monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > Dossiers > ΟΗΕ (Οκτώβριος 2009) > Ο δύσκολος δρόμος του ΟΗΕ για τον αφοπλισμό

Μείωση οπλιτών, αύξηση οπλισμού

Ο δύσκολος δρόμος του ΟΗΕ για τον αφοπλισμό

dimanche 18 octobre 2009, par Jean-Paul Hebert

Ο αφοπλισμός είναι ένας από τους κύριους στόχους της Διακήρυξης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), που αναλαμβάνει πλήθος πρωτοβουλιών για την επίτευξή του. Η Επιτροπή Αφοπλισμού του ΟΗΕ, που πρόσφατα έδωσε στη δημοσιότητα την 33η ετήσια έκθεσή της, είναι επιφορτισμένη με τη μη εξάπλωση των πυρηνικών όπλων, την εφαρμογή των συνθηκών για τα χημικά και τα βιολογικά όπλα και τις προσπάθειες για αφοπλισμό στον τομέα των συμβατικών όπλων. Μαζί με τη Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό, μοναδικό θεσμικό όργανο διαπραγμάτευσης όλων των μερών, είναι το κύριο εργαλείο του ΟΗΕ σε αυτό τον τομέα.

Η Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό δημιουργήθηκε το 1979, έχει εξήντα πέντε μόνιμα μέλη και, κατά περίσταση, συμμετέχουν στις εργασίες της και αρκετές άλλες χώρες. Στα τριάντα χρόνια της λειτουργίας της πιστώνεται με τη Σύμβαση για την απαγόρευση του σχεδιασμού, της παραγωγής, της αποθήκευσης και της χρήσης χημικών όπλων, αλλά και της υποχρέωσης των χωρών που κατέχουν τέτοια όπλα να τα καταστρέψουν (CIAC), της 13ης Ιανουαρίου 1993, καθώς και με τη Συνθήκη για την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών (TICEN) της 24ης Σεπτεμβρίου 1997. [1]

Νέες συμφωνίες

Οφείλουμε, πάντως, να παραδεχτούμε ότι σε ορισμένα μείζονος σημασίας ζητήματα τα κράτη επιθυμούν να έχουν τα ίδια την πρωτοβουλία αντί για τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτό ισχύει για τον πυρηνικό αφοπλισμό, που ξαναήρθε στην επικαιρότητα μετά την ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα στην Πράγα, τον Απρίλιο του 2009, στην οποία υποσχέθηκε « να εργαστεί για έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα ».

Η πρότασή του δεν αποτελεί έκπληξη, αν αναλογιστεί κανείς ότι, στις 15 Ιανουαρίου του 2009, οι πρώην υπουργοί Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ και Τζορτζ Σουλτς, ο πρώην πρόεδρος της Επιτροπής της Γερουσίας για την Άμυνα Σαμ Ναν και ο πρώην υπουργός Άμυνας Ουίλιαμ Πέρι, δημοσίευσαν στη « Wall Street Journal » κοινή έκκληση για έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα.

Ο συγκεκριμένος προσανατολισμός έγινε σαφής το 2009, κατά τη συνάντηση του αμερικανού προέδρου με τον ρώσο ομόλογό του Ντιμίτρι Μεντβέντεφ. Αποφάσισαν τότε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία που θα αντικαταστήσει τη Συνθήκη Μείωσης Στρατηγικών Όπλων (Strategic Arms Reduction Treaty, START). Στόχος της Ουάσιγκτον και της Μόσχας είναι να υπάρξει πρόοδος σε δύο κατευθύνσεις : αφ’ ενός να μειωθούν οι πυρηνικές κεφαλές σ’ έναν αριθμό μεταξύ 1.500 και 1.575, αφ’ ετέρου να μειωθούν οι πύραυλοι που έχουν την ικανότητα να τις μεταφέρουν σε 500-1.100.

Ρωσοαμερικανική είναι και η Συνθήκη Μείωσης των Οπλοστασίων Στρατηγικών Πυρηνικών Όπλων (Strategic Offensive Reduction Treaty, SORT), του 2002, που προβλέπει τον περιορισμό, έως το Δεκέμβριο του 2012, των πυρηνικών κεφαλών σε 1.700-2.200. Ο Μπαράκ Ομπάμα υποσχέθηκε επίσης να εργαστεί « για να κυρώσει η Γερουσία τη Συνθήκη Πλήρους Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών (CTBT) » και ανακοίνωσε την προετοιμασία μιας διεθνούς συνθήκης που « θα βάλει τέλος, κατά τρόπο επαληθεύσιμο, στην παραγωγή σχάσιμων υλικών » για στρατιωτικούς σκοπούς.

Με δεδομένη τη διεύρυνση της λέσχης των πυρηνικών δυνάμεων, στην οποία έχουν προστεθεί η Ινδία, το Πακιστάν και το Ισραήλ, ο προβληματισμός που υπάρχει σχετικά με τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν είναι καθοριστικός παράγοντας της αναπροσαρμογής των στόχων. Πρόκειται, όμως, πράγματι, για μια προσπάθεια που αποσκοπεί στην επίτευξη του αφοπλισμού ; Όλα δείχνουν ότι μάλλον έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία προσαρμογής στην αλλαγή της μορφής των συγκρούσεων : τα τεράστια πυρηνικά οπλοστάσια της εποχής του Ψυχρού Πολέμου (δεκαπέντε χιλιάδες κεφαλές ένθεν κακείθεν) δεν έχουν πλέον κανένα λόγο ύπαρξης και επιπλέον συνιστούν οικονομικό βάρος που εμποδίζει την αντιμετώπιση των νέων καταστάσεων.

Δύο είναι οι προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων. Αφ’ ενός η δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού συσχετισμού δυνάμεων κατά της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων (Ιράν, Βόρεια Κορέα κ.λπ.) μέσω της μείωσης των οπλοστασίων. Αφ’ ετέρου ο αναπροσανατολισμός του οικονομικού κόστους των πυρηνικών όπλων προς τον εκσυγχρονισμό τους (σμίκρυνση, υψηλή ακρίβεια κ.λπ.). Στην πραγματικότητα κάποιοι πιστεύουν ότι πρόκειται για αναδιοργάνωση της αμερικανικής άμυνας και όχι για αποπυρηνικοποίηση του πλανήτη.

Ως προς τη μείωση των συμβατικών όπλων αξιοσημείωτη είναι η έναρξη της εφαρμογής της Σύμβασης της Οτάβα, σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης ναρκών κατά προσωπικού. Η εν λόγω σύμβαση, που υπογράφηκε στις 3 και τις 4 Δεκεμβρίου 1997 και κατατέθηκε στις 5 Δεκεμβρίου στο γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Μαρτίου 1999. Εντούτοις, και παρά το ότι την υπέγραψαν εκατό πενήντα πέντε χώρες, οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα δεν την αποδέχτηκαν, [2] γεγονός που μειώνει την αξία της. Το Μάιο του 2008 η επέκταση της σύμβασης στην απαγόρευση των βομβών διασποράς προσκρούει στους ίδιους περιορισμούς, καθώς πολλές ισχυρές χώρες αρνήθηκαν να την κυρώσουν.

Εκτός ελέγχου

Το πρόβλημα των ελαφρών όπλων και των όπλων μικρού διαμετρήματος (ALPC) ήταν το αντικείμενο μιας πρώτης σύμβασης που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη το 2001, και της οποίας το πρόγραμμα δράσης επρόκειτο να αξιολογηθεί στη συνδιάσκεψη του 2006. Ο διάλογος επικεντρώνεται στα ζητήματα της σήμανσης και της « ιχνηλασιμότητας » των όπλων αυτών. Αλλά μέχρι τώρα δεν έχει εκπονηθεί κάποιο κοινό κείμενο.

Η κυβέρνηση Ομπάμα ενδέχεται να επανενεργοποιήσει τις διαδικασίες για τη Συνθήκη για το Εμπόριο των Συμβατικών Όπλων, η οποία το 2006 προσέκρουσε στην αμερικανική αδιαλλαξία. Όμως, δεν είναι βέβαιο πως ένα τέτοιο κείμενο θα αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση. Είναι, για παράδειγμα, γνωστό ότι η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κώδικα συμπεριφοράς από το 1999 [3] κι ύστερα, δεν προκάλεσε αξιοσημείωτη μείωση των πωλήσεων οπλικών συστημάτων σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Το χάσμα ανάμεσα στις νομικές πτυχές του αφοπλισμού και της οικονομικής πραγματικότητας είναι σαφές. Η μείωση της ποσότητας όπλων δεν είναι η μόνη πτυχή του ζητήματος. Εξίσου σημαντική είναι και η δύναμη πυρός τους, ενώ, σε τελική ανάλυση, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν το ύψος των επενδύσεων. Από το 1999 έως το 2008, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 45% (από 847 δισ. δολάρια/592 δισ. ευρώ έφθασαν στα 1,226 τρισ. δολάρια /857 δισ. ευρώ). Εξαιρουμένων των ΗΠΑ, όμως, η αύξηση είναι αισθητά μικρότερη (από 351 δισ. ευρώ έφθασαν στα 458 δισ. ευρώ, αύξηση της τάξης του 30%) σε άλλες χώρες.

Οι δαπάνες έχουν μεγάλες διακυμάνσεις από τη μια περιοχή του πλανήτη στην άλλη : στη Δυτική Ευρώπη η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών ήταν μικρή (8 δισ. ευρώ, δηλαδή αύξηση 4,5%), ενώ στην Ανατολική Ευρώπη διαπιστώθηκε αύξηση 174% (19 δισ. ευρώ), στην Άπω Ανατολή αύξηση 56% (39 δισ. ευρώ) και στη Μέση Ανατολή επίσης 56% (18 δισ. ευρώ). Αντιθέτως, στη Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ωκεανία και τη Νότια Ασία οι αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών ήταν περιορισμένες.

Το μερίδιο του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στις στρατιωτικές δαπάνες μειώνεται : σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Ερευνών (IISS) [4] από 6,7% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 1985, μειώθηκε στο 4,1% το 1999 και σε 2,27% το 2007. Μια λεπτομερέστερη μελέτη της εξέλιξης δείχνει ότι το 1987 είκοσι οκτώ χώρες δαπανούσαν περισσότερο από 4% του ΑΕΠ τους για στρατιωτικές δαπάνες, το 1997 στην κατηγορία αυτή υπήρχαν μόνο δεκαοκτώ χώρες και το 2007 είχαν απομείνει έντεκα. Ανάμεσά τους ένας σκληρός πυρήνας τεσσάρων έως έξι χωρών, ανάλογα με τη χρονιά, ξοδεύουν περισσότερο από 8% του ΑΕΠ. Σε αυτό το σκληρό πυρήνα ανήκει σταθερά η τριάδα Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Ομάν και κατά περίπτωση προστίθενται διάφορες χώρες : η Ιορδανία και η Συρία το 1987, η Αγκόλα, το Κουβέιτ και ο Λίβανος το 1997 και η Γεωργία το 2007.

Από την άλλη, το ανθρώπινο δυναμικό των ενόπλων δυνάμεων έχει μειωθεί δραστικά. Οι είκοσι χώρες με τους υψηλότερους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς διέθεταν 15,3 εκατ. στρατιώτες το 1990. Το 2009, ωστόσο, δεν είχαν στις τάξεις τους περισσότερους από 10 εκατ. άνδρες και γυναίκες. Η μείωση οφείλεται κυρίως στην τριάδα Κίνας, Ρωσίας, ΗΠΑ, οι ένοπλες δυνάμεις των οποίων μειώθηκαν από 9,2 σε 4,8 εκατ. ένστολους.

Λιγότεροι ένστολοι

Ανάλογα είναι και τα συμπεράσματα αν ληφθούν υπ’ όψιν όλες οι χώρες που το 2009 διέθεταν στρατούς μεγαλύτερους των 200.000 ανδρών. [5] Το 1990 διέθεταν 20,6 εκατ. ένστολων. Το 2009 το συνολικό ανθρώπινο δυναμικό των ενόπλων δυνάμεων των χωρών αυτών μειώθηκε στα 15 εκατ. Αυτή η μείζονος σημασίας εξέλιξη οφείλεται κυρίως στις γεωπολιτικές αλλαγές που συνέβησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και στο ότι είναι πλέον απίθανο να ξεσπάσει ένας κλασικός πόλεμος σαν το Β’ Παγκόσμιο. Εκτός από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις, δύο ακόμα χώρες του πλανήτη διαθέτουν στρατούς μεγαλύτερους του ενός εκατομμυρίου ένστολων : η Ινδία [6] και η Βόρεια Κορέα. Είναι οι μόνες που δεν μείωσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους στην τελευταία εικοσαετία. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες 21 χώρες [7] με στρατιωτικές δυνάμεις άνω των 200.000 μείωσαν κατά την ίδια περίοδο το ανθρώπινο δυναμικό τους κατά 14%, από 9,1 σε 7,8 εκατ. ένστολους. Η παραγωγή όπλων μπορεί να αναλυθεί χάρη στις ετήσιες εκθέσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών της Στοκχόλμης (SIPRI) [8] για τις εκατό μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής οπλικών συστημάτων (με εξαίρεση αυτές της Κίνας). Από το 1997 ώς το 2007 η συνολική αξία της παραγωγής τους αυξήθηκε κατά 68%, από 206 σε 341 εκατομμύρια ευρώ, ρυθμός αισθητά υψηλότερος από αυτόν της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και του παγκόσμιου ΑΕΠ, που δείχνει τη μετατόπιση των προτεραιοτήτων προς τον εξοπλισμό. Η αλλαγή στην κατανομή των στρατιωτικών δαπανών επιβεβαιώνεται και για τις χώρες του ΝΑΤΟ. [9] Μεταξύ του 1999 και του 2008 το κόστος του προσωπικού αυξήθηκε κατά 10%, από 186 δισ. σε 205 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα οι δαπάνες σε εξοπλισμό αυξήθηκαν περισσότερο από 50%, και έφτασαν από 88 σε 135 δισ. ευρώ.

Η ίδια εξέλιξη παρατηρείται και στη Γαλλία : Στη Λευκή Βίβλο του 2008 για την άμυνα και την ασφάλεια περιέχεται η δέσμευση να αυξηθούν οι δαπάνες για εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων στα 18 δισ. ευρώ ετησίως (σε τιμές του 2008) για τα δώδεκα χρόνια του προγραμματισμού (2009 - 2014 και 2015 - 2020), ποσό που αντιστοιχεί σε αύξηση της τάξης του 57,5%, κάτι που ποτέ δεν συνέβη στην Πέμπτη Δημοκρατία. [10]

Περιορισμένα στοιχεία

Η ανάλυση των πωλήσεων οπλικών συστημάτων είναι δύσκολο να γίνει με αδιαμφισβήτητο τρόπο, διότι οι πηγές -ούτως ή άλλως σπάνιες- αντιφάσκουν. Η διαθέσιμη βάση δεδομένων του ΟΗΕ, η COMTRADE, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί διότι οι αριθμοί που αναγράφονται στην κατηγορία « 93 » (όπλα και πυρομαχικά) δεν έχουν καμιά σχέση με τους αντίστοιχους που δίνουν στη δημοσιότητα οι κυριότερες χώρες. [11]

Επιπλέον, οι καταστάσεις του ΟΗΕ για το εμπόριο συμβατικών όπλων παρέχουν από το 1992 και μετά χρήσιμες πληροφορίες, όμως αυτές αφορούν μονάχα στην ποσότητα των όπλων (χωρίς οικονομικές ενδείξεις) και με πολύ ευρείς προσδιορισμούς για να μπορέσει κανείς να αξιολογήσει την εξέλιξη του εμπορίου από τη μια χρονιά στην άλλη. [12] Οι δύο πηγές που προσφέρουν μια εικόνα της διακίνησης των όπλων παγκοσμίως είναι το SIPRI και η Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου των ΗΠΑ (CRS). Σύμφωνα με το SIPRI, που δημοσιεύει κάθε χρόνο την εξέλιξη ενός δικού του δείκτη [13] το παγκόσμιο εμπόριο όπλων αφού μειώθηκε (στο διάστημα 1989-1998) κατά το ένα τρίτο, ακολούθως αυξήθηκε, στην περίοδο 1998 - 2007, κατά 12%.

Η ετήσια έκθεση του Ρίτσαρντ Γκρίμετ για το CRS [14] κάνει την ίδια αξιολόγηση για το εμπόριο των οπλικών συστημάτων μεταξύ 1989 και 1998 (εκτιμά ότι μειώθηκε κατά το ένα τρίτο), αντίθετα για την επόμενη περίοδο εκτιμά πως υπήρξε και πάλι μείωση κατά το ένα τρίτο : από 34 δισ. ευρώ κύκλο εργασιών το 1999 έπεσε στα 21 δισ. το 2007. Η έκθεση, μολονότι χρησιμοποιείται ευρύτατα, δεδομένης της πληθώρας πινάκων που παραθέτει, εγείρει, εντούτοις, κάποια προβλήματα μεθοδολογικής φύσης, που σχετίζονται με την εκτίμηση των πωλήσεων των κυριότερων ευρωπαϊκών χωρών, που είναι ανταγωνίστριες των ΗΠΑ σ’ αυτό το επίπεδο.

Έτσι, σύμφωνα με την CRS, η συνολική αξία των πωλήσεων γαλλικών όπλων κατά την περίοδο 2000-2007 είναι 11,4 δισ. ευρώ, ενώ σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Άμυνας το εν λόγω ποσό είναι τριπλάσιο (36,4 δισ. ευρώ). Για να γίνει σαφέστερη η δυσκολία αποτίμησης του πραγματικού κύκλου εργασιών του διεθνούς εμπορίου όπλων, σημειώνουμε ότι η Γαλλία δημοσίευσε πρόσφατα μια εκτίμηση σύμφωνα με την οποία οι ετήσιες παραδόσεις οπλικών συστημάτων είναι αξίας 61,4 δισ. ευρώ για την περίοδο 2002-2006, αριθμός που απέχει πολύ από τους υπολογισμούς της CRS. [15] Τέλος, εκτός από το δείκτη του, το SIPRI δημοσιεύει και μια εκτίμηση της χρηματιστηριακής αξίας των εξοπλισμών, βασισμένη στα επίσημα στοιχεία τριάντα τριών χωρών, που εκπροσωπούν το 90% του παγκόσμιου εμπορίου όπλων. Οι συναλλαγές οι σχετιζόμενες με τις εταιρείες όπλων το 2001 άγγιξαν το χαμηλότερο σημείο τους, στα 20 δισ. ευρώ, ενώ το 2007 ανέβηκαν στα 35 δισ. (αύξηση 64%). Παρ’ όλο που οι νομικές διατυπώσεις, οι συνθήκες, οι συμβάσεις και οι περιφερειακές συμφωνίες έχουν μια ουσιαστική συμβολική αξία, η πραγματικότητα καθορίζεται κυρίως από τις οικονομικές και στρατηγικές αποφάσεις των εμπλεκομένων.

Πολιτική αλλαγή

Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την κατάσταση ως εξής : Κατ’ αρχάς η εποχή των τεράστιων οπλοστασίων και των μεγάλων στρατών έχει παρέλθει. Η αξία των στρατιωτικών δαπανών αυξάνεται σε απόλυτους αριθμούς, βαίνει μειούμενη όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Δεύτερον, ένα μέρος των « στρατιωτικών » δαπανών έχει προσανατολιστεί στον τομέα της « ασφάλειας », όπως αποδεικνύει η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων αυτών στις μεγαλύτερες εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας.

Τρίτον, ο αφοπλισμός δεν έχει γραμμική εξέλιξη. Χαρακτηρίζεται από κύκλους, κυρίως των αμερικανικών δαπανών, που έχουν καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια εξέλιξη του φαινομένου.

Τέταρτον, η εξέλιξη διαφέρει από τη μια γεωγραφική περιοχή στην άλλη : κάποιες εστίες αναταραχής (χερσόνησος της Κορέας, Μέση Ανατολή), ακολουθούν πορεία διαφορετική από τον υπόλοιπο κόσμο.

Πέμπτον, οι πρωτοβουλίες του ΟΗΕ στον τομέα των συμβατικών όπλων πάσχουν από έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τον κύκλο εργασιών του εμπορίου οπλικών συστημάτων. Για να μπορέσει να υπάρξει μια διεθνής συνθήκη είναι απαραίτητο να βασίζεται σε αξιόπιστα δεδομένα.

Τέλος, η ποσότητα των εξοπλισμών δεν είναι η μόνη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν : οι αυξανόμενες δυνατότητες του πολεμικού υλικού (πύραυλοι υψηλών ταχυτήτων, εκρηκτικά αυξημένης ισχύος, όπλα υψηλής ακρίβειας, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επίγεια ρομπότ, λέιζερ, κρυφά όπλα, περίπλοκα συστήματα εντοπισμού, βόμβες φωσφόρου, γιγάντιες μπουλντόζες κ.λπ.) μας οδηγούν σε ένα διεξοπλιστικό, [16] από ποιοτική άποψη, σύστημα, που θέτει καινούρια ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν σε νέο πλαίσιο.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Η τελευταία σύνοδος της Διάσκεψης για τον Αφοπλισμό ολοκληρώθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου και οι εργασίες της θα επαναληφθούν τον Ιανουάριο. Το Μάιο του 2009 η διάσκεψη αυτή είχε βγει από έναν δωδεκαετή λήθαργο, υιοθετώντας, για πρώτη φορά από το 1996, ένα πρόγραμμα διαπραγματεύσεων.

[2] Ούτε και οι χώρες σε εμπόλεμη κατάσταση όπως η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα κ.ά.

[3] Βλ. Luc Mampaey, « De mauvaises fées sur le berceau de l’Europe de la Défense », « Le Monde diplomatique », Οκτώβριος 2006.

[4] Βλ. τη συλλογή « Military balance » του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Ερευνών, www.iiss.org .

[5] Στο σύνολο 26 χώρες : Αίγυπτος, Βιετνάμ, Βιρμανία, Βόρεια Κορέα, Βραζιλία, Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ινδία, Ινδονησία, Ιράκ, Ιράν, Ισπανία, Ιταλία, Κίνα, Κολομβία, Μεξικό, Νότια Κορέα, Πακιστάν, Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Συρία, Ταϊβάν, Ταϊλάνδη, Τουρκία.

[6] Βλ. Olivier Zajec, « L’armée indienne oublie Ghandi et rêve de puissance », « Le Monde diplomatique », Σεπτέμβριος 2009.

[7] Αίγυπτος, Βιετνάμ, Βιρμανία, Βραζιλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία, Ινδονησία, Ιράκ, Ιράν, Ισπανία, Ιταλία, Κολομβία, Μεξικό, Νότια Κορέα, Πακιστάν, Σαουδική Αραβία, Συρία, Ταϊβάν, Ταϊλάνδη, Τουρκία.

[8] Το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη δημοσιεύει, από το 1996, την ετήσια έκθεση « Armaments, disarmament and international security », www.sipri.org.

[9] Για τις υπόλοιπες χώρες δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία.

[10] « Livre blanc sur la défense et la sécurité nationale », la Documentation française, Παρίσι, 2008.

[11] Βλ. Jean-Paul Hebert, « Multilatéralisme et production et transferts d’armements », στο : Michele Bacot-Decriaud (υπό τη διεύθυνσή του) « Le Multilatéralisme : mythe ou réalité », Bruylant, Βρυξέλλες, 2009.

[12] Στην κατηγορία IV « Μαχητικά αεροσκάφη », περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, τα μαχητικά τελευταίας γενιάς, μαζί με εκπαιδευτικά αεροσκάφη. Όμως ανάμεσα στο Fouga Magister και την τελευταία έκδοση του F-16 υπάρχει μεγάλη διαφορά.

[13] Ο δείκτης αυτός δεν δείχνει μια καταμέτρηση του πραγματοποιηθέντος εμπορίου αλλά μια εκτίμηση, στη βάση μιας αξιολόγησης του SIPRI, που επιτρέπει τις συγκρίσεις στο χρόνο και στο χώρο, αλλά δεν έχει ως αντικείμενο την προσμέτρηση της αξίας των συναλλαγών σε μια συγκεκριμένη στιγμή.

[14] Riohard F. Grimmet, « Conventional arms transfers to developing Nations 2000-2007 », Οκτώβριος 2008, CRS code 34723 (τελευταία έκδοση).

[15] Έκθεση προς το Κοινοβούλιο, « Les exportations d’armement de la France en 2007 » (σ. 11). Διαθέσιμο στο www.defense.gouv.fr .

[16] Μεταβατική διαδικασία κατά την οποία οι διάφορες μορφές στρατιωτικής άμυνας και πολιτικής προστασίας καλούνται σε συνέργεια, παρά τις ενδεχόμενες ασυμβατότητες.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette