monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2014 > 07. Ιούλιος > Τσάι, γλυκίσματα και λαμπρές ιδέες

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΤΙP

Τσάι, γλυκίσματα και λαμπρές ιδέες

samedi 12 juillet 2014, par Lambert Renaud, [Παπακριβόπουλος Βασίλης (μτφ)]

Τι συζητούν οι λομπίστες, τα αφεντικά των μεγάλων εταιρειών κι οι πολιτικοί υπεύθυνοι όταν συγκεντρώνονται στα σαλόνια ενός πολυτελούς ξενοδοχείου ;

« Χωρίς αμφιβολία, πρέπει να χαιρόμαστε που εδώ δεν παρευρίσκεται πολυάριθμο κοινό, γιατί παρόμοιες συζητήσεις πυροδοτούν τις αντιδράσεις όσων αντιτίθενται στην Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP). Ειλικρινά, μερικά από τα σχόλια που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια αυτού του πρωινού, θα τους είχαν κάνει να ανατριχιάσουν » : Με αυτά τα λόγια, που ειπώθηκαν κάτω από τον τεράστιο κρυστάλλινο πολυέλαιο ενός πριβέ σαλονιού του ξενοδοχείου Shangri-La, η ομιλήτρια ευρωβουλευτής Μαριέτζε Σάακε έβγαλε το ακροατήριό της από τη χαύνωση στην οποία το είχε βυθίσει ο συναινετικός χαρακτήρας των προηγούμενων παρεμβάσεων.

Στις 10 Απριλίου 2014, αυτό το παριζιάνικο ξενοδοχείο πέντε αστέρων –στο οποίο η διανυκτέρευση στο φτηνότερο δωμάτιο κοστίζει 850 ευρώ- φιλοξενούσε μια διάσκεψη που είχε οργανωθεί από τη The Washington Post, η οποία πρόσφατα πέρασε στην ιδιοκτησία του Τζεφ Μπέζος, του ιδιοκτήτη της Amazon, και από το βρετανικό εβδομαδιαίο περιοδικό European Voice [1]. Σκοπός της, να συζητηθεί το « μέλλον του υπερατλαντικού εμπορίου ». Ένα μέλλον, το οποίο, όλοι όσοι παρίστανται σε αυτήν τη συνάντηση επιθυμούν να είναι εξίσου ρόδινο με το πανάκριβο μάρμαρο που κοσμεί τις τουαλέτες τού πολυτελέστατου ξενοδοχείου.

Κι η Μαριέτζε Σάακε συνεχίζει : « Το μόνο που μπορούμε να επιτύχουμε με τις συναντήσεις μας σε αυτά τα σικ σαλόνια, είναι να υποδαυλίσουμε φόβους. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι, για πολλούς ανθρώπους, η TTIP είναι ένα τοξικό κοκτέιλ που περιλαμβάνει τα εξής συστατικά : Ηνωμένες Πολιτείες, Ευρώπη και ιδιωτικό τομέα ». Οι συμμετέχοντες στη διάσκεψη -Αμερικανοί ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, Ευρωπαίοι γραφειοκράτες και εκπρόσωποι των εργοδοτικών οργανώσεων- την κοιτάζουν γεμάτοι έκπληξη.

Η κυρία Σάακε δεν μοιάζει διόλου με εκείνους τους πολέμιους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που απαιτούν μια νέα, εναλλακτική εκδοχή της. Η Ολλανδή ευρωβουλευτής της ομάδας των Φιλελεύθερων Δημοκρατών πίστευε ανέκαθεν στα πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι απρόσκοπτες εμπορικές συναλλαγές. Ωστόσο, φαίνεται να αμφιβάλλει για το κατά πόσον οι συγκεντρώσεις αυτού του είδους αποτελούν καλή ιδέα : « Εάν επιθυμούμε να περάσουμε τη TTIP, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οφείλουμε να αλλάξουμε στρατηγική ».

Την ίδια στιγμή, κάπου εκατόν πενήντα άτομα είναι συγκεντρωμένα μπροστά στο ξενοδοχείο για να καταγγείλουν αυτήν τη συνάντηση. Για την ακρίβεια, όχι μπροστά στο ξενοδοχείο –καθώς οκτώ κλούβες των γαλλικών ΜΑΤ είχαν κληθεί για να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη συνέχιση των δραστηριοτήτων των πελατών του- αλλά λίγο παρακάτω, στην εξίσου μεγαλοπρεπή λεωφόρο Ιένα. Κι αυτοί επίσης διεκδικούν μια αλλαγή στρατηγικής, όχι όμως την ίδια• στις προκηρύξεις που μοιράζει η ομάδα Stop Tafta [2], διαβάζουμε το εξής σύνθημα : « Ας διαδηλώσουμε για να απαιτήσουμε τη ματαίωση των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή του υπερατλαντικού συμφώνου ». Τα πλακάτ των διαδηλωτών διατρανώνουν την άρνησή τους να δουν να καταφθάνει στην ευρωπαϊκή αγορά το συντηρημένο με χλωρίνη κοτόπουλο ή το γεμάτο ορμόνες βοδινό [3] και διακηρύσσουν ότι οι λαοί αρνούνται να υποταχτούν στις πολυεθνικές.

Από την άλλη πλευρά των τζαμαριών του Shangri-La, στις αίθουσες όπου σερβιτόροι ντυμένοι με πολυτελείς λιβρέες σερβίρουν καφέ, τσάι, φρεσκοστυμμένους χυμούς και γλυκά, όλοι συμφωνούν με μεγάλη προθυμία ότι « τα μέσα ενημέρωσης δεν είναι καλώς πληροφορημένα και ανησυχούν ». Ανησυχούν και πυροδοτούν την ανησυχία. Όμως, όπως εξηγεί η Σεχραζάντ Σεμσάρ ντε Μπουασεζόν –γενική διευθύντρια της European Voice- « εμείς δεν συγκεντρωθήκαμε για να πούμε, “η TTIP είναι κάτι το καλό ή κάτι το κακό”. Εμείς επιθυμούμε να αρχίσει ο δημόσιος διάλογος γύρω από αυτό το ζήτημα ». Εξάλλου, στην εισαγωγή της, μερικές ώρες νωρίτερα, η δημοσιογράφος της The Washington Post, Μαίρη Τζόρνταν δήλωσε : « Με μεγάλη ευχαρίστηση, παρουσιάζουμε όλες τις απόψεις γύρω από αυτό το ζήτημα ».

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι το βήμα της εκδήλωσης μετατράπηκε σε αρένα. Μετά την παρουσίαση των απόψεων των Αμερικανών διαπραγματευτών, τους διαδέχτηκαν οι Ευρωπαίοι ομόλογοί τους, οι οποίοι είναι εξίσου ένθερμοι οπαδοί της συνθήκης. Τις διαμαρτυρίες των εργοδοτών για « το παράλογο νομοθετικό πλαίσιο για τα εργασιακά ζητήματα, που δημιουργεί υπέρογκο κόστος για τις επιχειρήσεις, εμποδίζει τις επενδύσεις και βλάπτει την απασχόληση », διαδέχονται δηλώσεις συνδικαλιστών, οι οποίοι δεν είναι ιδιαίτερα διεκδικητικοί : οι μοναδικοί δύο προσκεκλημένοι εκπροσωπούν την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES) και τη Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας (CFDT) [4]. Καθώς προφανώς η Τζόρνταν και οι συνεργάτες της που συντονίζουν τον διάλογο κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην αποσιωπηθεί κανένα ενοχλητικό ερώτημα, οι συζητήσεις είναι οργανωμένες γύρω από τους εξής δύο μεγάλους άξονες : « Ποια είναι τα οφέλη που μπορεί να μας εξασφαλίσει η TTIP » ; « Τι θα πρέπει να φοβόμαστε εάν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις » ;

Σαμπάνια στο Παρίσι ή βότκα στη Μόσχα ;

Ένας από τους πρώτους παρεμβαίνοντες, ο Ζοάο Βάλε ντε Αλμέιντα, πρεσβευτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνηθίζει να παρουσιάζει τον εαυτό του ως υπέρμαχο της κοινής λογικής : « Ο τρόπος με τον οποίο βλέπω τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλός : η TTIP είναι μια καλή ιδέα. Κι όταν μια ιδέα είναι καλή, τότε οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για να την υλοποιήσουμε ». Γιατί όλοι εδώ πέρα είναι πεπεισμένοι ότι η συνθήκη θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας ή και εκατομμύρια.

« Κάθε δισεκατομμύριο ευρώ εμπορικών ανταλλαγών αγαθών και υπηρεσιών δημιουργεί 15.000 θέσεις εργασίας στην Ε.Ε. » : Αυτή η δήλωση περιέχεται σε ένα έγγραφο που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Σεπτέμβριο του 2013. Η εκτίμηση βασίζεται σε μελέτη του Κέντρου Ερευνών για την Οικονομική Πολιτική (CEPR), μιας λονδρέζικης δεξαμενής σκέψης, η οποία χρηματοδοτείται από την Deutsche Bank, την BNP Paribas, τη Citigroup, την Barclays, την JPMorgan κ.ά.. Το CEPR εκτιμά ότι η εν λόγω συνθήκη θα μπορούσε να ντοπάρει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, αυξάνοντάς τες κατά 28%. Κι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν και παραδέχεται ότι πρόκειται για το πλέον « αισιόδοξο σενάριο », υποστηρίζει ότι η ΤΤΙΡ θα μπορούσε « να αυξήσει τις θέσεις εργασίας στους εξαγωγικούς τομείς τής Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά αρκετά εκατομμύρια [5] ». Αν και στην αίθουσα δεν παρευρίσκεται κανένας άνεργος που θα μπορούσε να πειστεί από αυτήν την επιχειρηματολογία, το επιχείρημα επανέρχεται διαρκώς σε όλες τις παρεμβάσεις. Ο επίτιμος προσκεκλημένος της ημερίδας είναι ο Κάρελ ντε Γκουχτ, ο Ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για ζητήματα εμπορίου, που έχει την εποπτεία των διαπραγματεύσεων εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τη σειρά του, αφιερώνει και ο ίδιος μεγάλο μέρος της εναρκτήριας προσφώνησής του στο ζήτημα.

« Ο Ντε Γκουχτ λέει ό,τι του κατέβει ! ». Στον δρόμο, μπροστά στο φορτηγάκι με τη μικροφωνική εγκατάσταση, ο Πράσινος ευρωβουλευτής Γιανίκ Ζαντό [6] εξοργίζεται όταν του μεταφέρουν τα λόγια τού επιτρόπου. « Οι εκτιμήσεις του δεν στηρίζονται σε κανένα χειροπιαστό στοιχείο. Πολύ σύντομα θα τον δούμε να υπαναχωρεί σχετικά με αυτές τις δηλώσεις, όπως συνέβη και στην περίπτωση των δηλώσεών του για τα οφέλη που θα εξασφαλίσει η συνθήκη για κάθε νοικοκυριό ». Πράγματι, στον λόγο που εκφώνησε στις 14 Ιουνίου του 2014, ο Ντε Γκουχτ χαιρέτισε την έναρξη των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις Βρυξέλες και στην Ουάσιγκτον. Αναφερόμενος στις « τελευταίες εκτιμήσεις », διακήρυξε ότι « η μελλοντική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα εξασφαλίσει κατά μέσον όρο, σε κάθε ευρωπαϊκό νοικοκυριό, μια αύξηση εισοδήματος της τάξης των 545 ευρώ ετησίως [7] ». Τόσο ο ίδιος όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχαναν καμία ευκαιρία για να προβάλουν τον συγκεκριμένο αριθμό [8].

Ωστόσο, στις 31 Μαρτίου του 2014, μια έκθεση η οποία είχε παραγγελθεί από την Ευρωπαϊκή Ενωμένη Αριστερά/Πράσινη Σκανδιναβική Αριστερά (GUE/NGL) κατέρριψε την απάτη του Ντε Γκουχτ [9]. Ο Ζαντό τού θέτει ερωτήσεις σχετικά με αυτό το ζήτημα. Ξαφνικά, ο επίτροπος γίνεται ιδιαίτερα προσεκτικός. Τι θα πρέπει να αναμένει μια οικογένεια ότι θα κερδίσει από αυτήν την ιστορία ; « Δεν είναι δυνατόν να προβούμε σε ακριβείς εκτιμήσεις. Εγώ, τουλάχιστον, δεν κάνω κάτι τέτοιο ». Και τα ποσά που ανακοίνωνε μέχρι τώρα ; « Ξέρετε, σύμφωνα με μια μελέτη, κάθε νοικοκυριό θα κερδίζει 545 ευρώ τον χρόνο. Όμως, εγώ δεν γνωρίζω πώς κατέληξαν οι συντάκτες της σε αυτό το συμπέρασμα. (…) Γι’ αυτόν τον λόγο, παραθέτω αυτόν τον αριθμό σπανιότατα ».

Όσο για τον Βάλε δε Αλμέιντα, δεν χρειάστηκε καν να τον κεντρίσει η Τζόρνταν. Δήλωσε εξαρχής ότι « χρειάζεται, βέβαια, να αναλογιστούμε τα πλεονεκτήματα που θα μας εξασφαλίσει η TTIP. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουμε το κόστος που θα έχει μια ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων ». Και αναφερόμενος στην ουκρανική κρίση, πρόσθεσε με νόημα : « Θα προτιμούσα να γιορταστεί η υπογραφή της TTIP με σαμπάνια ή πορτό, παρά η αποτυχία της με βότκα ». Καθισμένος στα αριστερά του, ο Ντάνιελ Χάμιλτον υιοθετεί αμέσως το επιχείρημά του. Ο διευθυντής της αμερικανικής δεξαμενής σκέψης Center for Transatlantic Relations θεωρεί ότι τα γεωπολιτικά κριτήρια αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα που βρίσκονται πίσω από αυτό το σχέδιο : « Πρόκειται για την πλέον στρατηγική συμφωνία που είναι αυτή τη στιγμή διαθέσιμη στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Είναι πολύ σημαντικότερη από εκείνη με την οποία ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ ». Κι όπως εξηγεί, πριν από την ουκρανική κρίση, η ενέργεια δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις κυριότερες προτεραιότητες των διαπραγματευτών. Κι αφού μας υπενθυμίσει ότι η Ρωσία εξάγει το 70% του φυσικού αερίου της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προσθέτει : « Στο εξής, οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει ! ».

Συνήθως, οι συμφωνίες για τη διευκόλυνση της ελευθερίας των ανταλλαγών αποσκοπούν στον περιορισμό των τελωνειακών φραγμών [10]. Όμως, δεδομένου ότι ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση τέτοιοι φραγμοί είναι ήδη μειωμένοι (χαμηλότεροι του 3% κατά μέσον όρο), η TTIP αποβλέπει στον περιορισμό των « μη τελωνειακών φραγμών », δηλαδή των ποσοστώσεων, των διοικητικών διατυπώσεων και των υγειονομικών, κοινωνικών και τεχνικών προδιαγραφών. Όσον αφορά δε, τον τομέα των προδιαγραφών, οι διαπραγματευτές ελπίζουν ότι θα υπάρξει σημαντική πρόοδος. « Στο πλαίσιο μιας εναρμόνισης προς τα πάνω ! », όπως αρέσκονται να υπογραμμίζουν οι λάτρεις των ανέσεων που προσφέρει το Shangri-La. Υποτίθεται ότι η διαδικασία θα οδηγήσει στη γενική ανύψωση του επιπέδου των κοινωνικών και νομικών προδιαγραφών, δεδομένου ότι η συνθήκη έχει ως διακηρυγμένο στόχο την επιβολή των προδιαγραφών της σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όμως…

Από τα « coffee breaks », στα διαλείμματα για τη δημιουργία « δικτύων »

Ο Μαρτσέλο Όντερμπρεχτ, ένας από τους ισχυρότερους Βραζιλιάνους επιχειρηματίες [11], διέσχισε τον Ατλαντικό για να συμμετάσχει στη συνάντηση και για να δώσει απάντηση στην εξής ερώτηση : ποιες θα μπορούσαν να είναι οι επιπτώσεις της TTIP στις αναπτυσσόμενες χώρες ; Ο Όντερμπρεχτ επιβεβαιώνει την υπόθεση της αλυσιδωτής αντίδρασης : « Είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε συνεννόηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών στο ζήτημα των νομοθετικών ρυθμίσεων θα έχει επιπτώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο ». Ωστόσο, πιστεύει ο ίδιος ότι πρόκειται για ένα πραγματικό πρόβλημα ; « Στην πραγματικότητα όχι. Εάν εφαρμόζαμε σήμερα τις αμερικανικές προδιαγραφές για τα εργασιακά ζητήματα, αυτό, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία τής Βραζιλίας, θα θεωρούνταν επιστροφή στη δουλοκτησία ». Η δήλωσή του εκπλήσσει τόσο πολύ, ώστε η Τζόρνταν τού ζητάει να την επαναλάβει. Το κάνει, συμπεραίνοντας ότι η ευθυγράμμιση της νομοθεσίας τής Βραζιλίας με τα επίπεδα που θεσπίζει η TTIP « δεν θα αποδεικνυόταν μια πολύπλοκη υπόθεση ». Προφανώς, κανένας εδώ δεν φαντάζεται ότι η « κοινωνική εναρμόνιση » μπορεί να αποβεί προς το συμφέρον των εργαζόμενων…

Όταν έρχεται η σειρά της να μιλήσει, η Μπερναρντέτ Σεγκόλ υπόσχεται ότι η εισήγησή της δεν θα συμβαδίζει με την περιρρέουσα αισιοδοξία. Ωστόσο, η γενική γραμματέας της CES μετριάζει προκαταβολικά την ένταση των παρατηρήσεων που ετοιμάζεται να κάνει, με την εξής δήλωση : « Εξ ορισμού, οι συνδικαλιστές θέλουν πάντα ολοένα περισσότερα…  ». Το ακροατήριο -το οποίο αναμφίβολα δεν θα έβρισκε ιδιαίτερα του γούστου του παρόμοιο σχόλιο για τους μετόχους των μεγάλων εταιρειών- γελάει με την ψυχή του. Αν υπάρχει κάτι που κάνει τη Σεγκόλ να ανησυχεί, αυτό είναι η αδιαφάνεια. Μπροστά σε μια μάλλον εμβρόντητη Τζόρνταν, η συνδικαλίστρια θυμίζει την περίπτωση του σκανδάλου του Γουοτεργκέιτ, το οποίο αποκαλύφθηκε εκείνη την εποχή από τη The Washington Post : « Ορίστε τι θα έπρεπε να ξαναγίνει ! ».

Πράγματι, εδώ και αρκετούς μήνες, πολλές οργανώσεις καταγγέλλουν την αδιαφάνεια που κυριαρχεί στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλες. Για παράδειγμα, ο προβληματισμός της CES επικεντρώνεται στους χαμένους της TTIP, « γιατί χαμένοι θα υπάρξουν, ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ». Μήπως θα έπρεπε, λοιπόν, να παραιτηθούμε από τις προσπάθειες για την επίτευξη αυτής της συμφωνίας ; Όχι, « δεν είναι αυτή η θέση μας ». Ωστόσο, θα έπρεπε « να ειπωθεί ξεκάθαρα » σε ποιους τομείς της οικονομίας θα υπάρξουν απώλειες θέσεων εργασίας. Με λίγα λόγια, το ζητούμενο είναι να υπερασπιστούμε το δικαίωμα των εργαζόμενων να… προετοιμαστούν για την απόλυσή τους. Το αίτημα της συνδικαλίστριας δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τον Βάλε ντε Αλμέιντα : « Πολύ σωστά. Για μας είναι αναγκαίο να ακούγεται η φωνή των συνδικαλιστών. Εξάλλου, χαίρομαι ιδιαίτερα για το γεγονός ότι ο λόγος της Σεγκόλ είναι σε τόσο μεγάλο βαθμό εποικοδομητικός ».

Και ούτω καθεξής, μέχρι τις πέντε το απόγευμα… Καθώς οι παρευρισκόμενοι αρχίζουν να αποχωρούν, έχει κανείς τη δυνατότητα να παρατηρήσει τα καρτελάκια που είναι καρφιτσωμένα στο πέτο των σακακιών (και σπανιότερα των ταγιέρ) τους : HSBC, General Electric, Daimler, The Walt Disney Company, Mutuelle familiale, Dow France, Total… Στο τέλος της ημέρας, υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό μας : αλήθεια, όλοι όσοι παρευρέθηκαν στην εκδήλωση πλήρωσαν 1.500 ευρώ το άτομο για να ακούσουν αυτές τις παρεμβάσεις ; Κάνουμε, λοιπόν, ένα τηλεφώνημα στους οργανωτές. Κι η Σεμσάρ ντε Μπουασεζόν μάς δίνει την εξής απάντηση : « Στόχος μας ήταν να φέρουμε από τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον άτομα τα οποία εμπλέκονται στις διαπραγματεύσεις, έτσι ώστε καθένας να έχει τη δυνατότητα να τους θέσει ερωτήσεις. Ξέρετε, όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να συναντιόνται συχνά ».

Ανάμεσα στους χορηγούς της εκδήλωσης συγκαταλέγονται οι εταιρείες λόμπινγκ Business Software Alliance (BSA) και APCO Worldwide. Στο διαφημιστικό φυλλάδιο της τελευταίας διαβάζουμε : « Χάρη στη βαθιά γνώση των ζητημάτων που συνδέονται με το διμερές εμπόριο, οι ομάδες των ειδικών της APCO έχουν ήδη κατορθώσει να προωθήσουν τα συμφέροντα των πελατών της σε διάφορες συμφωνίες για την ελευθερία των ανταλλαγών. (…) Με το πέρασμα των ετών, η APCO έχει οικοδομήσει στέρεες σχέσεις με εμπειρογνώμονες ειδικευμένους σε ζητήματα εμπορικών πολιτικών, οι οποίοι εργάζονται στους ευρωπαϊκές θεσμούς, στις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών και στην Ουάσιγκτον. Συνεπώς, γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να διατυπώνουμε τα μηνύματα, έτσι ώστε να γίνονται αποδεκτά από αυτό το συγκεκριμένο κοινό ». Ανάμεσα σε κάθε « συζήτηση στρογγυλής τραπέζης », το πρόγραμμα περιλαμβάνει « coffee breaks » και « networking breaks » (διαλείμματα για τη δημιουργία « δικτύων »), καθώς επίσης κι ένα γεύμα στο οποίο δεν είναι προσκεκλημένος ο Τύπος.

Κι ενώ οι διαδηλωτές κραυγάζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να πάψει να παραδίδει τους πληθυσμούς της βορά στα λόμπι, στο σαλόνι του Shangri-La, ο Φερντινάντο Μπεκάλι Φάλκο, γενικός διευθυντής της General Electric Europe, παραπονιέται για το συντεχνιακό πνεύμα το οποίο ενδέχεται να εμποδίσει την πρόοδο των διαπραγματεύσεων : « Ας μην αφήσουμε τα συμφέροντα μερικών να σταθούν εμπόδιο στο συλλογικό συμφέρον ».

Notes

[1] Το European Voice ιδρύθηκε από τον The Economist και αγοράστηκε, το 2013, από τη Selectcom. Βλέπε Alexander Zevin, « “The Economist”, le journal le plus influent du monde », Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2012.

[2] Από ένα από τα ονόματα αυτής της συμφωνίας στην αγγλική γλώσσα : Transatlantic Free Trade Agreement.

[3] (Σ.τ.Μ.) Πολύ συνηθισμένες πρακτικές στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες απαγορεύονται αυστηρά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

[4] (ΣτΜ) Ιδιαίτερα συντηρητική και φιλική προς τους εργοδότες συνδικαλιστική οργάνωση, που προέρχεται από τον χώρο της γαλλικής χριστιανοδημοκρατίας

[5] « Transatlantic Trade and Investment Partnership, The Economic Analysis Explained », Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλες, Σεπτέμβριος 2013.

[6] (Σ.τ.Μ.) Ο Γιανίκ Ζαντό υπήρξε υπεύθυνος για τις καμπάνιες της Greenpeace μέχρι το 2008 και στη συνέχεια ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ για τη συγκρότηση του κόμματος Ευρώπη Οικολογία – Οι Πράσινοι (EELV). Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν αντιπρόεδρος της Επιτροπής για το Εξωτερικό Εμπόριο.

[7] Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 14 Ιουνίου 2013.

[8] Ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 12 Μαρτίου, 4 Νοεμβρίου και 20 Δεκεμβρίου του 2013. Ανακοίνωση του προέδρου τής Επιτροπής, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, 14 Ιουνίου 2013. Συνομιλία με τον Κάρλ ντε Γκουχτ στο Ίδρυμα Ρομπέρ Σουμάν, 9 Σεπτεμβρίου του 2013. Λόγος του Ντε Γκουχτ, στις 28 Ιανουαρίου του 2014.

[9] Werner Raza, Jan Grumiller, Lance Taylor, Bernhard Tröster και Rudi von Arnim, « ASSESS TTIP : Assessing the claimed benefits of the Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP). Final Report ». Ősterreichissche Forschungsstiftung für Interbnationale Entwicklung (ŐFSE), Βιέννη, 31 Μαρτίου 2014.

[10] Δηλαδή των τελωνειακών δασμών που επιβάλλονται στα εισαγόμενα εμπορεύματα κατά την εισαγωγή τους στην επικράτεια μιας χώρας.

[11] Βλέπε Anne Vigna, « Les Brésiliens aussi ont leur Bouygues », Le Monde diplomatique, Οκτώβριος 2013.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette