monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2004 > 03. Μάρτιος > Η αμερικανική δεξιά διανοήθηκε το αδιανόητο

Η αμερικανική δεξιά διανοήθηκε το αδιανόητο

dimanche 7 mars 2004, par Halimi Serge

Οι αμερικανοί δημοκρατικοί παρουσιάζουν το πρόγραμμά τους σαν αυτονόητο. Δεν θα διαφωνήσουν μ’ αυτό παρά μόνο οι ιδεολόγοι και οι οπισθοδρομικοί. Όμως εδώ και τριάντα χρόνια, η συζήτηση που κυριαρχούσε στιγμάτιζε άλλους οπισθοδρομικούς και άλλους ιδεολόγους : τους νεοφιλελεύθερους...

Το 1998, συγκλονισμένο από τις οικονομικές κρίσεις στη Ρωσία, στη νοτιοανατολική Ασία και στη Λατινική Αμερική, το εβδομαδιαίο περιοδικό « Business Week » προέβλεπε « υποχώρηση του καπιταλισμού του ελεύθερου εμπορίου, ιδεολογία της μεταψυχροπολεμικής εποχής : ένας κόσμος μέσα στον οποίο οι χώρες αποσύρονται από το σύστημα της αγοράς που ο καθένας θεωρούσε αυτονόητο ». [1]

Η « ψευδαίσθηση » δεν διήρκεσε, τα πράγματα -και οι υποθέσεις- ξαναπήραν τη συνηθισμένη τους πορεία. Όμως σε άλλες περιόδους, η ανατροπή του κυρίαρχου συστήματος οικονομικών πεποιθήσεων και της δημόσιας πολιτικής που νομιμοποιούνταν από αυτά τα πιστεύω, έγινε πραγματικότητα. Δεν αποτελούσε προϊόν του τυχαίου ή του μοιραίου ούτε μηχανικό αποτέλεσμα των κοινωνικών ή ιστορικών αναπροσαρμογών.

Στην περίπτωση των ΗΠΑ, το βιβλίο που ο Ρικ Περλστάιν αφιέρωσε στον Μπάρι Γκολντγουότερ, τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο στις προεδρικές εκλογές του 1964, μας υπενθυμίζει τη δύναμη της πολιτικής, την ύπαρξη μιας στιγμής όπου, ενάντια σε κάθε προσδοκία, οι « χαμένοι » είναι αυτοί που γράφουν την ιστορία γιατί κινητοποίησαν, έσπειραν τις ιδέες και δημιούργησαν τα κινήματα που θα επικρατήσουν στο μέλλον. [2] Το να προνοούμε σωστά για να ενεργούμε σωστά, δεν σημαίνει αναγκαστικά, όπως πιστεύει η πλειονότητα των δημοσκόπων και των δημοσιογράφων, να ενισχύσουμε τις υπάρχουσες τάσεις, να διαλυθούμε στο ρυθμό της εποχής, να υποκύψουμε στην ατζέντα των μέσων ενημέρωσης και στις απαιτήσεις τους. Είναι άλλοτε το να ετοιμάσουμε τις αποκλίσεις των διαγραμμάτων και στη συνέχεια τη μεταστροφή τους -με υπομονή και επιμονή, ενδεχομένως χωρίς να διστάζουμε να πολεμήσουμε όλους όσοι διαλαλούν τις ιδέες της επικαιρότητας. Άλλοτε, η ιδεολογική εργασία, ο πολιτικός βολονταρισμός και η πολιτική μαχητικότητα δημιουργούν νέα « απαίτηση ».

Το 1964, ο Μπάρι Γκολντγουότερ συνετρίβη από τον δημοκράτη Λίντον Τζόνσον : δεν έλαβε παρά μόνο το 38% των ψήφων. Σχολιαστές και ειδικοί συντάσσουν αμέσως τον επιτάφιό του και προκηρύσσουν το θρίαμβο της δημοκρατικής, κεντρώας και κεϊνσιανής ιδεολογίας.

Ο συντηρητικός ριζοσπαστισμός χαρακτηρίστηκε « τελειωμένος ». « Ο εξτρεμισμός στην υπεράσπιση της ελευθερίας δεν είναι βίτσιο, η μετριοπάθεια στη διεκδίκηση της δικαιοσύνης δεν αποτελεί αρετή » ξεκαθάρισε ο Μπάρι Γκολντγουότερ. Με αυτόν εδώ τον υποψήφιο, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα πήρε το ρίσκο να προτείνει στους ψηφοφόρους ζωηρά χρώματα και διαλεκτική ρήξης, αντεπανάστασης.

« Πόλεμος ενάντια στη φτώχεια »

Θα είχε πάρει, πιστεύαμε τις μέρες εκείνες, το μάθημά του. Το Νοέμβρη του 1964, οι εκλογές κερδίζονται πάντα στο κέντρο, ο ριζοσπαστισμός αγριεύει, το « New Deal » φαντάζει αιώνιο, οι ιδεολογίες συγκλίνουν, οι τεχνικές επιβάλλονται, η σκέψη παραμένει ενιαία : δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. [3]

Μάλιστα, ο ρεπουμπλικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ παραδεχόταν το 1958 ότι « η βαθμιαία εξάπλωση του ομοσπονδιακού κράτους » ήταν « το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για γρήγορη αύξηση της ανάπτυξης ». Το 1960, το προεκλογικό πρόγραμμα του Δημοκρατικού Κόμματος διακηρύσσει ότι « η οριστική εξάπλωση » της φτώχειας βρίσκεται « ενόψει ».

Ο Λίντον Τζόνσον το αναλαμβάνει. Σίγουρος ότι « μπορούμε τα πάντα να πετύχουμε : διαθέτουμε τα μέσα », [4] ξεκινά -από την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, με τα χρήματα από τους φόρους και τη συνδρομή επιπλέον χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων- τον « πόλεμο ενάντια στη φτώχεια ». Κοινωνικά, θα επιτύχει κάποιους από τους στόχους του. [5] Πολιτικά, ακούγεται ήδη το κύκνειο άσμα της εποχής του κεϊνεσιανού βολονταρισμού. « Έναν πόλεμο ενάντια στα πορτοφόλια σας » είχε χαράξει ο Μπάρι Γκολντγουότερ.

Γιατί ήδη διαφαίνονται οι ανατιμήσεις. Το « New Deal » δεν είναι αιώνιο, η εργοδοσία προετοιμάζει τη ρεβάνς της, ο δημοκρατικός συνασπισμός συρρικνώνεται και από τις δύο πλευρές : οι « μικροί Λευκοί », κυρίως εκείνοι του Νότου και των μεγάλων πόλεων, το εγκαταλείπουν για να ασχοληθούν με το ζήτημα των πολιτικών δικαιωμάτων που χορηγήθηκαν στους Μαύρους, οι ριζοσπαστικοί πολεμούν τον Λίντον Τζόνσον εξαιτίας της στράτευσης και του Βιετνάμ. Η σκέψη σταματά να είναι ενιαία. Και ο « εξτρεμισμός » αλλάζει στρατόπεδο.

Σχεδόν όπως αλλάζει στρατόπεδο ένας κάποιος Ρόναλντ Ρέιγκαν. Το 1964, υποστηρίζει την προεκλογική εκστρατεία του Μπάρι Γκολντγουότερ. [6] Διεκδικεί και ο ίδιος απαιτεί επίσης « μια επιλογή, όχι αντίλαλο ». Δεν είναι πια παρά ζήτημα χρόνου. Για να « σώσει » το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο βρίσκεται εκτός Λευκού Οίκου από το 1933, ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ενστερνίστηκε το 1952 τη θεματολογία και την πολιτική του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ισορροπία δυνάμεων

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα θα πιστώσουμε στον Μπιλ Κλίντον ένα παρόμοιο κατόρθωμα. Αλλά με την αντίστροφη φορά. Όταν το Δημοκρατικό Κόμμα συντάχθηκε με τη θεματολογία και τις πολιτικές αντιλήψεις του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το ανάγκασε να κάνει μεγαλύτερη στροφή προς το νεοφιλελευθερισμό. Πρόεδρος του ιδρύματος « Heritage Foundation », το think tank (« δεξαμενή σκέψης ») της αμερικανικής δεξιάς, το οποίο δημιούργησε πλήθος από στελέχη της σημερινής διοίκησης Μπους, ο Εντουιν Φέλνερ εξηγούσε εδώ και δέκα χρόνια : « Όταν ξεκινήσαμε (το 1973), μας χαρακτήριζαν "ακροδεξιούς". Σήμερα, οι ιδέες μας ανήκουν στο κυρίαρχο ρεύμα ». [7]

Εάν αποδίδαμε μια τέτοια μεταστροφή αποκλειστικά στην ιδεολογική δουλειά των « think tanks », των διεθνών οικονομικών ιδρυμάτων των διανοουμένων και των δημοσιογράφων που έκαναν τη « νεωτερικότητα » συνώνυμη της ευθυγράμμισης με τις θέσεις της εργοδοσίας, θα ήταν ιδεολογικό αμάρτημα. Ο πνευματικός βολονταρισμός μιας δεξιάς που δεν δίστασε να επικαλεστεί τις θέσεις του ιταλού κομμουνιστή Αντόνιο Γκράμσι για την αναγκαία διεκδίκηση της πολιτιστικής ηγεμονίας, πέτυχε πραγματικά τους στόχους του χάρη στη μετακίνηση υπέρ της της ισορροπίας των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το χαρτί των « αξιών »

Το ζήτημα των μειονοτήτων συνέβαλε στο να εξαρθρωθεί ο δημοκρατικός συνασπισμός. Ξεχάσαμε αυτό που το κοινωνικό κράτος προσέφερε (« New Deal ») για να συγκρατήσουμε μόνο αυτό που κόστισε (φόρους). Οι φορολογικές επιβαρύνσεις και ο πληθωρισμός έγιναν προοδευτικά αντιληπτοί από κάποιες λαϊκές κατηγορίες ως κόστος μιας πολιτικής που δεν τις ευνοούσε πλέον.

Από το 1964, η προεκλογική εκστρατεία του Γκολντγουότερ αποδεικνύει ότι μπορούμε, παίζοντας το φυλετικό χαρτί καθώς και το χαρτί των « αξιών », να στρέψουμε προς τα δεξιά ένα λαϊκό εκλογικό σώμα, αρνητικό στην ανακατανομή του κράτους από τη στιγμή που δεν βλέπει πλέον σ’ αυτή παρά μια καταναγκαστική παρέμβαση προς όφελος των « μειονοτήτων » και των φτωχών. Επικαλούμενος την περίπτωση ενός δικαιούχου κουπονιών διατροφής, μαύρου υποτίθεται, « όπου μπροστά σας στο ταμείο αγοράζει ένα φιλέτο ενώ εσείς περιμένετε με το πακετάκι σας του κιμά », ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ήξερε τι έκανε.

Ο πολιτειολόγος Μπένζαμιν Μπάρμπερ εξιστορεί ότι τον Ιανουάριο του 1995, δύο μήνες μετά την εκλογική πανωλεθρία του Δημοκρατικού Κόμματος στις κοινοβουλευτικές εκλογές, ο πρόεδρος Κλίντον του εξηγούσε : « Χάσαμε τη βάση μας στο Νότο. Οι ψηφοφόροι μας ψήφισαν υπέρ του Γκίνγκριτς. [8] Τους ξέρω καλά, μεγάλωσα μαζί τους. Πιστεύουν ότι πληρώνουν ασταμάτητα για τις μεταρρυθμίσεις μας. Από τον εμφύλιο πόλεμο, όλες οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν στην πλάτη τους. Αυτοί είναι που πλήρωσαν το τίμημα της προόδου. Δεν σταματήσαμε να τους καταλογίζουμε το κόστος της ελευθερίας των άλλων ». [9]

Όμως, η « φυλετική » μνησικακία έσπασε την ταξική αλληλεγγύη και μάλιστα ακόμα πιο εύκολα, μετά τη μεταστροφή προς τη δεξιά της δεκαετίας του εβδομήντα, από τη στιγμή που η ανεργία, η επισφαλής εργασία, ο ανταγωνισμός όλων με όλους, μείωσαν την ικανότητα των λαϊκών στρωμάτων να « πληρώσουν ». Ήταν « το τίμημα της προόδου » υπέρ των ομάδων που ήταν πιο αδικημένες από αυτούς.

Παραδόξως, η κοινωνική αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού θα ευνοήσει την εκλογική και πολιτική του επιτυχία : ο άγριος καπιταλισμός απελευθερώνει έναν αντιδραστικό λαϊκισμό. Δεξιοί ή αριστεροί, οι κυβερνώντες άγουν πολιτική ευνοϊκή για τους πλουσίους. Έπειτα, με τη συνδρομή των μέσων ενημέρωσης, τα οποία κατέχουν οι ισχυροί, ορισμένοι από αυτούς μετατρέπουν την πιθανή εργατική οργή που προκαλείται από οικονομικές διεκδικήσεις σε πανικό ταυτότητας. Και σε μια απαίτηση για « νόμο και τάξη ». [10]

Το 1976, κλείνοντας την ομιλία του κατά τη βράβευσή του με το Νόμπελ οικονομίας, ο Μίλτον Φρίντμαν παρατήρησε ότι « η ριζική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στον τομέα της οικονομίας δεν αποτελεί το προϊόν ενός ιδεολογικού πολέμου. Πρόκειται σχεδόν ολοκληρωτικά για τη δύναμη των γεγονότων. Η εμπειρία είχε πολύ μεγαλύτερο αποτέλεσμα από την πιο ισχυρή των ιδεολογικών και πολιτικών βουλήσεων ». [11]

Ο ρόλος της πρωτοπορίας

Ήταν υπερβολικά μετριοπαθής. Χωρίς την υπομονετική εργασία των « εξτρεμιστών », όπως ο Μπάρι Γκολντγουότερ και τα συντηρητικά « think tanks », τα υποκινούμενα από το Φρίντμαν και τον Φρίντριχ φον Χάγεκ, τίποτα δεν εγγυόταν ότι η « εμπειρία » του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του ’70 θα ερμηνευόταν με αυτόν τον τρόπο. Κάθε κρίση ευνοεί την αμφισβήτηση του status quo. Αλλά σε ποια κατεύθυνση θα πραγματοποιείτο ;

Δεξαμενές σκέψης, όπως το Society of Mont Pelerin, το Heritage Foundation, το Cato Institute, δεν δίστασαν να « διανοηθούν το αδιανόητο ». Κατά βάθος, το όνομα του κόμματος στην εξουσία δεν τους ενδιέφερε : έπρεπε εξ ορισμού όλα τα κόμματα να είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν μια οικονομική πολιτική στην υπηρεσία της « επιχείρησης », όπου οι παίκτες να βρίσκονται αντιμέτωποι, αλλά στο ίδιο γήπεδο. Στη δεξιά, όλοι είναι κεϊνσιανοί το 1960 : βρετανοί συντηρητικοί, αμερικανοί ρεπουμπλικάνοι και γάλλοι γκολικοί. Στην αριστερά, όλοι είναι νεοφιλελεύθεροι σαράντα χρόνια μετά : εργατικοί του Μπλερ, δημοκράτες του Κλίντον και γάλλοι σοσιαλιστές.

Προετοιμάζοντας, από το Φλεβάρη του 1947, τη μεγάλη εναλλακτική του « σοσιαλισμού », ο Χάγεκ ανακοινώνει : « Η προσπάθειά μας διαφέρει από μια πολιτική υπόθεση : οφείλει κυρίως να στοχεύσει μακροπρόθεσμα και όχι προς αυτό που θα μπορούσε να είναι άμεσα εφαρμόσιμο ». [12] Αυτό υποδηλώνει ότι το νεοφιλελεύθερο ιδεώδες δεν θα αποδυναμωθεί για να περάσει το τέλμα και να κερδίσει νίκες χωρίς αύριο. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους της ρήξης, το ζήτημα δεν είναι να προσελκύσουν το κεντρώο εκλογικό σώμα, τους κοινοβουλευτικούς, τα μέσα ενημέρωσης, όπου όλοι πάνε σύμφωνα με το ρεύμα, αλλά να αντιστρέψουν τη φορά των κυμάτων. Λενινιστές της αγοράς, οι νεοφιλελεύθεροι πίστευαν στο ρόλο της πρωτοπορίας. Δεν ήταν τα υπουργεία που τους ενδιέφεραν, αλλά η εξουσία.

Γκολντγουότερ, Ρέιγκαν, Θάτσερ, Χάγεκ, Φρίντμαν : ο κόσμος μας μοιάζει κάθε μέρα περισσότερο με τα όνειρά τους. Εκείνοι διέθεταν όπλα στα οποία οι αντίπαλοι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν πρέπει να υπολογίζουν : οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν θα χρηματοδοτήσουν τις έρευνες αυτών που θέλουν να καταστρέψουν την εξουσία τους.

« Ο κύκλος της λογικής »

Ο τύπος, στο εξής στα χέρια των πολυεθνικών, θα χειριστεί τον ναρκισσισμό « των αρχηγών » της αμφισβήτησης, θα προσπαθήσει να ανακτήσει το πιο καιροσκοπικό τμήμα του κινήματος για να μπαλώσει την πρόσοψη του συστήματος, θα φροντίσει να καταστρέψει τους αδιόρθωτους παρουσιάζοντάς τους σαν « εξτρεμιστικά » μοσχεύματα. [13]

Όμως οι αντιφρονούντες διαθέτουν ένα ατού. Η ιδέα τού να μετατρέψουμε τον κόσμο σε εμπόρευμα είναι τρέλα. Όταν οι παράφρονες ιδέες των εξουσιαστών καταφέρουν να γίνουν « ο κύκλος της λογικής » που μας φυλακίζει, κάποιες ελπίδες επιτρέπονται γι’ αυτούς που, υπερασπιζόμενοι το συμφέρον της πλειονότητας του πληθυσμού του πλανήτη, προτίθενται να ξαναβάλουν τον κόσμο στη θέση του.

Δεν θα μπορούσαν, άραγε, με τη σειρά τους να επιβάλλουν την αποφασιστικότητα, την υπομονή -καθώς και τη διακριτικότητα- των σταυροφόρων της αγοράς, οι οποίοι, στο περιθώριο των πολιτικών παιχνιδιών και των απεικονίσεών τους στα τηλεοπτικά δίκτυα, διανοήθηκαν κάποτε το αδιανόητο ;

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Robert Samelson, « Newsweek », 14 Σεπτεμβρίου 1998 και « Business Week », 14 Σεπτεμβρίου 1998.

[2] Rick Perlstein, « Before the Storm : Barry Goldwater and the Unmaking of the American Consensus », Hill and Wang, Νέα Υόρκη 2001.

[3] Στα αγγλικά, « There is no alternative ». Κάποια χρόνια αργότερα, αυτό το γνωμικό θα χρησιμοποιηθεί από τη Μάργκαρετ Θάτσερ, για να προκηρύξει, όμως, τον αναγκαίο χαρακτήρα μιας φιλοσοφίας που κλίνει ακόμα περισσότερο προς τα δεξιά απ’ ό,τι αυτή του Μπάρι Γκολντγουότερ, και που θα γίνει γνωστή με το ακρωνύμιό του : ΤΙΝΑ.

[4] Γι’ αυτές τις παραθέσεις βλέπε Rick Perlstein όπ.π. σελίδες 13, 327 και 304.

[5] (5) Ο αριθμός των Αμερικανών που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας πέρασε από 22% το 1959 σε 11% το 1979. Τα προγράμματα που προωθήθηκαν από τη διοίκηση Τζόνσον είχαν σημαντικά αποτελέσματα, κυρίως για τους ηλικιωμένους.

[6] Το 1960, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν υποστήριξε τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο, ενάντια στον Τζον Κένεντι, ως « δημοκράτης υπέρ του Νίξον ».

[7] Βλ. « Les boites a idées de la droite américaine », « Le Monde Diplomatique », Μάιος 1995. Για το ρόλο των think tanks στη διοίκηση του Μπους, βλέπε Robin Toner, « Conservatives Savor Their Role as Insiders in the White House », « The New York Times », 19 Μαρτίου 2001.

[8] ΣΤΜ : ο τότε ρεπουμπλικανός ηγέτης

[9] Benjamin Barber, « The Truth of Power : Intellectual Affaires in the Clinton White House », Norton, Νέα Υόρκη, 2001, σελ. 97.

[10] Διάβασε Thomas και Mary Edsall, « Chain Reaction : the impact of Race, Rights, and Taxes on American Politics », Norton, Νέα Υόρκη, 1991.

[11] Απόσπασμα από τον Richard Cockett, « Thinking the Unthinkable : Think Tanks and the Economic Counter - Revolution, 1931 - 1995 », « Fontana Press », Λονδίνο, 1995, σελ. 198. Βλέπε επίσης Keith Dixon, « Les Evangélistes du marche », Raisons d ’agir, Παρίσι, 1998.

[12] Richard Cockett, όπ.π. βλέπε σελ.104.

[13] (12) Διάβασε « Eternelle récupération de la contestation », « Le monde diplomatique », Φλεβάρης 2001.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette