monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 06. Ιούνιος > Οι τρεις αλήθειες για τον Μπάρακ Ομπάμα

Υποψήφιος στο όνειρο

Οι τρεις αλήθειες για τον Μπάρακ Ομπάμα

dimanche 8 juin 2008, par John Gerring , Joshua Yesnowitz

Ο πρώην πνευματικός σύμβουλος του Μπάρακ Ομπάμα, πάστορας Τζερεμάια Ράιτ, ο οποίος σε κήρυγμά του κατήγγειλε το ρατσισμό των λευκών και κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως εν μέρει υπεύθυνες για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, έφερε σε δύσκολη θέση τον δημοκρατικό υποψήφιο, ο οποίος πιθανότατα θα αντιμετωπίσει τον ρεπουμπλικανό Τζον ΜακΚέιν στις 4 Νοεμβρίου.

Σε λόγο που εκφώνησε στις 18 Μαρτίου, ο γερουσιαστής του Ιλινόις προσπάθησε να τοποθετήσει τα λόγια του Ράιτ (τον οποίο καταδίκασε κατηγορηματικά) στο γενικότερο πλαίσιο των διαφυλετικών σχέσεων στις ΗΠΑ, έναν κύκλο βίας και πίκρας που συνδέεται με μια μακρά ιστορία διακρίσεων.

Μολονότι αυτή η πολύ εύγλωττη ομιλία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από αρκετούς σχολιαστές, οι πολιτικές (και εκλογικές) επιπτώσεις της δεν είναι ακόμη πολύ σαφείς. Μέχρι τώρα, ο Ομπάμα απέφευγε να θεωρηθεί εκπρόσωπος του 12% των μαύρων Αμερικανών και ερμηνευτής, έστω και επικριτικός, της οργής τους. Είχε εξασφαλίσει, άλλωστε, καλά αποτελέσματα στις πολιτείες που δεν έχουν παρά μία μικρή αναλογία μαύρων (Αϊόβα, Βερμόντ, Κάνσας). Η οικονομική κρίση που πλήττει σήμερα κατά μέτωπο τη χώρα θα προσφέρει στον Ομπάμα την ευκαιρία να δοκιμάσει, κατά τη διάρκεια των τελευταίων προκριματικών, τα πλεονεκτήματα και τα όρια του οικουμενικού του λόγου που έχει χαρακτηρίσει την εκστρατεία του.

Εκτός από κλασική καμπάνια, η υποψηφιότητα του Μπάρακ είναι και πολιτικό κίνημα, όπως μαρτυρούν το ηλεκτρισμένο πλήθος που συνωστίζεται στις συγκεντρώσεις του, οι δεκάδες εθελοντές που τον βοηθούν και οι πάνω από ένα εκατομμύριο μικροί χορηγοί.

Το κίνημα δραστηριοποίησε ένα ποσοστό νέων ψηφοφόρων στη διαδικασία για την εξασφάλιση του χρίσματος, κυρίως νέων και « ανεξάρτητων » [1]. Έτσι, με τέτοιο πάθος και πολύ σκληρό αγώνα για το χρίσμα του κόμματος, η συμμετοχή στις προκριματικές εκλογές και στα « caucus » (εκλογικές επιτροπές) των δημοκρατικών έφτασε σε ιστορικά επίπεδα σε ολόκληρη τη χώρα. [2]

Ωστόσο, οι γνώμες διίστανται γι’ αυτό που εκπροσωπεί η υποψηφιότητα του Ομπάμα : Για τους οπαδούς του ενσαρκώνει, στην αμερικανική πολιτική, μια θεμελιώδη νέα δύναμη που ξεπερνά το πνεύμα του κόμματος και ζητά από τους Αμερικανούς να γυρίσουν την πλάτη στο αδιέξοδο όπου οδηγούν οι πολιτικάντικες κλειστές πόρτες της Ουάσιγκτον. Για τους αντιπάλους του στο Δημοκρατικό Κόμμα, που υποστηρίζουν την υποψηφιότητα της γερουσιαστή της Ν. Υόρκης Χίλαρι Κλίντον, ο άνθρωπος είναι απλώς μεγαλόστομος. Επιπλέον, είναι πολύ νέος και δεν έχει πείρα.

Όσο για τους ρεπουμπλικανούς, αυτοί θεωρούν τον Ομπάμα γοητευτικό, αλλά χωρίς εκπλήξεις. Είναι ένας προοδευτικός της παλιάς σχολής που φροντίζει πάνω από όλα για την αναδιανομή των εισοδημάτων μέσω της φορολογίας. Καθόλου διαφορετικός δηλαδή, από αυτούς που προηγήθηκαν.

Αυτός και το κόμμα

Κάθε μία άποψη περιέχει ένα μέρος αλήθειας. Η πρωτοτυπία του ανθρώπου, η ζωντάνια του και η προσωπική πορεία του πρόσφεραν ευρύ υλικό στους σχολιαστές, ώστε « να έχουν να λένε και να γράφουν ».

Ο πατέρας του καταγόταν από την Κένυα και η μητέρα του από το Κάνσας. Ο Ομπάμα μεγάλωσε στη Χαβάη, όπου οι γονείς του γνωρίστηκαν, και στην Ινδονησία, όπου πήγε η μητέρα του για να συνεχίσει τις έρευνές της στο πλαίσιο του διδακτορικού διπλώματός της στην ανθρωπολογία, και όπου ξαναπαντρεύτηκε, προσφέροντάς του έναν ινδονήσιο πατριό. Έκανε τις ανώτερες σπουδές του στην Καλιφόρνια (Δυτικό Κολέγιο) και στη Νέα Υόρκη (Κολούμπια), και μετά εργάστηκε ως στέλεχος ενώσεων στις συνοικίες των μαύρων στο Σικάγο πριν πάρει το πτυχίο του στο δίκαιο στη Μασαχουσέτη (Χάρβαρντ).

Έτσι, ο Δημοκρατικός υποψήφιος εμφανίζεται ως ένα παλίμψηστο πάνω στο οποίο ο κόσμος έχει εναποθέσει πολυάριθμα υποκείμενα. Είναι ένας αγγελιαφόρος, αλλά όχι ένας αρχιτέκτονας του σύγχρονου Δημοκρατικού Κόμματος. Αν εξαιρέσουμε τις καινοτομίες, η υποψηφιότητά του επαναλαμβάνει μια ολόκληρη σειρά από παραδοσιακά θέματα των Δημοκρατικών.

Από το τέλος του 19ου αιώνα ώς τα μέσα του 20ού, το Δημοκρατικό Κόμμα προσδιοριζόταν από την αντίθεσή του στη συγκέντρωση εξουσίας και χρήματος στην αμερικανική κοινωνία. Οι δημοκρατικοί υποψήφιοι για την προεδρία -ανάμεσά τους ο Ουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν (1896, 1900, 1908), ο Τόμας Γούντροου Ουίλσον (1912, 1916), ο Φράνκλιν Ντέλανο Ρούζβελτ (από το 1932 ώς το 1944) και ο Χάρι Σ. Τρούμαν (1948)- έκαναν, όλοι, εκστρατεία για το « λαό » και ενάντια στις « ομάδες συμφερόντων ».

Η « δημοψηφισματική » αντίληψή τους για την πολιτική εξουσία προσδοκούσε από τους « απλούς ανθρώπους » να κυβερνιούνται άμεσα (ή όσο πιο άμεσα γινόταν) και θεωρούσε τα οικονομικά λόμπι ως διεφθαρμένα και άπληστα. Διαμαρτύρονταν ενάντια στη συγκέντρωση εξουσίας από τους καπιταλιστές, που χαρακτηρίζονταν ως « τραστ » ή « μεγάλες επιχειρήσεις ». Οι δημοκρατικοί, αντίπαλοι στα προνόμια των ελίτ, εμφανίζονταν ως οι υπερασπιστές του καθημερινού ανθρώπου -ο οποίος θεωρούνταν λευκός και ευρωπαϊκής καταγωγής. Η λαϊκιστική εποχή ήταν στις δόξες της. [3]

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο δημοκρατικός λαϊκισμός μετριάστηκε, όπως έδειξαν οι εκστρατείες του Αντλάι Στίβενσον (1952, 1956), του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι (1960), του Λίντον Μπέινς Τζόνσον (1964) και του Χιούμπερτ Χάμφρεϊ (1968). Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις πέρασε σε δεύτερο επίπεδο.

Βέβαια, οι Δημοκρατικοί μετά τον πόλεμο υπερασπίστηκαν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις για την εξάρθρωση των καρτέλ (Progressive Era) και για το New deal, [4] και προσπάθησαν, συχνά, να επεκτείνουν το πεδίο τους (ιδιαίτερα στο ζήτημα των συντάξεων). Ομάς, όλες οι αναφορές στην « πάλη των τάξεων » εξαφανίστηκαν από το λόγο τους και αντικαταστάθηκαν με μια έκκληση για την οικουμενική ένωση του συνόλου των φυλών, των πίστεων και των τάξεων στη χώρα.

Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, μια τέτοια ρητορική στρατηγική είχε κυρίως ως στόχο να ξεφύγει από κάθε κατηγορία σύνδεσης με τον κομμουνισμό, που ήταν συνώνυμος με τον αντιαμερικανισμό, και ταύτισης με ένα συνδικαλιστικό κίνημα το οποίο ήταν όλο και περισσότερο αντιδημοφιλές, στο βαθμό που θεωρείτο διαφθαρμένο.

Οι μεταπολεμικοί Δημοκρατικοί έκαναν έκκληση, λοιπόν, όλο και λιγότερο στο κράτος για να ρυθμίσει τον ιδιωτικό τομέα και δεν τα έβαζαν πια με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η νέα οικουμενική, συσπειρωτική ιδεολογία εξέφραζε το νέο πολιτικό στόχο του Κόμματος.

Μετά το 1948 και την υιοθέτηση των πρώτων μέτρων που εγγυούνταν τα πολιτικά δικαιώματα, οι Δημοκρατικοί υποστήριξαν τη δημόσια παρέμβαση υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών και των « μειονοτήτων ». Αρχικά, οι Αφροαμερικανοί αποτελούσαν τη μόνη μειονότητα που θεωρούνταν ως τέτοια.

Από τη στιγμή που εγκαθιδρύθηκε το προηγούμενο των πολιτικών δικαιωμάτων που αναγνωρίστηκαν στους μαύρους, το κόμμα αγκάλιασε στη συνέχεια την υπόθεση των γυναικών, των ισπανόφωνων, των ομοφυλόφιλων και μιας πλειάδας ποικίλων ομάδων που προσδιορίζονταν σύμφωνα με εθνικά κριτήρια ή ιδιαίτερα συμφέροντα.

Η φιλοσοφία των δικαιωμάτων δεν έπαψε να επεκτείνεται. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, το κόμμα πέρασε έτσι από μια ιδεολογία της « διακυβέρνησης από την πλειοψηφία » σε μιαν άλλη, η οποία επέμενε περισσότερο στα « δικαιώματα των μειονοτήτων ». Σε αυτή την πορεία προς την αδελφική ενότητα, απέμενε να γίνει ένα βήμα.

Μέχρι τότε, οι σημαιοφόροι του κόμματος για την προεδρία ήταν αποκλειστικά λευκοί και αρσενικού φύλου. Οι γυναίκες και οι μειονότητες ενθαρρύνονταν να ψηφίσουν για τους Δημοκρατικούς, αλλά δεν τους εμπιστεύονταν το ύψιστο καθήκον -μολονότι αρκετοί από τους εκπροσώπους τους προσπάθησαν να το πετύχουν. Ανάμεσά τους ήταν ο Τζέσε Τζάκσον το 1984 και η Πατρίτσια Σρέντερ το 1988.

Το κόμμα, αφού συντήρησε έναν λόγο υπέρ της ενσωμάτωσης επί μισόν αιώνα, σήμερα έχει φτάσει στο σημείο να περάσει στην πράξη. Όποιος και αν είναι ο υποψήφιος που θα πάρει το χρίσμα φέτος, ο Ομπάμα ή η Κλίντον, θα ενσαρκώνει, με τη διαδρομή και με τη ζωή του, την πορεία του σύγχρονου Δημοκρατικού Κόμματος. Ο μόνος σοβαρός αντίπαλος, λευκός και προικισμένος με ένα χρωμόσωμα Υ, ο Τζον Έντουαρντς, τα παράτησε μετά τον πρώτο γύρο των προκριματικών. Όμως είχε προσανατολίσει την εκστρατεία του σε θέματα που κατήγγειλαν τις κοινωνικές διαφορές και τις ανισότητες στο εισόδημα.

« Είμαστε όλοι Αμερικανοί »

Οι δύο υποψήφιοι που προηγούνται δεν υπερασπίστηκαν το οικουμενικό θέμα με ανάλογη ενέργεια.

Ενώ η Κλίντον -συμπρόεδρος, ουσιαστικά, στην κυβέρνηση του συζύγου της Μπιλ Κλίντον (1993-2001)- παρουσιάζεται ως ειδική σε ζητήματα διακυβέρνησης και αγωνίζεται για γενικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, ο Ομπάμα ενσαρκώνει θαυμάσια τη νέα ιδεολογία των Δημοκρατικών. Στη μεταβιομηχανική εποχή μας, την εύνοια του κόμματος δεν την εξασφάλισε αποκλειστικά χάρη στην υποδειγματική ιστορία της ζωής του, αλλά επίσης με τα λυρικά ξεσπάσματά του.

Ο υποψήφιος που διεκδικεί να γίνει ο πρώτος μαύρος πρόεδρος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε εθνικό ακροατήριο τον Ιούλιο του 2004, όταν εκφώνησε ομιλία στο συνέδριο των Δημοκρατικών -υποψήφιος, τότε για τη Γερουσία στην πολιτεία του Ιλινόις- και κατέκτησε τους αντιπροσώπους (και τα μέσα ενημέρωσης) καλώντας τους, πέρα από κάθε συγκεκριμένη ιδεολογία, να πιστέψουν στην κοινότητα και στην ιδιότητα του πολίτη.

Η ομιλία του αυτή έγινε διάσημη :

« Δεν υπάρχει μια προοδευτική Αμερική και μια συντηρητική Αμερική -υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν υπάρχει μια μαύρη Αμερική και μια λευκή Αμερική, μια λατινική Αμερική και μια ασιατική Αμερική. Υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (...). Λατρεύουμε έναν παντοδύναμο Θεό στις μπλε πολιτείες (με πλειοψηφία Δημοκρατικών), και δεν μας αρέσει οι ομοσπονδιακοί πράκτορες να σκαλίζουν στις βιβλιοθήκες μας στις κόκκινες πολιτείες (με πλειοψηφία Ρεπουμπλικανών). Προετοιμάζουμε τα πρωταθλήματα του μπάσκετ στις μπλε πολιτείες και έχουμε ομοφυλόφιλους φίλους στις κόκκινες πολιτείες. Πατριώτες αντιτάχθηκαν στον πόλεμο στο Ιράκ και πατριώτες τον υποστήριξαν. Είμαστε ένας λαός, έχουμε δώσει όλοι όρκο αφοσίωσης στη σημαία, υπερασπιζόμαστε όλοι τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ».

Η ιδέα της « αλλαγής »

Κατά τη διάρκεια των προεκλογικών συγκεντρώσεών του, τις οποίες ορισμένοι παρατηρητές συνέκριναν με θρησκευτικές λειτουργίες, ο Ομπάμα επισημαίνει συστηματικά ότι όλοι οι Αμερικανοί, όποια και αν είναι η φυλή, το χρώμα ή το φύλο τους, μπορούν να ευημερήσουν.

Το μικρό του όνομα, μας εξηγεί, συνοψίζει τα ευεργετήματα των Ηνωμένων Πολιτειών : « Οι γονείς μου μού έδωσαν ένα αφρικανικό όνομα, το Μπάρακ, που σημαίνει "ευλογημένος", σκεπτόμενοι ότι σε μια ανεκτική Αμερική το όνομα που φέρει ο καθένας δεν είναι εμπόδιο για την επιτυχία. Φαντάστηκαν ότι θα πήγαινα στα καλύτερα σχολεία της χώρας, μολονότι δεν υπήρξαν πλούσιοι, γιατί σε μια γενναιόδωρη Αμερική δεν έχει κανείς ανάγκη να είναι πλούσιος για να εκμεταλλευτεί όλες του τις δυνατότητες ».

Ο γερουσιαστής του Ιλινόις παρουσιάζει την υποψηφιότητά του ως μετακομματική και μεταφυλετική, αποβλέποντας να συσπειρώσει όλο τον κόσμο σε μια συναίνεση υπέρ της « αλλαγής ».

Μολονότι ασαφής, η ιδέα έχει διεισδυτικότητα. Επιτρέπει στους οπαδούς του υποψήφιου να κατασκευάσουν μια εικόνα του Ομπάμα ανεξάρτητα από το πρόγραμμα που μεταφέρει. Δεν είναι ότι ο δημοκρατικός υποψήφιος αποφεύγει να δεσμευτεί -το έδειξε στην περίπτωση του Ιράκ [5] - αλλά μάλλον ότι αυτοί που τον συμπαθούν, αδιαφορούν μερικές φορές για τις θέσεις του, προτιμώντας τη συνολική παρουσίαση που τους μεταδίδεται.

Μεταξύ των μηνυμάτων του, η σύγκλιση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο δεν είναι πουθενά αλλού πιο εμφανής παρά στο σύνθημα « Ναι, μπορούμε » (Yes, we can), το οποίο εκφράζει τα οικουμενικά θέματα της ενσωμάτωσης και της ανοχής με ένα ύφος ερώτησης - απάντησης που θυμίζει τη συμμετοχική παράδοση της αφροαμερικανικής εκκλησίας. Με δυο λόγια, ο υποψήφιος εκπροσωπεί την αποθέωση του δημοκρατικού οικουμενισμού, τον οποίο υποστηρίζει το κόμμα εδώ και μισόν αιώνα.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δέχθηκε επανειλημμένες επιθέσεις : η Κλίντον κατ’ αρχάς, και μετά ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον ΜακΚέιν, τον κατηγόρησαν ότι αρκείται « αποκλειστικά στη ρητορική » και ότι είναι « εύγλωττος αλλά κενός », ότι του λείπει η ουσία. Τον κατηγορούν επίσης ότι έχει μια συνοπτική γνώση της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, χωρίς σαφές πολιτικό πρόγραμμα.

Οι αιτιάσεις αυτές εκφράζουν ανησυχία. Αλλά η πολιτική είναι επίσης μια υπόθεση ισχυρής γλώσσας, μιας γλώσσας με σημασία, « ποίησης » -για να επαναλάβουμε το χαρακτηρισμό που αποδόθηκε στον Ομπάμα για να μειώσει το κύρος του. Οι λέξεις, και η ικανότητα να τις προφέρουμε, εκφράζουν την τέχνη του επαγγέλματος, γιατί η πολιτική είναι μια ρητορική τέχνη. Στους Αμερικανούς άρεσαν τα όσα άκουγαν από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον σημερινό πρόεδρο ή τον πατέρα του.

Η τέχνης της επικοινωνίας

Με τον ίδιο τρόπο, ο Κλίντον διακρίθηκε από σχεδόν όλους τους πρόσφατους δημοκρατικούς υποψήφιους για την προεδρία (συμπεριλαμβανόμενης της συζύγου του) από τη μαεστρία του στην τέχνη της επικοινωνίας, χωρίς την οποία ο πολιτικός άνδρας ή γυναίκα δεν μπορούν να πετύχουν πολλά πράγματα.

Η λαϊκή σοφία, την οποία επικαλείται συνεχώς η Χίλαρι, υποδεικνύει ότι, εάν κινητοποιούμε ένα εκλογικό σώμα με τον τρόπο της ποίησης, τότε κυβερνούμε μια χώρα με τον τρόπο της πρόζας. Αλλά στην εποχή της διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας, έχει σημασία να κατέχει κανείς την ικανότητα να χειρίζεται και τους δύο τρόπους. Το γεγονός ότι οι αμερικανοί ηγέτες που θεωρούνται οι πιο μεγάλοι είναι εκείνοι των οποίων θυμούμαστε τις φράσεις τους δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Πριν από ενάμιση αιώνα, οι αντίπαλοι του Αβραάμ Λίνκολν τον κατηγορούσαν ότι συγκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις του πίσω από μια ομίχλη από λέξεις οι οποίες ακούγονταν καλά -αλλά ουσιαστικά ήταν διφορούμενες. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του για την προεδρία, το 1860, ο Λίνκολν πιέστηκε περισσότερο από μια φορά να πάρει σαφώς θέση για την κατάργηση της δουλείας. Η σημαία κάτω από την οποία είχε διαλέξει να κάνει εκστρατεία ήταν η σημαία του εθνικισμού.

Απεικόνιζε τον εαυτό του ως σωτήρα της Ένωσης και όχι ως προστάτη των μαύρων. Έδειχνε μια απέχθεια για τη δουλεία, αλλά προσδιόριζε ότι πρόκειται για μια προσωπική γνώμη η οποία δεν θα μεταφραζόταν σε σημαντικά μέτρα εάν εκλεγόταν. [6] Αυτή η άσκηση προεκλογικής αμφισημίας προσμετράται ανάμεσα στις πιο σημαντικές στα χρονικά της πολιτικής.

Ωστόσο, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι τού σήμερα, μαύροι και λευκοί, θα την υπερασπίζονταν πιθανώς γιατί αυτή ήταν η μόνη στρατηγική που θα μπορούσε να οδηγήσει τον Λίνκολν στο να εξασφαλίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και, με λίγη τύχη, την προεδρία.

Αν οι Δημοκρατικοί διαλέξουν τον Ομπάμα για να υπερασπίσει τα χρώματά τους τον Νοέμβριο, ο υποτιθέμενος προοδευτισμός του έχει τόσες πιθανότητες να αποτελέσει αντικείμενο διαμάχης όσο και η ίδια η φυλή του.

Ένα κλικ αριστερά

Ο τρόπος με τον οποίο ψήφισε στο παρελθόν (στη Συνέλευση του Ιλινόις και έπειτα στη Γερουσία), όπως και οι πολιτικοί σύμμαχοί του, τον τοποθετούν στην αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος. Πιο αριστερά πάντως απ’ ό,τι όλοι οι υποψήφιοι που έχουν πάρει το χρίσμα εδώ και πολύ καιρό. Με αυτή την έννοια, ο σύγχρονος χαρακτήρας του Ομπάμα δεν έχει καμία σχέση με του Κλίντον όταν αυτός εκλέχθηκε, το 1992, με βάση ένα πρόγραμμα κεντροδεξιάς.

Αν αποσπάσει το χρίσμα του κόμματός του τον Αύγουστο στο Ντένβερ, ο γερουσιαστής του Ιλινόις θα χαρακτηριστεί ίσως από τους ιστορικούς ως ο πιο αριστερός Δημοκρατικός από τον καιρό του Τζορτζ ΜακΓκόβερν, το 1972. [7] Θα διαλέξει, άραγε, να κάνει εκστρατεία ως ένας δηλωμένος προοδευτικός ; Οι αντίπαλοί του θα του επιτρέψουν, άραγε, να παρουσιαστεί ως υπεράνω της σύγκρουσης ;

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Δηλαδή πολίτες που διαλέγουν να μη συνδεθούν με κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα τη στιγμή που εγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους. Το ζήτημα της πολιτικής τοποθέτησής τους τίθεται λοιπόν σε αυτούς όταν καθορίζουν την προκριματική εκλογή στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν. Γιατί, σε αρκετές πολιτείες, ένας ψηφοφόρος που εγγράφεται ως Δημοκρατικός ή ως Ρεπουμπλικανός δεν μπορεί να συμμετάσχει σε άλλη προκριματική εκλογή παρά μόνο σε αυτήν του κόμματός « του ». Κατά τις γενικές εκλογές, κάθε ψηφοφόρος παραμένει βέβαια ελεύθερος να ψηφίσει για τον υποψήφιο του αντίπαλου κόμματος.

[2] Για στοιχεία που αφορούν τις δημογραφικές ομάδες και την εκλογική συμμετοχή (που δημοσιοποιούνται κατά τη διάρκεια των προκριματικών εκλογών) βλέπε The United States Election Project, http://elections.gmu.edu.

[3] Αυτό το ιστορικό προσχέδιο εμπνέεται από το έργο « Party Ideologies in America, 1828-1996 », Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2001.

[4] Οικονομικά και κοινωνικά μέτρα που πάρθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ανάμεσα στο 1933 και το 1939, τον καιρό της προεδρίας του Φράνκλιν Ντέλανο Ρούζβελτ.

[5] Στις 2 Οκτωβρίου 2002, ενώ μια πλειοψηφία Αμερικανών φαινόταν να στηρίζει την πολιτική του προέδρου Τζορτζ Μπους, ο Ομπάμα έλαβε μέρος σε μια αντιπολεμική διαδήλωση και εκφώνησε εκεί έναν σημαντικό λόγο. (Βλέπε το κείμενό του μεταφρασμένο στην ιστοσελίδα μας www.monde-diplomatique.fr/2008/04/OBAMA /15768). Στα αγγλικά στο http://www.barackobama.com/2002/10/02/remarks_of_illinois_state_sen.php.

[6] Ο Λίνκολν πίστευε ότι η χειραφέτηση των μαύρων αποτελούσε μια ιδεαλιστική πρόταση χωρίς προοπτική γρήγορης εφαρμογής. Αντιδρώντας σε ένα κύριο άρθρο που ζητούσε την άμεση χειραφέτηση των δούλων, εξηγούσε : « Αν μπορούσα να σώσω την Ένωση χωρίς να απελευθερώσω κανέναν δούλο, θα το έκανα. Εάν μπορούσα να τη σώσω απελευθερώνοντάς τους όλους, θα το έκανα, αν μπορούσα να τη σώσω απελευθερώνοντας ορισμένους αλλά αφήνοντας τους άλλους εκεί που βρίσκονται, θα το έκανα επίσης ».

[7] Γερουσιαστής στη Νότια Ντακότα και σκληρός αντίπαλος του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Τζορτζ ΜακΓκόβερν υπήρξε ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος στις προεδρικές εκλογές του 1972. Δεν πέτυχε παρά το 38% των ψήφων έναντι του Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος επανεκλέχθηκε.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette