monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > Αδημοσίευτα > Στενά περιθώρια για το νέο πρόεδρο

Άνοδος της τρομοκρατίας, επιφυλακτικότητα των ΗΠΑ, προσέγγιση με την Ινδία

Στενά περιθώρια για το νέο πρόεδρο

samedi 1er novembre 2008, par Racine Jean–Luc

Ενώ εξέρχεται από μία δεκαετία στρατιωτικού καθεστώτος, το Πακιστάν πρέπει να αντιμετωπίσει μία σειρά κινδύνους. Κάθε μέρα, ανακοινώνονται θύματα στις περιοχές των φυλών, όπου οι πολίτες γίνονται θύματα του κυνηγιού των Αφγανών και Πακιστανών ταλιμπάν. Με τις ΗΠΑ, οι σχέσεις δεν βρίσκονται στο καλύτερο σημείο τους ενώ στο εσωτερικό, η κρίση απλώνεται. Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Ασίφ Αλί Ζαρντάρι πρέπει να πλεύσει ανάμεσα σε σκόπελους. Ωστόσο, οι συζητήσεις για το μέλλον του Κασμίρ ξανάρχισαν με τη γείτονα Ινδία.

Δυο προειδοποιήσεις σημάδεψαν την άφιξη του πακιστανού προέδρου Ασίφ Αλί Ζαρντάρι στην εξουσία, ο οποίος ανέλαβε στις 9 Σεπτεμβρίου. Στις 3 του ίδιου μήνα, για πρώτη φορά μετά την έναρξη του « πολέμου κατά της τρομοκρατίας » που ξεκίνησε στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001, αμερικανοί κομάντος οι οποίοι μεταφέρθηκαν με ελικόπτερα, πραγματοποίησαν επίγεια επιχείρηση στην περιοχή του Νότιου Βαζιριστάν, ενός από τα εφτά διαμερίσματα των περιοχών των φυλών που βρίσκονται υπό την « ομοσπονδιακή πακιστανική διοίκηση », την « FATA ». [1]

Στις 20 Σεπτεμβρίου, μια επίθεση αυτοκτονίας στην καρδιά του Ισλαμαμπάντ άφησε περισσότερους από 50 νεκρούς κάτω από τα ερείπια του ξενοδοχείου Marriott, σημείο συνάντησης της υψηλής κοινωνίας του Πακιστάν και των ξένων επισκεπτών. Αυτή η θεαματική απόπειρα εντάσσεται σε μια σειρά επιθέσεων που εξαπολύθηκαν μετά την αιματηρή κατάληψη του κόκκινου Τεμένους της Ισλαμαμπάντ τον Ιούλιο του 2007. Την ίδια κιόλας ημέρα της εκλογής του νέου προέδρου, στις 6 Σεπτεμβρίου, μια από αυτές τις επιθέσεις προκάλεσε το θάνατο εικοσιπέντε ανθρώπων στην Πεσαβάρ.

Παγιδευμένος ανάμεσα στις αμερικανικές πιέσεις, την εξέγερση των φυλών, το κύμα της τρομοκρατίας και τη δύναμη του στρατού, ο νέος πολιτικός πρόεδρος διαθέτει πολύ περιορισμένο περιθώριο ελιγμών προκειμένου να αντεπεξέλθει στις τρεις μείζονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα : την σταθεροποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ύστερα από τόσες στρατιωτικές κυβερνήσεις, τον αγώνα κατά του εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας, ο οποίος επιβάλει την επανεξέταση του γεωπολιτικού μοντέλου πάνω στο οποίο το Πακιστάν έχει στηρίξει επί μακρόν την πολιτική του απέναντι στην Ινδία και το Αφγανιστάν, και τέλος, την εξυγίανση μιας οικονομίας που βρίσκεται σε κρίση.

Στους μήνες που ακολούθησαν τη δολοφονία της συζύγου του, Μπεναζίρ Μπούτο, στις 27 Δεκεμβρίου του 2007, ο Ζαρντάρι επέδειξε αξιοθαύμαστο ταλέντο στο να ελίσσεται. Η αμφίβολη φιγούρα του πρώην παίκτη του πόλο και πρώην υπουργού επενδύσεων που έμεινε στη φυλακή δέκα χρόνια για διαφθορά χωρίς ποτέ να καταδικαστεί επίσημα, είχε οδηγήσει το « Κόμμα του Λαού του Πακιστάν » (ΡΡΡ) να δεχτεί για αρχηγό του τον Μπιλαουάλ, το νεαρό γιο του ζεύγους. Παρ’ όλα αυτά, ο πατέρας του, που τότε είχε τον τίτλο του « συμπροέδρου », έγινε το πραγματικό αφεντικό του ΡΡΡ, το οποίο αναδείχθηκε στο ισχυρότερο κόμμα της χώρας μετά τις βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2008. [2]

Ο Ζαρντάρι δεν διέθετε πλειοψηφία, ωστόσο μπόρεσε να διαπραγματευθεί μια συμμαχία με τον Ναουάζ Σαρίφ, τον ιστορικό ηγέτη της « Μουσουλμανικής Λίγκας του Πακιστάν -Ναουάζ », της δεύτερης πολιτικής δύναμης της χώρας. Κατόρθωσε να προσθέσει σε αυτή τη συμμαχία το « Εθνικό Κόμμα Αουαμί », το οποίο επικράτησε στα εδάφη των Παστούν στην επαρχία των βορειοδυτικών συνόρων, καθώς και τον εκρηκτικό, πλην όμως οπορτουνιστή Φαζλούρ Ραχμάν, αρχηγό του « Τζαμιάτ Ουλεμά ε Ισλάμι ». Ο Ραχμάν ήταν γνωστός για τους παλιούς δεσμούς του με τους Ταλιμπάν, αλλά ήρθε σε ρήξη με τον ισλαμικό συνασπισμό του « Μουταχιντά Μαϊλίς ε Αμάλ », « δημιούργημα » των μυστικών υπηρεσιών του στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ το 2002. Πώς όμως θα μπορούσε αυτή η συμμαχία να επωμιστεί τα προβλήματα της χώρας, όταν την ίδια στιγμή ο στρατηγός -πρόεδρος αποφάσιζε να παραμείνει στη θέση του ; Η αφύπνιση της κοινωνίας των πολιτών που έγινε αισθητή με τις συνεχείς διαδηλώσεις κατά της απόλυσης των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου το Μάρτιο του 2007, θα ενίσχυε, άραγε, την αναγέννηση της δημοκρατίας ; Προς το παρόν, επικρατεί μια διαφορετική γραμμή.

Στους κόλπους του δικού του στρατοπέδου, ο Ζαρντάρι απομάκρυνε ορισμένα πρόσωπα με ειδικό βάρος προκειμένου να εκλέξει επικεφαλής της κυβέρνησης τον Γιουσούφ Ρεζά Γκιλάνι και τη Φεχμίντα Μίρζα -την πρώτη γυναίκα που καταλαμβάνει αυτή τη θέση- πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης. Στο θέμα των απολυμένων δικαστών ακολούθησε την τακτική του ζεστού – κρύου, χωρίς να επαναφέρει στη θέση του τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Ιφτιχάρ Μοχάμεντ Τσάουντρι , ο οποίος ήταν γνωστός για την ανεξάρτητη κρίση του. Κατά τη διάρκεια μιας ρευστής περιόδου σχετικά με το μέλλον του προέδρου Μουσάραφ, έπαιξε διπλό παιχνίδι. Συμμάχησε εκ νέου με τη « Μουσουλμανική Λίγκα », η οποία είχε εγκαταλείψει την κυβέρνηση σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την ακινησία ως προς το θέμα των δικαστών, με στόχο να απομακρύνει τον Μουσάραφ,. Ο τελευταίος προτίμησε να παραιτηθεί στις 18 Αυγούστου αντί να υποστεί τη διαδικασία της καθαίρεσής του από το Κοινοβούλιο, ενδεχομένως και την παραπομπή στη δικαιοσύνη για παραβίαση του συντάγματος.

Εν συνεχεία, ο Ζαρντάρι, αθετώντας την υπόσχεση που είχε δώσει στους συμμάχους του από τη Λίγκα, έβαλε υποψηφιότητα για την προεδρία, αφού πρώτα εξασφάλισε διάφορα πολιτικά ερείσματα. Εξελέγη από τους βουλευτές και τις εθνοσυνελεύσεις των επαρχιών με το 75% των ψήφων. Το βασικό ερώτημα ωστόσο παραμένει : αφήνοντας στην άκρη τους όποιους ελιγμούς, μπορεί ο Ζαρντάρι να εξελιχθεί σε πολιτικό άνδρα ; Για να κατανοήσουμε τί διακυβεύεται σήμερα, πρέπει να θυμηθούμε ότι το Πακιστάν από την εποχή της ανεξαρτησίας του και τον πρώτο πόλεμο του Κασμίρ (1947 – 1948), προσπαθεί πάντα να μην παγιδευτεί μεταξύ Ινδίας και Αφγανιστάν, πραγματοποιώντας παρεμβάσεις εκτός των συνόρων του μέσω ελεύθερων σκοπευτών που ελέγχονται από την Υπηρεσία Εσωτερικών Πληροφοριών (ISI) -τις μυστικές υπηρεσίες. Αυτές υποστήριξαν τους Αφγανούς μουτζαχεντίν που μάχονταν εναντίον των Σοβιετικών τη δεκαετία του 1980 (με την οικονομική υποστήριξη των Αμερικανών), κατόπιν, τους Ταλιμπάν από το 1994, καθώς και τους αντάρτες ; του Κασμίρ και τους πακιστανούς τζιχαντιστές που πολεμούσαν κατά της ινδικής παρουσίας στο Κασμίρ κατά τη δεκαετία του ’90.

Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, ο στρατηγός Μουσάραφ κατάλαβε ότι έπρεπε να συμμετάσχει στον « πόλεμο κατά της τρομοκρατίας » του Τζορτζ Μπους. Όπερ και έπραξε, όχι όμως χωρίς μια δόση διγλωσσίας. Στο Κασμίρ, οι ένοπλες ομάδες περιορίστηκαν, αλλά δεν εξαρθρώθηκαν. Ακόμα και μέσα στο ίδιο το Πακιστάν, η καταστολή- η οποία δεν έφτασε μέχρι τον Οσάμα Μπιν Λάντεν- άγγιξε περισσότερο τους κύκλους της Αλ Κάιντα παρά τους Αφγανούς Ταλιμπάν που είχαν καταφύγει στις περιοχές των πακιστανικών φυλών ή στο Βαλουχιστάν. Αυτά τα ημίμετρα ωστόσο στάθηκαν αρκετά για να στρέψουν ενάντια στο καθεστώς -από τα τέλη του 2003 και μετά- μέρος των δικτύων των ενόπλων ισλαμιστών οι οποίοι ως τότε χειραγωγούνταν από την εξουσία. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ταχέως με την πρωτοφανή είσοδο του στρατού στις περιοχές των φυλών και την έναρξη διαλόγου με την Ινδία Ούτε οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ούτε οι διαπραγματεύσεις που στόχευαν στην απομόνωση των πακιστανών ανταρτών από τους Αφγανούς ταλιμπάν, στέφθηκαν με επιτυχία. Σύντομα, διάφοροι αρχηγοί φυλών και εκπρόσωποι του πολιτικού ισλάμ παραμερίστηκαν από νεαρούς αρχηγούς πολιτοφυλακών οι οποίες αριθμούσαν στις τάξεις τους χιλιάδες άντρες και καταδίκαζαν τόσο τον πακιστανικό στρατό όσο και τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές που από το 2006 άρχισαν να βομβαρδίζουν επιλεγμένους, υποτίθεται, στόχους, στην πραγματικότητα όμως προκαλούν ολοένα μεγαλύτερες παράπλευρες απώλειες. [3]

Με την άφιξη του Ζαρντάρι στην εξουσία, η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη. Από την αφγανική πλευρά, οι ταλιμπάν ξανακερδίζουν έδαφος παρά την παρουσία του ΝΑΤΟ στην κεφαλή της « Διεθνούς Δύναμης βοήθειας για την ασφάλεια » (FIAS). Από την πακιστανική πλευρά, οι αντάρτες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη δύναμη. Όλα τα παραρτήματα της FATA, από το Νότιο Βαζιριστάν ως το Μπατζαούρ, βάλλονται λίγο ως πολύ από την εξέγερση, η οποία κερδίζει έδαφος και στην κοιλάδα του Σουάτ στα χωριά της οποίας επιβάλλουν την σαρία οι πολιτοφυλακές του μαουλάνα (δασκάλου) Φαζλουλάχ. Παράλληλα, οι επιθέσεις αυτοκτονίας στις πόλεις του Πακιστάν αυξάνονται, έχοντας αφήσει πίσω τους περίπου χίλιους διακόσιους νεκρούς από τον Ιούλιο του 2007.

Η Ουάσιγκτον, η οποία άργησε πολύ να αποποιηθεί τον Μουσάραφ, ανησυχεί καθώς βλέπει ότι η νέα κυβέρνηση Γκιλάνι, με την στήριξη των Παστούν του « Εθνικού Κόμματος Αουαμί », του ισχυρότερου στην Πεσαβάρ, προσπαθεί να διαπραγματευθεί με τους αντάρτες, χωρίς σπουδαία αποτελέσματα. Οι εκεχειρίες φαίνεται πως ευνοούν την ενίσχυσή τους. Οι αμερικανοί διοικητές, οι οποίοι είναι από καιρό αγανακτισμένοι με την ανικανότητα του πακιστανικού στρατού, πραγματοποιούν τελικά επέμβαση στις 3 Σεπτεμβρίου του 2008. Μια μάλλον παρακινδυνευμένη επίδειξη ισχύος, τη στιγμή που η στρατηγική της Ισλαμαμπάντ έχει αλλάξει κατεύθυνση εδώ και μήνες. Ο στρατός σημειώνει νίκες στην κοιλάδα του Σουάτ και διεξάγει τόσο σκληρές μάχες -συμπεριλαμβανομένης και της αεροπορίας- στο διαμέρισμα του Μπατζαούρ ώστε υπολογίζεται ότι περίπου 250.000 πρόσφυγες έχουν εγκαταλείψει την περιοχή των συγκρούσεων. Εξάλλου, όσοι αρχηγοί φυλών παραμένουν πιστοί στην εξουσία, σχηματίζουν πολιτοφυλακές κατά των ταλιμπάν.

Η κυβέρνηση Μπους προς το τέλος της οικειοποιήθηκε, εν μέρει, την στρατηγική που ανακοίνωσε ο Μπαράκ Ομπάμα, αρχίζοντας να αποσύρει στρατεύματα από το Ιράκ για να ενισχύσει τις εφεδρείες στο Αφγανιστάν και αποφασίζοντας να πραγματοποιήσει επιχειρήσεις στο Πακιστάν, εφόσον καταστεί αναγκαίο. Μήπως προηγήθηκε κάποια μυστική συμφωνία ανάμεσα στον αρχηγό των αμερικανικών δυνάμεων, τον ναύαρχο Μάικλ Μιούλεν και τον στρατηγό Ασφάκ Περβέζ Καγιάνι, αρχηγό του στρατού του Πακιστάν ; Όπως και να έχει, ο Καγιάνι διαμαρτυρήθηκε για την παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας, ενώ διάφορες εχθροπραξίες φέρνουν αντιμέτωπους στα σύνορα αμερικανούς κομάντος και πακιστανούς στρατιώτες. Ο πρόεδρος Ζαρντάρι δηλώνει από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στις 25 Σεπτεμβρίου : « Η παραβίαση της εθνικής μας κυριαρχίας δεν βοηθά στην απάλειψη της τρομοκρατικής απειλής. Αντιθέτως, ενδέχεται να την επιδεινώσει ».  [4] Οι πακιστανικές αρχές θέλουν να αποδείξουν σε μια κοινή γνώμη διχασμένη και αναστατωμένη τόσο από τις επιθέσεις, όσο και από τις επιχειρήσεις του στρατού και τις αεροπορικές επιδρομές, ότι ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξάγεται από το Πακιστάν και για το Πακιστάν και δεν σχετίζεται με τον πόλεμο της Αμερικής.

Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με την Ινδία, ο Ζαρντάρι επιθυμεί να συνεχίσει τις συνομιλίες με το Νέο Δελχί. Η πρώτη του συνάντηση με τον Μανμόχαν Σινγκ, τον ινδό πρωθυπουργό, στις 24 Σεπτεμβρίου, κατέληξε σε ένα ελπιδοφόρο ανακοινωθέν, το οποίο ανήγγειλε την επανέναρξη του διαλόγου, τη διάνοιξη περισσότερων περασμάτων ανάμεσα στα δυο τμήματα του Κασμίρ και την σύσφιξη των διμερών σχέσεων : Κι ενώ ένας νέος άνεμος φυσά, από το καλοκαίρι επιδεινώνονται οι εντάσεις μεταξύ Ινδουιστών και Μουσουλμάνων στο ινδικό τμήμα του Κασμίρ. Οι δυο ηγέτες έσπασαν τον πάγο που ακολούθησε την επίθεση κατά της ινδικής πρεσβείας στην Καμπούλ στις 7 Ιουλίου του 2008, στην οποία, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, φέρονται να εμπλέκονται στοιχεία της ISI. Εν τούτοις, η αβεβαιότητα κυριαρχεί σε σχέση με το καθεστώς του Κασμίρ και την εμπλοκή ή μη της ISI ο αρχηγός της οποίας, ο στρατηγός Ναντίμ Τατζ ; μετατέθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου, ένα χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Να πρόκειται για απλή αποπομπή ή για ένδειξη μιας νέας, λιγότερο διφορούμενης γραμμής ;

Παραμένει ωστόσο αβέβαιη μια ενδεχόμενη αλλαγή πορείας που θα επέτρεπε στην εξομάλυνση των σχέσεων με την Ινδία και το Αφγανιστάν να υπερισχύσει της παλιάς -και τόσο προσφιλούς στους στρατιωτικούς- επιταγής της « στρατηγικής εμβάθυνσης ». Τη στιγμή μάλιστα που η μακροχρόνια τακτική της περιφερειακής αποσταθεροποίησης αύξησε τα προνόμια του στρατού και ενδυνάμωσε τη θέση του στον κρατικό μηχανισμό.

Μέσα στο νέο κλίμα που διαμορφώνεται χάρη στις διαπραγματεύσεις που διακριτικά ξεκίνησαν απεσταλμένοι του Αφγανού προέδρου Χαμίντ Καρζάι με τους Ταλιμπάν, μια πρωτοβουλία που στηρίζει το Λονδίνο καθώς και χάρη στους Σαουδάραβες διαμεσολαβητές, ο πρόεδρος Ζαρντάρι θα πρέπει, σε συμφωνία με τον στρατηγό Καγιάνι, να διευκρινίσει τη γραμμή που θα ακολουθήσει στο μέτωπο των περιοχών των φυλών.

Κατ’ αρχάς, είναι απαραίτητο να γίνει αναγνώριση και κατηγοριοποίηση των βασικών πρωταγωνιστών. Την 1η Σεπτεμβρίου, ο Ρεχμάν Μαλίκ, ο σύμβουλος του πρωθυπουργού για θέματα ασφάλειας, διαχώριζε τη θέση του από την επίσημη γραμμή κάνοντας λόγο για στενούς δεσμούς ανάμεσα στους Ταλιμπάν του Πακιστάν και του Αφγανιστάν και την Αλ Κάιντα, ενώ αποκαλούσε το « Τεχρίκ ε Ταλιμπάν Πακιστάν » « προέκταση της Αλ Κάιντα ». Πώς μπορεί, επομένως, να γίνει διάλογος με τους πακιστανούς ταλιμπάν ; Το ζήτημα ξεπερνά τις περιοχές των φυλών. Η άφιξη του στρατηγού Ντέιβιντ Πετρέους στις 31 Οκτωβρίου στην κεφαλή της διοίκησης της Κεντρικής Διοίκησης (CentCom), η οποία εκτός από το Ιράκ, καλύπτει επίσης το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, μπορεί, ομοίως, να ανακατέψει την τράπουλα, ιδίως εάν ο Πετρέους επιχειρήσει να αποσυνδέσει τμήμα των Αφγανών ταλιμπάν από το δίκτυο της Αλ Κάιντα, όπως ακριβώς έπραξε με ορισμένες πολιτοφυλακές Σουνιτών στο Ιράκ. Οπότε τίθεται μια δεύτερη σειρά ερωτημάτων : Ποιό τίμημα θα πρέπει να πληρώσει η πακιστανική πλευρά για τέτοιου είδους συμμαχίες ; Μπορεί το Ισλαμαμπάντ να υποχωρήσει απέναντι στη ραγδαία ισλαμοποίηση των περιοχών των φυλών, τη στιγμή που η στρατηγική εκσυγχρονισμού αυτών των εδαφών που τελούν υπό αρχαϊκό καθεστώς, κάνει λόγο για ενσωμάτωσή τους ; Για την ώρα, οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας στις περιοχές των φυλών ή αλλού και οι συγκρούσεις μεταξύ στρατού και ανταρτών προκαλούν καθημερινά δεκάδες θύματα, ενώ συνεχίζονται οι αεροπορικές επιδρομές των Αμερικανών. Μια άλλη πρόκληση για τον Ζαρντάρι είναι τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα της χώρας, γενικότερα και των περιοχών των φυλών, ειδικότερα. Οι ΗΠΑ υποσχέθηκαν ότι θα αυξήσουν την οικονομική τους βοήθεια. Όμως, το Πακιστάν, το οποίο έχει πληγεί από την ανοδική πορεία του αργού πετρελαίου και τη μείωση των ξένων επενδύσεων, προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια κρίση ρευστού, τη ραγδαία υποτίμηση του νομίσματός του και τα εξαιρετικά περιορισμένα αποθεματικά του (λιγότερα από πέντε δισεκατομμύρια δολάρια). Σε πείσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το Ισλαμαμπάντ αναζητά οικονομικά ερείσματα στις γειτονικές χώρες (Σαουδική Αραβία, Ιράν, Κίνα) καθώς και στους διεθνείς οργανισμούς.

Ο Ζαρντάρι, ο οποίος κληρονόμησε μια οικονομία που είχε ακολουθήσει την συνταγή του ακραίου φιλελευθερισμού επί καθεστώτος Μουσάραφ, εξήγγειλε στη Βουλή κοινωνικά, ενεργειακά και αγροτικά προγράμματα. Παρέμεινε ωστόσο επιφυλακτικός ως προς το θέμα της χρηματοδότησής τους. Ο δείκτης ανάπτυξης που έφτασε το 7% το 2007, φέτος αναμένεται να μειωθεί στο μισό. Τα περιθώρια για το νέο πρόεδρο είναι πολύ στενά και στο μέτωπο της οικονομίας.

Notes

[1] Οι FATA χωρίζονται σε εφτά διαμερίσματα : Μπατζαούρ, Κιμπέρ, Κουράμ, Μοχμάντ, Ορακζάι, Βόρειο Βαζιριστάν και Νότιο Βαζιριστάν.

[2] Διαβάστε « Pakistan : le plus dur reste a faire », « La valise diplomatique », www.monde-diplomatique.fr/carnet/2008-02-27-Pakistan.

[3] Διαβάστε Syed Saleem Shahzad, « Afghanistan, Pakistan, l’ irruption des “neotalibans” », « Le Monde diplomatique », Οκτώβριος 2008.

[4] www.embassyofpakistanusa.org/news288a_25SSep08.php.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette