monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2009 > 02. Φεβρουάριος > Λάθος τσεκάπ των 27 στην αγροτική πολιτική

Γράμμα κενό πια η συμφωνία της ΚΑΠ

Λάθος τσεκάπ των 27 στην αγροτική πολιτική

Λογιστές των Βρυξελλών

dimanche 1er février 2009, par Jean-Christophe Kroll, Trouvé Aurélie

Οι 27 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησαν, στις 20 Νοεμβρίου, το « τσεκάπ » της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Αυτή η συμφωνία, η οποία υποτίθεται ότι θα « εκσυγχρονίσει » την ΚΑΠ ενόψει της νέας μεταρρύθμισής της το 2013, στην πραγματικότητα επιτείνει τη διάλυσή της. Συμμορφώνεται, κυρίως, με τις απαιτήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και αδιαφορεί για την απασχόληση, τη διατροφική ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος, τόσο στον Βορρά, όσο και στον Νότο.

Οι 27 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησαν, στις 20 Νοεμβρίου, το « τσεκάπ » της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Αυτή η συμφωνία, η οποία υποτίθεται ότι θα « εκσυγχρονίσει » την ΚΑΠ ενόψει της νέας μεταρρύθμισής της το 2013, στην πραγματικότητα επιτείνει τη διάλυσή της. Συμμορφώνεται, κυρίως, με τις απαιτήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και αδιαφορεί για την απασχόληση, τη διατροφική ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος, τόσο στον Βορρά, όσο και στον Νότο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά γεωργικών προϊόντων και τροφίμων στον πλανήτη, καθώς τα 500 εκατ. των εν δυνάμει καταναλωτών της μπορούν να πληρώνουν ικανοποιητικά για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών τους. Επιπλέον, είναι η μεγαλύτερη ζώνη εισαγωγής και εξαγωγής αγροτικών προϊόντων (μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες). [1]

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η Ένωση είναι ένας από τους κύριους ρυθμιστές των παγκόσμιων εμπορικών ανταλλαγών, χωρίς την έγκρισή της είναι αδύνατον να ληφθεί η παραμικρή απόφαση στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ). Γεγονός που αποδεικνύεται, και από τις αποφάσεις του Συμβουλίου των υπουργών Γεωργίας της Ένωσης, όπως, για παράδειγμα, το περίφημο « τσεκάπ » της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) που εισήχθη πρόσφατα, και το οποίο χαρακτηρίζεται ως το προοίμιο για τη ριζική μεταρρύθμισή της, το 2013. [2]

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ΚΑΠ ήταν η μοναδική κοινή πολιτική που αποφασιζόταν στις Βρυξέλλες και χρηματοδοτείτο συλλογικά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Σε αυτό, ακριβώς, το γεγονός οφειλόταν το μεγάλο μερίδιό της στις κοινές δαπάνες (45% σήμερα). Έτσι εξηγείται, επίσης, το ότι επί μακρόν θεωρείτο το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η Ευρώπη, προτού οι νεοφιλελεύθεροι αρχίσουν να αντιμετωπίζουν την ΚΑΠ ως δημοσιονομική σπατάλη και ως εμπόδιο στην οικονομική ανταγωνιστικότητα της Ένωσης.

Η ΚΑΠ, η οποία θεσμοθετήθηκε κατά τη διάσκεψη της Στρέσα (Ιταλία) το 1958, είχε ως ρητό στόχο την εξασφάλιση της διατροφικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ). Για την επίτευξή του έπρεπε να σταθεροποιηθούν οι τιμές των αγροτικών προϊόντων σε ένα αρκετά ελκυστικό επίπεδο, ώστε να έχουν κίνητρο οι αγρότες να παράγουν, αλλά ταυτόχρονα οι τιμές να παραμένουν λογικές για τους καταναλωτές.

Η « στήριξη των τιμών » βασιζόταν σε ένα σύστημα δημόσιων αγορών με ελάχιστες εγγυημένες τιμές και στη δημιουργία αποθεμάτων που έπαιζαν εξισορροπητικό ρόλο.

Η συγκεκριμένη επιλογή ισοδυναμούσε με την αναγνώριση ότι η εξάρτηση από τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς δεν αποτελούσε το κατάλληλο και μοναδικό εργαλείο για να προσαρμοστεί η παραγωγή στην κάλυψη των αναγκών, αλλά και ότι η αστάθεια των αγορών των αγροτικών προϊόντων δικαιολογούσε την εξισορροπητική παρέμβαση των κρατικών αρχών. [3]

Σε καθεστώς προστασίας

Έτσι, για κάθε προϊόν ξεχωριστά, δημιουργήθηκαν κοινές οργανώσεις της αγοράς (ΚΟΑ), με στόχο τη διασφάλιση της « κοινοτικής προτίμησης ». Το ζητούμενο ήταν να δοθεί προτεραιότητα στην εσωτερική παραγωγή, χάρη σε ένα σύστημα δασμών που επιβαλλόταν στις εισαγωγές. Οι δασμοί αναπροσαρμόζονταν διαρκώς ανάλογα με το επίπεδο των διεθνών τιμών, οι οποίες εκείνη την εποχή ήταν δομικά κατώτερες των ευρωπαϊκών.

Από τότε, όμως, υπήρχαν ρήγματα στο σύστημα. Για παράδειγμα, η εισαγωγή αδασμολόγητων ελαιοπρωτεϊνούχων καρπών [σόγια, ηλίανθος και κόλζα (ελαιοκράμβη) που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο ως ζωοτροφές]. Επρόκειτο για μια εξαίρεση που παραχωρήθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας για τους Δασμούς και το Εμπόριο (GATT), τη δεκαετία του ’60.

Πολύ γρήγορα, η ΚΑΠ αποδείχθηκε αποτελεσματική. Χάρη στην ασφάλεια των τιμών, πραγματοποιήθηκαν μαζικές επενδύσεις, ενώ παρατηρήθηκε έκρηξη στις καλλιέργειες και στην παραγωγικότητα της εργασίας, με αποτέλεσμα να παράγονται περισσότερα προϊόντα με λιγότερο εργατικό δυναμικό. Έτσι, το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού που πλεόναζε, κατευθύνθηκε σταδιακά προς τη βιομηχανία.

Όμως, από τη δεκαετία του ’70, το σύστημα άρχισε να δυσλειτουργεί. Στα περισσότερα από τα προϊόντα που είχαν τύχει της προστασίας των κοινών οργανώσεων της αγοράς (π.χ. στα δημητριακά και στο γάλα) η αυτάρκεια ξεπεράστηκε. Τα πλεονάσματα συσσωρεύονταν και έπρεπε να διοχετευθούν στη διεθνή αγορά με τη βοήθεια δαπανηρών εξαγωγικών επιδοτήσεων. [4]

Παράλληλα, η αστυφιλία εξαπλωνόταν, ενώ οι προοπτικές απασχόλησης στον κλάδο της βιομηχανίας έφθιναν. Από την άλλη, η εντατικοποίηση των καλλιεργειών και η εξειδίκευση των συστημάτων παραγωγής συνοδεύτηκαν από διαρκώς αυξανόμενη παρέμβαση στο περιβάλλον.

Η κρίση οξύνθηκε τη δεκαετία του 1980, εξαιτίας της καθίζησης στη διεθνή ζήτηση και στην παραγωγή στις αναδυόμενες χώρες. Οι παγκόσμιες τιμές κατέρρευσαν και οι κοινοτικές δαπάνες για τις εξαγωγικές επιδοτήσεις αυξήθηκαν δραματικά. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είχε ενταχθεί στην ΕΟΚ το 1973, κατέφυγε στην εύκολη λύση της καταγγελίας των υπερβολών της ΚΑΠ : η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ έβρισκε ολοένα περισσότερους συμμάχους -τόσο στο εσωτερικό της Κοινότητας, όσο και στο εξωτερικό- στην απαίτησή της για μια ριζική μεταρρύθμιση της ΚΑΠ με την ευκαιρία της εμπορικής διαπραγμάτευσης που δρομολογήθηκε στην GATT, στα τέλη του 1986, στην Πούντα ντελ Έστε.

Πλέον, δινόταν έμφαση στην απορύθμιση, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η ελεύθερη λειτουργία των αγορών, η οποία υποτίθεται ότι θα ωφελούσε τους πάντες : για τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους των αναπτυγμένων χωρών οι τιμές και οι φόροι θα μειώνονταν, ενώ οι φτωχές χώρες του Νότου θα πλούτιζαν εξάγοντας προϊόντα για τα οποία διέθεταν συγκριτικό πλεονέκτημα, έστω κι αν θα χρειαζόταν να εισάγουν τα βασικά για τη διατροφή του πληθυσμού, τα οποία οι αναπτυγμένες χώρες προσφέρονταν να τους προμηθεύουν σε χαμηλές τιμές.

Από το 1992, δρομολογείται μια συνεχής διαδικασία αποδόμησης των ΚΟΑ. Μονάχα το γάλα, το οποίο έχει ενταχθεί από το 1984 σε ένα ειδικό καθεστώς ποσοστώσεων, θα γλιτώσει μέχρι το 2003.

Πράγματι, οι γαλακτοκομικές ποσοστώσεις, οι οποίες αποτελούν σοβαρό εργαλείο για τον έλεγχο του όγκου της παραγωγής, θα επιτρέψουν τη θεαματική μείωση των δαπανών στήριξης, αλλά και την εγγύηση ικανοποιητικών τιμών για τους παραγωγούς. [5]

Κοινή πορεία με την ΠΟΕ

Στα υπόλοιπα προϊόντα, οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις (1992, 1999 και 2003) αποσκοπούν στη σύγκλιση των εσωτερικών τιμών με εκείνες της παγκόσμιας αγοράς, καθώς και στη συμμόρφωση της ΚΑΠ με τους κανονισμούς του ΠΟΕ.

Οι τελωνειακές εισφορές αντικαθίστανται από εισφορές σταθερού ύψους, οι οποίες σταδιακά μειώνονται με το άνοιγμα των εμπορικών ανταλλαγών. Σε « αντιστάθμισμα », οι αγρότες λαμβάνουν άμεσες ενισχύσεις, ανάλογα με τα στρέμματα που καλλιεργούν.

Σύμφωνα με την « αποσύνδεση » των ενισχύσεων από την παραγωγή, η οποία καθιερώθηκε το 2003, οι δικαιούχοι δεν είναι καν υποχρεωμένοι να παράγουν. Καθώς, όμως, οι ενισχύσεις συνδέονται με τον αριθμό των στρεμμάτων, εξακολουθούμε να επιδοτούμε με δημόσιο χρήμα την υποκατάσταση της εργασίας από το κεφάλαιο και μια πραγματική κούρσα μεγέθυνσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων εις βάρος της απασχόλησης.

Το παράδοξο της οφθαλμαπάτης του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι ακόμα παρέχουμε σημαντικές ενισχύσεις στη γεωργία. Αλλά, πέρα από την έλλειψη ιδεολογικής συνοχής, μπορούμε να διακρίνουμε μια εξήγηση : Η στήριξη των τιμών και η προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς εξυπηρετούσαν τον αρχικό στόχο για την εδραίωση της ανταγωνιστικότητας στη γεωργία, τη βιομηχανία των τροφίμων και το λιανικό εμπόριο, η οποία ήταν επικεντρωμένη στην εσωτερική αγορά που επεκτεινόταν όταν η κοινότητα διευρυνόταν με νέα μέλη.

Όμως, μόλις οι μεγάλες επιχειρήσεις μεταποίησης και λιανικού εμπορίου εδραίωσαν την ανταγωνιστικότητά τους στην ευρωπαϊκή αγορά, ανέπτυξαν τις δραστηριότητές τους σε χώρες εκτός της Ένωσης. Από τη δεκαετία του ’90, η πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων και η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εισαγόμενα είδη με χαμηλότερο κόστος ενίσχυσαν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους.

Παραγωγοί εκτός Ε.Ε.

Εύλογα, λοιπόν, κατέληξαν στη μεταφορά της μεταποιητικής δραστηριότητάς τους στις ξένες χώρες από τις οποίες προμηθεύονται τις πρώτες ύλες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εταιρείας Doux, η οποία μετέφερε μέρος των προμηθειών της σε κοτόπουλα και τα σφαγεία της στη Βραζιλία. [6] Οι ευρωπαίοι παραγωγοί αγροτικών προϊόντων που έπαιξαν το χαρτί της διεθνοποίησης, ανακάλυψαν ξαφνικά ότι είναι πλέον περιττοί.

Η συγκεκριμένη πολιτική προκαλεί σημαντικά κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, ενώ η απελευθέρωση των ανταλλαγών συνοδεύεται από αστάθεια των παγκόσμιων τιμών, με διακυμάνσεις που δεν οφείλονται στο κόστος παραγωγής. Όταν οι τιμές βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδό τους, ακόμα και οι περισσότερο παραγωγικές εκμεταλλεύσεις των πλούσιων χωρών δεν μπορούν να επιβιώσουν δίχως άμεσες ενισχύσεις, οι οποίες, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 50% του μέσου ευρωπαϊκού αγροτικού εισοδήματος. [7]

Αντίθετα, δεδομένου ότι αυτές οι ενισχύσεις έχουν αποσυνδεθεί από το επίπεδο των τιμών και τον τύπο της παραγωγής, όταν παρατηρείται ραγδαία αύξηση στις τιμές των αγροτικών προϊόντων, αποτελούν ένα είδος εισοδήματος που καταβάλλεται αδικαιολόγητα σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών.

Έτσι, το 2007 και το πρώτο εξάμηνο του 2008, οι ευρωπαίοι παραγωγοί δημητριακών εξακολούθησαν να εισπράττουν μαζικά επιδοτήσεις, παρά το γεγονός ότι η τιμή των δημητριακών -και τα εισοδήματά τους- είχαν διπλασιαστεί. [8] Και, δεδομένου ότι αυτές οι ενισχύσεις παραμένουν συνδεδεμένες με την καλλιεργούμενη έκταση, χωρίς ανώτατο όριο ανά γεωργική εκμετάλλευση ή ανά απασχολούμενο αγρότη, επιτείνεται η συγκέντρωση των εκμεταλλεύσεων. Σε ορισμένα νέα κράτη-μέλη, όπως η Πολωνία και η Ρουμανία, αυτές οι εκμεταλλεύσεις απειλούν έναν τομέα της οικονομίας που απασχολεί περισσότερο από το ένα τρίτο του ενεργού πληθυσμού. Έτσι, οι ενισχύσεις καθιστούν ευάλωτη τη μικρή οικογενειακή γεωργία που αποσκοπεί κυρίως στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών των καλλιεργητών, και στην οποία έχει ανατεθεί ο σοβαρός κοινωνικός ρόλος της απορρόφησης των κραδασμών από την κρίση στην απασχόληση.

Όμως, και ο περιβαλλοντικός απολογισμός της ΚΑΠ δεν αποδεικνύεται καλύτερος. Για να προκαλέσει θετικές εντυπώσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή « πασπάλισε » όλες τις μεταρρυθμίσεις της με περιβαλλοντικά ψήγματα, όπως η πολλαπλή συμμόρφωση με την προστασία του περιβάλλοντος και η ανάπτυξη της υπαίθρου, η οποία προβάλλεται από το 1999 ως ο « δεύτερος πυλώνας της ΚΑΠ ».

Ωστόσο, η μεταμφίεση δεν αρκεί για να κρύψει την απελευθέρωση των αγορών των αγροτικών προϊόντων και, το αποκορύφωμά της, την επιλογή και την εξειδίκευση των πιο ανταγωνιστικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Θύμα οι φτωχοί

Η εξέλιξη πραγματοποιείται εις βάρος των περισσότερο αυτόνομων και οικονομικών καλλιεργητικών συστημάτων -κυρίως των χορτολιβαδικών καλλιεργειών- που έχουν θετικές συνέπειες στο τοπίο, τη βιοποικιλότητα και την ποιότητα του νερού και των εδαφών. [9]

Συνοδεύεται δε, από τη συγκέντρωση της παραγωγής στις πιο ανταγωνιστικές περιοχές και την ερημοποίηση στις περισσότερο μειονεκτούσες. Από γεωγραφική άποψη, πρόκειται για μια πραγματική « μετακόμιση της παραγωγής » στις πλεονεκτικές ζώνες.

Οι επιπτώσεις για τις φτωχότερες χώρες είναι εξίσου καταστροφικές. Οι πρακτικές του ντάμπινγκ των πλούσιων χωρών εξομαλύνθηκαν στο πλαίσιο του ΠΟΕ : η πτώση των τιμών αντισταθμίστηκε από την παροχή μαζικών άμεσων ενισχύσεων, όπως οι « αποσυνδεμένες » ενισχύσεις της ΚΑΠ, οι οποίες, σύμφωνα με τον ΠΟΕ, δεν επιφέρουν στρεβλώσεις στις εμπορικές ανταλλαγές. Σε συνδυασμό με τη διάλυση του συστήματος τελωνειακής προστασίας, το οποίο αποτελεί τη μοναδική μορφή προστασίας όπου μπορούν να έχουν πρόσβαση οι φτωχές χώρες, το ντάμπινγκ οδηγεί στην καταστροφή της δυνατότητας αυτοπαραγωγής τροφίμων στις φτωχές χώρες και στη δραματική αύξηση της διατροφικής τους εξάρτησης.

Επίσης, η γενική διάλυση των μηχανισμών στήριξης των τιμών και αποθήκευσης των προϊόντων εκμηδενίζει κάθε δυνατότητα αντίδρασης στην περίπτωση που παρατηρηθούν εντάσεις στις αγορές. Έτσι, τα αποθέματα δημητριακών μειώνονταν με σταθερό ρυθμό από το 1995, για να φτάσουν, το 2008, στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Συνεπώς, η παγκόσμια διατροφική κρίση δεν πρέπει να μας εκπλήσσει.

Οι δομικές ανισορροπίες αποκαλύπτονται πάντα με αφορμή κάποια συγκυριακά γεγονότα : η απότομη άνοδος της τιμής των τροφίμων το 2007 και το πρώτο εξάμηνο του 2008 επιδείνωσε μια δραματική ενδημική κατάσταση -σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), υπάρχουν 925 εκατομμύρια άτομα που υποσιτίζονται, από τα οποία τα 75 εκατομμύρια προστέθηκαν το 2007.

Εντείνει δε, τις απαράδεκτες παγκόσμιες ανισότητες, οι οποίες οφείλονται σε καταστροφικές οικονομικές επιλογές.

Εξέγερση του Νότου

Όμως, αυτές ακριβώς τις επιλογές η Ευρωπαϊκή Ένωση τις είχε υποστηρίξει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Παγκόσμια Τράπεζα, στις διμερείς διαπραγματεύσεις της με τις χώρες του Νότου, καθώς και στις πολυμερείς διαπραγματεύσεις. Για να επιταχύνει, μάλιστα, τον συμβιβασμό στον ΠΟΕ, μεταρρύθμισε προκαταβολικά την ΚΑΠ της, το 2003.

Βέβαια, το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στην « ιστορική » ΚΑΠ, της οποίας υπογραμμίσαμε τις καταστροφικές συνέπειες από κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη. Αντίθετα, όλα αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη διάλυση ολόκληρου του μηχανισμού για τη ρύθμιση των αγορών.

Ασφαλώς, οι περισσότερες από τις τιμές των αγροτικών προϊόντων ακολουθούν έντονη πτωτική τροχιά. Όμως, κατά κύριο λόγο, αυτή η εξέλιξη αποκαλύπτει τη χρόνια αστάθεια των αγορών, τις οποίες οι ευρωπαϊκοί και οι διεθνείς θεσμοί προτείνουν να αφήσουν εντελώς ελεύθερες.

Όλοι φέρονται σαν να μας έκανε η πρόσφατη πτώση των τιμών να ξεχάσουμε τις « εξεγέρσεις της πείνας » την άνοιξη του 2008 σε δεκάδες χώρες του Νότου. [10] Ο Πασκάλ Λαμί, γενικός διευθυντής του ΠΟΕ, αφού εξήγησε τον Απρίλιο του 2008 ότι η κρίση θα αποδεικνυόταν σωτήρια, έθεσε τους όρους του : « Αν θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει να δουλέψει το εμπόριο », έστω κι αν « βραχυπρόθεσμα, τα νέα δεν θα είναι ευχάριστα για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες ! ». [11]

Μήπως πρέπει να παραφράσουμε τη διάσημη φράση του Κέινς ; Γιατί, μακροπρόθεσμα, μέχρι να αρχίσει επιτέλους να αποδίδει καρπούς η θεραπεία του Λαμί... όλοι τους θα είναι νεκροί.

Ωστόσο, όλα αυτά δεν προβληματίζουν τον γενικό διευθυντή του ΠΟΕ, ο οποίος επιμένει στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση του κύκλου της Ντόχα [12] και σε μια άνευ προηγουμένου απελευθέρωση των ανταλλαγών προϊόντων.

Έπειτα από μια απόπειρα, τον Ιούλιο, η οποία προσέκρουσε στην άρνηση της Ινδίας, η οποία επιθυμούσε να προστατεύσει τους αγρότες της, ο Λαμί προσπάθησε να επιταχύνει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων σε επίπεδο υπουργών, στα μέσα Δεκεμβρίου.

Με την υποστήριξη της Κάτριν Αστον, η οποία διαδέχτηκε τον Πίτερ Μάντελσον στο αξίωμα του επιτρόπου για το εξωτερικό εμπόριο, ευελπιστούσε να εκβιάσει την επίτευξη μιας συμφωνίας στον ΠΟΕ, και, κατά προτίμηση, πριν από τη λήξη της θητείας της κυβέρνησης Τζορτζ Μπους.

Με όρους παρελθόντος

Από την πλευρά τους, τα κοινοτικά όργανα αγνοούν το πλήθος των προειδοποιήσεων που απευθύνει το σύνολο των ανθρωπιστικών οργανώσεων, οι ερευνητές και ένας ολοένα μεγαλύτερος αριθμός πολιτικών υπευθύνων και επαγγελματιών. Συνεχίζουν, σαν να μην έχει συμβεί το παραμικρό, τη διάλυση των εργαλείων που χρησίμευαν για τον έλεγχο των αγορών των αγροτικών προϊόντων.

Για τα κοινοτικά όργανα, ελάχιστη σημασία έχει το γεγονός ότι οι μύθοι του νεοφιλελευθερισμού καταρρέουν και ότι τα κράτη επεμβαίνουν μαζικά για να σώσουν τις χρηματαγορές. Ελάχιστη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν εγκαταλείψει, από το 2002, την αποσύνδεση των ενισχύσεων προς τη γεωργία προς όφελος των « αντικυκλικών αγροτικών ενισχύσεων », οι οποίες αναπροσαρμόζονται σε συνάρτηση με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. [13]

Στις Βρυξέλλες, εξακολουθεί να κυριαρχεί το δόγμα της απορύθμισης και του laissez-faire. Πράγματι, αν κρίνουμε από τις αποφάσεις που υιοθετήθηκαν στις 21 Νοεμβρίου 2008 με την ευκαιρία του « τσεκάπ » της ΚΑΠ, τίποτα δεν αφήνει να διαφανεί η παραμικρή παρέκκλιση από τη λογική που ακολουθείται από το 1992 : ολοένα συρρικνούμενο ρυθμιστικό πλαίσιο από τις δημόσιες αρχές (σταδιακή κατάργηση των ποσοστώσεων στα γαλακτοκομικά προϊόντα, περιορισμός της στήριξης των τιμών), διαρκής αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή (παρά την προφανή κατασπατάληση πόρων και τις κατάφωρες ανισότητες), συνεχής μείωση της αλληλεγγύης ανάμεσα στα κράτη και τις περιφέρειες και ενίσχυση της συγχρηματοδότησης από τις εθνικές αρχές και τις περιφέρειες, η οποία στην πραγματικότητα συνεπάγεται την επανεθνικοποίηση των αγροτικών πολιτικών. [14]

Μοντέλα παραγωγής

Ενώ επιταχύνεται η « μετακόμιση της επικράτειας » στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, προτείνεται, στο όνομα της ανάπτυξης της υπαίθρου, μια οριακή διόρθωση των πλέον κραυγαλέων προβλημάτων που δημιουργεί αυτή, ακριβώς, η πολιτική. Παρά τις δηλώσεις -σε θεωρητικό επίπεδο- για τα νέα αιτήματα που προβάλλει η κοινωνία, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι ο κύριος στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παραμένει -υπό μία αναμορφωμένη εκδοχή- η « παραγωγικίστικη » αναδιάρθρωση της γεωργίας.

Και όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, ώστε να αλλάξει ο προσανατολισμός των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται αυτή τη στιγμή και να προωθηθεί μια νέα παγκόσμια διατροφική τάξη πραγμάτων. Γιατί, λύσεις υπάρχουν. Στηρίζονται στην αρχή της διατροφικής κυριαρχίας και προϋποθέτουν την επιβολή ρυθμίσεων στις διεθνείς εμπορικές ανταλλαγές, οι οποίες θα προκύψουν από μια διαβούλευση υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Αντίστοιχα, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, για τη σταθεροποίηση των παγκόσμιων τιμών και την εγγύηση σταθερών εγχώριων τιμών -στις οποίες θα αποτυπώνεται το πραγματικό κόστος παραγωγής- πρέπει, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η ενίσχυση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνιστωσών της παραγωγής. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητος και ο έλεγχος των παραγόμενων ποσοτήτων και η αναδιανομή των ενισχύσεων στους παραγωγούς.

Επίσης, η αλληλεγγύη με τις φτωχές χώρες προϋποθέτει την εγκατάλειψη των συμφωνιών που θεσπίζουν την ελευθερία των ανταλλαγών. Πρέπει να αντικατασταθούν από ενισχυμένες συμφωνίες προτίμησης, όπως επίσης και από την αύξηση της δημόσιας αναπτυξιακής γεωργικής βοήθειας και από την πλήρη εγκατάλειψη της παραγωγής οποιασδήποτε μορφής φυτικών καυσίμων [15], η οποία ενδέχεται να αποδειχθεί καταστροφικά ανταγωνιστική στην καλλιέργεια τροφίμων.

Με δεδομένο ότι οι κλιματικές ανισορροπίες και η εξάντληση των εδαφών εξελίσσονται και επιδεινώνουν τη διατροφική κρίση, δεν είναι δυνατό να υπάρξει μια λύση που θα αποβαίνει εις βάρος του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, η έκθεση της Διεθνούς Αξιολόγησης των Γεωργικών Επιστημών και Τεχνολογιών στην Υπηρεσία της Ανάπτυξης (EISTAD) δίνει έμφαση στην ανάπτυξη της αγροοικολογίας, των μικρών εμπορικών κυκλωμάτων εμπορίας αγροτικών προϊόντων και στην αξιοποίηση των τοπικών γνώσεων. [16]

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Διαβάστε επίσης :

Μικρό Λεξιλόγιο της ΚΑΠ

Σημαντικές ημερομηνίες της ΚΑΠ

Notes

[1] Βλέπε Manuel de statistiques de la Conférence des Nations Unies pour le Commerce et le développement (Cnuced/Unctd), Γενεύη, 2008. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέχει την πρώτη θέση ως προς την αξία του συνόλου των αγροτικών προϊόντων της (χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτά τα δασικά και τα αλιευτικά προϊόντα).

[2] Η τελευταία μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, η οποία αποφασίστηκε το 2003 και θα ισχύσει την περίοδο 2005-2013, περιελάμβανε ρήτρα για τη σύγκληση συνάντησης το 2008, για τον απολογισμό της πορείας της έως αυτό το μεσοδιάστημα και, ενδεχομένως, για αναπροσαρμογές αυτής της μεταρρύθμισης. Η ρήτρα ονομάστηκε « τσεκάπ » της ΚΑΠ. Ο επίσημος όρος είναι « διαγνωστικός έλεγχος ».

[3] Βλέπε την ανάλυση του Jean-Marc Boussard, « Faut-il encore des politiques agricoles ? », Demeter, 2001, « Economie et stratégies agricoles », Armand Colin, Παρίσι, 2000, σελ. 139-204.

[4] Οι επιδοτήσεις, οι οποίες ονομάζονται επίσης επιστροφές, καταβάλλονται στους εξαγωγείς για να καλυφθεί η διαφορά ανάμεσα στην εγγυημένη τιμή που απολάμβαναν οι ευρωπαίοι παραγωγοί και στην τιμή στην οποία διέθεταν το προϊόν στη διεθνή αγορά, η οποία εκείνη την εποχή ήταν κατά πολύ χαμηλότερη.

[5] Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι δαπάνες αυτές αντιπροσώπευαν το 40% του αγροτικού προϋπολογισμού της ΕΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και το 6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2005. Το 1990 αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 65% των κοινοτικών δαπανών.

[6] Βλέπε Tristan Colona, « Quand les volailles donnent la chair de poule », « Le Monde diplomatique », Ιούλιος 2008.

[7] Bulletin statistique de l’institut national de la statistique et des études économiques, Παρίσι, 7 Ιουλίου 2008.

[8] Statistiques agricoles annuelles, υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας, Παρίσι, 2008.

[9] Βλέπε Ευρωπαϊκή Επιτροπή, « Environmental integration and the CAP », Βρυξέλλες, 2002.

[10] Βλέπε Anne-Cecile Robert, « Rares sont les agriculteurs qui cultivent le blé », « Le Monde diplomatique », Μάιος 2008.

[11] Δήλωση στην Agence de Presse Africaine, 20 Απριλίου 2008.

[12] Ο κύκλος των διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ, ο οποίος το 2001 διαδέχτηκε τον γύρο της Ουρουγουάης, συνεχίζεται ακόμα, παρά το γεγονός ότι αρχικά προβλεπόταν να λήξει την 1η Ιανουαρίου του 2005.

[13] Το 2008, μια ισχυρή πλειοψηφία του αμερικανικού Κογκρέσου ψήφισε τη μεταρρύθμιση της αγροτικής πολιτικής, έτσι ώστε να επιτευχθεί η ενίσχυση των εργαλείων για τη ρύθμιση των αγορών και των εισοδημάτων.

[14] Βλέπε Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 20 Νοεμβρίου 2008, http://www.ec.europa.eu/agriculture/healthcheck/index_fr.htm.

[15] ΣτΜ. : Καθώς ο όρος « βιοκαύσιμα » (biocarburants) έχει μια θετική φόρτιση, παραπέμποντας συνειρμικά στον όρο « βιολογικός », από τη στιγμή που άρχισε να αναδεικνύεται η απειλή αυτών των καυσίμων για το περιβάλλον και τη διατροφική ασφάλεια προτιμάται ο πιο ουδέτερος όρος « φυτικά καύσιμα » (agrocarburants).

[16] Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε διεθνή κλίμακα και δόθηκε στη δημοσιότητα στις 15 Απριλίου 2008 : http://www.agassessment.org.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette