ελευθερίας της έκφρασης, όπως και για την προτεραιότητα του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου πάνω στο τουρκικό Σύνταγμα. Είναι, επίσης, σημαντικό για τον Οζμπουντούν ότι οι αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων μπορούν να ελέγχονται στον τελευταίο βαθμό από πολιτικά δικαστήρια. Θα μπορούσαν, τέλος, κατά τη γνώμη του, να προχωρήσουν προς μια λύση του κουρδικού προβλήματος, προσδιορίζοντας την τουρκική γλώσσα ως « διοικητική γλώσσα », και ανοίγοντας, έτσι, έναν χώρο για άλλες, « μη επίσημες » γλώσσες, όπως η κουρδική, στα οπτικοακουστικά μέσα και στα σχολεία.

Όσο για τα θρησκευτικά μαθήματα τα οποία οι στρατιωτικοί εισήγαγαν το 1982 ως υποχρεωτικά, δεν θα είναι πια παρά προαιρετικά, και το Σύνταγμα θα βεβαιώνει, επίσης, το δικαίωμα κάθε πολίτη να αλλάζει θρησκεία. Για τον Οζμπουντούν, η απαγόρευση της μαντίλας δείχνει μια « διαστρεβλωμένη αντίληψη λαϊκότητας », η οποία αποτελεί προσβολή στα ατομικά δικαιώματα. Η επιτροπή προτείνει μια κομψή λύση : θα κηρυχθεί απαράδεκτη κάθε « διάκριση λόγω της ένδυσης (...) στον βαθμό που αυτό δεν αντιβαίνει στις αρχές και στις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ ».

Αυτή η τακτική δείχνει με πόσες προφυλάξεις η επιτροπή κινείται στο « υαλοπωλείο » της κεμαλικής δημοκρατίας. Όσο για το ποιές ιδέες της επιτροπής Οζμπουντούν θα υιοθετηθούν στο κείμενο του Συντάγματος το οποίο η κυβέρνηση του ΑΚΡ θα παρουσιάσει φέτος τον χειμώνα στη Βουλή, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Η οριστική μορφή του θα πρέπει να ψηφιστεί την άνοιξη του 2008, και μετά να εγκριθεί με δημοψήφισμα.

Είναι ελάχιστα πιθανό ότι στο τέλος το Σύνταγμα θα ανταποκρίνεται πλήρως στα κοσμικά ιδεώδη του καθηγητή Οζμπουντούν. Ο καθηγητής Αλί Μπαρντάκογλου, το μεγάλο αφεντικό της προεδρίας θρησκευτικών υποθέσεων, έχει ήδη απαιτήσει τη διατήρηση των υποχρεωτικών θρησκευτικών μαθημάτων. Ο λόγος που επικαλείται είναι αποκαλυπτικός : τα προαιρετικά μαθήματα δεν θα έκαναν τίποτε άλλο παρά « να ενισχύσουν τις διαφορές ανάμεσα στους μαθητές » [11] - αν καταρρεύσει το μονοπώλιο του σουνιτικού πλειοψηφικού δόγματος, τότε απειλείται ολόκληρη η ομοιογένεια.

Θρησκευτικός πλουραλισμός

Μια τρίτη θέση, σε ίση απόσταση από τους κεμαλιστές και από το ΑΚΡ, εκφράζεται επίσης, έστω και με προσοχή. Νομικοί της αριστεράς, εκπρόσωποι θρησκευτικών μειονοτήτων και υποστηρικτές μιας « δημοκρατικής λαϊκότητας » απαιτούν να διαμορφωθεί ένα νομικό πλαίσιο για τον θρησκευτικό πλουραλισμό. Πρόκειται, με λίγα λόγια, για τον τερματισμό των διακρίσεων απέναντι στους μη σουνίτες μουσουλμάνους και στους πιστούς άλλων θρησκειών.

Σε αυτό το πλαίσιο, διανοούμενοι που υποστήριξαν τον Ερντογάν και το ΑΚΡ ενάντια στην παλιά κεμαλική φρουρά, εκφράζονται, τώρα, επικριτικά. Ο πολιτειολόγος Σαχίν Αλπάι, έγκυρος αρθρογράφος της εφημερίδας « Today`s Zaman », η οποία πρόσκειται στην κυβέρνηση, επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο το ΑΚΡ συμπεριφέρεται στους αλεβίδες, οι οποίοι ψήφισαν τον Ιούλιο κατά πλειοψηφία υπέρ του κεμαλικού Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHP), γιατί έβλεπαν τον Ερντογάν ως τον αρχηγό ενός σουνιτικού κόμματος. Κατά τον Αλπάι, δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση για μια « δημοκρατική λαϊκότητα », παρά μόνο αν το νέο Σύνταγμα προβλέπει την ισότητα δικαιωμάτων για τους αλεβίδες.

Ο στρατιωτικός εισαγγελέας Ουμίτ Καρντάς εκθειάζει, από την πλευρά του, την πλήρη κατάργηση του Συντάγματος του 1982. Το κείμενο αυτό είναι, κατά τη γνώμη του, ένα « εργαλείο που δεν μπορεί να επισκευαστεί », καθώς το προοίμιό του παραπέμπει σε μια ξεπερασμένη εποχή, κατά την οποία ο στρατός προσδιόριζε το έθνος όπως τον βόλευε. Η θέση του στηρίζεται στην εμπειρία του ως στρατιωτικός δικαστής. Μετά το πραξικόπημα του 1980, έζησε από πολύ κοντά την καταπίεση του κουρδικού πληθυσμού και παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του. Ο Καρντάς υποστηρίζει την αρχή της λαϊκότητας βασισμένης στο μοντέλο των ευρωπαϊκών χωρών. Θέλει να καταργήσει τελείως τη διεύθυνση θρησκευτικών υποθέσεων, την DIB, και ακόμη, τον έλεγχο του κράτους πάνω στις θρησκείες. Οι θρησκείες δεν θα χρηματοδοτούνται πιά από τους φόρους, αλλά μόνο από δωρεές και από ιδρύματα τα οποία θα μπορούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους έξω από τον έλεγχο του κράτους.

Τα συνταγματικά ιδανικά του Καρντάς είναι ένα είδος έμμεσου αποτυπώματος του Θεμελιώδους νόμου που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε « μετακεμαλικό ». Ένα Σύνταγμα όπου οι ατομικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα δεν θα περιορίζονται πια σε σχέση με έναν αυταρχικό προσδιορισμό του κράτους. Θέλει, επίσης, να περιορίσει την πειθαρχική επιρροή του στρατού στην κοινωνία των πολιτών, με το δικαίωμα αντίρρησης συνείδησης και με τη δημιουργία μιας εναλλακτικής πολιτικής θητείας. Φτάνει μέχρι το σημείο να ονειρεύεται στρατό και αστυνομία που θα ξανασκέφτονταν την εκπαίδευσή τους σύμφωνα με δημοκρατικές αρχές, και δεν θα έπρεπε πλέον να λειτουργούν όπως « οι δύο γροθιές του κράτους » που χρησιμεύουν κατ` αρχήν για να ελέγχουν τους πολίτες.

Ο Καρντάς δεν βλέπει, ωστόσο, να υιοθετεί το AKP τόσο ριζοσπαστικές ιδέες. Αναρωτιέται, ακόμα, αν η αμυντική στάση του κόμματος δεν αποκαλύπτει μια τακτική προφύλαξης απέναντι στο κεμαλικό μπλοκ, ακόμη και αυταρχικές τάσεις που ο Ερντογάν άφησε να διαφανούν σε πολλές περιπτώσεις. Για παράδειγμα, όταν κατέθεσε αγωγή για συκοφαντική δυσφήμιση ενάντια σε γελοιογράφους, οι οποίοι, έχοντας ως στόχο τις αδυναμίες του πρωθυπουργού, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ασκούν το επάγγελμά τους.

Αν ρωτήσει κανείς ειλικρινείς δημοκράτες όπως τον Καρντάς, ποιές είναι οι πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να ψηφίσουν ένα μετακεμαλικό Σύνταγμα, η απάντησή τους θα είναι να σηκώσουν τους ώμους καρτερικά. Ναι, βέβαια, μια μετακεμαλική, ανεξάρτητη αριστερά είναι απαραίτητη, αλλά δεν την βλέπουμε να εμφανίζεται πουθενά. Στις εκλογές του καλοκαιριού του 2007, ελπίζαμε ότι ορισμένες έδρες θα τις κατακτούσαν υποψήφιοι που κατέβηκαν με τον τίτλο « ανεξάρτητοι ». Αλλά ο ανεξάρτητος υποψήφιος δεν κατάφερε να κερδίσει ούτε καν στη φιλελεύθερη Κωνσταντινούπολη.

Τα κοινωνικά προβλήματα και οι πολιτικές συγκρούσεις που θα έπρεπε, λογικά, να επιτρέπουν σε ένα κόμμα της αριστεράς να έχει ούριο τον άνεμο, έχουν οξυνθεί όσο ποτέ. Το ΑΚΡ εφαρμόζει με επιμονή νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Το χάσμα ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους βαθαίνει. Οι πρόοδοι μιας κοινωνικής πολιτικής άξιας του ονόματός της είναι σποραδικές. Οι απλοί άνθρωποι συχνά βρίσκονται υπερχρεωμένοι. Και η οικονομική σταθερότητα στην οποία ο Ερντογάν οφείλει την εκλογική νίκη του βασίζεται σε μια σταθερή εισροή ξένων κεφαλαίων. Ωστόσο, κανένας στην αριστερά δεν θα διακινδύνευε να ευχηθεί μια οικονομική κρίση : με έναν πληθυσμό αναστατωμένο με την « κουρδική κρίση », μόνο το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) της άκρας δεξιάς θα έβγαινε κερδισμένο.

Μετά τις πρώτες συγκρούσεις στα σύνορα της Τουρκίας με το Ιράκ, ο στρατός οδήγησε σε δίκη οκτώ στρατιώτες που είχαν απαχθεί από κομάντο του PKK στις 21 Οκτωβρίου και οι οποίοι απελευθερώθηκαν μερικές βδομάδες αργότερα. Οι στρατιώτες κατηγορούνται ότι, αφού ακολούθησαν τους άνδρες του PKK σε « στρατόπεδα τρομοκρατών στο Βόρειο Ιράκ », αυτό σημαίνει ότι « αρνήθηκαν το καθήκον τους », « πολέμησαν σε εχθρική χώρα », « προπαγάνδισαν υπέρ του PKK και εναντίον του στρατού ». Οι ποινές που έχουν ζητηθεί εναντίον τους ξεκινούν από τα τρία χρόνια φυλάκισης και φτάνουν τα ισόβια.

Παρά τις δηλώσεις Ερντογάν ενάντια στην καταδίκη των στρατιωτών, κάποιοι από τους οποίους ήταν πράγματι Κούρδοι, άλλοι πολιτικοί του AKP εκφράστηκαν υπέρ σοβινιστικών απόψεων, όπως το ότι είναι ιστορικά ανήκουστο « να παραδίδονται στον εχθρό τούρκοι στρατιώτες ». [12] Τέτοιου είδους δηλώσεις εγγράφονται στη στρατιωτική ιδεολογία του « μάρτυρα », καταδεικνύοντας ως υπέρτατο καθήκον κάθε πολίτη, τον θάνατο για την πατρίδα. Αυτή η « Weltanschauung » [13] δεν είναι επιτρεπτή για ένα Σύνταγμα, του οποίου το καθήκον είναι να προφυλάσσει τους πολίτες από το κράτος και την καταχρηστική του εξουσία.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε Ignacio Ramonet, « Η τελευταία μάχη των τούρκων στρατηγών », « Le Monde diplomatique »-« ΚΕ », 6-5-07.

[2] Το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης κέρδισε πάνω από το 50% των ψήφων στην Ανατολία και στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και έφτασε ακόμη και στο 56% στο ανατολικό τμήμα της Ανατολίας.

[3] Η τουρκική λέξη τουρμπάν προσδιορίζει τη μαντίλα την οποία φορούν σφιχτά γύρω από το κεφάλι, καλύπτοντας το σύνολο του τριχωτού τμήματος.

[4] « Turkish Daily » News, Αγκυρα, 25 Σεπτεμβρίου 2007.

[5] Το άρθρο τιμωρεί την « προσβολή στην τουρκική ταυτότητα », αλλά, για τους κεμαλικούς εισαγγελείς, η « τουρκική ταυτότητα » και ο Ατατούρκ είναι το ίδιο πράγμα.

[6] « Turkish Daily News », 7 Οκτωβρίου 2007.

[7] Βλέπε Ersel Atdinli, Nihat Ali Ozcan και Dogan Akyaz, « The Turkish military`s march toward Europe », « Foreign Affairs », Λονδίνο, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2006.

[8] Ali Carkoglu και Binnaz Toprak, « Religion, Society and Politics in a Changing Turkey », Εκδόσεις Tesev, Κωνσταντινούπολη, 2007, σελ. 63.

[9] « Today`s Zaman », Κωνσταντινούπολη, 20 Σεπτεμβρίου 2007.

[10] Dogu Ergil, « Today`s Zaman », 23 Σεπτεμβρίου 2007.

[11] « Turkish Daily News », 26 Σεπτεμβρίου 2007.

[12] Bülent Arinc, πρώην πρόεδρος της Βουλής, αναφέρεται στη « Süddeutsche Zeitung », 13 Νοεμβρίου 2007.

[13] ΣτΕ : Γερμανικά στο πρωτότυπο : φιλοσοφία, στάση ζωής.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette