monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 02. Φεβρουάριος 2007 > Η προεκλογική Γαλλία αμφισβητεί την Ευρώπη

Σαρκοζί, Ρουαγιάλ σε γραμμή Ντε Γκολ

Η προεκλογική Γαλλία αμφισβητεί την Ευρώπη

dimanche 25 février 2007, par Bernard Cassen

Η Άγκελα Μέρκελ δεν το βάζει κάτω : εννοεί να δρομολογήσει ξανά την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη (ΕΣΣ), η οποία έχει ήδη κυρωθεί από δεκαοκτώ χώρες -μεταξύ των οποίων η Βουλγαρία και η Ρουμανία, που αποτελούν μέλη της Ένωσης από την 1η Ιανουαρίου- αλλά έχει απορριφθεί από δύο χώρες (τη Γαλλία και την Ολλανδία), ενώ επτά άλλες χώρες δεν έχουν αποφανθεί ακόμα.

Πράγματι, η γερμανίδα καγκελάριος, της οποίας η χώρα προεδρεύει στην Ε. Ε. το πρώτο εξάμηνο του 2007, επιθυμεί να επιτύχει μέχρι το τέλος Ιουνίου τη σύνταξη ενός « οδικού χάρτη » ο οποίος θα οδηγήσει στην υιοθέτηση ενός κειμένου, το περιεχόμενο του οποίου κανένας δεν είναι σε θέση να προδιαγράψει : θα πρόκειται, άραγε, για το πλήρες κείμενο της συνθήκης που απορρίφθηκε, για ορισμένα τμήματά της ή για την ουσία της ; [1]

Όσο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο θεωρεί « άκυρα και μηδέποτε πραγματοποιηθέντα » τα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας, δεν διευκολύνει το έργο των διπλωματών, καθώς απαιτεί τη διατήρηση ολόκληρου του κειμένου, με τον ισχυρισμό ότι « κάθε απόπειρα η οποία θα αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση οποιασδήποτε αποσπασματικής εφαρμογής ορισμένων από τα στοιχεία που συγκροτούν αυτό το συνταγματικό σύνολο ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη συνολική συμφωνία στην οποία στηρίζεται η Συνθήκη ». [2]

Οπωσδήποτε, οι μεγαλύτερες δυσκολίες δεν προέρχονται από τις κυβερνήσεις, γιατί, παρά τις εναλλαγές των κομμάτων στην εξουσία κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, η στάση τους απέναντι στην Ε.Ε. χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτη σταθερότητα. Αντίθετα, οι δυσκολίες προέρχονται από την κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών : πράγματι, εάν ζητηθεί η γνώμη αυτή με δημοψήφισμα, είτε για ένα καινούριο κείμενο είτε για μια νέα, συντομευμένη, εκδοχή της παλαιάς Συνθήκης, υπάρχει ο κίνδυνος να υπερισχύσει το « όχι », είτε πρώτη φορά (κυρίως στην Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο) είτε δεύτερη (στη Γαλλία και την Ολλανδία). Μάλιστα, λόγω της ιδιαίτερης χρονικής συγκυρίας, η Γαλλία βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος : την άνοιξη του 2007 θα διεξαχθούν προεδρικές και βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα οδηγήσουν στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού που διευθύνει τη χώρα, ενώ το δεύτερο εξάμηνο του 2008 η Γαλλία θα αναλάβει την προεδρία της Ε.Ε.

Όλα θα παιχθούν, λοιπόν, μέσα σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα. Όμως, όσον αφορά τη Γαλλία, τα πράγματα δείχνουν να έχουν ξεκινήσει άσχημα για τη δεύτερη εκδοχή της ΕΣΣ, η οποία -όπως και οι προηγούμενες ευρωπαϊκές συνθήκες- πρέπει εξασφαλίσει την ομοφωνία των κρατών-μελών. Όμως, οι δύο υποψήφιοι για την προεδρία της δημοκρατίας, που προβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης και τις δημοσκοπήσεις [η Σεγκολέν Ρουαγιάλ από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ο Νικολά Σαρκοζί από την Ένωση για ένα Λαϊκό Κίνημα (UMP)], όχι μόνο δεν καθησυχάζουν τους εταίρους τους όσον αφορά τη διαδικασία που θα επιλέξουν για την κύρωση της μελλοντικής συνθήκης που θα προκύψει ενδεχομένως, αλλά, επιπλέον, αμφισβητούν ακόμα και το πνεύμα της, έστω και με έμμεσο τρόπο.

Ο Σαρκοζί τάχθηκε υπέρ μιας μινιμαλιστικής εκδοχής της Συνθήκης, η οποία θα περιορίζεται στις θεσμικές διατάξεις και συνεπώς θα περιλαμβάνει μονάχα ένα τμήμα του πρώτου από τα τέσσερα μέρη από τα οποία αποτελούνταν η ΕΣΣ. Όσο για τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, δεσμεύθηκαν να ζητήσουν και πάλι τη γνώμη του γαλλικού λαού : συνεπώς ενδέχεται να υπάρξει και πάλι μια ακόμη « 29η Μαΐου ». [3]

Όλοι εναντίον Τρισέ

Όμως, το σημαντικότερο στοιχείο βρίσκεται αλλού : κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας, οι δύο υποψήφιοι -και όχι μονάχα αυτοί- έχουν αρχίσει να υιοθετούν τα κυριότερα επιχειρήματα των οπαδών του « όχι » και, συνεπώς, να δικαιώνουν αυτήν την επιλογή εκ των υστέρων, παρά το γεγονός ότι τότε είχαν ταχθεί με ενθουσιασμό υπέρ του « ναι ».

Στις 7 Δεκεμβρίου, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που πραγματοποιήθηκε στο Πόρτο της Πορτογαλίας, η Ρουαγιάλ αμφισβήτησε ανοιχτά την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία αποτελούσε τον σκληρό πυρήνα της συνθήκης του Μάαστριχτ του 1992 και είχε επίσης ενσωματωθεί στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης. Μάλιστα, όσον αφορά τον πρόεδρο της ΕΚΤ, έκανε την εξής δήλωση : « Το μέλλον των οικονομιών μας δεν πρέπει να βρίσκεται στα χέρια του Τρισέ, αλλά στα χέρια των ηγετών που έχουν εκλεγεί με δημοκρατικό τρόπο ».

Από την πλευρά του, ο Σαρκοζί ζήτησε να « ξανασυζητηθούν οι στόχοι και το καθεστώς της ΕΚΤ ». Στις 14 Νοεμβρίου, ο πρωθυπουργός Ντομινίκ ντε Βιλπέν, ο οποίος δεν ήθελε να φανεί ότι υστερεί απέναντι στους πολιτικούς αντίπαλούς του, κατακεραύνωσε το ισχυρό ευρώ, το οποίο αποτελεί μια από τις κυριότερες προτεραιότητες του Τρισέ, και ζήτησε το « ξεκαθάρισμα των ρόλων της ΕΚΤ και των πολιτικών ηγεσιών της ζώνης του ευρώ ».

Όλα αυτά τα πυρά στρέφονταν εναντίων των Βρυξελλών, της Φραγκφούρτης (έδρας της ΕΚΤ) και σχεδόν όλων των κυβερνήσεων των 27, και κυρίως κατά του Βερολίνου, του φανατικότερου οπαδού της « ορθοδοξίας » στα νομισματικά. Όμως, αυτό ήταν μονάχα η αρχή : οι δύο ισχυρότεροι υποψήφιοι αρχίζουν τώρα να αμφισβητούν, όχι μόνο την « ελευθερία των ανταλλαγών », τη θεμελιώδη αρχή των ευρωπαϊκών συνθηκών, αλλά και -γενικότερα- ορισμένους πολυμερείς θεσμούς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ).

Η Ρουαγιάλ εκφράζεται με ολοένα σκληρότερο τρόπο ενάντια στη μεταφορά της παραγωγικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος, ενώ ο Σαρκοζί, ο οποίος σκύβει γεμάτος συμπόνια στη « Γαλλία που υποφέρει » δήλωσε στις 18 Δεκεμβρίου στη Σαρλεβίλ-Μεζιέρ ότι « η θρησκεία της ελεύθερης αγοράς συνεπάγεται την παραίτηση από ένα πλήθος απολαβών, μόνο και μόνο για να υπηρετηθεί μια ιδέα. Η ελεύθερη αγορά δεν είναι δυνατόν να μετατραπεί σε δόγμα ». Μήπως πρέπει να του υπενθυμίσει κάποιος ότι αυτή ακριβώς η αρχή αποτελεί μια από τις τέσσερις « θεμελιώδεις ελευθερίες » της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;

Υπέρ του προστατευτισμού

Ο Ντε Βιλπέν πλειοδότησε καλώντας τον αγαπητό στα μίντια πολιτικό επιστήμονα Εμανουέλ Τοντ στη Διάσκεψη για την Εργασία και τα Εισοδήματα, που οργάνωσαν στις 14 Δεκεμβρίου τα συνδικάτα και η εργοδοσία. Στον χαιρετισμό του, ο Τοντ χαρακτήρισε την ελεύθερη αγορά « πνευματικό λουκέτο της γαλλικής κοινωνίας » και έπλεξε το εγκώμιο ενός « λογικού ευρωπαϊκού προστατευτισμού ». Επιπλέον, ο Χακίμ ελ Καρουί, σύμβουλος του πρώην συντηρητικού πρωθυπουργού Ραφαρέν, αφιερώνει ένα βιβλίο και τη στήλη του σε μια εφημερίδα(4)Hakim El Karoui, « L’avenir d’ une exception », « Flammarion », Παρίσι, 2006, 332 σελ., 18 ευρώ. « Le Monde », 13 Δεκεμβρίου 2006. στην εξύμνηση του προστατευτισμού ! Κι είμαστε ακόμα στην αρχή της προεκλογικής εκστρατείας...

Απ’ ό,τι φαίνεται, για τους γάλλους πολιτικούς υπεύθυνους, το « πνευματικό λουκέτο » που ανέφερε ο Τοντ έχει σπάσει. Αυτή η εξέλιξη έχει προκαλέσει την ανησυχία όχι μονάχα των Βρυξελλών αλλά και των πλέον προβεβλημένων γάλλων οικονομολόγων :Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ελί Κοέν : « Αμφισβητείται η ίδια η πίστη στον καταμερισμό της εργασίας και στην ελευθερία των ανταλλαγών (...) Οι οικονομικές θέσεις αυτών των δύο υποψηφίων (της Ρουαγιάλ και του Σαρκοζί), ιδιαίτερα στα ζητήματα του ευρώ, της παγκοσμιοποίησης και της φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης, βρίσκονται στον αντίποδα της ευρωπαϊκής συναίνεσης ». [4]

Ωστόσο, τόσο ο Ελί Κοέν όσο και οι περισσότεροι παρατηρητές εξακολουθούν να ελπίζουν : « Τα λόγια της προεκλογικής εκστρατείας δεσμεύουν ελάχιστα και πολύ λίγο μας διαφωτίζουν για τις μεταρρυθμίσεις και την πολιτική που θα υιοθετηθεί όσον αφορά τη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων όταν οι πολιτικοί κατακτήσουν την εξουσία. Μάλιστα, η πονηριά, η απόκρυψη των προθέσεων και η προσαρμογή του προεκλογικού λόγου ανάλογα με το κοινό είναι συστατικά στοιχεία των κανόνων με τους οποίους παίζεται το πολιτικό παιχνίδι ». Μάλιστα, συμπεραίνει ότι, « εάν η διαφορά ανάμεσα στα προεκλογικά προγράμματα και στις πολιτικές που οφείλουν να εφαρμοστούν μόλις κατακτηθεί η εξουσία είναι εξαιρετικά μεγάλη, όπως συνέβη μετά τις εκλογές του 1981, 1986 και 1995, τότε, είναι εξαιρετικά πιθανό το δίλημμα να συνίσταται στην αθέτηση των ανειλημμένων δεσμεύσεων ή στην ακινησία ». [5] Ο Κοέν, καλός δημοκράτης βέβαια, αλλά προπάντων εχθρός της ακινησίας και του ευρωσκεπτικισμού, εύχεται ολόψυχα την αθέτηση των προεκλογικών υποσχέσεων.

Όμως, ποια γνώμη έχουν για όλα αυτά οι υποψήφιοι για τους οποίους λέγονται όλα αυτά τα όχι και τόσο κολακευτικά λόγια και, πολύ περισσότερο, οι πολίτες που ενδεχομένως θα πίστευαν στην αξία της « ήρεμης ρήξης » (του Σαρκοζί) ή στην αναγκαιότητα της « ισχυρής αλλαγής » (της Ρουαγιάλ) και των « συμμετοχικών φόρουμ » ;

Τα ευρωπαϊκά ζητήματα, τα οποία μέχρι τώρα έχουν θιγεί με έμμεσο τρόπο έχουν ελάχιστη προτεραιότητα στα προγράμματα των κομμάτων εξουσίας. Στο πρόγραμμα το οποίο υιοθέτησε το Σοσιαλιστικό κόμμα στις 8 Ιουνίου του 2006 τα ευρωπαϊκά θέματα, εμφανίζονται να κυριαρχούν απέναντι στα υπόλοιπα, στον βαθμό που αφήνουν -ή δεν αφήνουν- περιθώρια ελιγμών για την υλοποίηση εθνικών πολιτικών οι οποίες εξακολουθούν -μέχρι σήμερα τουλάχιστον- να αποτελούν το αντικείμενο της εκλογικής αναμέτρησης. Δικαιούμαστε, λοιπόν, να απαιτούμε από εκείνες κι εκείνους που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών να εξηγήσουν -πριν προχωρήσουν σε οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση- πώς σκοπεύουν να χειριστούν το ζήτημα των « καταναγκασμών » που δημιουργούν οι συνθήκες, τόσο οι υφιστάμενες όσο και οι μελλοντικές.

Όσον αφορά την πολιτική ισοτιμιών της ΕΚΤ (ισχυρό ευρώ σε σύγκριση με τα άλλα νομίσματα, δηλαδή με το δολάριο), δεν χρησιμοποιούνται ούτε καν οι ελάχιστες δυνατότητες που αφήνουν τα κείμενα που ισχύουν σήμερα. Το άρθρο 109 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, το οποίο έχει ενταχθεί στο άρθρο ΙΙΙ 326 της ΕΣΣ, διευκρινίζει ότι « το Συμβούλιο (...) μπορεί να χαράξει τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής ισοτιμιών του ευρώ απέναντι στα άλλα νομίσματα ».

Για μια άλλη Συνθήκη

Φυσικά, εξακολουθούμε να περιμένουμε αυτές τις κατευθύνσεις από τις κυβερνήσεις... Όμως, εάν το ζητούμενο είναι να τροποποιήσουμε το καταστατικό και την αποστολή της ΕΚΤ, να απαιτήσουμε τη φορολογική και κοινωνική εναρμόνιση της Ευρώπης και να ανατρέψουμε τις διατάξεις της συνθήκης που προωθούν την ακραία ελευθερία των ανταλλαγών, έτσι ώστε να κατορθώσουμε να ανακόψουμε το κύμα της μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων που φουσκώνει καθημερινά, τότε, το ζήτημα αλλάζει : χρειάζεται απλούστατα η διαπραγμάτευση μιας νέας συνθήκης, η οποία θα σηματοδοτήσει μια απόλυτη ρήξη με το κείμενο του οποίου την ουσία η γερμανική προεδρία της Ε.Ε. επιθυμεί να διατηρήσει ζωντανή πάση θυσία.

Όμως, δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να αποσπάσει το κείμενο που επιθυμούμε την υποστήριξη καμιάς άλλης κυβέρνησης. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι ο Μάρτιν Σουλτς, -πρόεδρος της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) που συμμετέχει στην κυβέρνηση Μέρκελ- έφθασε στο σημείο να δηλώσει ότι η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά υποσκάπτει « όλα όσα έχει επιτύχει το εργατικό κίνημα μέσα από αγώνες εκατόν σαράντα χρόνων ». [6]

Εάν οι υποψήφιοι για το προεδρικό αξίωμα είναι σοβαροί, οφείλουν να εξηγήσουν στους πολίτες πώς θα αντιμετωπίσουν αυτήν την προαναγγελθείσα κατηγορηματική άρνηση. Ωστόσο, αν όχι για να προχωρήσουν στη σύναψη μιας νέας συνθήκης, τουλάχιστον για να εμποδίσουν το οριστικό ξήλωμα όλων αυτών των κατακτήσεων που επιτεύχθηκαν μέσα από εκατόν σαράντα χρόνια αγώνων, αλλά και για να πυροδοτήσουν μια σωτήρια ευρωπαϊκή κρίση έτσι ώστε να ξαναρχίσει η συζήτηση για όλα τα ζητήματα από μηδενική βάση, οι πολιτικοί διαθέτουν ένα νομικό εργαλείο. Όσο κι αν έχει ξεχαστεί, εξακολουθεί να διατηρεί την ισχύ του : « τον συμβιβασμό του Λουξεμβούργου ». Και μόνο η αναφορά αυτού του ιστορικού επεισοδίου θα δημιουργήσει ένα κύμα αγανάκτησης όλων των « ευρωπαϊστών ».

Παρ’ όλα αυτά, ας το ξαναθυμηθούμε : Πρόκειται για την πολιτική της « κενής καρέκλας » που αποφάσισε ο στρατηγός Ντεγκόλ για να διεκδικήσει την ενδεδειγμένη χρηματοδότηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία μάλιστα θα στηριζόταν στις εισφορές των κρατών μελών. Όμως, με όλα αυτά διαφωνούσε ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής, Γουόλτερ Χαλστάιν.

Η αρχή της ομοφωνίας

Καθώς η ΚΑΠ ανήκε στα ζητήματα για τα οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία, η Γαλλία φαινόταν να έχει χάσει τη μάχη. Όμως, από τον Ιούνιο του 1965 έως τον Ιανουάριο του 1966, η Γαλλία ανέστειλε τη συμμετοχή της σε όλες τις συνόδους της Κοινότητας, από το επίπεδο των υπουργών έως εκείνο των υψηλόβαθμων κρατικών υπαλλήλων. Τελικά, το αίτημα του Ντεγκόλ ικανοποιήθηκε και ο « συμβιβασμός του Λουξεμβούργου » στις 30 Ιανουαρίου του 1966, προέβλεπε ότι, όταν διακυβεύονται ορισμένα « εξαιρετικά σημαντικά » συμφέροντα σε έναν τομέα όπου απαιτείται πλειοψηφία, η συζήτηση πρέπει να συνεχίζεται μέχρις ότου να επιτευχθεί -μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα- μια ομόφωνη θέση.

Με άλλα λόγια, με αυτόν τον τρόπο αποκαθίσταται η αρχή της ομοφωνίας, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου αυτή δεν προβλεπόταν. Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι είναι « εξαιρετικά σημαντικά » τα συμφέροντα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία στηρίζεται στον σεβασμό των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται απέναντι στους ψηφοφόρους ; Όμως, όσον αφορά όλα τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της εσωτερικής αγοράς, τα οποία έχουν τις πλέον αρνητικές συνέπειες για τους πολίτες, οι αποφάσεις λαμβάνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία.

Εάν μια γαλλική κυβέρνηση επικαλούνταν τον « συμβιβασμό του Λουξεμβούργου » για να κατορθώσει να ανακόψει την εφαρμογή αυτών των μέτρων, ναι μεν θα προκαλούσε την οργή όλων των « ορθώς σκεπτομένων », αλλά θα εξασφάλιζε τον σεβασμό του εκλογικού σώματος. Και θα οικοδομούσε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων, όχι μόνον στο εσωτερικό της Γαλλίας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου δεκάδες εκατομμύρια πολίτες περιμένουν από την Ε.Ε. κάτι διαφορετικό από τον φονταμενταλισμό της αγοράς.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε τη συνομιλία με τον γερμανό υπουργό Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, « Le Monde », 21 Δεκεμβρίου 2006.

[2] Ψήφισμα της 13ης Δεκεμβρίου 2006.

[3] (Σ.τ.μ.) Ημέρα της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος για την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη, στο οποίο υπερίσχυσε το « όχι ».

[4] « Le Nouvel Economiste », ένθετο « Le programme commun de la France », Παρίσι, 14 Δεκεμβρίου 2006.

[5] Ό.π.

[6] « Le Monde », 11 Δεκεμβρίου 2006.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette