monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2007 > 12. Δεκέμβριος 2007 > Πίσω, στην εποχή των τσιφλικάδων

Η αποκαθήλωση του Αμπντέλ Νάσερ

Πίσω, στην εποχή των τσιφλικάδων

Αντεπανάσταση στο Νείλο

dimanche 2 décembre 2007, par Beshir Sakr, Phanjof Tarcir

Συνεχίζοντας την επίθεσή της ενάντια σε κάθε μορφή αμφισβήτησης, η αιγυπτιακή κυβέρνηση διέλυσε, στα μέσα Σεπτεμβρίου, την Οργάνωση Νομικής Βοήθειας στα Ατομικά Δικαιώματα. Μερικούς μήνες πριν, τον Απρίλιο, είχε διαλύσει το Κέντρο Υπηρεσιών στα Συνδικάτα και στους Εργαζόμενους, τη στιγμή ακριβώς που τη χώρα έπληττε το μεγαλύτερο εργατικό απεργιακό κίνημα εδώ και δεκαετίες. Την ίδια περίοδο στην ύπαιθρο, οι χωρικοί ανθίστανται στο ξήλωμα της αγροτικής μεταρρύθμισης που είχε δρομολογήσει ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ήδη από το 1952.

Γιατί, όταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα επισκέφτηκε την Αίγυπτο, το 1965, ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ τον οδήγησε στο Καμχίς, ένα χωριό που είναι χτισμένο στην καρδιά του Δέλτα του Νείλου, στο κυβερνείο της Μενούφια ; Γιατί και η Σιμόν ντε Μποβουάρ κι ο Ζαν Πολ Σαρτρ το επισκέφτηκαν δυο χρόνια αργότερα, όπως και μια αντιπροσωπεία της οργάνωσης Via Campesina το 2005 ;

Το Καμχίς βρίσκεται σε μια ασυνήθιστη τοποθεσία : ανάμεσα στο Καφρ-ελ-Μουσουγιαλάχα (το χωριό όπου γεννήθηκε ο πρόεδρος Μουμπάρακ) στα βόρεια, στο Μιτ-Αμπού-ελ Κομ (εκείνο όπου γεννήθηκε ο Νάσερ) στα νοτιοανατολικά, και στο Ντινσβάι (κέντρο μιας εξέγερσης, το 1906, ενάντια στη βρετανική κατοχή [1]). Αποτελεί ένα από τα σύμβολα των αγώνων των αγροτών και μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα, τόσο των επιτυχιών του παρελθόντος όσο και των δυσκολιών του σήμερα.

Πριν από την επανάσταση του 1952, [2] στις περιοχές της υπαίθρου όπου η πλειονότητα της αγροτιάς ζούσε μέσα στην αθλιότητα, δίπλα σε μια μικρή « ελεύθερη » -αλλά βυθισμένη στη φτώχεια- γεωργία υπήρχε ένας ευρύτατος γεωργικός τομέας φεουδαρχικού τύπου. Οι αγρότες ήταν « κολίγοι και σχεδόν δουλοπάροικοι ». [3] Ζούσαν σε οικισμούς μέσα στις « izba » (μεγάλα τσιφλίκια) και καλλιεργούσαν τα χωράφια του αφέντη τους, υπό την επίβλεψη ενός επιστάτη. Η εργασία τους δεν αμειβόταν με μισθό αλλά με την προσωρινή παραχώρηση ενός μικρού χωραφιού που καλλιεργούσαν για λογαριασμό τους και το οποίο μόλις και μετά βίας επέτρεπε την επιβίωση της οικογένειάς τους.

Το Καμχίς, το οποίο βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία της οικογένειας Φίκι, δεν αποτελούσε εξαίρεση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, η οικογένεια διέθετε περίπου 6.000 στρέμματα, τα οποία κάλυπταν τα δύο τρίτα του εδάφους της κοινότητας. Είχε επίσης αποκτήσει τον έλεγχο του γεωργικού συνεταιρισμού που είχε ιδρυθεί το 1936, πράγμα που της επέτρεπε να ελέγχει τη χορήγηση των δανείων, των σπόρων και των λιπασμάτων στους μικροκαλλιεργητές. Ακόμα, έλεγχε απόλυτα τον δήμαρχο, με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει την αναγκαστική ανταλλαγή γεωργικών κλήρων, την απόκτηση προνομιακής μεταχείρισης σε ζητήματα άρδευσης και την επίταξη εργατικού δυναμικού για την κατασκευή έργων στη γη της.

Η πρώτη αλλαγή

Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου -και κυρίως, με πιο πιεστικό τρόπο, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- άρχισε να γίνεται επιτακτική η ανάγκη για αγροτική μεταρρύθμιση. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1952, σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών από την άνοδό τους στην εξουσία, οι Ελεύθεροι Αξιωματικοί υπό την ηγεσία του Νάσερ θέσπισαν νόμο που περιόριζε αισθητά το μέγεθος των μεγάλων αγροτικών ιδιοκτησιών, δρομολογώντας με αυτόν τον τρόπο την αγροτική μεταρρύθμιση. Έτσι, κάθε ενήλικος δεν μπορούσε να διαθέτει πάνω από 840 στρέμματα, στα οποία μπορούσαν να προστεθούν άλλα 240 για τα ανήλικα τέκνα του. Τις υπόλοιπες εκτάσεις που διέθετε, ήταν υποχρεωμένος να τις πουλήσει στην ελεύθερη αγορά. Μάλιστα, το 1961, οι επιτρεπόμενες εκτάσεις μειώθηκαν στο ήμισυ.

Στο Καμχίς, οι Φίκι -όπως και πολλοί τσιφλικάδες τον πρώτο καιρό κατόρθωσαν να εξαιρεθούν από τις διατάξεις του νόμου. Χρησιμοποίησαν, μέχρι το 1961, πλήθος τεχνασμάτων για να αποδείξουν ότι η ατομική τους κτηματική περιουσία δεν υπερέβαινε το όριο που είχε θεσπιστεί, τη στιγμή που κάθε μέλος της οικογένειας διέθετε περισσότερο από το διπλάσιο. Αντιμέτωποι με αυτή την κατάσταση, μερικοί φοιτητές και αγρότες του χωριού στρατεύτηκαν στον αγώνα που είχε αρχίσει ο Σαλάχ Χουσέιν Μακλάντ, ο οποίος καταγόταν από μια οικογένεια μεσαίων γαιοκτημόνων που είχε βυθιστεί στη φτώχεια. Κάλεσαν όλους τους αγρότες να ανακαταλάβουν τα χωράφια που είχαν πουλήσει σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή στους Φίκι, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930, που είχε οδηγήσει στην καταστροφή πολλούς γεωργούς.

Όλοι θυμούνται τις ένοπλες συγκρούσεις που ξέσπασαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 1953. Ο Σαλάχ Χουσέιν καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στη συνέχεια φυλακίστηκε για διάστημα που ξεπερνούσε το ένα έτος, με το πρόσχημα ότι ήταν μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων, και, κατόπιν, του αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματά του μέχρι το 1965. Το κράτος, παρά τις « αντιφεουδαρχικές » διακηρύξεις, ήταν αντίθετο με την ανάπτυξη αυτόνομου αγροτικού κινήματος.

Όμως, τον Ιούλιο του 1961, το καθεστώς του Νάσερ πραγματοποίησε μια ριζική στροφή με τα « σοσιαλιστικά διατάγματα », που είχαν ως συνέπεια να τεθεί σε καθεστώς μεσεγγύησης η γη και η περιουσία 4.000 οικογενειών. Το μέτρο αφορούσε περισσότερα από 500.000 στρέμματα. Στο Καμχίς απαιτήθηκαν έξι μήνες για την καταγραφή των επίμαχων αγροτεμαχίων. Και η επιτροπή που είχε αναλάβει το συγκεκριμένο καθήκον απέδειξε ότι οι εκτάσεις που κατείχε η οικογένεια Φίκι ξεπερνούσαν σε μεγάλο βαθμό το ανώτατο όριο που είχε θεσπίσει ο νόμος.

Έτσι, όλη η ιδιοκτησία της κατασχέθηκε και διανεμήθηκε σε 200 μικροκαλλιεργητές του χωριού, ενώ η οικογένεια υποχρεώθηκε από τις αρχές να εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια. Από εκείνη τη στιγμή, το Καμχίς μετατράπηκε σε υπόδειγμα κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης στην ύπαιθρο, χάρη στην εφαρμογή των « σοσιαλιστικών » αρχών της μεταρρύθμισης.

Φονικός καβγάς

Η « κοινωνική ειρήνη », όμως, διήρκεσε μονάχα πέντε χρόνια. Όταν ο Σαλάχ Χουσέιν, ο οποίος είχε ανακτήσει τα πολιτικά του δικαιώματα, επέστρεψε, το 1966, στο Καμχίς, θεωρήθηκε επικίνδυνος κομουνιστής ταραξίας και τέθηκε υπό την επιτήρηση των αρχών. Τον Απρίλιο, έγραψε στους ηγέτες της Αραβικής Σοσιαλιστικής Ενωσης, του μοναδικού κόμματος της χώρας, για να ζητήσει την κατάσχεση των μεγάρων που είχαν εγκαταλείψει οι « φεουδάρχες », για να στεγαστούν οι εκπαιδευτικές και υγειονομικές υπηρεσίες. Μερικές ημέρες αργότερα, στις 30 Απριλίου 1966, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός « καβγά », κι αμέσως οι υποψίες για την ηθική αυτουργία της δολοφονίας έπεσαν σε δύο μέλη της οικογένειας Φίκι. Ωστόσο, μονάχα μερικοί κομπάρσοι καταδικάστηκαν από τη δικαιοσύνη.

Με τη δρομολόγηση της μεταρρύθμισης του 1961, το κράτος είχε επίσης και πολιτικές βλέψεις : επιθυμούσε να εξουδετερώσει την εξουσία της « υψηλής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων » που υπήρξε σύμμαχος της πρώην μοναρχίας, διαλύοντας τα κοινωνικά και οικονομικά θεμέλια στα οποία στηριζόταν αυτή η τάξη. Όμως, αν λάβουμε υπόψη τον μεγάλο αριθμό πολιτικών αξιωμάτων και διοικητικών θέσεων που εξακολούθησαν να κατέχουν τα μέλη της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και οι απόγονοί τους, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο στόχος της ηγεσίας του κράτους επιτεύχθηκε μονάχα σε εθνικό επίπεδο.

Επιπλέον, μετά το 1961 -τη χρονιά που εκδόθηκε ο δεύτερος νόμος της αγροτικής μεταρρύθμισης και τα « σοσιαλιστικά διατάγματα »- η γη που αφαιρέθηκε από τους μεγαλοϊδιοκτήτες διαιρέθηκε σε δύο κατηγορίες με διαφορετικό νομικό καθεστώς η κάθε μια. Η πρώτη περιελάμβανε τη γη που κατασχέθηκε από τους τσιφλικάδες με την εφαρμογή των δύο νόμων της αγροτικής μεταρρύθμισης : οι αγρότες που την εκμεταλλεύονταν μπορούσαν να γίνουν ιδιοκτήτες της καταβάλλοντας στο κράτος ένα ποσό, σε 40 ετήσιες δόσεις. Η δεύτερη περιελάμβανε τη γη που τέθηκε σε καθεστώς μεσεγγύησης τη δεκαετία του 1960, την εποχή της ριζοσπαστικοποίησης του νασερικού καθεστώτος : αν και δεν είχε πάψει να ανήκει στους τσιφλικάδες, οι αγρότες δεν είχαν τη δυνατότητα να την εξουσιάζουν κατά βούληση. Είχε τεθεί υπό την εξουσία του κράτους και η διαχείρισή της γινόταν από τον Οργανισμό Μεσεγγύησης και από τον Οργανισμό για την Αγροτική Μεταρρύθμιση, οι οποίοι την ενοικίαζαν σε μικροκαλλιεργητές και απέδιδαν το μίσθωμα στους τσιφλικάδες.

Μετά το θάνατο του Νάσερ, το 1970, ο νέος πρόεδρος, Σαντάτ, δρομολόγησε, μια « διορθωτική κίνηση » η οποία αποτελούσε την αρχή της « απονασεροποίησης ». Τον Ιούνιο του 1974 ψηφίστηκε νόμος που ακύρωνε τη μεσεγγύηση που είχαν επιβάλει τα « σοσιαλιστικά διατάγματα » του 1961. Προέβλεπε δε, την επιστροφή 600.000 στρεμμάτων στους ιδιοκτήτες τους ή τη σημαντική αποζημίωσή τους. Όμως, αυτό δεν έγινε χωρίς σημαντικές συγκρούσεις. Καθώς οι χωρικοί διέθεταν συμβόλαια μακροχρόνιας ενοικίασης με εξαιρετικά χαμηλό μίσθωμα που είχε καθοριστεί από τον νόμο, εμπόδιζαν τους ιδιοκτήτες να τους διώξουν από τη γη που καλλιεργούσαν.

Στο Καμχίς, η οικογένεια Φίκι κατόρθωσε να ανακτήσει, εκτός από τις εκτάσεις της που είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση, και το οικογενειακό μέγαρο όπου είχαν στο μεταξύ εγκατασταθεί ένα σχολείο και διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες. Μάλιστα, με απόφαση των αρχών, εκδιώχθηκε από το χωριό η Σαχίντα Μακλάντ, η χήρα του Σάλαχ Χουσέιν, [4] η οποία, ήδη από τον Ιούνιο του 1971, είχε τεθεί επικεφαλής ενός κινήματος διαμαρτυρίας στην περιοχή. Στη συνέχεια, φυλακίστηκε αρκετές φορές.

Σήμερα, στο Καμχίς ζουν 40.000 άνθρωποι. Καθώς έχει πλουτίσει χάρη στους μετανάστες που επέστρεψαν από τις χώρες του Περσικού Κόλπου όπου ξενιτεύτηκαν τη δεκαετία του 1990, η πόλη διαθέτει πλέον τρία φαρμακεία και έναν δημόσιο κήπο με πλήρη περίφραξη, προσφορά της Σούζαν Μπουμπάρακ, συζύγου του προέδρου. Ακριβώς δίπλα του βρίσκεται ένα σύμβολο του πείσμονα αγώνα ενάντια στη « φεουδαρχία » : ένα από τα μέγαρα της οικογένειας Φίκι, εγκαταλελειμμένο πλέον.

Όμως, πολλοί από τους ακτιβιστές χωρικούς πλήρωσαν βαρύ τίμημα για τον αγώνα που διεξήγαγαν για να αποκτήσουν το δικαίωμα να πάψουν να είναι ακτήμονες : απομόνωση, απειλές, φυλάκιση, βασανιστήρια. Πενήντα πέντε χρόνια μετά τα πρώτα βήματα της αγροτικής μεταρρύθμισης, πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να ζουν με τον φόβο ότι μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκδιωχθούν από τη γη τους.

Πράγματι, ο νέος αγροτικός νόμος που τέθηκε σε ισχύ το 1992 αποτέλεσε μια σημαντική καμπή στις σχέσεις ανάμεσα στους ιδιοκτήτες και τους μισθωτές της γης. Μέχρι την πλήρη εφαρμογή του, το 1997, προβλεπόταν μια πενταετής μεταβατική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας το μίσθωμα για την ενοικίαση της γεωργικής γης θα περνούσε σταδιακά από το επταπλάσιο στο εικοσιδυαπλάσιο του ποσού του έγγειου φόρου. Με ετήσιο μίσθωμα

Μετά το 1997, το μίσθωμα θα καθοριζόταν απλώς από τους νόμους της αγοράς, ενώ παρεχόταν το δικαίωμα έξωσης των μισθωτών που θα αδυνατούσαν να καταβάλλουν το μίσθωμα που θα απαιτούσε ο ιδιοκτήτης. Επιπλέον, καταργείτο η δυνατότητα να μεταβιβαστούν τα συμβόλαια ενοικίασης γης στους κληρονόμους των αγροτών, ενώ έπαυαν πλέον να είναι αορίστου χρόνου : ως ελάχιστος χρόνος μίσθωσης οριζόταν το ένα έτος. Όσο για το ετήσιο μίσθωμα, στο εξής έπρεπε να πληρώνεται μονάχα σε χρήμα, και μάλιστα ολόκληρο το ποσό του ήταν απαιτητό τη στιγμή της υπογραφής της μίσθωσης, δηλαδή πολύ πριν από τη συγκομιδή.

Στις πολυάριθμες εκθέσεις για τη μεταρρύθμιση του αγροτικού τομέα δεν παρατηρείται πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον για την τύχη των θυμάτων αυτής της πολιτικής. Ο νόμος -αφορούσε περίπου 1.000.000 αγροτικές εκμεταλλεύσεις (από τα 3.000.000 που υπήρχαν εκείνη την εποχή στη χώρα), δηλαδή 6.000.000 άτομα ή το ένα ένατο του συνολικού πληθυσμού της χώρας- αποτύπωνε τη σύγκλιση των συμφερόντων των γαιοκτημόνων και των νεοφιλελεύθερων.

Στους πρώτους επέτρεπε την αναβάθμιση της ακίνητης περιουσίας τους, είτε μέσω της αισθητής αύξησης των εισοδημάτων που τους αποφέρει η γη, είτε μέσα από τη δυνατότητα να την αξιοποιήσουν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο επιθυμούσαν. Στους δεύτερους επέτρεπε να υμνούν την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, αποδίδοντάς της όλες τις « αρετές » του νέου συστήματος.

Κατ’ αυτούς, η αύξηση των μισθωμάτων παρουσίαζε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα : αφενός ενθάρρυνε την αναζήτηση της μεγαλύτερης αποδοτικότητας της γεωργικής εκμετάλλευσης και, συνεπώς, τον εκσυγχρονισμό της και την εντατικοποίηση της παραγωγής. Αφετέρου, θα οδηγούσε στη διακοπή της λειτουργίας των μη αποδοτικών, εξαιρετικά μικρών, γεωργικών εκμεταλλεύσεων και στην πιθανή προσάρτησή τους στις σύγχρονες μονάδες.

Παράλληλα, επιχείρησαν να απαξιώσουν το προηγούμενο καθεστώς που ρύθμιζε την ιδιοκτησία της γεωργικής γης που είχε τεθεί υπό μεσεγγύηση, παρουσιάζοντάς το με χοντροκομμένο τρόπο, στα όρια της καρικατούρας : υποτίθεται ότι οι μισθωτές, οι οποίοι « ζούσαν χωρίς καμία έγνοια στη ζωή τους », « εκμεταλλεύονταν » τους γαιοκτήμονες, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη χάρη στο γελοίο μίσθωμα που τους πλήρωναν (τους γαιοκτήμονες !) και, τελικά, αφού τους οδηγούσαν στην οικονομική καταστροφή, αγόραζαν τη γη τους για ένα κομμάτι ψωμί...

Η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική : οι αγρότες επιδίδονταν σε εντατική καλλιέργεια και οι αποδόσεις τους συγκαταλέγονταν στις καλύτερες που παρατηρούνταν σε χώρα του Νότου. Στην καλλιέργεια κηπευτικών, τα χωράφια έδιναν έως και τρεις σοδειές. Αν και η κύρια προτεραιότητα των μικροκαλλιεργητών ήταν η διατροφική αυτάρκεια της οικογένειάς τους, επεδίωκαν επίσης να μεγιστοποιήσουν τη διαφοροποίηση της παραγωγής τους και να καλλιεργούν και είδη τα οποία προορίζονταν για πώληση, αναλαμβάνοντας και τους ανάλογους κινδύνους, κυρίως όσον αφορά τις διακυμάνσεις των τιμών. Εξάλλου, πολύ συχνά, όταν οι μισθωτές αισθάνονταν ασφαλείς χάρη σε μακροχρόνια συμβόλαια μίσθωσης, επένδυαν σε εργασία και σε εισροές για να καταστήσουν πιο εύφορα τα χωράφια που μίσθωναν, αυξάνοντας συνεπώς την απόδοσή τους.

Πώς θα περνούσε, λοιπόν, από το μυαλό ενός μισθωτή που απειλείται με έξωση με την πάροδο του έτους, να προβεί σε παρόμοιες επενδύσεις ; Στην υποθετική πάντα περίπτωση που θα είχε τη δυνατότητα να κάνει κάτι τέτοιο, δεδομένης της μείωσης του εισοδήματός του από τη σημαντική αύξηση του μισθώματος.

Η ψήφιση του νόμου προκάλεσε αναστάτωση στους αγρότες που αφορούσε η ρύθμιση. Όμως, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό τους ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του νόμου εκ των υστέρων, ο τύπος περίμενε εξεγέρσεις των αγροτών μόνο όταν ο νόμος θα ετίθετο σε εφαρμογή, τον Οκτώβριο του 1997. Αν και δεν συνέβησαν παρόμοια φαινόμενα, σε πολλά χωριά ξέσπασαν συγκρούσεις που πυροδοτήθηκαν από τις εξώσεις των αγροτών που αρνούνταν να πληρώσουν την αύξηση του μισθώματος. Ωστόσο, οι συγκρούσεις παρέμειναν διάσπαρτες και δεν μετατράπηκαν σε « χιονοστιβάδα ». Σύμφωνα με το Αγροτικό Κέντρο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (μια μη κυβερνητική οργάνωση του Καΐρου [5]), κατά τη διάρκεια των εξώσεων που πραγματοποιήθηκαν την τριετία 1998-2000, υπήρξαν 119 νεκροί, 846 τραυματίες και 1.409 συλλήψεις.

Πελατειακές σχέσεις

Η απουσία αλυσιδωτών εκρήξεων -οι Αρχές την απέδωσαν στις « επιτροπές συμφιλίωσης » που δημιουργήθηκαν με πρωτοβουλία τους- οφειλόταν, στην πραγματικότητα, στην απαγόρευση του παραμικρού ανεξάρτητου συνδικάτου, αλλά και στην αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών πληροφοριών και καταστολής. Εξηγείται, επίσης, με την τεράστια πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων στις κοινωνίες της υπαίθρου, και ιδιαίτερα την ύπαρξη μιας παράλληλης αγοράς γης όπου τα ενοίκια ήταν ήδη πολύ υψηλά, τις πελατειακές σχέσεις ανάμεσα στους τσιφλικάδες και στους χωρικούς, καθώς και την ύπαρξη μικροϊδιοκτητών που εκμισθώνουν σε τρίτους τη γη τους αντί να την καλλιεργούν.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος του 1992 για τις αγροτικές ιδιοκτησίες αναστάτωσε βαθύτατα τη ζωή των χωρικών. Έκτοτε, τα μισθώματα της γης δεκαπλασιάστηκαν κατά μέσο όρο, και αντιπροσωπεύουν πλέον μερίδιο της τάξης του ενός τρίτου έως και του ημίσεως του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήματος της αγροτικής εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα τρία τέταρτα των μικροκαλλιεργητών που ενοικίαζαν γη το 1996 εγκατέλειψαν τις καλλιέργειές τους, οι περισσότεροι λόγω της υπερχρέωσης.

Πράγματι, πλήθος μαρτυριών συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι οι αγρότες χρεώνονται ολοένα και βαρύτερα για να πληρώσουν τα νέα μισθώματα. Σημειώθηκαν πολλές πωλήσεις κοσμημάτων και κοπαδιών, ενώ τα νοικοκυριά προσπαθούν να περιορίσουν τις δαπάνες τους με κάθε τρόπο : κατάργηση του κρέατος από την καθημερινή διατροφή, διακοπή της φοίτησης ενός παιδιού στο σχολείο για να δουλέψει...

Αντίθετα, η κατηγορία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που υπερβαίνουν τα 40 στρέμματα απέκτησε μεγαλύτερο μερίδιο στο σύνολο, τόσο όσον αφορά την καλλιεργούμενη επιφάνεια, όσο και τον αριθμό των γεωργών, εις βάρος των εξαιρετικά μικρών εκμεταλλεύσεων. Έτσι, οι ανισότητες στην κατανομή της γης, οι οποίες είχαν μειωθεί από το 1952 ώς το 1980 και στη συνέχεια παρέμεναν στάσιμες τη δεκαετία του 1990, άρχισαν να αυξάνονται όπως τον « παλιό καλό καιρό ».

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η θητεία του Μουμπάρακ σημαδεύτηκε από κοινωνικές εκρήξεις που συνδέονταν με τα ζητήματα της γεωργικής γης και οι οποίες τις περισσότερες φορές αποσιωπήθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης. Οφείλονταν δε στις ενέργειες των παλαιών οικογενειών γαιοκτημόνων, οι οποίες στηρίχτηκαν στον νόμο του 1992 για να ανακτήσουν τη γη που τους ανήκε κάποτε, αλλά και για να βάλουν στο χέρι τις εκτάσεις που εποφθαλμιούσαν.

Αυτές οι ενέργειες πυροδότησαν συγκρούσεις, συχνά εξαιρετικά βίαιες, ανάμεσα στους αγρότες και στους μπράβους των γαιοκτημόνων ή στις αστυνομικές δυνάμεις που καλούσαν σε βοήθεια οι οικογένειες των τσιφλικάδων. Οι συγκρούσεις οδήγησαν σε συλλήψεις αυθαίρετες φυλακίσεις, οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνοδεύτηκαν από βασανιστήρια, καθώς και από άδικες δίκες στις οποίες επιβάλλονταν βαρύτατες ποινές. Σύμφωνα με το Αγροτικό Κέντρο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την τριετία 2001-2004 σημειώθηκαν 171 θάνατοι, 945 τραυματισμοί και 1.642 συλλήψεις.

Επιστροφή της « οικογένειας »

Τα επεισόδια που ξέσπασαν το 2005 στο Σαράντο, χωριό 10.000 κατοίκων στα βορειοδυτικά του Δέλτα, μας δίνουν μια χαρακτηριστική εικόνα των διακυβευμάτων των συγκρούσεων. Επωφελούμενη από το νομικό κενό που κάλυπτε τα 21.000 στρέμματα που νεμόταν πριν από το 1952, η οικογένεια Ναβάρ αποφάσισε να ανακτήσει τη « γη της » με τη βία.

Από τις 5 Ιανουαρίου ώς τις 15 Μαρτίου, ο τοπικός πληθυσμός έζησε έναν πραγματικό εφιάλτη : η αστυνομία διέπραττε βανδαλισμούς στα σπίτια των κατοίκων, ενώ πολλοί άντρες παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της οπλοφορίας, της καταστροφής συγκομιδής και της απόπειρας δολοφονίας αστυνομικών. Δεκάδες άτομα συνελήφθησαν : ένα από αυτά, μια σαραντάχρονη γυναίκα, πέθανε στις 14 Μαρτίου από τα βασανιστήρια.

Στο Ιζμπάτ Μέρσα, διακόσια χιλιόμετρα βορειοανατολικά, σημειώθηκαν πέρυσι επίσης σοβαρά επεισόδια. Αν και οι αγρότες που επωφελήθηκαν από την αγροτική μεταρρύθμιση είχαν πληρώσει την περίοδο 1964-2005 όλες τις δόσεις που απαιτούνταν για να αποκτήσουν την ιδιοκτησία της γης που τους είχε δοθεί για εκμετάλλευση, ο Οργανισμός για την Αγροτική Μεταρρύθμιση αρνείτο να τους χορηγήσει τίτλους ιδιοκτησίας.

Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης επωφελήθηκε από το γεγονός και στράφηκε δικαστικά εναντίον τους : ενώ κέρδιζε τις δίκες, προχωρούσε σε εξώσεις, κατορθώνοντας να ανακτήσει το ήμισυ των 420 στρεμμάτων που του είχαν απαλλοτριωθεί. Καθώς, στο μεταξύ, οι αγρότες απέκτησαν επιτέλους τίτλους, όσοι είχαν εκδιωχτεί από τη γη τους άσκησαν έφεση κατά της δικαστικής απόφασης που τους στερούσε τη γη.

Αφού η έφεση δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, κατέφτασαν σε ένα χωράφι της περιοχής 17 κλούβες της αστυνομίας και δεκάδες αστυνομικοί με πολιτικά για να πραγματοποιήσουν την έξωση ενός αγρότη. Οι 600 κάτοικοι του Ιζμπάτ Μέρσα που έσπευσαν να τον βοηθήσουν, συνοδευόμενοι από ορισμένους δημοσιογράφους, περικυκλώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης. Οι αστυνομικοί έριξαν δακρυγόνα, χτύπησαν τους κατοίκους με κλομπ και έριξαν πολλές γυναίκες μέσα στο κανάλι.

Το κίνημα του Καμχίς

Ένας από τους δημοσιογράφους τραυματίστηκε, ενώ πραγματοποιήθηκαν και 25 συλλήψεις. Πρώτη φορά, το γεγονός είχε αντίκτυπο στο εξωτερικό, χάρη στην παρουσία του τύπου και της επιτροπής συμπαράστασης στους αγρότες που δημιουργήθηκε το 2005 στο Καμχίς, η οποία συμμετείχε τον Ιούνιο του ίδιου έτους στο Κοινωνικό Φόρουμ της Βαρκελώνης. Οι αιγυπτιακές πρεσβείες κατακλύστηκαν από φαξ διαμαρτυρίας, οι συλληφθέντες αφέθηκαν σύντομα ελεύθεροι, ενώ κατέρρευσε και το εναντίον τους κατηγορητήριο. Επιπλέον, ο αξιωματικός της αστυνομίας που ηγήθηκε αυτής της βίαιης επιχείρησης καταστολής τιμωρήθηκε με δυσμενή μετάθεση.

Στη συνέχεια, οι αγρότες αποφάσισαν να μη συνάπτουν ατομικά συμβόλαια με τους πρώην ιδιοκτήτες, αλλά να έρχονται σε αντιπαράθεση μαζί τους, συλλογικά, διά της δικαστικής οδού. Έτσι, έγινε το πρώτο βήμα ενάντια στην αμφισβήτηση των κεκτημένων της αγροτικής μεταρρύθμισης του Καμχίς.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Το Ντινσβάι αναφέρθηκε και στην προκήρυξη με την οποία η Αλ Κάιντα ανέλαβε την ευθύνη για το τρομοκρατικό χτύπημα της 7ης Ιουλίου 2005 στο Λονδίνο. Η αναφορά του ονόματος προκάλεσε αμηχανία στον δυτικό κόσμο. Ωστόσο, κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία των απελευθερωτικών κινημάτων, ενώ η φήμη του έφτασε εκείνη την εποχή στην Περσία, στην Ινδία και στην Απω Ανατολή. Στις 13 Ιουνίου του 1906, ένας άγγλος αξιωματικός σκοτώθηκε σε μια φιλονικία με τους κατοίκους του χωριού. Ο άγγλος αρμοστής της Αιγύπτου καταδίκασε 4 χωρικούς σε απαγχονισμό, έστειλε αρκετούς άλλους στα καταναγκαστικά έργα και μαστίγωσε πολλούς. Οι ενέργειες προκάλεσαν την αναζωπύρωση του αιγυπτιακού εθνικιστικού κινήματος και ξεσήκωσαν σάλο στους προοδευτικούς κύκλους της Αγγλίας.

[2] Στις 23 Ιουλίου του 1952, ένα κίνημα του οποίου ηγείτο ο νεαρός συνταγματάρχης Νάσερ ανέτρεψε τον βασιλιά Φαρούκ, ο οποίος θεωρείτο εξαρτημένος από το Ηνωμένο Βασίλειο και υπεύθυνος για την ήττα από τους Ισραηλινούς στον πόλεμο του 1948-1949. Η Δημοκρατία ανακηρύχθηκε τον Ιούνιο του 1953.

[3] Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το σύνολο της καλλιεργήσιμης γης της Αιγύπτου ανερχόταν στα 25 εκατ. στρέμματα. Το ένα τρίτο της ανήκε σε 2,6 εκατ. μικροϊδιοκτήτες που διέθεταν κατά μέσο όρο 3 στρέμματα και αποτελούσαν το 94% των ιδιοκτητών γης. Ένα τρίτο κατείχαν οι 150.000 μεσαίοι ιδιοκτήτες (μέσος όρος 20-400 στρέμματα). Το τελευταίο τρίτο ανήκε σε 11.000 τσιφλικάδες που αποτελούσαν το 0,4% των ιδιοκτητών γης. Μάλιστα, 3.000 από αυτούς συγκέντρωναν το 20% της αρδευόμενης γης, διαθέτοντας τσιφλίκια έως και 40.000 στρεμμάτων. Επιπλέον, πριν από την επανάσταση του 1952, το μίσθωμα της αγροτικής γης απορροφούσε κατά μέσο όρο το 75% των εσόδων της αγροτικής εκμετάλλευσης.

[4] Βλέπε το πορτρέτο της στην ιστοσελίδα της « Le Monde diplomatique », www.monde-diplomatique.fr/2007/10/SAKR/15183.

[5] Land Center For Human Rights, www.lchr-eg.org/eindex.htm.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette