monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2013 > 10. Οκτώβριος > Από την εθνοκάθαρση στη μάχη της απογραφής

ΔΥΤΙΚΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Από την εθνοκάθαρση στη μάχη της απογραφής

samedi 5 octobre 2013, par Dérens Jean-Arnault , [Παπακριβόπουλος Βασίλης (μτφ)]

Στα Βαλκάνια, η καταμέτρηση των κατοίκων μιας χώρας δεν έχει την παραμικρή σχέση με ό,τι συνηθίζουμε να θεωρούμε αυτονόητο όταν πρόκειται για τη διεξαγωγή μιας απογραφής που πραγματοποιείται από τη Στατιστική Υπηρεσία. Δεδομένου ότι η καταμέτρηση των πληθυσμών ισοδυναμεί με καταγραφή του συσχετισμού δυνάμεων, οι απογραφές βρίσκονται στην καρδιά όλων των πολιτικών συγκρούσεων. Η διεξαγωγή τους, όπως και τα αποτελέσματά τους, αφήνουν να διαφανούν ταυτότητες, ανταγωνισμοί αλλά και ελπίδες γι’ αυτήν την περιοχή του κόσμου που βρίσκεται σε ανάρρωση.

Ο δημοσιογράφος Μπόρις Ντεζούλοβιτς μας διηγείται ένα ανέκδοτο που έχει κυκλοφορήσει στη Βοσνία Ερζεγοβίνη. Ο μικρός Ίβιτσα πήρε άριστα στη γεωγραφία, ολοστρόγγυλο δεκάρι. Η δασκάλα ρώτησε ποιος είναι ο πληθυσμός της χώρας. Παγωμάρα μέσα στην τάξη. Μονάχα ο Ίβιτσα σήκωνε το χέρι του επιδεικτικά, με ανυπομονησία : « Εγώ ξέρω, εγώ ξέρω ! –Πόσος είναι ; - Δεν ξέρω, απαντάει όλο χαρά ο μαθητής. – Μπράβο, του λέει τότε η δασκάλα. Αυτή είναι η σωστή απάντηση. Πώς το ήξερες » ;

Το φθινόπωρο του 2011 δρομολογήθηκε με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια σειρά απογραφών του πληθυσμού στα Βαλκάνια. Ωστόσο, η διεξαγωγή τους διακόπηκε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας και αναβλήθηκε στη Βοσνία. Όμως, ακόμα κι εκεί όπου ολοκληρώθηκαν, τα αποτελέσματά τους πυροδότησαν εντονότατη αμφισβήτηση.

Στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, η πρώτη καταμέτρηση του πληθυσμού μετά τον πόλεμο (1992-1995) υπολογίζεται ότι θα ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια αυτού του φθινοπώρου, με καθυστέρηση δύο χρόνων. Αλλά, η διοργάνωσή της, η οποία πραγματοποιείται σε στενή συνεργασία με τη Eurostat, δέχεται ήδη πυρά που προέρχονται από όλες τις κατευθύνσεις. « Τα πάντα είναι πολιτικοποιημένα », μας λέει αγανακτισμένος ο Ντένις Γκρατζ, πρόεδρος του φιλελεύθερου κόμματος της « Κοινωνίας των Πολιτών », Nasa Stranka. « Επιθυμούν να αναγκάσουν τους πολίτες της Βοσνίας Ερζεγοβίνης να δηλώσουν πάση θυσία ότι ανήκουν σε κάποια εθνότητα. Παρόμοιες πιέσεις δεν υπάρχουν πουθενά στην Ευρώπη κι αυτό αποκαλύπτει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον παραλογισμό του βοσνιακού συστήματος ».

Πράγματι, η καταμέτρηση των κατοίκων μιας χώρας σημαίνει την αποτύπωση των συσχετισμών δυνάμεων : το ζητούμενο δεν είναι μονάχα να γνωρίζουμε πόσα άτομα ζουν σε αυτόν ή εκείνο τον τόπο, αλλά κυρίως το πώς αυτά τα άτομα αυτοπροσδιορίζονται από « εθνική » άποψη. Στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, κάθε κοινότητα φοβάται ότι η απογραφή θα παγιώσει εις βάρος της τις μετακινήσεις πληθυσμών και την « εθνοκάθαρση » που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Για να κατανοήσουμε το διακύβευμα, πρέπει ναι διαχωρίσουμε δύο έννοιες τις οποίες συχνά συγχέουμε στη Γαλλία, αλλά οι οποίες είναι εντελώς διαχωρισμένες ήδη στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας : την υπηκοότητα και την εθνικότητα. Ναι μεν όλοι οι κάτοικοι μιας από αυτές τις χώρες φέρουν την υπηκοότητά της και είναι πολίτες της, όμως, αυτοί οι πολίτες έχουν διαφορετικές εθνικότητες : έτσι, όλοι οι κάτοικοι της Βοσνίας Ερζεγοβίνης έχουν βοσνιακή υπηκοότητα, αλλά μπορεί να έχουν βοσνιακή, σερβική ή κροατική εθνικότητα [1]. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι πολίτες της Σερβίας έχουν μεν σερβική υπηκοότητα, αλλά η εθνικότητά τους μπορεί να είναι, εκτός από σερβική, αλβανική, Ρομά, βοσνιακή, βουλγαρική, ρουμανική κ.λπ. Το ζήτημα της εθνικής κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι πολίτες είχε τεθεί ήδη κατά τις απογραφές που πραγματοποιούνταν στην ενιαία Γιουγκοσλαβία. Οι πολίτες όφειλαν επίσης να αναφέρουν τη μητρική τους γλώσσα και το θρήσκευμα, ενώ είχαν και τη δυνατότητα να δηλώνουν άθεοι ή αγνωστικιστές.

303 Τζεντάι στην Κροατία

Το φθινόπωρο του 2012, διεξήχθησαν πιλοτικές απογραφές σε εξήντα οικισμούς της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, από τις οποίες προέκυψε ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα. Το 35% των ατόμων που συμμετείχαν δήλωσε « Ερζεγοβίνιος » ή « Βοσνιοερζεγοβίνιος » και όχι « Βόσνιος », « Σέρβος » ή « Κροάτης ». Εάν σε εθνική κλίμακα επαναλαμβάνονταν παρόμοια αποτελέσματα, τότε θα προκαλούνταν πολιτικός σεισμός.

Πράγματι, μετά την ειρηνευτική συμφωνία του Ντέιτον που υπογράφηκε το 2005, η πολιτική ζωή της χώρας οργανώνεται σε συνάρτηση με την ισορροπία ανάμεσα στις τρεις κυρίαρχες κοινότητες της χώρας, οι οποίες χαρακτηρίζονται « λαοί που συγκροτούν τη Βοσνία Ερζεγοβίνη ». Η χώρα καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για διακρίσεις εις βάρος των υπόλοιπων εθνικών ομάδων, οι οποίες στερούνται ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων : έτσι, ένας πολίτης ο οποίος είναι Ρομά ή Εβραίος δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για τη συλλογική προεδρία του κράτους [2].

Οι εθνικιστές και των τριών στρατοπέδων αισθάνονται να απειλούνται. Οι Κροάτες φοβούνται ότι η αριθμητική τους παρουσία θα εμφανιστεί ακόμα περισσότερο περιορισμένη : ενώ το 1991 αποτελούσαν το 17,5% του συνολικού πληθυσμού της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, υπάρχει πλέον το ενδεχόμενο το ποσοστό τους να κυμαίνεται γύρω στο 10%. Ωστόσο, η υψηλή συγκέντρωσή τους σε ορισμένες ζώνες της χώρας θα μπορούσε να παρακινήσει τα κροατικά εθνικιστικά κόμματα να ανακινήσουν το ζήτημα της συγκρότησης μιας τρίτης οντότητας στη χώρα, καθαρά κροατικής [3].

Όμως, η ανησυχία εντείνεται και στο στρατόπεδο των « Βοσνίων ». Τον προηγούμενο χειμώνα πραγματοποιήθηκαν εκστρατείες που παρακινούσαν τον κόσμο να συμπληρώσει στην απογραφή το τρίπτυχο της νίκης : εθνικότητα βοσνιακή, γλώσσα βοσνιακή και θρησκεία μουσουλμανική. Πράγματι, οι εθνικιστές φοβούνται μήπως πολλοί Βόσνιοι –κυρίως από τα αστικά κέντρα- προτιμήσουν να δώσουν μια απάντηση στην οποία θα κυριαρχεί η « αίσθηση της ιδιότητας του πολίτη », με την οποία θα τονίζουν το γεγονός της κοινής τους ταυτότητας ως πολίτες της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και η οποία θα αποβεί εις βάρος των επιμέρους ταυτοτήτων. Κλασικά, εκστρατείες τέτοιου είδους επισείουν το φόβητρο των άλλων κοινοτήτων : εάν οι Κροάτες δηλώσουν Κροάτες και οι Σέρβοι Σέρβοι, τότε, οι μόνοι που θα έχουν υποκύψει στον πειρασμό να μην αυτοπροσδιοριστούν με την επιμέρους ταυτότητά τους θα είναι οι Βόσνιοι, γεγονός που θα έχει συνέπεια τη μείωση της επιρροής της εθνοτικής τους ομάδας.

Ανέκαθεν, καθένας μπορούσε να δηλώσει ελεύθερα την εθνικότητα που επιθυμούσε : ενώ ο Σλόμποντν Μιλόσεβιτς δήλωνε Σέρβος, ο αδελφός του δήλωνε Μαυροβούνιος. Μάλιστα, ο μεγαλύτερος αριθμός « Γιουγκοσλάβων » καταγράφηκε στην απογραφή του 1991, την τελευταία που πραγματοποιήθηκε πριν από την κατάρρευση της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Η Άλμα Μπέσιριτς, μια εκπαιδευτικός από το Σεράγεβο, εξηγεί : « Ο λόγος που δήλωσα Γιουγκοσλάβα δεν ήταν ο πολιτικός ακτιβισμός. Απλούστατα, μου ήταν αδύνατον να πράξω διαφορετικά : ο πατέρας μου ήταν Μουσουλμάνος και η μητέρα μου Σέρβα. Κι ο πρώτος μου άντρας ήταν κι αυτός παιδί μεικτής οικογένειας ». Πολλοί πολίτες επέλεξαν να δώσουν σουρεαλιστικές απαντήσεις αντιδρώντας με αυτόν τον τρόπο στο κύμα των εθνικισμών. Έτσι, σε ορισμένες πόλεις της Βοσνίας Ερζεγοβίνης έκαναν την εμφάνισή τους κοινότητες Εσκιμώων ή Αρειανών. Η Μπέσιριτς δεν έχει ακόμα αποφασίσει ποια εθνικότητα θα δηλώσει στην απογραφή που θα πραγματοποιηθεί φέτος το φθινόπωρο.

Η αίσθηση του χλευασμού των εθνικισμών δεν έχει εξαφανιστεί. Το 2011, στην Κροατία καταγράφηκαν 303 Τζεντάι, 123 Γήινοι, 24 Αρειανοί και 12 « διεθνιστές ». Κι αν η σερβική κοινότητα της χώρας μειώθηκε σημαντικά εξαιτίας των μετακινήσεων πληθυσμών που προκλήθηκαν από τον πόλεμο (από το 12% το 1991 περιορίστηκε στο 4,36% του συνολικού πληθυσμού), παρατηρείται ταυτόχρονα μια ξεκάθαρη καθίζηση του αριθμού των πολιτών της Κροατίας που δηλώνουν Καθολικοί. Στην Ίστρια, την περιοχή που αποδείχθηκε η πλέον απρόσβλητη από όλους τους εθνικισμούς κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, ο αριθμός των ατόμων που δηλώνουν Ιστριανοί ελάχιστα υπολείπεται εκείνων που δηλώνουν Κροάτες. Κι όπως επιχειρηματολογεί ο Μάριο Πούζιτς, κάτοικος της μικρής πόλης Λαμπίν, « το να δηλώνεις Ιστριανός είναι ένας τρόπος να αρνείσαι το δίλημμα ανάμεσα στην κροατική και στην ιταλική ταυτότητα » [4] « ή ακόμα και στη σερβική… Η Ίστρια ήταν ανέκαθεν μια περιοχή όπου αναμειγνύονταν διάφοροι πληθυσμοί. Γιατί, λοιπόν, να μην αναγνωρίσουμε αυτήν την ανάμειξη ως μια ταυτότητα, την ταυτότητά μας ; »

Κι εξακολουθούν να υπάρχουν πάντα Γιουγκοσλάβοι : το 2011, αρκετές εκατοντάδες άτομα αυτοπροσδιορίστηκαν με αυτόν τον τρόπο στο Μαυροβούνιο και στην Κροατία, ενώ ο αριθμός τους έφθασε τις 23.000 στη Σερβία. Οι περισσότεροι κατοικούν στο Βελιγράδι ή στη βόρεια επαρχία της Βοϊβοδίνας. Μάλιστα, ορισμένοι δεν διστάζουν να θεωρήσουν ότι ανήκουν σε μια μειονότητα την οποία στερούν από τα δικαιώματά της. Πράγματι, οι εθνικές μειονότητες της Σερβίας (Αλβανοί, Βόσνιοι, Βούλγαροι, Ούγγροι, Ρομά, Ρουμάνοι κ.λπ.) διαθέτουν εθνικά συμβούλια επιφορτισμένα με την υπεράσπιση των συλλογικών τους δικαιωμάτων, κυρίως στα ζητήματα της γλώσσας και της εκπαίδευσης. Υπήρξε μάλιστα και μια πρωτοβουλία η οποία αποσκοπούσε στην αναγνώριση της μειονότητας των « Γιουγκοσλάβων », χωρίς ωστόσο οι αρχές να ανταποκριθούν στο αίτημα, καθώς θεωρούν ότι πρόκειται για μια « τεχνητή » μειονότητα [5]. Η πρωτοβουλία, που ξεκίνησε από τη Βοϊβοδίνα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από πολλούς πολίτες της χώρας με εχθρότητα : κατά τη γνώμη τους, η προσκόλληση στο πρώην κράτος το οποίο διαλύθηκε, ακόμα και η « γιουγκονοσταλγία [6] », δεν αποκλείουν την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας.

Στο Μαυροβούνιο, η προετοιμασία της απογραφής θυμίζει προεκλογική εκστρατεία. Το 2012, στη μικρή αυτή χώρα έκαναν την εμφάνισή τους προκηρύξεις και γιγαντοαφίσες που καλούσαν τους πολίτες να δηλώσουν « Μαυροβούνιοι », « Σέρβοι » ή ακόμα και « Βόσνιοι », καθώς και ότι μιλάνε τη « σερβική » ή τη « μαυροβουνιακή γλώσσα ». Η Ορθόδοξη Σερβική Εκκλησία, της οποίας η δικαιοδοσία στο Μαυροβούνιο αμφισβητείται από την αυτοκέφαλη Μαυροβουνιακή Εκκλησία που δεν αναγνωρίζεται από το Κανονικό Δίκαιο, έριξε όλες της τις δυνάμεις στη μάχη : οι ιερείς εξηγούν στους πιστούς ότι οφείλουν να διατρανώσουν τη « σερβικότητά » τους. Η εξέλιξη των αριθμών είναι εύγλωττη : ο αριθμός των Σέρβων πέρασε -από 10% του πληθυσμού το 1991, όταν στην ημερήσια διάταξη δεν είχε ακόμα τεθεί το θέμα της απόσχισης από την Σερβία- στο 31%.

Εάν στην απογραφή δηλώσεις Σέρβος, τότε με αυτόν τον τρόπο εκφράζεις την αντίθεσή σου στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Μαυροβουνίου και τη διαφωνία σου με την οικοδόμηση της ξεχωριστής εθνικής ταυτότητας που προωθούν οι αρχές της Ποντγκόριτσα, θεωρώντας ότι στερείται νομιμοποίησης.

Σιωπηρή άρνηση της ανεξαρτητοποίησης

Ενώ η Βοσνία Ερζεγοβίνη δεν έχει γνωρίσει απογραφή από το 1991, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη στο Κόσοβο, όπου η τελευταία μη αμφισβητούμενη καταμέτρηση του πληθυσμού πραγματοποιήθηκε το… 1981 ! Πράγματι, οι Αλβανοί μποϋκόταραν την απογραφή του 1991, ενώ ο σερβικός τομέας που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα αυτής της μικρής χώρας, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 2008, μποϋκόταρε την απογραφή του 2011. Εξάλλου, τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής αμφισβητήθηκαν εντονότατα και από την πλευρά των Αλβανών… Πράγματι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής, ο πληθυσμός του Κοσόβου είναι μονάχα 1.739.825 κάτοικοι : αριθμός κατά πολύ κατώτερος από τις προβλέψεις που ανέφεραν συχνά έναν πληθυσμό « τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων ». Χωρίς να συνυπολογίζονται οι κοινότητες του Βόρειου τμήματος της χώρας –οι οποίες εκτιμάται ότι έχουν πληθυσμό περίπου 50.000 ατόμων, στην συντριπτική του πλειοψηφία σερβικό [7] -ο πληθυσμός του Κοσόβου αποτελούνταν, το 2011, από Αλβανούς (93%), Σέρβους (1,5%), Τούρκους (1%), Ασκάλι (1%), Ρομά (0,5%) και Γκοράνι (0,5%). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απογραφή του 1981 ανέφερε 77,4% Αλβανούς και 13,2% Σέρβους [8].

Εδώ και δεκαετίες, στο Κόσοβο διεξάγεται μια άγρια δημογραφική μάχη. Οι Σέρβοι εθνικιστές επιδιώκουν τον στιγματισμό των Αλβανών λόγω των ιδιαίτερα υψηλών ποσοστών της γεννητικότητάς τους, καθώς τη θεωρούν, αφενός ένδειξη της πολιτισμικής τους καθυστέρησης και, αφετέρου, πολιτική στρατηγική η οποία αποσκοπεί στην αλλαγή των ισορροπιών στην περιοχή. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι οι Αλβανοί είναι ο λαός της Ευρώπης ο οποίος πέρασε με τη μεγαλύτερη καθυστέρηση στο στάδιο της δημογραφικής μετάβασης, όμως, ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά γεννητικότητας παρατηρούνται και στις περιοχές της υπαίθρου που κατοικούνται από σερβικό πληθυσμό. Η δημογραφική εξαίρεση δεν αποδεικνύει πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις εθνικές κοινότητες : τα ποσοστά γεννητικότητας ποικίλλουν κυρίως ανάμεσα στις πόλεις και στην ύπαιθρο, και ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον. Ωστόσο, σάμπως να ήθελαν να δικαιώσουν τις κατηγορίες των Σέρβων, οι Αλβανοί στηρίζουν εδώ και πολλά χρόνια τη νομιμότητα των διεκδικήσεων τους στη συντριπτική πλειοψηφία που διαθέτουν στο Κόσοβο.

Οι Αλβανοί εθνικιστές όλων των χωρών των Βαλκανίων δίνουν τεράστια σημασία στη μάχη των αριθμών, είτε πρόκειται για το Κόσοβο, είτε για τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, είτε για την κοιλάδα του Πρέσεβο, μια μικρή περιοχή στο νότιο τμήμα της Σερβίας που συνορεύει με το Ανατολικό Κόσοβο και στην οποία ένα μέρος των Αλβανών μποϋκόταρε την απογραφή του 2011. Όπως σχολιάζει ο Μπελγκζίμ Καμπέρι, πρόεδρος της Επιτροπής Υπεράσπισης των Προσωπικών Δικαιωμάτων στην κοιλάδα του Πρέσεβο, « το πρόβλημα είναι η διασπορά. Η απουσία των ξενιτεμένων μειώνει σημαντικά τη σημασία της αλβανικής κοινότητας. Εάν η απογραφή πραγματοποιούνταν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν η διασπορά επιστρέφει στον τόπο της, τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ διαφορετικά ». Πράγματι, τα συνεχή μεταναστευτικά κύματα που ωθούν τους Αλβανούς των Βαλκανίων να αναζητήσουν την τύχη τους σε πιο ευημερούσες περιοχές της Ευρώπης και ολόκληρου του πλανήτη, εξουδετερώνουν σε μεγάλο βαθμό τα αποτελέσματα μιας γεννητικότητας που εξακολουθεί να διατηρείται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Πάντως, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που ισχύουν για τις απογραφές, αυτές δίνουν την εικόνα ενός πληθυσμού σε μια δεδομένη στιγμή, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους κατοίκους που απουσιάζουν από τη χώρα.

Η σφοδρότερη μάχη γύρω από την απογραφή διεξήχθη στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η απογραφή έπρεπε να διεξαχθεί μεταξύ 1ης και 15ης Οκτωβρίου 2011. Όμως, τέσσερις ημέρες πριν από τη λήξη των εργασιών, η οργανωτική επιτροπή αποφάσισε την επ’ αόριστον αναβολή τους : σε ορισμένες ζώνες, οι εργασίες της απογραφής δεν είχαν καν αρχίσει, ενώ –το κυριότερο- οι απογραφείς αλβανικής καταγωγής είχαν απογράψει πολλά άτομα που δεν ήταν παρόντα στη χώρα αλλά κατοικούσαν μόνιμα στο εξωτερικό. Η απογραφή του 2002 είχε δείξει ότι, από τα δύο εκατομμύρια του πληθυσμού, το 64% ήταν Μακεδόνιοι, το 25% Αλβανοί, ενώ το υπόλοιπο 11% αντιστοιχούσε σε μειονότητες όπως οι Τούρκοι, οι Ρομά, οι Σέρβοι… Αυτά τα αποτελέσματα αμφισβητούνταν ανέκαθεν από τους Αλβανούς, οι οποίοι θεωρούν ότι αντιστοιχούν στο ένα τρίτο –ή ακόμα και στο 40%- του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Βέβαια, ο Αλβανός δημοσιογράφος Ογκουστίν Παλόκαϊ δεν παύει να μιλάει για την « αλβανική τρέλα για τους μεγάλους αριθμούς » [9]…

Όμως, και στην ίδια την Αλβανία, οι εκπρόσωποι των εθνικών μειονοτήτων της χώρας (Μακεδόνες, Ρομά, Έλληνες κ.λπ.) άσκησαν εντονότατη κριτική στα αποτελέσματα της απογραφής. Ωστόσο, κι η Μαυροκόκκινη Συμμαχία (ΑΚ), ένα νεοσύστατο εθνικιστικό κίνημα, είχε διεξαγάγει εκστρατεία ενάντια στην ύπαρξη ερωτήσεων « εθνοτικού » χαρακτήρα στα ερωτηματολόγια της απογραφής, καθώς διέβλεπε σε αυτές τη βούληση να διασπαστεί η ενότητα του αλβανικού λαού. Οι πλέον αμφισβητούμενοι αριθμοί αφορούν την ελληνική μειονότητα, την οποία εξακολουθούν να υποπτεύονται ότι προωθεί τις αλυτρωτικές βλέψεις της Αθήνας. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, πολλοί Αλβανοί των νότιων περιοχών της χώρας είχαν την τάση να δηλώνουν Έλληνες, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να μεταναστεύσουν ευκολότερα στη γειτονική χώρα. Ο Λουμτούρι Ρατκότσερι, εκπρόσωπος του ΑΚ, δηλώνει γεμάτος αγανάκτηση : « Μάλιστα, οι μεταναστευτικές πολιτικές της Ελλάδας ώθησαν πολλούς να προσποιηθούν πως προσηλυτίστηκαν στην Ορθοδοξία και να αλλάξουν το όνομά τους, υιοθετώντας ένα ελληνικό. Πρόκειται για μια ελάχιστα συγκαλυμμένη επεκτατική πολιτική, η οποία αποσκοπεί στην προσάρτηση περιοχών της χώρας μας ». Στην πραγματικότητα, σε αυτές τις παραμεθόριες περιοχές, η πλειονότητα των κατοίκων ήταν δίγλωσση, κυρίως στις ορθόδοξες οικογένειες. Μάλιστα, η πολιτισμική εγγύτητα των δύο κοινοτήτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στην ίδια οικογένεια ο ένας αδελφός μπορούσε να δηλώνει Έλληνας κι ο άλλος Αλβανός…

Ρομά, Ασκάλι, Αιγύπτιοι…

Η αβεβαιότητα όσον αφορά τις ταυτότητες έχει μια μακρά προϊστορία. Πριν αναγνωριστεί η ταυτότητα ενός « μουσουλμανικού » έθνους στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, το 1967, οι Βόσνιοι είχαν τη δυνατότητα να δηλώνουν « Σέρβοι », « Κροάτες » ή « ακαθόριστης εθνικότητας ». Μάλιστα, η τελευταία επιλογή πλειοψηφούσε ξεκάθαρα στις πρώτες απογραφές που διεξήχθησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τόσο στο Κόσοβο όσο και στην περιοχή της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, παρατηρήθηκε τεράστια διαφορά στα αποτελέσματα των απογραφών του 1951 και του 1961, όσον αφορά τον αριθμό των Τούρκων και των Αλβανών αντίστοιχα. Το 1954, η Γιουγκοσλαβία του στρατάρχη Τίτο υπέγραψε μια σύμβαση με την Τουρκία, στην οποία προβλεπόταν η δυνατότητα μετανάστευσης σε αυτήν τη χώρα των « Τούρκων » των Βαλκανίων, δηλαδή, στην πραγματικότητα, των πληθυσμών της περιοχής με μουσουλμανικό θρήσκευμα. Έτσι, δεκάδες χιλιάδες Αλβανοί, αλλά και Μουσουλμάνοι Σλάβοι, επέλεξαν να δηλώσουν τουρκική εθνικότητα και να μεταβούν στην Τουρκία.

Τα εκατομμύρια άτομα βαλκανικής καταγωγής που ζουν στην Τουρκία θεωρούνται επίσημα Τούρκοι, καθώς η χώρα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων. Μάλιστα, μέχρι πολύ πρόσφατα, οι νεοαφιχθέντες όφειλαν ακόμα και να αλλάζουν το ονοματεπώνυμό τους. Οι « νέοι Τούρκοι », οι οποίοι συχνά διατηρούν στενούς δεσμούς με τις χώρες από τις οποίες κατάγονται, ζουν μια διπλή ταυτότητα : η διατήρηση της γλώσσας και της ιδιαίτερης εθνικής κουλτούρας τους περιορίζεται στη σφαίρα της προσωπικής και της οικογενειακής ζωής. Από την άλλη πλευρά, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, οι μουσουλμανικές μη αλβανικές κοινότητες του Κοσόβου και της Μακεδονίας (Ρομά, Τούρκοι, Βόσνιοι) υφίσταντο συνεχείς πιέσεις –κυρίως μέσω των θρησκευτικών θεσμών- οι οποίες αποσκοπούσαν στον εξαλβανισμό τους.

Οι Ρομά εξακολουθούν να αποτελούν –όπως παντού άλλωστε- μια πληθυσμιακή ομάδα, της οποίας η στατιστική ταυτότητα παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις. Όχι μόνον το μέγεθος του πληθυσμού τους υποτιμάται σκοπίμως από τις αρχές, αλλά και πολλοί από αυτούς υιοθετούν στρατηγικές ένταξης και δηλώνουν ότι ανήκουν στην πολιτικά κυρίαρχη κοινότητα. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να δηλώσουν Αλβανοί ή Σέρβοι στο Κόσοβο, και Μακεδόνες ή Αλβανοί στη Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Τέλος, υπάρχει μια διαρκής σύγχυση ανάμεσα σε τρεις εθνοτικές κατηγορίες : τους Ρομά, τους Ασκάλι και τους Αιγύπτιους ή Βαλκανοαιγύπτιους [10]. Και οι τρεις κοινότητες υφίστανται τις ίδιες διακρίσεις, ενώ η κοινωνική τους θέση είναι εξίσου υποβαθμισμένη : στην αλβανική γλώσσα περιγράφονται και οι τρεις με την –υποτιμητική- λέξη « magjup » (« τσιγγάνος »), όμως, μονάχα οι Ρομά μιλάνε τη γλώσσα ρομάνι, ενώ οι Ασκάλι και οι Αιγύπτιοι -των οποίων υπάρχουν σημαντικοί πληθυσμοί στην Αλβανία, στο Κόσοβο και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας- έχουν ως μητρική τους γλώσσα την αλβανική. Εξάλλου, η διάκριση μεταξύ Ασκάλι και Αιγύπτιων εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα ασαφής : την περίοδο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, το « εθνικό κλειδί » -ένα πολύπλοκο σύστημα ποσοστώσεων το οποίο εγγυώνταν την ισότητα ανάμεσα στις κοινότητες από τις οποίες απαρτιζόταν η χώρα- εξασφάλιζε πρόσβαση σε αξιώματα και σε θέσεις εργασίας. Συνεπώς, οι μειονοτικές κοινότητες είχαν άμεσο συμφέρον να εντείνουν τον κατατεμαχισμό τους, έτσι ώστε κάθε νέα κατηγορία να αποκτά νομική αναγνώριση. Στο εξής, οι θεσμοί του Κοσόβου αναγνωρίζουν μονάχα μια κατηγορία : τους « Ρομά, Ασκάλι ή Αιγύπτιους », η οποία στα επίσημα έγγραφα συχνά υποδηλώνεται με το αρκτικόλεξο RAE.

Ολοένα αυξανόμενη σημασία της διασποράς

Οι μικροί λαοί είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στις πιέσεις που τους ασκούν οι μεγαλύτερες κοινότητες. Έτσι, κατά τη διάρκεια της απογραφής του 2011 στο Κόσοβο, οι Σλάβοι Μουσουλμάνοι που ζουν στα βουνά του Σαρ και μιλούν μια γλώσσα που μοιάζει με τη μακεδονική, υπέστησαν έντονες πιέσεις για να δηλώσουν « Βόσνιοι », καθώς η επιλογή αυτή υποστηριζόταν από τα βοσνιακά κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση της Πρίστινα.

Το 1981, πολλοί από αυτούς τους Γκοράνι είχαν απογραφεί ως « Σέρβοι μουσουλμανικού θρησκεύματος ». Η συγκεκριμένη επιλογή έχει σχεδόν εξαφανιστεί. « Ούτε το Βελιγράδι, ούτε η Πρίστινα θέλησαν ποτέ να αναγνωρίσουν την ιδιαιτερότητα της Γκόρα και των κατοίκων της, των Γκοράνι », δηλώνει απογοητευμένος ο Μουρσέλ Χαλίλι, βουλευτής στο Κοινοβούλιο του Κοσόβου. Στο βόρειο τμήμα της Σερβίας, στη Βοϊβοδίνα, λαμβάνει χώρα μια παρόμοια διαμάχη αναφορικά με την ταυτότητα μικρών καθολικών ομάδων, των Σοκτσίς και των Μπουνζεβτσίς, οι οποίοι ορισμένες φορές εξομοιώνονται με τους Κροάτες, ενώ άλλοτε θεωρούνται Καθολικοί Σέρβοι, παρά το γεγονός ότι η ένταξη στο ορθόδοξο δόγμα ερμηνεύεται συνήθως ως συστατικό στοιχείο της σερβικής ταυτότητας.

Η διάκριση ανάμεσα στην υπηκοότητα (κρατική ή περιφερειακή, αλλά πάντα σε σχέση με μια εδαφική επικράτεια) και στην εθνικότητα, η οποία νοείται ως προσωπική ιδιότητα και σχέση με ένα έθνος, θεωρητικοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, από σημαντικές μορφές του αυστριακού μαρξισμού, όπως ο Όττο Μπάουερ [11]. Αυτή η σύλληψη υιοθετήθηκε από τους « υπαρκτούς σοσιαλισμούς », τόσο της ΕΣΣΔ, όσο και της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Όταν εφαρμόστηκε στο πλαίσιο της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας, επέτρεψε τη μεγάλης έκτασης αναγνώριση και ανάδειξη όλων των πολιτισμικών ταυτοτήτων. Πρέπει να θυμόμαστε ότι τα πρώτα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα στη γλώσσα ρομάνι έκαναν την εμφάνισή τους στο Κόσοβο της Γιουγκοσλαβίας, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η χρησιμοποίηση του « εθνικού κλειδιού » για την κατανομή των αξιωμάτων είχε επίσης οδηγήσει σε παρεκτροπές στην ενιαία τότε Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι τα νέα κράτη που είναι οι κληρονόμοι της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας δεν αντλούν πλέον τη νομιμοποίησή τους από την ιδεολογία της « αδελφοσύνης και της ενότητας », αλλά, αντίθετα, από την προβολή ιδιαίτερων εθνικών διεκδικήσεων, αυτή η πρακτική χειραγωγείται εύκολα από τους αρχιτέκτονες εθνοτικών οικοδομημάτων, οι οποίοι αποσκοπούν στην επιβολή της πρωτοκαθεδρίας και των αποκλειστικών δικαιωμάτων μιας κοινότητας εις βάρος των άλλων.

Πάντως, πέρα από εθνικοπολιτικούς υπολογισμούς, μια τεράστια και δραματική αλήθεια γίνεται ολοένα περισσότερο προφανής σε όλες τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης : αδειάζουν από πληθυσμό και γερνούν. Μέσα σε δέκα χρόνια, η Σερβία έχασε 300.000 κατοίκους, δηλαδή το 5% του συνολικού πληθυσμού της. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη σε αυτήν την περιοχή της Ευρώπης οφείλεται τόσο στη σημαντική πτώση της γεννητικότητας (με εξαίρεση τους Αλβανούς), όσο –και κυρίως- στη μαζική μετανάστευση που συνεχίζει να αδειάζει τις χώρες από τα πλέον δυναμικά στοιχεία του πληθυσμού τους. Οι νέοι –κυρίως οι πτυχιούχοι- αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δυτική Ευρώπη, στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Αυστραλία. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το τουρκικό πρακτορείο τύπου Anadolu, δέκα εκατομμύρια υπήκοοι των Δυτικών Βαλκανίων έχουν μεταναστεύσει. Κι αυτό το κύμα εξόδου δεν πυροδοτήθηκε μονάχα από τους πολέμους, αλλά και από τις δύσκολες συνθήκες ζωής της μεταπολεμικής περιόδου και της μετάβασης σε ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο, οι οποίες διαιωνίζονται χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική βελτίωσης.

Notes

[1] Η ορολογία συχνά αμφισβητείται, ενώ στα ελληνικά προκαλείται επιπλέον σύγχυση. Πράγματι, με τον όρο « Βόσνιος » στα ελληνικά περιγράφεται ο Bosanac (υπήκοος της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, στη γαλλική γλώσσα Bosnien) αλλά και ο Bosnjak που υποδηλώνει τον Βόσνιο μουσουλμανικού θρησκεύματος, ο οποίος την εποχή της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας αποκαλούνταν « Μουσουλμάνος », με την εθνική και όχι μονάχα με τη θρησκευτική έννοια του όρου (στη γαλλική γλώσσα Bosniaque).

[2] Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε τη Βοσνία μετά από την προσφυγή που κατέθεσαν, το 2009, ο Ζακόμπ Φίνσι, πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και ο Ντέρβο Σέζντιτς, εξέχουσα προσωπικότητα της κοινότητας των Ρομά.

[3] ΣτΜ : Σύμφωνα με τη Συμφωνία του Ντέιτον, η χώρα αποτελείται από δύο οντότητες : την Ομοσπονδία της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας. Η χώρα διοικείται από τριμελή συλλογική προεδρία, με εναλλαγή στο αξίωμα του προέδρου ανά οκτώ μήνες.

[4] ΣτΜ : Η κροατική χερσόνησος της Ίστριας άλλαξε συχνά χέρια : ενετική κτήση, τμήμα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, στη συνέχεια ιταλική και γιουγκοσλαβική (με εξαίρεση την Τεργέστη).

[5] Βλέπε Vesela Lalos, « Une minorité négligée : les “Yougoslaves”, citoyens apatrides d’un pays disparu », Le Courrier des Balkans, Δεκέμβριος 2010.

[6] Βλέπε « Balade en “Yougonostalgie” », Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2011.

[7] Πρόκειται για τις κοινότητες της Βόρειας Μιτροβίτσα, του Ζβεκάν, του Ζουμπίν Ποτόκ και του Λεπόσαβιτς. Εκτός από τους Σέρβους, στο Βορρά ζουν μερικές εκατοντάδες Αλβανοί (στη Μιτρβίτσα και στο Λεπόσαβιτς), Ρομά, Τούρκοι και Βόσνιοι.

[8] Το 1981, ο πληθυσμός της επαρχίας ανερχόταν στους 1.584.440 κατοίκους : Αλβανούς (77,4%), Σέρβους (13,2%), Μουσουλμάνους (2,3%), Ρομά και Ασκάλι (1,1%), Μαυροβούνιους, κ.λπ..

[9] Augustin Palokaj, Le Kosovo, l’Albanie et la folie des grands chiffres », Koha Ditore, Πρίστινα, 5 Ιουλίου 2011.

[10] Βλέπε « Rroms des Balkans. Intégration, citoyenneté,, démocratie, Non Lieu », Les Cahiers du Courrier des Balkans, Παρίσι, 2012.

[11] Otto Bauer, La question des nationalités et la social-démocratie, EDI, Παρίσι, 1987.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette