monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 02. Φεβρουάριος > Η διγλωσσία είναι σύμφωνο σταθερότητας στο Βέλγιο

Η αναγκαστική συμβίωση Βαλόνων και Φλαμανδών

Η διγλωσσία είναι σύμφωνο σταθερότητας στο Βέλγιο

(πλήρες κείμενο)

dimanche 3 février 2008, par Vincent Coorebyter

Το θρίλερ για το σχηματισμό κυβέρνησης στο ομόσπονδο Βέλγιο διαρκεί ήδη επτά μήνες από την εκλογική αναμέτρηση που ανέδειξε νικητή του χριστιανοδημοκράτη Ιβ Λετέρμ. Κομβικό σημείο στο πολιτικό αδιέξοδο το ενδεχόμενο μιας νέας μεταρρύθμισης που θα ενισχύσει τις αποσχιστικές Φλαμανδικές τάσεις. Προς το παρόν καθήκοντα πρωθυπουργού εκτελεί ο χαμένος των εκλογών Γκι Φερχόφστατ που επιστρατεύθηκε για να εκτονωθεί κρίση αλλά αυτό δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Σε δύο μήνες από τώρα στις 23 Μαρτίου η θητεία του λήγει...

Έπειτα από τις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές, στις 10 Ιουνίου 2007, το Βέλγιο παραξενεύει τον υπόλοιπο πλανήτη αφού η διαμόρφωση κυβέρνησης παρεμποδίζεται από τις διαφωνίες για τη νέα θεσμική μεταρρύθμιση. Δεδομένου ότι η χώρα έχει ήδη γνωρίσει πέντε μεταρρυθμίσεις μεταξύ του 1970 και του 2007, θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στην άποψη ότι οι διαφωνίες μεταξύ ολλανδόφωνων και γαλλόφωνων διαρρηγνύουν τη συνοχή της χώρας και ότι η θεσμική φρενίτιδα έχει υπερισχύσει : φαίνεται πως το κράτος δεν σταματά να επιδιώκει την αυτοαναίρεσή του.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη : οι πέντε μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν γιατί ακριβώς το Βέλγιο προνόησε να μεταβεί σταδιακά από το καθεστώς του μοναδιαίου κράτος σε εκείνο του ομοσπονδιακού. Προηγουμένως, χρειάστηκε πάνω από ένας αιώνας για να ρυθμιστούν τα γλωσσικά ζητήματα που είχε δημιουργήσει η αρχική διττή του υπόσταση.

Εκτός από δύο γερμανόφωνα καντόνια τα οποία προσαρτήθηκαν στις Βρυξέλλες με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η χώρα αποτελείται από δύο μεγάλες γλωσσικές κοινότητες. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι ολλανδόφωνοι (ή Φλαμανδοί), που κατοικούν στη Φλάνδρα, την περιοχή που καλύπτει το βόρειο μισό της χώρας. Από την άλλη, βρίσκονται οι γαλλόφωνοι, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων κατοικεί στο νότιο τμήμα της χώρας, δηλαδή στη Βαλονία, ενώ μία υπολογίσιμη μερίδα διαμένει στις Βρυξέλλες. Η Φλάνδρα και η Βαλονία τοποθετούνται έτσι, αντίστοιχα, στον Βορρά και στον Νότο ενός « γλωσσικού συνόρου » που αν και, επισήμως, είναι πρόσφατο, στην πραγματικότητα υφίσταται εδώ και αιώνες.

Ωστόσο το βελγικό κράτος, ήδη κατά τη δημιουργία του στα 1830, διαθέτει κεντρικούς θεσμούς και δεν αναγνωρίζει παρά μόνο μία επίσημη γλώσσα, τη γαλλική. Το φλαμανδικό ήμισυ του Βελγίου, επομένως, δεν έχει θέση στη γλώσσα του νεοσύστατου κράτους και αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επικοινωνία και στις σχέσεις του με τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τον στρατό κ.λπ. Και όχι μόνο : ακόμη κι αν ορισμένοι κύκλοι της Φλάνδρας μιλούν καλά γαλλικά, πρόκειται για το ιδίωμα των πολιτικών και κοινωνικών ελίτ, των μεγάλων γαιοκτημόνων, των αφεντικών… Ο αγώνας του φλαμανδικού κινήματος, με αφετηρία το 1840, θα έχει έκτοτε διπλό κίνητρο : την επιθυμία αναγνώρισης της ολλανδικής γλώσσας ως ισότιμης με τη γαλλική, καθώς και την εδραίωση της ταυτότητας και της αξιοπρέπειας του φλαμανδικού λαού έναντι των ελίτ των οποίων η γλώσσα συμβολίζει την κοινωνική τους ηγεμονία.

Ο αργός ρυθμός αναγνώρισης του ολλανδικού ιδιώματος και οι δισταγμοί ως προς το καταλληλότερο μοντέλο για το κράτος δεν μπορούν να εξεταστούν λεπτομερώς εδώ. Πρέπει, όμως, να υπογραμμιστούν τρία στοιχεία για να γίνουν κατανοητά τα σημερινά διακυβεύματα.

Καταρχήν, η ύπαρξη διένεξης ανάμεσα στο φλαμανδικό κίνημα και τους γαλλόφωνους, που για πολύ καιρό εθελοτυφλούσαν έναντι των γλωσσικών προβλημάτων και αρνούνταν να αναγνωρίσουν την ηγεμονία που ασκούσαν. Κατόπιν, μία αντίστροφη πηγή διαφωνίας : η αίσθηση που αναπτύχθηκε στον γαλλόφωνο κόσμο ότι οι Φλαμανδοί δεν θέλουν μόνο την ισοτιμία των δικαιωμάτων αλλά και την εξάλειψη της γαλλικής γλώσσας από τη Φλάνδρα και τον περιορισμό της στις Βρυξέλλες. Σχετικά με το τελευταίο, το γεγονός ότι το γαλλόφωνο τμήμα του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν εκδιώχθηκε από τη Φλάνδρα, το 1968, υπήρξε τραυματικό. Τέλος το γλωσσικό σύνορο και η γλωσσική ομοιογένεια της φλαμανδικής επικράτειας έγιναν αμετάκλητα κεκτημένα της Φλάνδρας, τα οποία βαρύνουν για τον καθορισμό του στάτους των Βρυξελλών.

Τα παραπάνω δεν εξηγούν ακόμη τη μεταμόρφωση του Βελγίου σε ομοσπονδιακό κράτος, δηλαδή σε κράτος όπου μέρος της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας ασκείται από ομόσπονδες οντότητες, η καθεμία εκ των οποίων εφαρμόζει τη δική της πολιτική στο τμήμα της χώρας που της αντιστοιχεί. Ένα χαρακτηριστικό του βελγικού ομοσπονδιακού συστήματος είναι ότι έχει θεμελιωθεί στην εσωτερική διαφοροποίηση (και όχι στη συνένωση αρχικά ανεξάρτητων κρατών), η οποία εξελίχθηκε σε βάθος χρόνου και αφού, πρώτα, ρυθμίστηκαν τα γλωσσικά ζητήματα.

Η μετάβαση στο ομοσπονδιακό καθεστώς απαντά σε δύο πρωταρχικά αιτήματα. Από τη φλαμανδική πλευρά, στην επιθυμία άσκησης αυτόνομης πολιτικής, τόσο στη Φλάνδρα όσο και στις Βρυξέλλες, στους τομείς που αφορούν στη γλώσσα : κουλτούρα, κοινωνική ζωή, εκπαίδευση, πρόνοια… Από την πλευρά των Βαλόνων, στη βούληση να αντιμετωπιστούν οι νέες προκλήσεις της κατάστασης της Βαλονίας από το 1960 και μετά.

Μέχρι τότε, η Βαλονία ήταν η κύρια βιομηχανική περιοχή της χώρας. Χάνει την προνομιακή της θέση έναντι της Φλάνδρας τη στιγμή όπου οξύνονται οι εντάσεις αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και όπου ο φλαμανδικός κόσμος προωθεί, σε εθνικό επίπεδο, μία οικονομική πολιτική η οποία, για τους περισσότερους Βαλόνους, ευνοεί τη Φλάνδρα. Δημιουργήθηκε, έτσι, το αίτημα, στους κόλπους του βαλονικού κινήματος που άκμασε κατά τον 20ό αιώνα, να εφοδιαστεί η Βαλονία με αυτόνομους θεσμούς για την εφαρμογή της δικής της, αυτόνομης, πολιτικής και κοινωνικής βούλησης – δηλαδή, η επιθυμία δομικής μεταρρύθμισης, όπως ονομάστηκε στους κόλπους ενός από τους συνδικαλιστικούς φορείς του κινήματος.

Τα δύο παραπάνω αιτήματα, διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά, εξηγούν μία από τις ιδιοτυπίες του βελγικού ομοσπονδιακού καθεστώτος : στο Βέλγιο υφίσταται όχι μία αλλά δύο μορφές ομόσπονδων οντοτήτων, με την καθεμία να καλύπτει το σύνολο της χώρας και να μοιράζεται, με την ομοσπονδιακή αρχή, τη νομοθετική εξουσία και τα προνόμια που απορρέουν από αυτήν. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν τρεις Κοινότητες, η φλαμανδική, η γαλλική και η γερμανόφωνη, οι οποίες επιφορτίζονται με τις « μη υλικές » πολιτικές : την εκπαίδευση, την κουλτούρα, τον αθλητισμό, τη γλώσσα, την κοινωνική πολιτική, τον τομέα της υγείας (εκτός της κοινωνικής ασφάλισης)… Από την άλλη, υφίστανται τρεις Περιοχές, η φλαμανδική, η βαλονική και εκείνη των Βρυξελλών, που ασκούν πολιτική επί « υλικών » ζητημάτων : οικονομία, στέγη, συγκοινωνίες, πολεοδομία, περιβάλλον… Με την ιδιαιτερότητα, επιπροσθέτως, ότι οι δύο μεγάλες Κοινότητες εφαρμόζουν η καθεμία τη δική της πολιτική στις Βρυξέλλες, διαθέτοντας σχολεία και υπηρεσίες στην ολλανδική ή στη γαλλική γλώσσα, ενώ ειδικό θεσμικό όργανο οργανώνει ή χρηματοδοτεί υπηρεσίες και στις δύο γλώσσες.

Το περίπλοκο σύστημα, το οποίο απαντά στις ανάγκες των μεν και των δε, θα μπορούσε να είναι ισορροπημένο εάν δεν υπήρχαν διαφορετικοί παράγοντες που εξωθούν σε βαθύτερες εξελίξεις. Υπάρχει, καταρχήν, το ζήτημα του καθεστώτος των Βρυξελλών. [1] Γεωγραφικά, οι Βρυξέλλες κείτονται στον Νότο της Φλάνδρας. Από δημογραφική άποψη, πρόκειται για πόλη γαλλόφωνη, όπου οι Φλαμανδοί δεν αντιπροσωπεύουν παρά το ένα όγδοο του πληθυσμού. Όμως, η αριθμητική υπεροχή των γαλλόφωνων στις Βρυξέλλες, αλλά και στις κοινότητες γύρω από το ιστορικό κέντρο της πόλης είναι πρόσφατη. Το συγκεκριμένο γεγονός έγινε αιτία για μία από τις μάχες του φλαμανδικού κινήματος : να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν νέες κοινότητες γύρω από τις Βρυξέλλες επισήμως δίγλωσσες αντί για ολλανδόφωνες, με μία διαδικασία εξάπλωσης που παρομοιώθηκε με « λεκέ από λάδι ».

Το φλαμανδικό κίνημα θα δικαιωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με την παγίωση του γλωσσικού συνόρου. Έκτοτε, οι Βρυξέλλες περιορίζονται σε δεκαεννέα δίγλωσσες κοινότητες, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται κοινότητες επισήμως φλαμανδικές αλλά στις οποίες κατοικούν γαλλόφωνοι, άλλοτε ως μειονότητα άλλοτε ως πλειονότητα. Σημαντική μερίδα των γαλλόφωνων των Βρυξελλών παραπονιέται για τη « θηλιά » που επιβλήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πρωτεύουσα. Αντίστροφα, οι φλαμανδοί πολιτικοί ιθύνοντες μάχονται ενάντια στη « γαλλοποίηση » της φλαμανδικής περιφέρειας των Βρυξελλών.

Μεταξύ των πλέον αμφιλεγόμενων ζητημάτων είναι η φλαμανδική αξίωση διαχωρισμού του δίγλωσσου εκλογικού και νομικού καθεστώτος που καλύπτει τόσο τις Βρυξέλλες όσο και μέρος της φλαμανδικής περιφέρειας (Αλ-Βιλβόρντ). Η διπλή απόσχιση θα μπορούσε να ακυρώσει ορισμένα εκλογικά και νομικά δικαιώματα των γαλλόφωνων του Αλ-Βιλβόρντ. Έτσι, τα γαλλόφωνα κόμματα επιθυμούν, αντιθέτως, τη διεύρυνση της περιοχής των Βρυξελλών –που είναι δίγλωσση–, αίτημα αδιανόητο για τα φλαμανδικά κόμματα.

Ένας άλλος παράγοντας αποσταθεροποίησης έγκειται στο δεύτερο χαρακτηριστικό του βελγικού ομοσπονδιακού συστήματος, το οποίο είναι και το πιο αποφασιστικό. Επίσης ισχύει εκ των πραγμάτων και όχι επειδή έχει αποτυπωθεί στο νομικό δίκαιο. Εννοούμε εδώ τον διαχωρισμό, από τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα, σχεδόν όλων των πολιτικών κομμάτων σε δύο αυτόνομους σχηματισμούς, έναν φλαμανδικό και έναν γαλλόφωνο, μοντέλο που μιμήθηκαν στη συνέχεια οι οικολόγοι, δημιουργώντας δύο διακριτά κόμματα.

Οργανωμένα κατά τέτοιο τρόπο, τα κόμματα βρίσκονται υπόλογα στο ήμισυ των ψηφοφόρων και, ολοένα και περισσότερο, εκπροσωπούν πρωταρχικά τα φλαμανδικά ή γαλλόφωνα αιτήματα. Επιπροσθέτως, προσδιορίζονται μάλλον ως φλαμανδικά και γαλλόφωνα κόμματα, παρά βάσει των ιδεολογικών συγγενειών τους πέρα από τη γλωσσική δυαδικότητα της χώρας, εφόσον, μέρα με τη μέρα, σφυρηλατούν μία πολιτική καθαρά φλαμανδική, βαλονική ή γαλλόφωνη, στο πλαίσιο της αντίστοιχης ομόσπονδης οντότητας. [2]

Βεβαίως, τα φλαμανδικά και γαλλόφωνα κόμματα συνεργάζονται στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά με μεγαλύτερη δυσκολία απ’ ό,τι στο παρελθόν γιατί το κέντρο βάρους της πολιτικής τους αποκλίνει : εντοπίζεται δεξιά στη Φλάνδρα και κεντροαριστερά στη Βαλονία. Οι σοσιαλιστές και οι οικολόγοι, για παράδειγμα, είναι δύο φορές ισχυρότεροι στη Βαλονία σε σχέση με τη Φλάνδρα, ενώ η άκρα Δεξιά είναι τρεις φορές ισχυρότερη στη Φλάνδρα σε σύγκριση με τη Βαλονία.

Πρόσθετος παράγοντας αποστασιοποίησης είναι οι διαφορετικές θεσμικές βλέψεις των κοινοτήτων. Μετά τη μεταρρύθμιση του 1993, που θυσίασε την ομοσπονδιακή φύση του κράτους και απέδωσε νέες δικαιοδοσίες στις Περιοχές και στις Κοινότητες, [3] η πλειονότητα των γαλλόφωνων κομμάτων επιθυμεί τα πράγματα να μείνουν εκεί. Τα φλαμανδικά κινήματα, από την άλλη, επεξεργάστηκαν πέντε θεσμικά σχέδια νόμου που υιοθετήθηκαν ηχηρά στις 3 Μαρτίου 1999 και τα οποία αξιώνουν νέες και σημαντικές δικαιοδοσίες για τις ομόσπονδες οντότητες. Μεταξύ των πλέον διαφιλονικούμενων προτάσεων, οι οποίες δεν υπερψηφίστηκαν εξίσου, ξεχωρίζει η διάκριση δύο κλάδων κοινωνικής ασφάλισης (την υγεία και τα οικογενειακά επιδόματα), όπως και η επιθυμία διαχείρισης της Περιοχής των Βρυξελλών σε ορισμένους τομείς « απ’ έξω », δηλαδή από τις αρχές της Φλάνδρας και της Βαλονίας.

Οι παραπάνω φλαμανδικές αξιώσεις αναζωπυρώνονται σήμερα εξαιτίας του αισθήματος της οικονομικής ιδιαιτερότητας της Φλάνδρας. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάγνωση, η οικονομία των τριών βελγικών Περιοχών εμφανίζει μεγάλες αντιθέσεις. Εξωθούμενος προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση από το φλαμανδικό κίνημα και από ορισμένες οργανώσεις εργοδοτών, ο φλαμανδικός πολιτικός κόσμος ανησυχεί για τις προκλήσεις που περιμένουν τη Φλάνδρα και που, κατά την άποψή του, δεν είναι δυνατόν να ρυθμιστούν εάν οι πολιτικές σε επίπεδο οικονομίας, φορολογίας, κοινωνικής πρόνοιας κ.ο.κ. δεν προσαρμοστούν στις φλαμανδικές ιδιοτυπίες.

Η συγκεκριμένη ανάλυση βρίσκεται στην καρδιά των σημερινών διεκδικήσεων, ανεξαρτήτως του αν επενδύεται με κάποιου είδους ρητορική ή όχι. Παρά τη διαφοροποίηση της έμφασής τους στα επιμέρους ζητήματα, τα περισσότερα φλαμανδικά κόμματα προκρίνουν να επωφεληθεί η Φλάνδρα με διευρυμένες δικαιοδοσίες στους τομείς της υγείας, των οικογενειακών επιδομάτων, των επιδομάτων ανεργίας, της φορολογίας των εταιρειών και των φυσικών προσώπων, των σιδηροδρομικών υποδομών κ.λπ., δηλαδή σε ένα σύνολο συνθηκών που διέπουν τη φλαμανδική ευμάρεια. Ως λύση για την αναδιάταξη ή ως μεταβατικό στάδιο προτείνεται η διασύνδεση των ομόσπονδων οντοτήτων με τις ομοσπονδιακές αποφάσεις σε πεδία όπου δεν απολαμβάνουν την επιθυμητή αυτονομία.

Τα εν λόγω αιτήματα ανησυχούν τα γαλλόφωνα κόμματα. Κατά τη δική τους άποψη, διαρρηγνύουν τις αλληλέγγυες οικονομικές ροές Βορρά-Νότου που περνούν από ορισμένους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης, ή θεωρείται ότι αντιστοιχούν στις ανάγκες και στα μέσα της Φλάνδρας –η οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τη σιδηροδρομική υποδομή στο λιμάνι της Αμβέρσας ή να θεσπίσει φορολογικές ελαφρύνσεις για εταιρείες–, όχι όμως και σε εκείνα της Βαλονίας και των Βρυξελλών, των οποίων ο πληθυσμός και οι δημόσιες αρχές διαθέτουν λιγότερους πόρους.

Η παρούσα κατάσταση είναι, επομένως, πρωτότυπη. Το αίτημα για μεγαλύτερη αυτονομία των ομόσπονδων οντοτήτων δεν προέρχεται πλέον από τις διάφορες Κοινότητες, όπως κατά το παρελθόν, αλλά μόνο από τους Φλαμανδούς. Μάλιστα, στοιχείο που είναι πολύ σημαντικό, με δεδομένη την αντίθεση των συνδικάτων στη μεταβίβαση δικαιοδοσιών όπως απαιτεί η Φλάνδρα, την οποία ερμηνεύουν ως μέσο για τη μελλοντική άσκηση υπερβολικά φιλελεύθερης πολιτικής και για τη δέσμευση των εργαζομένων σε καθεστώς εσωτερικού ανταγωνισμού μεταξύ των Περιοχών. Επιπροσθέτως, σε μικρότερο βαθμό, με δεδομένες τις αντιρρήσεις στους κόλπους των εργοδοτών καθώς οι μεγάλες εταιρείες θέλουν να αποφύγουν το ενδεχόμενο σημαντικές νομικές συνιστώσες να διαφέρουν πολύ από τη μία περιοχή στην άλλη.

Το βελγικό ομοσπονδιακό σύστημα είναι σαν ένα εργοτάξιο όπου οι εργασίες αναλαμβάνονται εκ νέου, περιοδικά, μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες σήμερα. Οι γαλλόφωνοι θέλουν να έχουν χρόνο για διαπραγματεύσεις που θα χαρακτηρίζονται από σύνεση, ενώ τα φλαμανδικά κόμματα, φοβούμενα ότι θα θεσμικά σχέδιά τους θα αναβληθούν, επιθυμούν να εγγράψουν τις κατευθυντήριες γραμμές για μία μεταρρύθμιση του κράτους στη γραπτή συμφωνία επί της οποίας θα συγκροτηθεί η νέα ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ομως, τόσο οι μεν όσο και οι δε απολαμβάνουν δημοκρατική νομιμοποίηση. Στις τελευταίες εκλογές, το 25% των Φλαμανδών ψήφισε κάποιο από τα κόμματα που προσβλέπουν στο τέλος του Βελγίου και ποσοστό 30% υπέρ ενός συνόλου κομμάτων που επιθυμούν είτε την ανεξαρτησία της Φλάνδρας είτε τη διευρυμένη αυτονομία σε νέο θεσμικό πλαίσιο για τη χώρα. Στην ίδια ψηφοφορία, τα βασικά γαλλόφωνα κόμματα άντλησαν νομιμοποίηση τασσόμενα υπέρ του θεσμικού ισχύοντος καθεστώτος.

Τόσο οι μεν όσο και οι δε είναι, παρ’ όλα αυτά, καταδικασμένοι να συμφωνήσουν. Γιατί το βελγικό ομοσπονδιακό σύστημα προστατεύει ενεργά τις μειονότητές του, όπως τη γαλλόφωνη, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% του γενικού πληθυσμού. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση οφείλει υποχρεωτικά να υποστηρίζεται από διπλή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, στο εσωτερικό των γαλλόφωνων και των φλαμανδών εκπροσώπων. Παράλληλα, υπάρχουν μηχανισμοί οι οποίοι εγγυώνται ότι καμία θεσμική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να ψηφιστεί μόνο εξαιτίας της φλαμανδικής αριθμητικής υπεροχής. Οποιαδήποτε εξέλιξη προϋποθέτει, επομένως, τη συναίνεση ανάμεσα στις δύο μεγάλες Κοινότητες, γεγονός που εξηγεί τη μακρόχρονη διαπραγμάτευση εφόσον οι προσδοκίες αποκλίνουν.

Το σενάριο της ρήξης δεν μπορεί να αποκλειστεί δεδομένου ότι είναι επιθυμητό σε διάφορα κοινωνικά στρώματα, κυρίως στη Φλάνδρα αλλά και στους κόλπους των γαλλόφωνων που επιδιώκουν την ανεξαρτησία της Βαλονίας ή την προσάρτησή της στη Γαλλία. Το ενδεχόμενο εκτεταμένης πολιτικής κρίσης, για παράδειγμα εάν η διακυβέρνηση της χώρας καθίστατο πλέον αδύνατη, θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είναι προτιμότερο το σχίσμα. Όμως το Βέλγιο έχει ήδη γνωρίσει μακρές περιόδους έντασης τις οποίες διαδέχονταν συμφωνίες μεγάλης εμβέλειας. Ένα από τα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά είναι το αν, για πρώτη φορά, η θεσμική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να έχει στόχο την ενίσχυση της εξουσίας σε ομοσπονδιακό επίπεδο και όχι μονάχα εκείνης των ομόσπονδων οντοτήτων.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] (1) Βλ. Pierre Péan, « La bataille de Bruxelles », « Le Monde Diplomatique », Σεπτέμβριος 2002.

[2] ΣτΕ : Στις 7 Νοεμβρίου 2007, σε ψηφοφορία για το στάτους των Βρυξελλών στο Κοινοβούλιο, για πρώτη φορά δεν υπήρξε ψήφος « κομμάτων » αλλά ψήφος Φλαμανδών ενάντιων ψήφου Βαλόνων, γεγονός που ερμηνεύθηκε ως « πραξικόπημα » από τους γαλλόφωνους.

[3] Βλ. Florence Beaugé, « La Belgique en ses habits fédéraux », « Le Monde Diplomatique », Φεβρουάριος 1994.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette