monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2002 > 07. Ιούλιος > Απολογισμός μιας αρχιεροσύνης

Ιωάννης-Παύλος Β’, πάπας συντηρητικός και μοντέρνος

Απολογισμός μιας αρχιεροσύνης

dimanche 7 juillet 2002, par François Houtart

Κατά τη διάρκεια του 46ου ταξιδιού του στο Αζερμπαϊτζάν και τη Βουλγαρία, ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β’, ο οποίος πρόσφατα έγινε 82 ετών, δεν κατόρθωσε να κρύψει την επιδείνωση της υγείας του, η οποία έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε δύο καρδινάλιοι να ζητήσουν την παραίτησή του. Αν και θεωρητικά το αξίωμα του πάπα είναι ισόβιο, ένας πάπας έχει τη δυνατότητα να παραιτηθεί. Αυτή η περίπτωση προβλέπεται από το κανονικό δίκαιο και, εξάλλου, ο πάπας Παύλος ΣΤ’ είχε εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο το 1965. Έτσι, έχει φτάσει η στιγμή για τον απολογισμό αυτής της αρχιεροσύνης, η οποία, παρά τις αντιφάσεις της, αντιπροσωπεύει προπάντων ένα εγχείρημα δογματικής και ηθικής αποκατάστασης της Εκκλησίας.

Η εικόνα ενός ηλικιωμένου, κουρασμένου και άρρωστου άνδρα, ο οποίος συνεχίζει ωστόσο να διεκπεραιώνει ένα εξαντλητικό έργο, δημιουργεί ένα συναίσθημα σεβασμού, συμπάθειας ή οίκτου. Η αγάπη που τρέφουν γι’ αυτόν τεράστια πλήθη και τα λαϊκά στρώματα σε ένα τόσο μεγάλο αριθμό χωρών δεν παύει να εκπλήσσει. Καθώς πρόκειται για μια προσωπικότητα που συνδυάζει ευρύτητα γνώσεων, γλωσσομάθεια, αθλητική συμπεριφορά, πραγματικό θάρρος, βαθιά πνευματικότητα, μεγάλη δύναμη πειθούς και πιστότητα στη φιλία, προκαλεί το θαυμασμό. Ωστόσο, ένας απολογισμός απαιτεί την προσφυγή σε άλλες προοπτικές, σε άλλο τύπο ανάλυσης.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να συνοψιστεί σε μερικές γραμμές η ουσία της αρχιεροσύνης του Ιωάννη-Παύλου Β’, δεδομένων των χρόνων που πέρασε στην κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας (περίπου ένα τέταρτο του αιώνα), των εκατό περίπου ταξιδιών του στο εξωτερικό, των δώδεκα εγκυκλίων του, των αναρίθμητων λόγων του, του πλήθους των προσώπων που συνάντησε και των εκατοντάδων προσώπων που ανακήρυξε αγίους ή οσίους.

Και όλα αυτά σε μια ιστορική εποχή που σημαδεύτηκε από τη συναίνεση της Ουάσιγκτον, [1] η οποία προσανατολίζει την παγκόσμια οικονομία προς το νεοφιλελευθερισμό και τις κοινωνικές καταστροφές που αυτός συνεπάγεται, από την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, την επιβολή της ενιαίας σκέψης και την άνθηση των κινημάτων διαμαρτυρίας σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς να μιλάμε για την τρομοκρατική επίθεση ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες ή για τους πολέμους που ενισχύουν την ηγεμονία του κυρίαρχου παγκόσμιου συστήματος.

Όταν ο Ιωάννης-Παύλος Β’ ανήλθε στην ηγεσία της Καθολικής Εκκλησίας, θεώρησε ότι είχε μια διπλή αποστολή : να αποκαταστήσει την Εκκλησία που είχε κλονιστεί από τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού και να ενισχύσει την παρουσία της μέσα στην κοινωνία, έτσι ώστε να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει το έργο της, τη διάδοση του λόγου του Ευαγγελίου.

Ο καρδινάλιος Κάρολ Βοϊτίλα υπήρξε ένα ενεργό μέλος της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού. [2] Υπέρμαχος του εκσυγχρονισμού της εικόνας της Εκκλησίας, υποστήριξε πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που υιοθέτησε η σύνοδος των επισκόπων. Ωστόσο, από τη γενέτειρά του, την Πολωνία, παρακολούθησε με ανησυχία τις συνέπειες που είχε αυτή η σύνοδος σε μια Εκκλησία που μεταρρυθμιζόταν σε βάθος, χωρίς όμως να αποφύγει τα τραύματα και τις εσωτερικές συγκρούσεις.

Καθώς διατηρούσε στενές σχέσεις με το Opus Dei, [3] το οποίο του είχε προσφέρει φιλοξενία κατά τη διάρκεια πολλών ταξιδιών του στο εξωτερικό, έβλεπε με επικριτικό τρόπο, όχι μόνο ορισμένες υπερβολές σε ζητήματα που αφορούσαν τη Θεία Λειτουργία (μεταξύ άλλων την εισαγωγή κοσμικών κειμένων και μουσικών) αλλά και πολλές συγκεκριμένες εφαρμογές των αποφάσεων της συνόδου. Οι πεποιθήσεις του ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι ανήκε στον πολωνικό καθολικισμό, ο οποίος είναι ισχυρός αλλά συχνά απλουστευτικός όσον αφορά το περιεχόμενό του, διαθέτει έντονη πνευματικότητα που σημαδεύεται από τη λατρεία της Παναγίας, είναι άκαμπτος σε ζητήματα ηθικής και ο οποίος ηγεμόνευε πολιτιστικά στην πολωνική κοινωνία και αποτελούσε το ενοποιητικό στοιχείο του έθνους και την ψυχή της αντίστασης ενάντια στον κομμουνισμό. Όλα οδηγούσαν τον εκλεγέντα από το κονκλάβιο των καρδιναλίων νέο πάπα στη δογματική, ηθική και θεσμική αποκατάσταση της Καθολικής Εκκλησίας. [4]

Στο δογματικό επίπεδο, θίχτηκαν όλα σχεδόν τα θέματα, από τον ίδιο ή από τα όργανα της Αγίας Έδρας : η πίστη, η δογματική αυθεντία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, η συλλογικότητα των επισκόπων για τη λειτουργία της οικουμενικής Εκκλησίας, η λειτουργία, η ιεροσύνη, ο ρόλος των γυναικών μέσα στην Εκκλησία, ο οικουμενισμός, δηλαδή οι σχέσεις ανάμεσα στις χριστιανικές Εκκλησίες, οι μη χριστιανικές θρησκείες, το κοινωνικό δόγμα...

Μπορεί κανείς να συναντήσει αναμεμειγμένες, ενδιαφέρουσες διευκρινίσεις και προειδοποιήσεις, δογματικές επαναφορές στην τάξη, ακόμα και ρητές καταδίκες. Επρόκειτο για προσπάθειες φρεναρίσματος που συνοδεύονταν από πειθαρχικά μέτρα, τα οποία έτειναν ολοένα περισσότερο προς τον εξαναγκασμό αντί για την ποιμαντική καθοδήγηση στη δύσκολη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων, για να κατορθώσει η Εκκλησία να μεταδώσει καλύτερα το μήνυμα του Ευαγγελίου σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Έτσι, διακόπηκαν οι προσαρμογές της Θείας Λειτουργίας που επιχείρησαν ορισμένες τοπικές επισκοπές στην Ασία -και ιδιαίτερα στην Ινδία- οι οποίες αποσκοπούσαν στο να επιτευχθεί μια έκφραση της πίστης προσαρμοσμένη στην τοπική κουλτούρα.

Δογματική αδιαλλαξία

Το κείμενο Dominus Jesus, το οποίο αφορούσε την οικουμενική αποστολή σωτηρίας του Ιησού, έθεσε τέρμα στην απόπειρα επανεξέτασης των σχέσεων με τις μεγάλες θρησκείες της Ανατολής : το κείμενο ερμηνεύτηκε από ορισμένους θρησκευτικούς και πολιτικούς ηγέτες της Ασίας ως μια δικαιολόγηση του προσηλυτισμού σε κοινωνίες που μόλις ανακτούσαν την πολιτισμική ταυτότητά τους, κυρίως μέσα από τη θρησκεία. Σε πολλούς θεολόγους επιβλήθηκαν ποινές, για παράδειγμα απαγόρευση διδασκαλίας ή δημοσίευσης κειμένων. Ένας από αυτούς, ο Τίσα Μπαλασουρίγια από τη Σρι Λάνκα αφορίστηκε επειδή εξέδωσε ένα υπερβολικά αμφιλεγόμενο βιβλίο για την παρθενία της Παναγίας και την έννοια του προπατορικού αμαρτήματος.

Βέβαια, στο ζήτημα των σχέσεων με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και τις άλλες θρησκείες υπήρξαν ορισμένες εντυπωσιακές εκδηλώσεις όπως οι συναντήσεις της Ασίζης το 1986 και το 2002, η νηστεία της τελευταίας ημέρας του Ραμαζανιού το 2001 κ.λπ. Ωστόσο, η δογματική αδιαλλαξία και τα εμπόδια σε συνεργασίες με πιο θεσμικό χαρακτήρα -κυρίως με το Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών- έθεσαν αξεπέραστα όρια σε ορισμένα ανοίγματα.

Παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε συγνώμη για τα σφάλματα που διέπραξαν τα μέλη της Καθολικής Εκκλησίας -τον καιρό των Σταυροφοριών, της Ιεράς Εξέτασης, ή ακόμα για τις ρατσιστικές ή αντισημιτικές συμπεριφορές τους- το ζήτημα των ευθυνών του ίδιου του θεσμού δεν τέθηκε ποτέ. [5] Η συλλογικότητα των επισκόπων, ένα από τα ισχυρότερα σημεία της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού, υπήχθη ξεκάθαρα στην εξουσία της Ρώμης. Οι γενικές και οι ηπειρωτικές σύνοδοι μετατράπηκαν συχνά σε όργανα επικύρωσης της παπικής γραμμής ή σε τόπο εκτόνωσης χωρίς σοβαρές συνέπειες. Το τελικό κείμενό τους όφειλε να εγκριθεί από τον πάπα πριν από τη δημοσίευσή του και, σε αρκετές περιπτώσεις, ο πάπας έφτασε στο σημείο να το τροποποιήσει. [6]

Η θεολογία της απελευθέρωσης αντιμετώπισε ιδιαίτερη καταστολή. Γεννήθηκε στη Λατινική Αμερική, αλλά έκανε επίσης την εμφάνισή της στην Αφρική (κυρίως ανάμεσα στους προτεστάντες θεολόγους), στην Ασία, στην Ινδία, στις Φιλιππίνες και στη Νότια Κορέα. Καθώς αποτελούσε, όπως και κάθε θεολογία, ένα σύνολο συλλογισμών γύρω από την ιδέα του Θεού, έπαιρνε ως αφετηρία την κατάσταση των φτωχών και των καταπιεσμένων, διευκρινίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι εντάσσονταν μέσα στο πλαίσιο της σημερινής συγκυρίας. Συνήθως, τα άλλα θεολογικά ρεύματα αρνούνται να υιοθετήσουν αυτό το χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μη γίνεται φανερή η σχετικότητα του λόγου τους.

Αντλώντας την έμπνευσή της από το Ευαγγέλιο, η θεολογία της απελευθέρωσης απαιτούσε, μέσα στην πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων, τη μεσολάβηση της κοινωνικής ανάλυσης για το σωστό καθορισμό του σημείου της αφετηρίας της. Όμως, αυτή η σκέψη υπερέβαινε σε μεγάλο βαθμό το πεδίο της κοινωνικής ηθικής. Μέσα από τα μάτια των θυμάτων της εκμετάλλευσης, ξανάβρισκε το νόημα του προσώπου του Ιησού, το οποίο τοποθετούνταν και πάλι μέσα στην ιστορική συγκυρία της Παλαιστίνης του καιρού του. Ανέπτυσσε μια πνευματικότητα και εκφράσεις της Θείας Λειτουργίας που παρουσίαζαν τη ζωή των φτωχών. Έριχνε δε ένα αυστηρό βλέμμα στην Εκκλησία, η οποία ερχόταν υπερβολικά συχνά σε συμβιβασμό με καταπιεστικές εξουσίες. Μιλούσε για απελευθέρωση στο παρόν, ως έκφραση της αγάπης του Θεού προς τον λαό του. Με λίγα λόγια ήταν επικίνδυνη, τόσο για την κοινωνική όσο και για την εκκλησιαστική τάξη.

Απαγόρευση του « μαρξισμού »

Η αντίδραση της Ρώμης υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή. Της ήταν εύκολο να κατηγορήσει αυτό το θεολογικό ρεύμα ότι είναι μαρξιστικό, επειδή στηριζόταν στην ύπαρξη των ταξικών δομών. Σύμφωνα με τον καρδινάλιο Ράτζινγκερ, υπεύθυνο της Επιτροπής καρδιναλίων για το δόγμα της πίστης, παρόμοια προοπτική οδηγούσε απευθείας στην αθεΐα. Έτσι, απαγορεύτηκε σε πολλούς θεολόγους να διδάσκουν ή να εκδίδουν το έργο τους. Τα εκπαιδευτικά κέντρα της Εκκλησίας έλαβαν την εντολή να απαγορεύσουν οποιαδήποτε διδασκαλία μιλούσε για τη θεολογία της απελευθέρωσης. Έτσι βρήκε καταφύγιο σε οικουμενικά κέντρα σπουδών και στα λαϊκά πανεπιστήμια.

Ο ίδιος ο Ιωάννης-Παύλος Β’, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στη Νικαράγουα το 1996, δήλωσε ότι η θεολογία της απελευθέρωσης δεν είχε πια λόγο ύπαρξης, δεδομένου ότι ο μαρξισμός ήταν νεκρός. Όσον αφορά τα ζητήματα ηθικής, γνωρίζουμε την επιμονή του πάπα στο σεβασμό της ζωής, ακόμα και πριν από τη γέννηση, τη ριζική αντίθεσή του προς την άμβλωση, την αντισύλληψη, το διαζύγιο, την ευθανασία, αλλά επίσης και την ποινή του θανάτου.

Είναι αλήθεια ότι ο επιστημονικός θετικισμός, οι οικονομικές εξουσίες που είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι για τις γενοκτονίες και ο σχετικισμός που κυριαρχεί σε ορισμένα τμήματα της μεταμοντέρνας σκέψης θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή. Ωστόσο, η άρνηση του ποντίφικα να λάβει υπόψη του τις συγκεκριμένες κοινωνικές και ψυχολογικές συνθήκες των ανθρώπινων όντων, η προσκόλληση σε μια φιλοσοφία για τη φύση που έχει ξεπεραστεί από τις σύγχρονες γνώσεις, οι δραματικές συνέπειες ορισμένων δογματικών θέσεων (όπως στην περίπτωση του AIDS στην Αφρική) οδήγησαν την Καθολική Εκκλησία στο να χάσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της.

Το κοινωνικό δόγμα αποτελούσε ένα προνομιακό πεδίο, άξιο της προσοχής του Ιωάννη-Παύλου Β’. Έτσι, τα κείμενα σχετικά με αυτό το θέμα είναι αναρίθμητα. Στο όνομα του Ευαγγελίου, καταδίκασε με μεγάλη σφοδρότητα τις καταχρήσεις και τις υπερβολές του καπιταλισμού, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο -κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Κούβα- να καταδικάσει το νεοφιλελευθερισμό και τις ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις του. Όμως, αν και στην εγκύκλιο Centesimus Annus καταδίκαζε την ίδια τη φύση του σοσιαλισμού επειδή είναι φορέας της αθεΐας, στιγμάτιζε τον άγριο καπιταλισμό μόνο για τις πρακτικές του και όχι για τη λογική του. Όμως, η αναφορά αυτού του κειμένου στην « κοινωνική οικονομία της αγοράς » παρέλειπε να αναφέρει ότι αυτοί ακριβώς οι οικονομικοί φορείς που συμμερίζονται το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο υιοθετούν τις « άγριες » πρακτικές στο Νότο ή στην Ανατολική Ευρώπη. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι συχνές και επίμονες εκκλήσεις στην « παγκοσμιοποίηση της αλληλεγγύης » δεν οδηγούν σε καταγγελία των βαθύτερων αιτίων της φτώχειας και των ανισοτήτων.

Εξάλλου, ένα από τα όργανα για την εκπόνηση και τη διάδοση του κοινωνικού δόγματος της Εκκλησίας είναι η Επιτροπή « Δικαιοσύνη και Ειρήνη » που καθιερώθηκε από τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού : το γεγονός ότι ο Μισέλ Καμντεσί, ο πρώην διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), διορίστηκε το 2000 σύμβουλος της επιτροπής αρκεί για να αμφιβάλλουμε ότι αυτή η επιτροπή μπορεί να αποτελέσει τη φωνή των φτωχών και των καταπιεσμένων...

Για να πραγματοποιήσει το κυριότερο σχέδιό του, τη δογματική και ηθική αποκατάσταση, ο Ιωάννης-Παύλος Β’ χρειαζόταν ένα θεσμό που θα ανελάμβανε να το υλοποιήσει. Η πολιτική του στο ζήτημα των διορισμών των επισκόπων ακολούθησε αυτή την κατεύθυνση. Σε πολλές επισκοπές, οι νέοι επίσκοποι επιχείρησαν, με την υποκίνηση της Αγίας Έδρας, τον έλεγχο των εκκλησιαστικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, την ακύρωση του ποιμαντικού έργου των προκατόχων τους και τη σύσταση θρησκευτικών αδελφοτήτων ή συντηρητικών καθολικών οργανώσεων.

Η άνοδος του Opus Dei

Στη Λατινική Αμερική, το Λατινοαμερικανικό Επισκοπικό Συμβούλιο, το οποίο πρωτοστατούσε στην ανανέωση και είχε οργανώσει το 1968 τη σύνοδο του Μεντεγίν για την εφαρμογή της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού στην ήπειρο, μετατράπηκε σιγά σιγά σε όργανο αποκατάστασης. Με τους νέους διορισμούς επισκόπων, οι επισκοπικές σύνοδοι απέκτησαν νέο προσανατολισμό. Εκατοντάδες επισκοπές σε ολόκληρο τον κόσμο έζησαν οδυνηρές περιόδους αλλαγής ηγεσίας, οι οποίες δημιούργησαν συχνά προσωπικά δράματα σε όσους είχαν πιστέψει σε μια προφητική Εκκλησία και σε έναν πιο ανθρώπινο θεσμό. Μόνο ορισμένες επισκοπές, στις οποίες ο χριστιανισμός είχε βαθύτερες ρίζες και οι οποίες είχαν καταφέρει να διαφυλάξουν την αυτονομία τους, κατόρθωσαν να περιορίσουν το ορμητικό κύμα των συντηρητικών διορισμών. [7]

Το 1982, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογή του Ιωάννη-Παύλου Β’, το Opus Dei απέκτησε ένα ιδιαίτερο καθεστώς που καθιστούσε την ηγεσία του ισότιμη με τους καρδιναλίους και τους αρχιεπισκόπους και την τοποθετούσε υπεράνω της δικαιοδοσίας των επισκόπων. Ο ιδρυτής του ανακηρύχθηκε άγιος το 2002, είκοσι επτά χρόνια μονάχα μετά το θάνατό του. Πολλά από τα μέλη του έγιναν επίσκοποι, ιδιαίτερα σε σημαντικές επισκοπές και ορισμένοι έγιναν καρδινάλιοι. Μάλιστα, η επιρροή του έγινε ιδιαίτερα αισθητή στην κεντρική διοίκηση της Καθολικής Εκκλησίας, στην Κουρία. Τα μέλη του απέκτησαν σημαντικά αξιώματα σε πολλούς τομείς και ωφελήθηκαν από εσωτερικές « προαγωγές ». Υποστηρίζεται μάλιστα ότι το Opus Dei, το « Έργο του Θεού », μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά την ανάδειξη του διαδόχου του σημερινού πάπα.

Ο Ιωάννης-Παύλος Β’ ενίσχυσε επίσης τη ρωμαϊκή Κουρία. Όμως, η συντήρηση ενός τόσο μεγάλου μηχανισμού απαιτεί σημαντικά οικονομικά μέσα, τα οποία αδυνατούν να εξασφαλίσουν οι εισφορές των πιστών. Ωστόσο, η Αγία Έδρα διαθέτει σημαντική περιουσία, ιδίως χάρη στις συμφωνίες του Λατερανού (1929), με τις οποίες η φασιστική Ιταλία αποζημίωσε το Βατικανό για την απώλεια των πρώην παπικών κτήσεων. Αυτή η μεγάλη περιουσία, η οποία περιλαμβάνει ακίνητα και χρηματοοικονομικές επενδύσεις, παράγει σημαντικά εισοδήματα. Όμως, κατά τη διάρκεια της θητείας του σημερινού πάπα, τα τραπεζικά ιδρύματα του Βατικανού ενεπλάκησαν σε σκάνδαλα που προκάλεσαν μεγάλο θόρυβο και κόστισαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην Καθολική Εκκλησία. Σε αυτά περιλαμβάνεται το σκάνδαλο της Τράπεζας Αμπροζιάνο. [8]

Όλ’ αυτά τα σκάνδαλα είναι απόλυτα αντίθετα με το πνεύμα του Ευαγγελίου, ωστόσο η κοινή γνώμη δεν μαθαίνει σχεδόν τίποτε γι’ αυτά, καθώς όλες οι εξουσίες -οικονομικές, πολιτικές, δικαστικές, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης- συνωμότησαν για να τα αποσιωπήσουν, φοβούμενες ότι θα έθεταν σε κίνδυνο ένα θεσμό, ο οποίος αποτελεί -κατά τη γνώμη τους- μια εγγύηση για τη διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης. Ως επίσκοπος Ρώμης, ο Ιωάννης-Παύλος Β’ θα έπρεπε να είχε αποσυρθεί σε ηλικία 75 ετών, όπως καλούνται να παραιτηθούν όλοι οι επίσκοποι, μετά τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού : η άρνησή του ενίσχυσε την εξουσία μιας ολοένα συντηρητικότερης διοίκησης.

Ως νέος « αιχμάλωτος του Βατικανού », [9] ο πάπας έχει μετατραπεί σε θύμα της Κουρίας, της οποίας η ηγεσία, που είχε ο ίδιος διορίσει, προχώρησε τόσο μακριά στην αποκατάσταση της Εκκλησίας, ώστε κατέληξε να δημιουργήσει αυξανόμενες αντιδράσεις, ακόμα και στους μετριοπαθείς κύκλους της Εκκλησίας.

Η « νέα ευαγγελική αποστολή της Εκκλησίας » που προώθησε ο Ιωάννης-Παύλος Β’ χαρακτηρίστηκε από τους δύο κυριότερους προσανατολισμούς της : από τη μία πλευρά, ο προσανατολισμός του Opus Dei, ο οποίος αποσκοπούσε στη διάδοση του λόγου του Ευαγγελίου διαμέσου της εξουσίας, μετατρέποντας την πνευματικότητα σε ένδειξη κοινωνικής καταξίωσης. Από την άλλη πλευρά, ο προσανατολισμός των χαρισματικών κινημάτων, τα οποία ήταν απαιτητικά όσον αφορά την προσωπική συμπεριφορά, αναδείκνυαν το συγκινησιακό χαρακτήρα της πίστης, αλλά ήταν συνήθως ελάχιστα πρόθυμα να ενστερνιστούν την κοινωνική διάσταση.

Αντίθετα, οι εκκλησιαστικές κοινότητες της βάσης, οι οποίες γεννήθηκαν στη Λατινική Αμερική, με κυριότερο χαρακτηριστικό την αυτοδιαχείριση και το γεγονός ότι έδιναν το λόγο στους φτωχούς, περιθωριοποιήθηκαν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταστράφηκαν : οι ιερείς που τις καθοδηγούσαν μετατέθηκαν, τους απαγορεύτηκε η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της ενορίας και, μερικές φορές, δημιουργήθηκαν νέες ομάδες, με την ίδια ονομασία, αλλά υπό την αιγίδα του κλήρου.

Όσον αφορά το ρόλο των λαϊκών στην Εκκλησία, παρά το γεγονός ότι τα κείμενα τον αναβάθμιζαν, υποβιβάστηκε και πέρασε σε δεύτερη μοίρα, εκτός από τις περιπτώσεις όπου επρόκειτο για απόλυτα αφοσιωμένες οργανώσεις, όπως το Opus Dei. Αντίθετα, η περίπτωση της Διεθνούς Εργατικής Χριστιανικής Νεολαίας αποτελεί ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα : αν και είχε υποστηριχθεί από πολλές επισκοπικές συνόδους, αυτή η οργάνωση περιθωριοποιήθηκε, της αφαιρέθηκε η ιδιότητα της διεθνούς καθολικής οργάνωσης, ενώ δημιουργήθηκε όπως όπως μια ανταγωνιστική ομοσπονδία.

Αυτές οι τάσεις εγγράφονται σε ένα πλαίσιο τυπικής πολιτιστικής διάσπασης την οποία απηχούν τα φιλοσοφικά ρεύματα καθώς επίσης και ένα μέρος των ανθρωπιστικών επιστημών, της καλλιτεχνικής παραγωγής και της θρησκευτικής αναζήτησης, στα οποία δίνεται έμφαση στο άτομο. Κατά παράδοξο τρόπο, η εποχή σημαδεύεται ταυτόχρονα από την πρωτοκαθεδρία της αγοράς και από την αυταρχική σκλήρυνση στην ηγεσία των θεσμών.

Άθεος κομμουνισμός

Βέβαια, το πλήθος των ταξιδιών του Ιωάννη-Παύλου Β’ σε ολόκληρο τον κόσμο αποκαλύπτει μια ασυνήθιστη ενεργητικότητα : τα εκτίμησαν ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα σε πολλές χώρες, κυρίως στο Νότο και -φυσικά- στην Πολωνία, καθώς και οι πυρήνες των ένθερμων καθολικών. Ωστόσο, επρόκειτο περισσότερο για τη διάδοση της σκέψης της Ρώμης και λιγότερο για μια ευκαιρία να αποκτήσει ο πάπας μια επαφή με την πραγματικότητα των τόπων που επισκεπτόταν. Το γεγονός υπερίσχυσε του μηνύματος.

Αν και οι επισκέψεις του πάπα δημιούργησαν συγκίνηση ως συλλογικός εορτασμός, οδήγησαν τις περισσότερες φορές στην ενίσχυση της συντηρητικής πτέρυγας του καθολικισμού. Συνεπώς, για τον Ιωάννη-Παύλο Β’, η αποκατάσταση της Καθολικής Εκκλησίας, μετά τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού μεταφράστηκε σε επανακαθορισμό της σταθερότητας του δόγματος, σ’ έναν άκαμπτο ηθικό κώδικα και στην ενίσχυση της εξουσίας την οποία επιθυμούσε αδιαμφισβήτητη και ταγμένη στην υπηρεσία ενός σχεδίου, εκσυγχρονισμένης μορφής αλλά συντηρητικής ουσίας.

Αυτός ο προσανατολισμός του φαινόταν αναγκαίος για να αντιμετωπιστούν οι εχθρικές δυνάμεις της κοινωνίας. Για αυτό το λόγο θεώρησε τον Πίο ΙΒ’ ως σημείο αναφοράς και ξεκίνησε τη διαδικασία ανακήρυξής του σε άγιο. Ανακήρυξε επίσης άγιο τον Ιωάννη ΚΓ’, τον οποίο η φωνή του λαού είχε προ πολλού τοποθετήσει στο εικονοστάσι. Στο Gaudium et Spes, [10] η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού θεωρούσε ότι ο ρόλος της Εκκλησίας είναι η ηθική έμπνευση και όχι η άσκηση μιας εξουσίας. Η επιθυμία να συμμεριστεί τις χαρές και τις ελπίδες της ανθρωπότητας φαινόταν ότι αποτελούσε αισιοδοξία στα όρια του εξωπραγματικού, επρόκειτο όμως για τον καρπό μιας προγραμματικής έμπνευσης. Ο νέος πάπας έμελλε γρήγορα να τη μετατρέψει σε διπλή αντιπαράθεση ενάντια στις δυνάμεις που εδιάκειντο εχθρικά προς το χριστιανικό μήνυμα : τον άθεο κομμουνισμό και, στη συνέχεια, τη δυτική εκκοσμίκευση.

Ο παραδοσιακός αγώνας ενάντια στον κομμουνισμό είχε ενισχυθεί από τη ανακήρυξη του αθεϊσμού ως « κρατικής θρησκείας » στις ανατολικές χώρες, αλλά επίσης, πιο συγκεκριμένα, από την περιστολή των ελευθεριών και τις θρησκευτικές διώξεις. Για τον Ιωάννη-Παύλο Β’, ο οποίος είχε αποκομίσει διδάγματα από την πολωνική εμπειρία, για την εξάλειψη του κομμουνισμού έπρεπε να κινητοποιηθούν οι καθολικοί.

Ο αγώνας έπρεπε να διεξαχθεί τόσο στο εσωτερικό της Εκκλησίας (αυτή ήταν η αιτία για την καταδίκη της θεολογίας της απελευθέρωσης) όσο και εκτός αυτής, με την ανάληψη άμεσης δράσης. Εκεί όπου ο κομμουνισμός παρέμενε στην εξουσία, ενθαρρύνθηκε η δημιουργία μιας αντιεξουσίας. Έτσι εξηγούνται οι επισκέψεις στην Πολωνία, οι οποίες επέτρεψαν τη θρησκευτική κινητοποίηση, αλλά και η υποστήριξη της Αλληλεγγύης, ακόμα και σε οικονομικό επίπεδο, μέσω της Τράπεζας Αμπροζιάνο. Στις χώρες όπου οι κομμουνιστές ετοιμάζονταν να ανέλθουν στην εξουσία, έπρεπε να στρατολογηθούν οι πιστοί σε ένα αντιπολιτευτικό μέτωπο, εξ ου και η αντιπαράθεση με το Μέτωπο των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, το 1983.

Στην ομιλία του στη Μανάγκουα, ο πάπας καταδίκασε τη λαϊκή Εκκλησία και τον « ψευδοοικουμενισμό » των χριστιανών που είχαν στρατευθεί στην επαναστατική διαδικασία. Έκανε επίσης έκκληση για ενότητα υπό την ηγεσία ενός ιδιαίτερα αντιδραστικού σώματος επισκόπων (μετά την επίσκεψη του πάπα, ο αρχιεπίσκοπος της Μανάγκουα, Μιγκουέλ Ομπάντο-ι-Μπράβο, προβιβάστηκε σε καρδινάλιο). Αυτή η στάση οδήγησε σε μια ισχυρή καταστολή μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και δημιούργησε μεγάλη απόγνωση στους χριστιανούς των λαϊκών στρωμάτων, οι οποίοι είχαν έρθει για να γιορτάσουν ταυτόχρονα την επανάστασή τους και την επίσκεψη του πάπα τους.

Το ταξίδι στην Κούβα κινήθηκε στο ίδιο κλίμα. Ο Ιωάννης-Παύλος Β’ θεωρούσε ότι το νησί αποτελεί το τελευταίο προπύργιο του κομμουνισμού στη Δύση, το οποίο όμως ζει τις τελευταίες στιγμές του. Γι’ αυτό η επιθετικότητα δεν είχε πια νόημα. Εξάλλου, η κατάσταση της υγείας του πάπα δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Στα μάτια του, η κουβανική επανάσταση αποτελούσε μια παρένθεση μέσα στην ιστορία. Δεν την ανέφερε : υπογράμμισε μόνο τις συνέπειές της, όλες αρνητικές. Όταν επέστρεψε στη Ρώμη, ο Ιωάννης-Παύλος Β’ δήλωσε ότι η επίσκεψή του θα είχε τα ίδια αποτελέσματα που είχε το ταξίδι του στην Πολωνία, πριν από χρόνια δέκα.

Ο αντικομμουνιστικός αγώνας δεν απαιτούσε μόνο μια ισχυρή και πειθαρχημένη Εκκλησία, αλλά και συμμαχίες με άλλες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται και το πλήθος των συμβιβασμών του με τη βορειοαμερικανική εξουσία. Πολλές καθολικές οργανώσεις, στην Ευρώπη και στη Ρώμη, διοχέτευσαν τα αμερικανικά επίσημα και μυστικά κονδύλια στην Αλληλεγγύη. Σ’ αυτό οφείλεται επίσης και η ανοχή απέναντι σε δεξιά δικτατορικά καθεστώτα, όπως εκείνα της Χιλής, της Αργεντινής [11] και των Φιλιππίνων.

Οι πρωτεργάτες αυτών των ύποπτων σχέσεων ανταμείφτηκαν από τον Ιωάννη-Παύλο Β’ με την τοποθέτησή τους στην ηγεσία σημαντικών οργάνων της Αγίας Έδρας, στη Γραμματεία του Κράτους του Βατικανού κατά κύριο λόγο. Σε αυτό οφείλεται τέλος η παρέμβαση του πάπα υπέρ του στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ ή -σε συμβολικό επίπεδο- η ανακήρυξη σε άγιο του καρδιναλίου Στέπινακ, συνεργάτη του κροατικού φασιστικού καθεστώτος κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο δεύτερος αντίπαλος του Ιωάννη-Παύλου Β’ υπήρξε η δυτική εκκοσμίκευση που χαρακτηριζόταν από το σχετικισμό, τη γοητεία της κατανάλωσης και τον ηδονισμό. Υπενθύμισε λοιπόν με θέρμη τις αξίες της αγάπης για τον πλησίον, της αλληλεγγύης και της χρήσης των υλικών αγαθών με μέτρο. Όμως, για μια ακόμη φορά, το έκανε μέσα σε ένα τόσο άκαμπτο δογματικό και ηθικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να μη γίνει κατανοητό το μήνυμα σε μεγάλο βαθμό και τελικά να αποδειχθεί αναποτελεσματικό. Δυστυχώς, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος διψάει για πνευματικότητα και αναζητεί ένα νόημα στη ζωή, ενώ οι κοινωνικοί αγώνες δείχνουν μια βαθιά επιθυμία για δικαιοσύνη, απέναντι σε μια καταστροφική οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση.

Αγώνας για την ειρήνη

Η επιδίωξη της ειρήνης ήταν άλλο ένα θέμα που απασχολούσε τον πάπα Ιωάννη-Παύλο Β’. Αντιτάχθηκε στον πόλεμο του Κόλπου, προειδοποίησε για τις συνέπειες του πολέμου στο Κόσοβο και εξέφρασε τις επιφυλάξεις του για τον πόλεμο του Αφγανιστάν. Υποστήριξε το δικαίωμα των Παλαιστινίων να αποκτήσουν δικό τους κράτος. Η ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην επικράτηση της δικαιοσύνης στις σχέσεις τους, υπήρξε η διαρκής επωδός του πάπα.

Ο Ιωάννης-Παύλος Β’ ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την οδύνη των θυμάτων, τους λαούς που αντιμετωπίζουν τους θανατηφόρους περιορισμούς των εμπάργκο, καταδίκασε εκείνα που στρέφονται ενάντια στο Ιράκ και στην Κούβα. Όλες αυτές οι θέσεις οφείλονται στην πίστη στο λόγο του Ευαγγελίου. Δυστυχώς, η υπενθύμιση αυτών των αξιών έμεινε τις περισσότερες φορές αφηρημένη.

Ο πάπας δεν διευκρίνισε καθόλου τις πραγματικές αιτίες των πολέμων και τις σχέσεις τους με τον οικονομικό ιμπεριαλισμό. Εξάλλου, η συμμαχία που έχει συνάψει στην πράξη η Αγία Έδρα και οι οικονομικές και πολιτικές εξουσίες της Δύσης συνεχίζεται, στη βάση μιας θεσμικής λογικής (της κοινωνικής αναπαραγωγής του εκκλησιαστικού θεσμού), με αποτέλεσμα να χάνει αυτός ο αντιπολεμικός λόγος μεγάλο μέρος από την αξιοπιστία του.

Σ’ αυτό τον τομέα, το προνομιακό εργαλείο της Αγίας Έδρας είναι η διπλωματική υπηρεσία. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται συχνά, δεν πρόκειται για ένα όργανο του Βατικανού ως κράτους, αλλά της Αγίας Έδρας, δηλαδή της Εκκλησίας. Αυτή η υπηρεσία που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον Ιωάννη-Παύλο Β’, όχι μόνο αποτελεί το δαπανηρότερο τμήμα αλλά επίσης και εκείνο που την εκθέτει περισσότερο από κοινωνική άποψη.

Ταυτόχρονα, από συμβολική πλευρά, αποτελεί το στοιχείο που είναι περισσότερο αντίθετο με το μήνυμα του Ευαγγελίου, γιατί αποτελεί σύμβολο εξουσίας (προνόμιο ενός κράτους) και έκφραση πλούτου (εγκατάσταση νούντσιων στις πρεσβείες).

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ιωάννης-Παύλος Β’, ο αθλητικός αρχιερέας και ο πρώην εργάτης των εργοστασίων Σολβάι της Κρακοβίας, ο λάτρης του θεάτρου και ο ηθικολόγος του Καθολικού Πανεπιστημίου του Λουμπλίν, ο ιερέας με τη μυστικιστική πνευματικότητα και ο ποιμένας των Καρπαθίων, θα μείνει στην Ιστορία ως ένας γίγαντας της σύγχρονης εποχής, ως ο πάπας που ηγήθηκε της Καθολικής Εκκλησίας κατά τη διάρκεια ενός τετάρτου του αιώνα που αναστάτωσε την ανθρωπότητα, ως ο πάπας της παγκοσμιοποίησης. [12] Ωστόσο, θέλοντας να ανασυγκροτήσει μια ισχυρή Εκκλησία μέσα σε έναν πιο ανθρώπινο κόσμο, κατέληξε να καταστρέψει πολλές από τις ζωντανές δυνάμεις που πρόβαλαν, διαποτισμένες από ένα προφητικό όραμα του ευαγγελίου.

Το πνευματικό και ηθικό φως, του οποίου ήθελε να είναι φορέας, έδωσε τη θέση του σε έναν πολιτικό θεσμό. Η κεντρική κυβέρνηση της Εκκλησίας, η οποία όφειλε να αποτελεί μια υπηρεσία του « λαού του Θεού », μετατράπηκε σε αντιδραστικό μηχανισμό, ντε φάκτο σύμμαχο των καταπιεστικών εξουσιών. Η έκκλησή του για δικαιοσύνη και ειρήνη, αντί να πάρει την προφητική διάσταση, όπως καλεί η τεράστια εκμετάλλευση, η οποία είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε παγκοσμιοποιημένη, μετατράπηκε σε μετριοπαθή κριτική. Δεν στηρίχτηκε στη δύναμη του συμβόλου, αλλά στη δύναμη της εξουσίας. Βέβαια, ο Ιωάννης-Παύλος Β’ αποκατέστησε την Εκκλησία, ποια Εκκλησία όμως ; Βέβαια, ενίσχυσε τη θέση αυτής της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία, όμως για ποια θέση μιλάμε ;

Η χριστιανοσύνη χρειάζεται έναν πάπα, έλεγε ο Χάρβεϊ Κοξ, ο βαπτιστής θεολόγος που διδάσκει στο Χάρβαρντ. Ωστόσο, πρόσθετε, μόνο ως συμβολική έκφραση και όχι ως εξουσία. Η ανθρωπότητα χρειάζεται να της υπενθυμίζουν ότι υπάρχει ελπίδα, με βάση αναλύσεις της πραγματικότητας και σχέδια για το μέλλον.

Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο απολογισμός της θητείας του ποντίφικα ανταποκρίθηκε σε αυτή τη διπλή προσδοκία. Αυτή θα είναι η πρόκληση για το διάδοχο του Ιωάννη-Παύλου Β’, [13] ο οποίος θα μπορέσει να στηριχθεί γι’ αυτό το σκοπό στην ελπίδα που δημιουργεί αυτή η προσδοκία και στις ζωντανές δυνάμεις που ευτυχώς υπάρχουν στο σύνολο του πλανήτη.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Βλέπε Moises Naim, « Avatars du consensus de Washington », « Le Monde diplomatique », Μάρτιος 2000.

[2] Η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού, την οποία συγκάλεσε ο Ιωάννης ΚΓ’, σηματοδότησε μια σημαντική μεταρρύθμιση, κυρίως με τη διάταξη Lumen Gentium (Περί Εκκλησίας), η οποία επανακαθόριζε την Εκκλησία ως « Λαό του Θεού », και τη διάταξη Gaudium et Spes (Η Εκκλησία εντός του σύγχρονου κόσμου), η οποία χαρακτήριζε την παρουσία της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο ως έμπνευση και όχι ως κυριαρχία. Η λειτουργική μεταρρύθμιση εισήγαγε την τοπική, δημώδη γλώσσα και ενισχύθηκε ο ρόλος των λαϊκών, κυρίως στη λατρεία και στα μυστήρια. Ενισχύθηκε και πάλι η συλλογικότητα των επισκόπων, ως αντίβαρο της κεντρικής διοίκησης της Ρώμης.

[3] Το « Έργο του Θεού » ιδρύθηκε το 1928 στην Ισπανία από τον καρδινάλιο Εσκρίβα ντε Μπαλαγκουέρ και χαρακτηρίζεται συχνά ως « λευκή μασονία ». Εχει περισσότερα από 80.000 μέλη, στην πλειονότητά τους λαϊκούς, σε περισσότερες από εκατό χώρες. Βλ. Francois Normand, « La troublante ascension de l’Opus Dei », « Le Monde diplomatique », Σεπτέμβριος 1995.

[4] Το 1984, ο καρδινάλιος Ράτζιγκερ, ο οποίος διορίστηκε από τον Ιωάννη-Παύλο Β’ επικεφαλής της Αδελφότητας για το δόγμα και την πίστη (πρώην Ιερά Σύνοδος επί της διδασκαλίας της πίστεως), δήλωσε σε μια συνέντευξη : « Μετά τις υπερβολές ενός ανοίγματος στον κόσμο χωρίς διακρίσεις, μετά τις υπερβολικά θετικές ερμηνείες για τον αγνωστικιστή και άθεο κόσμο (η αποκατάσταση) είναι επιθυμητή και, εξάλλου, έχει ήδη δρομολογηθεί » (Jesus, Ρώμη, 6 Νοεμβρίου 1984).

[5] Συμβολικά, ο Ιωάννης ΚΓ’ ανακηρύχθηκε άγιος στις 3 Σεπτεμβρίου του 2000, ταυτόχρονα με τον Πίο Θ’, τον πάπα του Syllabus (ενός κειμένου ενάντια στη νεωτερικότητα, το οποίο καταδίκαζε πολλές από τις ελευθερίες που στη συνέχεια έγιναν αποδεκτές από την Εκκλησία), ο οποίος είχε συχνά αντισημιτική συμπεριφορά.

[6] Έτσι, κατά την ολλανδική σύνοδο του 1984, οι επίσκοποι αναγκάστηκαν να υπογράψουν ένα κείμενο που είχε συντάξει η Αγία Έδρα.

[7] Όπως στις περιπτώσεις της επισκοπής του Σουρ, στην Ελβετία, με το διορισμό του καρδιναλίου Χάας, της Ρεσίφε με το διάδοχο του Ντομ Χέλντερ Καμάρα, του Σαν Σαλβαντόρ, με το διορισμό επισκόπων του Opus Dei ως αντικαταστατών των καρδιναλίων Ριβέρα-ι-Ντάμας και Όσκαρ Ρομέρο.

[8] Η τράπεζα Αμπροζιάνο χρηματοδοτούσε, μεταξύ άλλων, το καθεστώς του δικτάτορα Αναστάζιο Σομόζα στη Νικαράγουα. Ο διευθυντής της, ο τραπεζίτης Ρομπέρτο Κάλβι, βρέθηκε απαγχονισμένος κάτω από μια γέφυρα του Λονδίνου. Στις 16 Απριλίου του 1992, το δικαστήριο του Μιλάνου, στην απόφασή του για την υπόθεση της χρεοκοπίας της τράπεζας, εξηγούσε τους δεσμούς που υπήρχαν ανάμεσα στην τράπεζα και το Ινστιτούτο για τα Θρησκευτικά Έργα ή την τράπεζα του Βατικανού, την οποία διηύθυνε εκείνη την εποχή ο καρδινάλιος Πολ Μάρσινκους, αμερικανικής υπηκοότητας, ο οποίος φερόταν ήδη αναμεμειγμένος σε άλλες ύποπτες υποθέσεις. Βλέπε Fernando Scianna, « La Mafia au cœur de l’ Etat et contre l’ Etat », « Le Monde diplomatique », Οκτώβριος 1982.

[9] Σ.τ.Μ. : Το 1627, όταν τα στρατεύματα του γερμανού αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ κατέλαβαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη, ο πάπας Κλήμης Ζ’ παρέμεινε επί ενάμιση χρόνο αιχμάλωτος, έγκλειστος στο φρούριο Καστέλ Σαν Άντζελο, κοντά στο Βατικανό.

[10] Η Εκκλησία εντός του σύγχρονου κόσμου.

[11] Στην Αργεντινή, το 1976, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ο τότε νούντσιος του πάπα και σημερινός καρδινάλιος Πίο Λάγκι, απηύθυνε στη φρουρά του Τουκουμάν τον εξής λόγο : « Γνωρίζετε τι είναι η πατρίδα, εκτελέστε τις διαταγές με υπακοή και θάρρος και να διατηρείτε γαλήνιο το πνεύμα σας » (La Naciόn, Μπουένος Αϊρες, Οκτώβριος 1976). Στη Χιλή, την εποχή του Πινοτσέτ, νούντσιος ήταν ο σημερινός καρδινάλιος Αντζελο Σοντάνο, ο οποίος στη συνέχεια διορίστηκε υφυπουργός. Σχετικά με το δικτατορικό καθεστώς, δήλωσε : « Ακόμα και τα αριστουργήματα μπορεί να έχουν κηλίδες. Σας καλώ να μην σταματάτε στις κηλίδες του πίνακα, αλλά να κοιτάζετε το σύνολο, το οποίο είναι υπέροχο ».

[12] Ο Τζορτζ Βάιγκελ, καθηγητής στο καθολικό πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, κατέγραψε στο έργο του τα συναισθήματα του Ιωάννη-Παύλου Β’ κατά τη διάρκεια της διαδρομής του ως κεφαλής της Καθολικής Εκκλησίας. Το έργο του αντανακλά το όραμα του πάπα για την Εκκλησία και τον κόσμο (Jean-Paul ΙΙ, temoin de l’ Esperance, Attes, Παρίσι, 2001).

[13] Ο Τζιανκάρλο Ζιζόλα προσέγγισε αυτό το ζήτημα στο έργο του « Le Successeur, Dusclée de Brouwer », Παρίσι, 1995. Βλέπε, του ιδίου συγγραφέα, « Guerre de succession au Vatican », « Le Monde diplomatique », Αύγουστος 2000.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette