monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2013 > 04. Απρίλιος > Η καλή νεραΐδα της στατιστικής κάνει μάγια στο ποδόσφαιρο

Όταν αριθμοί υποσκελίζουν τους προπονητές

Η καλή νεραΐδα της στατιστικής κάνει μάγια στο ποδόσφαιρο

dimanche 14 avril 2013, par Kuper Simon , [Νάτσιος Ηλίας (μτφ)]

Μια έρευνα μόλις έφερε στο φως την ύπαρξη ενός κυκλώματος διαφθοράς που αφορά 680 ποδοσφαιρικούς αγώνες και εμπλέκει 425 επικεφαλής συλλόγων, παίκτες και διαιτητές σε 15 χώρες. Ωστόσο, άλλοι είναι οι αριθμοί που ενδιαφέρουν κυρίως τους προπονητές, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα δείχνουν όλο και περισσότερο να υποκαθιστούν την εμπειρική τους γνώση με τη στατιστική. Κατά την άποψή τους, οι αγώνες κερδίζονται πια με την αριθμομηχανή ανά χείρας.

Το 2004, ο Αρσέν Βενγκέρ, προπονητής του λονδρέζικου ποδοσφαιρικού συλλόγου της Άρσεναλ, αναζητούσε αντικαταστάτη για τον κεντρικό μέσο αστέρα του, τον Πατρίκ Βιεϊρά, ο οποίος είχε πάρει μεταγραφή για τη Γιουβέντους του Τορίνο. Ο Βενγκέρ ήθελε έναν παίκτη ικανό να τρέχει σε μεγάλες αποστάσεις. Έχοντας συμβουλευτεί τις στατιστικές των περισσότερων ευρωπαϊκών ενώσεων, εντόπισε τον Ματιέ Φλαμινί, έναν νεαρό αρχάριο της Μαρσέιγ, ο οποίος έτρεχε κατά μέσο όρο δεκατέσσερα χιλιόμετρα ανά αγώνα. Δεδομένου όμως ότι ο αριθμός αυτός από μόνος του δεν έδινε πληροφορίες για το κατά πόσο ο Φλαμινί έτρεχε προς τη σωστή κατεύθυνση του γηπέδου ή το κατά πόσο ήξερε να παίζει ποδόσφαιρο, ο προπονητής της Άρσεναλ μετέβη στη Μασσαλία για να κρίνει ιδίοις όμμασι, και, αφού έμεινε, τελικά, ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, προσέλαβε τον έφηβο για ένα κομμάτι ψωμί. Ο Φλαμινί εντυπωσίασε με τις επιδόσεις του στην Άρσεναλ, πριν υπογράψει, αργότερα, με τη Μίλαν ένα πιο επικερδές συμβόλαιο.

Την εποχή εκείνη, ο Βενγκέρ ήταν ένας από τους σπάνιους επαγγελματίες του ποδοσφαίρου που προσέφευγε στη στατιστική για να τελειοποιήσει τη στρατηγική του. Δεν υπάρχει τίποτα το εντυπωσιακό σε αυτό : ως λάτρης των μαθηματικών και κάτοχος ενός πτυχίου Οικονομικών από το Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, αποτελούσε την εξαίρεση σε ένα άθλημα το οποίο δεν φημίζεται ως δημοφιλές στους ανθρώπους με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο. Σήμερα, πια, το πάθος των στατιστικών δεν αφορά μόνο τους ειδήμονες. Οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι προσφεύγουν σε προγράμματα επεξεργασίας δεδομένων, ένα φαινόμενο το οποίο σχεδόν έχει περάσει απαρατήρητο από τα μέσα ενημέρωσης. Η Άρσεναλ, λόγου χάρη, διαθέτει πλέον τμήμα στατιστικής, το οποίο διευθύνεται από έναν Γερμανό, ο οποίος εκπαιδεύτηκε στους αριθμούς σε μια επενδυτική τράπεζα. Οι στατιστικές κατευθύνουν όλο και περισσότερο τον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι.

Από τη δεκαετία του ’80, το λογισμικό επεξεργασίας στατιστικών άρχισε να εισβάλλει στους περισσότερους τομείς, με εξαίρεση τον αθλητικό χώρο, στον οποίο οι εμπλεκόμενοι παραδοσιακά πραγματοποιούν λιγότερες σπουδές και εξαιτίας αυτού δεν δείχνουν μεγάλο ενθουσιασμό για τεχνολογικές καινοτομίες. Το πρώτο άθλημα το οποίο ασπάστηκε τη στατιστική ήταν το μπέιζμπολ. Η πρόωρη αυτή προσχώρηση στην τάση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη, κατά τη δεκαετία του ’80, μιας υποκουλτούρας ερασιτεχνών στατιστικολόγων, οι οποίοι, κατευθυνόμενοι από την παθολογική τους λατρεία τόσο για το μπέιζμπολ όσο και για τους αριθμούς, αφιέρωναν τον ελεύθερο χρόνο παίζοντας με τις παραμέτρους του αγαπημένου τους αθλήματος.

Μέντοράς τους ήταν κάποιος Μπιλ Τζέιμς, ο οποίος το πρωί έβγαζε τα προς το ζην ως φύλακας σε ένα εργοστάσιο που παρήγαγε κονσέρβες χοιρινού με φασόλια, αλλά όταν επέστρεφε στο σπίτι του έπεφτε πάνω στη γραφομηχανή του προκειμένου να συγγράψει το μεγάλο του πόνημα για το μπέιζμπολ, στο οποίο, με τη βοήθεια μιας αφαιρετικής μαθηματικής διαδικασίας, κατάφερε να θρυμματίσει τις πιο ακλόνητες βεβαιότητες που υπήρχαν πάνω στο άθλημα αυτό [1]. Ειδικότερα, ο Τζέιμς απέδειξε μέσω της στατιστικής ότι γνωστές στρατηγικές παιχνιδιών, όπως ήταν το « κλέψιμο της βάσης » ή η « κοφτή μπαλιά αυτοθυσίας » (μην ανησυχείτε αν δεν καταλαβαίνετε τίποτα, συμβαίνει σε όλους τους Ευρωπαίους) δεν είχαν απολύτως κανένα νόημα.

Κόρνερ με εσωτερικό ή εξωτερικό φάλτσο ;

Αναπόφευκτο ήταν τέτοιες ανακαλύψεις να φτάσουν μια μέρα στα αυτιά των επαγγελματιών. Ο Γουίλιαμ Μπέανι, γνωστός και ως Μπίλι, έπαιζε στη μέτρια ομάδα των Όκλαντ Αθλέτικς, όταν στα είκοσι επτά του πήρε μια ασύλληπτη πρωτοβουλία για έναν παίκτη της ηλικίας του : χτύπησε την πόρτα του διευθυντή του και του πρότεινε να ανταλλάξει τη φανέλα του με μια θέση προπονητή.

Στα γραφεία του γερασμένου σταδίου της Όκλαντ, το οποίο απέχει μόλις λίγα χιλιόμετρα από τα λαμπρά μυαλά της τεχνολογίας της Σίλικον Βάλεϊ, ο Μπέανι καταβροχθίζει με λαχτάρα τις θεωρίες του Τζέιμς. Ως παίκτης είχε γαλουχηθεί με τις παρωχημένες αξίες των παλαιών προπονητών. Ως προπονητής ο ίδιος πια, θα δρομολογήσει μια κοπερνίκεια επανάσταση στον αθλητικό χώρο, προσλαμβάνοντας έναν νέο στατιστικολόγο με σπουδές στο Χάρβαρντ για να επιλέξει τους μελλοντικούς παίκτες της ομάδας. Χάρη στην καλή νεραΐδα της στατιστικής, η ομάδα κατάφερε να εντοπίσει μια σειρά από υποτιμημένα ταλέντα. Η γενική διαπίστωση ήταν ότι ο κόσμος του μπέιζμπολ προσδίδει υπερβολική σημασία στις αθλητικές ικανότητες των παικτών. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι είναι καλύτερα να έχεις έναν λίγο πιο σωματώδη παίκτη που έχει αίσθηση του παιχνιδιού, παρά έναν που βρίθει ενέργειας αλλά δεν έχει μυαλό. « Προτιμάμε την έννοια του γεροδεμένου παίκτη », συνοψίζει ο Μπέανι, ξεσπώντας στα γέλια. Οι παίκτες της Όκλαντ, οι οποίοι στην αρχή αντιμετωπίστηκαν με χλευασμό για το υπερβολικό τους βάρος, δεν άργησαν να συσσωρεύσουν τις νίκες τη μια μετά την άλλη και να υψώσουν την ομάδα σε ένα επίπεδο πολύ υψηλότερο από αυτό που ο χαμηλός προϋπολογισμός της θα της επέτρεπε να ελπίζει. Σχήματα πιο πλούσια εμπνεύστηκαν από το παράδειγμά της. Πρόσφατα, υπογραμμίζει ο Μπέανι με ευχαρίστηση, οι μυθικοί Γιάνκις της Νέας Υόρκης προσέλαβαν είκοσι έναν στατιστικολόγους.

Η διαφωτιστική ιστορία του τεχνικού των Αθλέτικς αποτέλεσε το αντικείμενο ενός βιβλίου, του Moneyball [2], το οποίο πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη από το Χόλιγουντ της νιοστής αυτής εκδοχής της μάχης του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, με τον Μπράτ Πιτ στον ρόλο του Μπέανι, επιβεβαιώνει ότι το βιβλίο αποτελεί το έργο που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία του αθλητισμού. Το Moneyball δεν άλλαξε μόνο το μπέιζμπολ, αλλά επίσης τα περισσότερα συλλογικά αθλήματα, από το μπάσκετ και το κρίκετ μέχρι το ποδόσφαιρο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πάθος για τους αριθμούς ξεκίνησε να κερδίζει το ποδόσφαιρο στα μέσα της δεκαετίες του ΄90, μέσω της εμφάνισης των συγκριτικών αναλύσεων επιδόσεων που αποκαλούνταν « αντικειμενικές ». Εξειδικευμένα πρακτορεία, όπως η Opta ή η Prozone μελετούσαν τις ομάδες υπολογίζοντας τον αριθμό των χιλιομέτρων, τις πάσες ή τα τάκλιν που κάνει κάθε παίκτης ή που γίνονται σε κάθε αγώνα. Δεδομένου ότι δεν διέθεταν τα εφόδια για να αντιμετωπίσουν τον κατακλυσμό δεδομένων, πολλοί τεχνικοί αποφάσιζαν να κάνουν το ιερό ταξίδι προς την Καλιφόρνια για να ζητήσουν τη συμβουλή του Μπέανι. Έτσι μετέβη στο Όκλαντ και ο πρώην συνεργάτης του Βενγκέρ στην Άρσεναλ, ο Γάλλος Νταμιέν Κομολί. Η συνάντησή του με τον Μπέανι σηματοδότησε μια καμπή στην καριέρα του. Το 2005, έχοντας πια γίνει διευθυντής ποδοσφαίρου της λονδρέζικης Τότεναμ, δράττει την ευκαιρία να εφαρμόσει στο ποδόσφαιρο τις θεωρίες του Moneyball.

Ωστόσο, στα χρόνια που ακολουθούν, τα παθήματα του Κομολί μαρτυρούν πόσο επώδυνη ήταν η είσοδος του ποδοσφαίρου στην εποχή της στατιστικής. Σίγουρα, με τη βοήθειά της, ο τολμηρός δεξιοτέχνης θα καταφέρει να ξετρυπώσει κάποια κελεπούρια, όπως τον Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ, τον Λούκα Μοντρίκ ή ακόμα τον μετέπειτα διεθνή αστέρα Γκάρεθ Μπέιλ που αποκτήθηκε στην ηλικία των 17 ετών. Αλλά και εξαιτίας της ο Κομολί προκαλεί οργή στον κύκλο του. Στον κόσμο του ποδοσφαίρου, οι προπονητές έχουν συνήθως εγκαταλείψει το σχολείο στην τρυφερή τους ηλικία και δεν βασίζονται παρά μόνο στο « ένστικτό » τους, το οποίο έχει σφυρηλατηθεί την εποχή που οι ίδιοι κυνηγούσαν την μπάλα. Ανάστατοι, λοιπόν, από τις εξελίξεις που σημειώνονται σε άλλα επαγγέλματα, όπου οι υπολογιστές αντικαθιστούν τους εργαζομένους χαμηλής εξειδίκευσης, δεν βιάζονται καθόλου να υποστούν την ίδια μοίρα. Γι’ αυτό και οι γέροι βετεράνοι της Τότεναμ υποδέχονται χωρίς ίχνος αβρότητας τον μορφωμένο Γάλλο που εμφορείται από νεωτερικές ιδέες και που η μοναδική στιγμή δόξας που έχει γνωρίσει είναι όταν έπαιξε με την ομάδα ελπίδων του Μονακό.

Διωγμένος από το Τότεναμ, ο Κομολί ανασυντάσσεται στην Σαιντ Ετιέν. Αλλά και εκεί η εμπειρία δεν αποδεικνύεται επιτυχημένη. Στην Γαλλία, οι πρόεδροι των ποδοσφαιρικών συλλόγων δεν διακρίνονται για το ενδιαφέρον τους για το μπέιζμπολ και οι περισσότεροι εξ αυτών δεν έχουν ακούσει ποτέ τίποτα για στατιστικές. Μάλιστα, προστίθεται άλλη μια δυσκολία : το αθλητικό σωματείο της Σαιντ Ετιέν δεν έχει λεφτά να αγοράσει νέους παίκτες και ο ρόλος του διευθυντή ποδοσφαίρου περιορίζεται στην απόφαση για το ποια συμβόλαια θα ανανεωθούν.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, έναν ποδοσφαιριστή που το συμβόλαιό του λήγει και που για την ανανέωσή του για δύο επιπλέον χρόνια θα στοιχίσει στην ομάδα δύο εκατομμύρια ευρώ. Στα τριάντα του είναι ένας καλός παίκτης. Αλλά, πώς να γνωρίζει κανείς αν θα παραμείνει καλός σε μερικούς μήνες ; Ο Κομολί μελετά τον φάκελό του και ελέγχει τις παραμέτρους του : έχει ο παίκτης μεταπτώσεις στη φυσική του κατάσταση κατά τη διάρκεια των τελευταίων αγωνιστικών ; Υποχωρεί ο μέσος όρος των επιταχύνσεών του από τη μια χρονιά στην άλλη ; Τι γίνεται με τον αριθμό των πασών ; Αν οι στατιστικές δείχνουν μια τάση καθοδική, ο παίκτης απομακρύνεται.

Το 2010, ο Τζον Χένρι αγοράζει τον ποδοσφαιρικό σύλλογο της Λίβερπουλ. Ο Αμερικανός αυτός επιχειρηματίας διαθέτει ήδη μια μεγάλη ομάδα μπέιζμπολ, την Μπόστον Ρεντ Σοξ, στην οποία είχε προσπαθήσει να αποσπάσει τον Μπέανι κάποια χρόνια νωρίτερα. Δεν γνωρίζει τίποτα από ποδόσφαιρο αλλά ονειρεύεται να το μετατρέψει σε Moneyball. Συμβουλεύεται τον Μπέανι που του προτείνει το όνομα του Κομολί. Και να πως ο προπονητής της Σαιντ Ετιέν εκτοξεύεται στη θέση του τεχνικού διευθυντή σε έναν από τους μεγαλύτερους συλλόγους στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Δυστυχώς και η εμπειρία αυτή θα καταλήξει σε νέα αποτυχία. Με την υποστήριξη των στατιστικών, ο Κομολί διέγνωσε στον νέο επιθετικό Άντι Καρόλ ότι διαθέτει ένα ξεχωριστό ταλέντο να σκοράρει με κεφαλιές. Αγοράζει αυτό το παιδί θαύμα έναντι 40 εκατομμυρίων και στη συνέχεια προμηθεύεται και κάποιους πλάγιους παίκτες για να τον τροφοδοτούν με μπαλιές. Αυτό όμως που δεν λαμβάνει υπόψη του είναι ότι οι μακριές πάσες σπάνια οδηγούν σε γκολ, γεγονός θεμελιωμένο και αυτό από τις στατιστικές και επιβεβαιωμένο από την ίδια την εμπειρία των « κόκκινων διαβόλων » της Λίβερπουλ. Κοντές και γρήγορες πάσες έχουν πολύ καλύτερη απόδοση στον βαθμολογικό πίνακα. Ο Κομολί υποστήριξε λάθος στρατηγική. Τον Απρίλιο του 2012 απολύεται από την ομάδα.

Παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση των μαθηματικών συνεχίζεται. Το φιάσκο του Κομολί δίδαξε στους συνεχιστές του ότι οι στατιστικές είναι αναμφισβήτητα χρήσιμες αλλά ότι δεν καταλήγουν όλες στα ίδια συμπεράσματα και συνεπώς πρέπει να αξιοποιούνται με προσοχή. Από τότε, έχουν δοκιμαστεί επιτυχώς στον τομέα των στημένων φάσεων.

Πράγματι, κατά τα ελεύθερα χτυπήματα, τα πέναλτι και τα κόρνερ, ο αγώνας διακόπτεται για λίγα δευτερόλεπτα, ακριβώς τον χρόνο που χρειάζεται ώστε η σκηνή γενικής αναταραχής των παικτών που καλπάζουν προς όλες τις κατευθύνσεις να εκχωρήσει τη θέση της σε μια στατική εικόνα εύκολα αναλύσιμη –περίπου σαν αυτή του μπέιζμπολ. Κατά τη διάρκεια αυτών των δευτερολέπτων, ο νόμος των αριθμών αποδεικνύεται απόλυτα αποτελεσματικός. Στη Μάντσεστερ Σίτι, η υπηρεσία επεξεργασίας δεδομένων ανέλυσε τετρακόσια κόρνερ που εκτελέστηκαν από διάφορες ομάδες κατά τη διάρκεια διάφορων αγωνιστικών, για να καταλήξει ότι η πιο αποτελεσματική επιλογή είναι το κόρνερ με εσωτερικό φάλτσο, κατά το οποίο η μπάλα που φεύγει από τη γωνία του αγωνιστικού χώρου οδηγείται απευθείας προς τα δίκτυα. Μια εκτέλεση του κόρνερ μέσω πάσας ή κεφαλιάς έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες να ξεγελάσει την άμυνα ή τον τερματοφύλακα.

Οι στατιστικοί που κάνουν αυτήν τη μείζονα επιστημονική ανακάλυψη ειδοποιούν αμέσως τον προπονητή, τον Ρομπέρτο Μαντσίνι, ο οποίος όμως τους αντιμετωπίζει με χλευασμό. Ως παλαίμαχος της στρογγυλής θεάς, τίποτα δεν μπορεί να τον κάνει να παρατήσει την ιδέα ότι το κόρνερ με εξωτερικό φάλτσο είναι το μόνο που αξίζει. Στην πράξη, ωστόσο, αποδεικνύεται το αντίθετο, δεδομένου ότι τα κόρνερ με εξωτερικό φάλτσο που εκτελούνται από τους παίκτες του αρνούνται πεισματικά να καταλήξουν στα δίκτυα. Όλα αυτά, μέχρι την ημέρα που ο συνεργάτης του, ο Ντέβιτ Πλατ, ξαναχτίζει τις γέφυρες με τους πληγωμένους στατιστικολόγους και δίνει μια ευκαιρία στα κόρνερ με εσωτερικό φάλτσο. Στην τελευταία αγωνιστική, το αποτέλεσμα αυτού του στρατηγικού « aggiornamento » μεταφράστηκε σε δεκαπέντε επιπλέον γκολ για τη Μάντσεστερ Σίτι, που βασικά βρέθηκε στη κορυφή της βαθμολογίας της Πρέμιερ Λιγκ. Το ιστορικό γκολ που σημείωσε ο Βινσέντ Κομπανί στο ντέρμπι εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και το οποίο επέτρεψε στη Σίτι να καταλάβει την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα εις βάρος του μισητού της αντιπάλου, προήλθε από ένα κόρνερ με εσωτερικό φάλτσο.

Προς υπολογισμούς σε πραγματικό χρόνο

Κατά τη διάρκεια της ίδιας αυτής αγωνιστικής περιόδου, 2011-2012, οι αναλύσεις αντικειμενικών επιδόσεων δεν επικράτησαν μόνο στην αγγλική Πρεμιέρ Λιγκ αλλά και στο ευρωπαϊκό Τσάμπιονς Λιγκ. Στη διάρκεια του τελικού κατά της Μπάγερν Μονάχου, όπου τελικά επικράτησε η Τσέλσι, ο τερματοφύλακάς της, Πετρ Τσεχ, έπεσε από τη σωστή πλευρά στα έξι πέναλτι που εκτέλεσαν οι Γερμανοί, σώζοντας δύο από αυτά. Μετά το σφύριγμα της λήξης του αγώνα, ο ήρωάς του δήλωσε σιβυλλικά, γεμάτος αυταρέσκεια : « Είτε μάντεψα σωστά, είτε ήμουν καλά προετοιμασμένος να μαντέψω σωστά ». Πριν από τον αγώνα, η υπηρεσία επεξεργασίας δεδομένων της Τσέλσι τού είχε παραδώσει ένα δίωρο DVD, στο οποίο υπήρχε καταχωρημένο το σύνολο των πέναλτι που είχε εκτελέσει η Μπάγερν από το 2007.

Σήμερα, στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει ομάδα που να προσδίδει μεγαλύτερη προσοχή στις στατιστικές από την Εθνική Γερμανίας. Μάλιστα, είναι πολύ πιθανό η ομάδα αυτή να βρίσκεται στο σημείο να ανακαλύψει μια θαυματουργή φόρμουλα : τη μέθοδο που θα επιτρέψει να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, κατά τη διάρκεια του ίδιου του αγώνα. Μια ομάδα καθηγητών και φοιτητών της Σχολής Ανώτατων Σπουδών της Κολωνίας εργάστηκε για πολλά χρόνια στο πλευρό της Mannschaft. Πέρυσι συνέταξε μια έκθεση πολλών εκατοντάδων σελίδων, στην οποία αναλύονταν ξεχωριστά κάθε αντίπαλος που θα αντιμετώπιζε η Γερμανία στο Euro 2012. Οι Γερμανοί προπονητές που καθημερινά συνεδρίαζαν υπό άκρα μυστικότητα στα σαλόνια του Dwor Oliwski στο Γκντανσκ της Πολωνίας, δεν παρέλειψαν να εκμεταλλευτούν το μακροσκελές αυτό πόνημα.

Σε αυτό μπορούσε να βρει κανείς πληροφορίες ιδιαιτέρως χρήσιμες. Ποια διαδρομή χρησιμοποιούν οι παίκτες του αντιπάλου για τις πάσες και τις επιταχύνσεις τους ; Ποιες στιγμές ο Κριστιάνο Ρονάλντο επιλέγει να αιφνιδιάσει με τη φοβερή του ντρίπλα ; Πόσα δευτερόλεπτα χρειάζεται η μία ή η άλλη ομάδα για να ανασυνταχθεί σε άμυνα από τη στιγμή που θα χάσει τη μπάλα ; Ποιος είναι ο παίκτης που ωθεί τους υπόλοιπους προς τα εμπρός και συνεπώς πρέπει να εξουδετερωθεί κατά προτεραιότητα ;

Πριν από τη συνάντηση Γερμανία-Ολλανδία του Euro 2012, η ομάδα των σοφών της Κολωνίας εντόπισε το ευαίσθητο σημείο του εχθρού : οι Ολλανδοί αμυντικοί είχαν την τάση να αναπτύσσονται λίγο παραπάνω. Παρά το γεγονός ότι η απόσταση μεταξύ δύο αμυντικών δεν πρέπει να υπερβαίνει τα οκτώ μέτρα, οι αμυντικοί της Ολλανδίας άφηναν ανοίγματα, τα οποία η επιστήμη υπολόγισε, βελτιστοποιώντας έτσι τη δυνατότητα να διαπεραστούν.

Κατά την ίδια περίοδο, το περασμένο φθινόπωρο, οι Όκλαντ Αθλέτικς –προτελευταίοι στο αμερικανικό πρωτάθλημα σε επίπεδο δυναμικού– πέρασαν στη λαμπρή κατηγορία αγώνων αποκλεισμού των play-offs. Οι αντίπαλοί τους μπορεί και αυτοί να έχουν δηλώσει την πίστη τους στις στατιστικές, αλλά ο Μπέανι και ο λοχαγός του, ο Φαρχάν Ζαϊντί, ένα λαμπρό μυαλό που προέρχεται από το Tεχνολογικό Iνστιτούτο Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά, δεδομένου ότι συνεχώς αναπτύσσουν όλο και πιο σύνθετους δείκτες. Ριζοσπαστικός στην αγάπη του για τους αριθμούς, ο Μπέανι δήλωνε με ικανοποίηση σε μια ηλεκτρονική του αλληλογραφία : « Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου κάθε ενέργεια γίνεται βάσει προηγούμενης στατιστικής ανάλυσης ». Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται προς την ίδια κατεύθυνση, με είκοσι χρόνια καθυστέρηση.

Notes

[1] Bill James, « The Bill James Historical Baseball Abstract », Villard Books, New York, 1985.

[2] Michael Lewis, « Moneyball : The Art of Winning an Unfair Game », W.W. Norton, Νέα Υόρκη, 2004


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette