monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 04. Απρίλιος 2007 > Γαλλικά μισόλογα περί εξωτερικής πολιτικής !

Υποψήφιοι εσωτερικής κατανάλωσης

Γαλλικά μισόλογα περί εξωτερικής πολιτικής !

dimanche 15 avril 2007, par Bernard Cassen

Η εξωτερική πολιτική λέγεται δεν βοηθά κάποιον να κερδίσει τις εκλογές, αντιθέτως, μάλιστα, μπορεί να τον κάνει να τις χάσει. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι υποψήφιοι της γαλλικής προεδρικής εκστρατείας συντηρούν την αοριστολογία γύρω από τα πιο καυτά ζητήματα των ημερών : το Ιράν και την Παλαιστίνη. Τα διεθνή διακυβεύματα, αν και κρίσιμα για τον μετα-ψυχροπολεμικό κόσμο, τους κινητοποιούν ελάχιστα. Ωστόσο, όλοι ανεξαιρέτως θεωρούν ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου πρέπει να αποτελεί το πρωταρχικό κριτήριο της εξωτερικής τους πολιτικής. Κάπως ανεπαρκές, δεν βρίσκετε ;

« Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πολυτέλεια. Η Γαλλία θα τη χρειαστεί όσο ποτέ άλλοτε », γράφει στο τελευταίο του δοκίμιο ο Υμπέρ Βεντρίν. [1] Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών συνθέτει μία ολοκληρωμένη εικόνα για τα « καυτά » ζητήματα -ορισμένα είναι πράγματι βόμβες βραδείας ανάφλεξης σε πολιτικό επίπεδο-, επί των οποίων η επερχόμενη κυβέρνηση, όπως όλες οι άλλες, πρέπει να λάβει θέση. Ο συγγραφέας επικαλείται, μάλιστα, την κλιμάκωση που μπορεί να οδηγήσει σε « σύγκρουση πολιτισμών ». [2] Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική και η άμυνα εμφανίζονται ουραγοί στις προγραμματικές εξαγγελίες των υποψηφίων για τη προεδρία. Το ίδιο ισχύει και με τα ευρωπαϊκά ζητήματα.

Τα δύο αυτά θέματα είναι συναφή, εφόσον τα κράτη-μέλη μπορούν να διαμορφώσουν κοινή γραμμή στην εξωτερική τους πολιτική, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπροσωπείται αυτόνομα σε περισσότερες από εκατό χώρες. Επιπροσθέτως, αμφότερα συνδέονται στενά διότι η κοινή εμπορική και αγροτική πολιτική -οι οποίες τελούν υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και δεκαετίες-, δεν μπορούν να αποκοπούν από τις πολιτικές και διπλωματικές διαπραγματεύσεις των κρατών-μελών με τρίτες χώρες.

Ωστόσο, τα δύο θέματα είναι επίσης διακριτά, καθώς η Ε.Ε. διαμορφώνει εξαιρετικά αυστηρά πλαίσια, κυρίως σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολιτική. Επί του παρόντος, η Ε.Ε. των « 27 » δεν διαθέτει παρά δύο προωθητικούς μοχλούς για την οικονομία : τη νομισματική πολιτική και τον προϋπολογισμό. Το φορολογικό σύστημα, το οποίο, θεωρητικά, εμπίπτει στη δικαιοδοσία των κρατών-μελών, τείνει, στην πράξη, να εξομοιώνεται στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, υπό την πίεση του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού. Και οι περίπου ογδόντα χιλιάδες σελίδες του « ευρωπαϊκού δικαίου » (συνθήκες, οδηγίες, αποφάσεις, ρυθμίσεις, νομολογίες) συνιστούν το πλαίσιο για την πλειονότητα των εσωτερικών δραστηριοτήτων.

Η λογική υποδεικνύει, επομένως, ότι το κεφάλαιο « Ευρώπη » έπρεπε να τίθεται σε περίοπτη θέση σε όλα τα προεκλογικά προγράμματα, στο βαθμό που τα περιθώρια ελιγμών για τις εσωτερικές αποφάσεις συμπίπτουν με τα κενά της κοινής πολιτικής της Ε.Ε. Εάν οι συγκεκριμένες πολιτικές δεν αναθεωρηθούν και, άρα, εάν το ίδιο το περιεχόμενο των συνθηκών δεν γίνει αντικείμενο αναδιαπραγμάτευσης, πολλά από τα μέτρα που μπορούν να σταχυολογηθούν από τις προτάσεις των μεν και των δε χάνουν κάθε δυναμική.

Ευρω-ασάφειες

Μεταξύ των προτάσεων των υπέρμαχων του « ναι » στο σχέδιο του Ευρωσυντάγματος που απορρίφθηκε στις 29 Μαΐου του 2005 -απόρριψη στην οποία οφείλουν την ύπαρξή τους τέτοιες προγραμματικές εξαγγελίες !-, μπορούμε να ξεχωρίσουμε την αντίθεση στο φορολογικό « ντάμπινγκ » από μέρους του Νικολά Σαρκοζί. [3] Η συγκεκριμένη θέση υιοθετείται αορίστως και από τον Φρανσουά Μπαϊρού, ο οποίος βλέπει θετικά την προοπτική της ενοποίησης του φορολογικού συστήματος της Ε.Ε. Μπορούμε, επίσης, να παραθέσουμε το αίτημα των Πρασίνων και της υποψηφίου τους, της Ντομινίκ Βουανέ : « η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά πρέπει να είναι προνόμιο των αγαθών και των υπηρεσιών που σέβονται τις συμβάσεις του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας στις φάσεις της παραγωγής και της κυκλοφορίας τους ».

Ακόμη, διακρίνουμε το μέτρο υπ’ αριθμόν 89 (σε σύνολο 100) της Σεγκολέν Ρουαγιάλ (Σ.Κ.), που πρεσβεύει την ενσωμάτωση του στόχου της ανάπτυξης και της μείωσης της ανεργίας στο καθεστώς της Ευρωπαϊκής Τράπεζας (Ε.Τ.). Η Βουανέ πηγαίνει ακόμη πιο πέρα, προτείνοντας την επαναφορά του καθεστώτος ανεξαρτησίας της Ε.Τ. Τα εν λόγω μέτρα, όπως και πολλά άλλα που θέτουν απροκάλυπτα υπό αμφισβήτηση το περιεχόμενο των συνθηκών, συγκροτούν μεγάλο μέρος των οικονομικών και κοινωνικών προτάσεων των υποψηφίων. Κανείς τους, ωστόσο, δεν προσδιορίζει τι θα επακολουθούσε εάν δεν επικυρώνονταν από τα υπόλοιπα είκοσι έξι κράτη-μέλη της Ε.Ε., υπόθεση εξαιρετικά πιθανή... Ελάχιστα εύγλωττοι επί του μείζονος αυτού ερωτήματος, οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι, όπως και η πλειονότητα των υπολοίπων, επιδεικνύουν ακόμη λιγότερη ευφράδεια επί της εξωτερικής πολιτικής που θα εφάρμοζαν εάν εκλέγονταν.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρκούνται σε γενικεύσεις, διανθισμένες με ψήγματα γεωπολιτικού οράματος. Μόνον κατά τα φαινόμενα είναι παράδοξο, λοιπόν, που οι πιο δομημένες προτάσεις προέρχονται από υποψηφίους που δεν έχουν καμία τύχη να αποκτήσουν πρόσβαση στα Ιλύσια Πεδία, όπως οι : Ολιβιέ Μπεζανσενό (Κομμουνιστική Επαναστατική Λίγκα, ΚΕΛ), Ζοσέ Μποβέ (λαϊκή αριστερά ενάντια στον φιλελευθερισμό) και Μαρί-Ζορζ Μπιφέ (ΚΚΓ). Είναι οι μόνοι, [4] για παράδειγμα, που συνιστούν την απόσυρση ή την ανεξαρτητοποίηση της Γαλλίας από τον Οργανισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) ή, ακόμη, και την κατάλυση του τελευταίου. Η Ρουαγιάλ, από την πλευρά της, περιορίζεται να θέτει ως αίτημα « την αντίσταση στις τάσεις μόνιμης επέκτασης των πεδίων δράσης και παρέμβασης του ΝΑΤΟ ».

Σε γενικές γραμμές, οι υποψήφιοι των βασικών κομμάτων τα οποία μετέχουν στη διακυβέρνηση (Δεξιά, Κέντρο και Σοσιαλιστές) αρκούνται σε διακηρύξεις αρχών, χωρίς, όμως, να παρέχουν διευκρινίσεις ως προς τα τρία τουλάχιστον ζητήματα που επιβάλλονται από την επικαιρότητα : τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις διαμάχες στη Μέση Ανατολή και την παρουσία της Γαλλίας στην Αφρική.

Ο φόβος του Ατλαντικού

Ο « υπερατλαντικός δεσμός » αποτελεί εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, κυρίως έπειτα από την αποτυχία στο Ιράκ και τη νίκη των Δημοκρατικών στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Διαβάζοντας τα προγράμματα και τις δηλώσεις, φαίνεται ότι ο φιλοατλαντισμός έχει μετατραπεί, τουλάχιστον κατ’ όνομα, σε θέμα-ταμπού για όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, το συγκεκριμένο ερώτημα συνεχίζει να μην αφορά στους υποψηφίους της « αριστεράς της αριστεράς », ούτε τους Φιλίπ ντε Βιλιέ (Κίνημα για τη Γαλλία) και Ζαν-Μαρί Λεπέν (Εθνικό Μέτωπο). Όσο για τους Πράσινους και τη Βουανέ, παρ’ ότι δεν αναφέρουν τίποτε επ’ αυτού στο πρόγραμμά τους, δεν μπορούμε να υποπτευθούμε ότι τρέφουν ιδιαίτερη συμπάθεια για την Αμερική του Τζορτζ Μπους, η οποία συνιστά πραγματικό αντι-υπόδειγμα για την οικολογική πολιτική. Αντιθέτως, οι θέσεις του Μπαϊρού, της Ρουαγιάλ και, κυρίως, του Σαρκοζί ήταν περισσότερο αναμενόμενες.

Ο Μπαϊρού και το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχαν καταδικάσει την επίθεση στο Ιράκ. Η προεκλογική εκστρατεία τούς επέτρεψε να καταστήσουν επίκαιρη την τότε κριτική τους. Ετσι, ο Μπαϊρού δηλώνει : « Ενέκρινα τη θέση που έλαβε ο πρόεδρος Σιράκ και την οποία υπερασπίστηκε ο Ντομινίκ ντε Βιλπέν. Η Γαλλία δεν επέδειξε αλαζονεία, αλλά παρέμεινε πιστή στις αρχές της ». Η Ρουαγιάλ έκρινε επίσης θετικά την πολιτική του Ζακ Σιράκ. Ως προς το τελευταίο σημείο, διαφοροποιήθηκε από τις θέσεις ενός εκ των αντιπάλων της για την προεδρία των σοσιαλιστών, του Ντομινίκ Στρος-Καν, ο οποίος καταγγέλλει το « στιλ » της γαλλικής διπλωματίας, αλλά συντηρεί την ασάφεια ως προς το τι σκέφτεται πραγματικά για την ουσία του.

Στο περιοδικό « Le Meilleur des Mondes » -ιθύνοντες του οποίου είναι « διανοούμενοι » που υποστηρίζουν την αμερικανική πολιτική και διάκεινται θετικά έναντι του πολέμου στο Ιράκ (όπως ο Αντρέ Γκλουκσμάν)-, πρώην υπουργός Οικονομικών δήλωνε ήπια : « Επ’ αυτού, η γραμμή μου θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής : ούτε Σιράκ ούτε Μπλερ. Ούτε τη στείρα αλαζονεία του Ζακ Σιράκ ούτε την υποτακτική στάση του Τόνι Μπλερ ». [5]

« Αλαζονεία » : η κωδικοποιημένη έκφραση που χρησιμοποιείται και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού από τους αντιπάλους της γαλλικής θέσης για το ζήτημα του Ιράκ, υιοθετείται και από τον Σαρκοζί στο ίδιο τεύχος του περιοδικού των γάλλων « νεοσυντηρητικών » : « Δεν θέλω μία αλαζονική Γαλλία ». Ως απόδειξη για τον διασυρμό που θεωρεί ότι επήλθε έτσι στην εξωτερική πολιτική της χώρας του, ο υποψήφιος της δεξιάς μετέβη στην Ουάσιγκτον, στις 12 του περασμένου Σεπτεμβρίου, όπου για να έχει την τιμή να φωτογραφηθεί πλάι στον Μπους είχε δηλώσει ότι μπορεί κανείς να « προσάψει (στη Γαλλία) ελλιπείς σχέσεις » με την Ουάσιγκτον.

Πολύ σύντομα, ο Σαρκοζί κατάλαβε το τεράστιο λάθος που μόλις είχε διαπράξει, εμφανιζόμενος ως υποστηρικτής του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών και ως εγγυητής της πολιτικής του. Το ίδιο λάθος είχε ήδη συνεισφέρει στην ήττα του προέδρου της ισπανικής κυβέρνησης, Χοσέ Μαρία Αθνάρ, κατά τις εκλογές του Μαρτίου του 2004, ενώ θα αποτελέσει σύντομα την αιτία για την άδοξη αποχώρηση του Τόνι Μπλερ από την βρετανική κυβέρνηση.

Επίσης, φέροντας ως μαρτυρικό σταυρό το προσωνύμιο « Σαρκοζί ο Αμερικανός », ο υποψήφιος του UMP προσπαθεί πάση θυσία, εδώ και εβδομάδες, να διορθώσει την αμερικανίζουσα εικόνα του, ζητώντας από τους « φίλους μας τους Αμερικανούς » να αφήσουν « ελεύθερες » τη Γαλλία και την Ευρώπη και δηλώνοντας ότι « φιλία δεν σημαίνει υποταγή » (από λόγο που εκφωνήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 2007). Το ερώτημα είναι εάν, τελικά, σοβαρολογούσε τον Σεπτέμβριο του 2006 ή τον Φεβρουάριο του 2007.

Παράμετρος Ισραήλ

Σε ό,τι αφορά την κατάσταση στην Παλαιστίνη, οι τρεις υποψήφιοι που ηγούνται των δημοσκοπήσεων δεν αποκλίνουν από την επίσημη πολιτική γραμμή, χωρίς, ωστόσο, να την προσυπογράφουν. Ο Μπαϊρού παραμένει σιωπηλός. Ο Σαρκοζί απευθύνει αμφιλεγόμενα μηνύματα : αν και δηλώνει ότι « δεν πρέπει να αποδεχόμαστε ό,τι κάνει το Ισραήλ » -ένας τρόπος να επανορθώσει κάπως τη φήμη του ως θερμού υποστηρικτή του εβραϊκού κράτους (και εκληφθέντος ως τέτοιου στην Ιερουσαλήμ), θυμίζει ότι « το πρώτο του ταξίδι ως προέδρου του UMP ήταν στο Ισραήλ για να συναντήσει τον (Αριέλ) Σαρόν ». [6]

Οι αντιφατικές διακηρύξεις της Ρουαγιάλ, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της στον ίδιο προορισμό, προκάλεσαν ανάμεικτα σχόλια, καθώς φάνηκε να υποστηρίζει την οικοδόμηση του τείχους, [7] αλλά και να ελκύεται, ταυτόχρονα, από τις συμπαθείς προτάσεις του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς.

Το μέτρο υπ’ αριθμόν 92 του προεδρικού συμφώνου της -« Πρωτοβουλία, από κοινού με τους ευρωπαίους εταίρους μας, για την πραγματοποίηση διεθνούς σύσκεψης για την ειρήνη και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή »- είναι επαρκώς ασαφές και υποκείμενο στην καλή θέληση των εμπλεκόμενων μερών ώστε να μην φαντάζει αντιφατικό. Όμως πουθενά δεν αναφέρεται σε ποιο νομικό πλαίσιο θα πραγματοποιούνταν μία τέτοια σύσκεψη. Μονάχα ο Μποβέ και η Μπιφέ διευκρινίζουν ότι πρέπει να λάβει χώρα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και να στοχεύσει στην οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους πλάι στο κράτος του Ισραήλ -σύμφωνα με τα σύνορα του 1967 και με την ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα. Επίσης, ότι οφείλει να αναγνωρίσει το δικαίωμα επαναπατρισμού των προσφύγων - μέτρο το οποίο, όμως, πρέπει να γίνει αντικείμενο αναδιαπραγμάτευσης προτού εφαρμοστεί.

Ακόμη κι αν πρόκειται για απλή υπόμνηση των αποφάσεων του ΟΗΕ και ανεξαρτήτως της προσωπικής της θέσης επί του θέματος -εφόσον, βεβαίως, έχει πράγματι κάποια σαφή θέση- η σοσιαλίστρια υποψήφια οφείλει να λάβει υπόψη το ισχυρό ρεύμα υπέρ του Ισραήλ στους κύκλους των επικεφαλής του κόμματός της. Η συγκεκριμένη τάση εκφράζεται κωδικοποιημένα (όπως και η « αλαζονεία ») στην κριτική της « αραβικής πολιτικής της Γαλλίας ». Μετάφραση : πολιτική όχι επαρκώς ευνοϊκή έναντι του Ισραήλ. Δεν εκπλήσσει που ο Στρος-Καν καταφέρεται εναντίον της συγκεκριμένης πολιτικής στον « Meilleur des Mondes ». [8]

Επί του ιρανικού ζητήματος, οι θέσεις, όταν υφίστανται, είναι μάλλον συγκεχυμένες. Κατά τον Μπαϊρού, η αποδοχή ενός πυρηνικά εξοπλισμένου Ιράν θα ισοδυναμούσε με νέο « Μόναχο » και, επομένως, τίθεται υπέρ της « αυστηρότητας », χωρίς να δηλώνει ακριβώς μέχρι ποίου σημείου μπορεί να φτάσει η τελευταία. Ο Σαρκοζί θεωρεί ότι, δεδομένου του αντίκτυπου των κυρώσεων που υφίσταται ήδη η Τεχεράνη, η στρατιωτική παρέμβαση είναι « αχρείαστη ». Αρνήθηκε, ωστόσο, να την χαρακτηρίσει εκ των προτέρων ως « επικίνδυνη ».

Οι « παλιές κτήσεις »

Η Ρουαγιάλ, από την πλευρά της, φρόντισε να μην επαναλάβει την εξαιρετικά επονείδιστη δήλωσή της -η οποία αντιβαίνει επίσης στο διεθνές δίκαιο- ότι ακόμα και τα πυρηνικά για πολιτικούς σκοπούς θα έπρεπε να απαγορευτούν στο καθεστώς των μουλάδων. Εν συντομία, κανείς δεν γνωρίζει τι είδους θέση θα έπαιρνε μία κυβέρνηση με επικεφαλής κάποιον από τους τρεις προαναφερθέντες, σε περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών ή/και του Ισραήλ.

Υφίσταται, πάντως, τουλάχιστον ένα κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ όλων όσοι φιλοδοξούν να αναδειχθούν στο ανώτατο αξίωμα της χώρας, προερχόμενοι από ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής σκακιέρας : το τέλος της « Γαλλο-Αφρικής ». Ως τέτοια θεωρείται, από τη μία, η προνομιακή και προσωποποιημένη σχέση της Γαλλικής Δημοκρατίας με τους αφρικανούς ιθύνοντες, είτε οι τελευταίοι θεωρούνται « ευπαρουσίαστοι » είτε όχι.

Από την άλλη, τα κεκτημένα που ανάγονται στη δεκαετία του ’60 και στις διαδοχικές προεδρίες των Ζακ Φοκάρτ, Σαρλ Πασκουά και Ζαν-Κριστόφ Μιτεράν. Δεν πρόκειται παρά για μερική εφαρμογή ενός εκ των τριών ρευμάτων που άσκησαν κριτική στη διπλωματία του Σιράκ και στα οποία αναφέρεται ο Βεντρίν : το « δικαίωμα στον ανθρωπισμό » -το οποίο ορίζεται ως πρωταρχικό κριτήριο της εξωτερικής πολιτικής δράσης-, ο ευρωπαϊσμός και ο φιλο-ατλαντισμός. [9]

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29 Μαΐου του 2005 και το ιρακινό φιάσκο έχουν απο-νομιμοποιήσει, έστω προσωρινά, τον ευρωπαϊσμό και τον φιλο-ατλαντισμό. Το « δικαίωμα στον ανθρωπισμό », αντιθέτως, θα ηγηθεί της διακυβέρνησης της Γαλλίας -όποιος κι αν είναι ο νικητής- στις στάσεις έναντι της Κίνας, της Ρωσίας, του αραβικού κόσμου και της Αφρικής.

Χωρίς σφαιρική εικόνα για το συσχετισμό δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο καθώς και για την έκφραση των ζωτικών εθνικών συμφερόντων -τα οποία έχουν καταστεί πλέον « ελάχιστα ένδοξα και πολιτικώς ανορθολογικά »- [10] το εν λόγω « δικαίωμα » έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει ένα απλό κατ’ άλλους απλοϊκό σημείο αναφοράς.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Hubert Vedrine, Continuer l’ Histoire, Fayard, Παρίσι 2007. (ΣτΕ : Πρώην σοσιαλιστής υπουργός Εξωτερικών. Σήμερα σύμβουλος γεωπολιτικής στρατηγικής).

[2] Βλ. Alain Gresh, « La voix brulée de la France », « Le Monde Diplomatique », Ιούνιος 2006.

[3] Λόγος που εκφωνήθηκε στις Βρυξέλλες, στις 8 Σεπτεμβρίου του 2006.

[4] Δεν βρήκαμε ούτε ίχνος της θέσης της Αρλέτ Λαγκιγέ επί του θέματος.

[5] « Le Meilleur des Mondes », τ. 2, Παρίσι, Φθινόπωρο 2006.

[6] Οπ. π.

[7] Για το ζήτημα του τείχους, βλ. Dominique Vidal & Philippe Rekacewicz, « Comment Israël confisque Jérusalem-Est », « Le Monde Diplomatique », Φεβρουάριος 2007.

[8] « Le Meilleur des Mondes », όπ. π.

[9] Hubert Vedrine, όπ. π.

[10] Οπ. π.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette