monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2009 > 05. Μάιος > Όταν η Βραζιλία παίζει το χαρτί του « πράσινου πετρελαίου »

Ζαχαροκάλαμο και φυτικά καύσιμα

Όταν η Βραζιλία παίζει το χαρτί του « πράσινου πετρελαίου »

lundi 11 mai 2009, par Philippe Revelli

Στις 9 Μαρτίου, αρκετές χιλιάδες αγροτών που ζητούσαν την εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης, κατέλαβαν το βραζιλιανό Υπουργείο Γεωργίας, βιομηχανίες ζάχαρης κι εγκαταστάσεις της βιομηχανίας κυτταρίνης. Η ώθηση που έδωσε η κυβέρνηση του Λουίζ Ινιάσιο Λούλα ντα Σίλβα στην εντατική παραγωγή φυτικών καυσίμων συμπίπτει με τη βίαιη εκστρατεία της δικαιοσύνης και των μεγάλων γαιοκτημόνων ενάντια στο Κίνημα των Ακτημόνων (MST), το οποίο αμφισβητεί το συγκεκριμένο αναπτυξιακό μοντέλο.

Το εργοστάσιο Três Irmãos, το οποίο ανήκει στον όμιλο Cosan, την μεγαλύτερη επιχείρηση μεταποίησης ζαχαροκάλαμου της Βραζιλίας, βρίσκεται σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από την Αντραντίνα, στο δυτικό τμήμα της ομόσπονδης πολιτείας του Σάο Πάολο. Στις φυτείες που τροφοδοτούν με πρώτη ύλη το εργοστάσιο εργάζονται περίπου χίλια πεντακόσια άτομα, με κύριο εργαλείο τη ματσέτα. [1] Με διευρυμένο ωράριο και μια ημέρα ρεπό για κάθε πέντε ημέρες εργασίας. Πληρώνονται δε ανάλογα με τις επιδόσεις τους : λιγότερο από ένα ευρώ για κάθε τόνο ζαχαροκάλαμου ! Όπως μας θυμίζει ο Απαρεσίντο Μπίσπο, γραμματέας της Ομοσπονδίας των Μισθωτών της Υπαίθρου της πολιτείας του Σάο Πάολο (Feraesp), « τη δεκαετία του 1980, ένας εργάτης γης έκοβε γύρω στους τέσσερις τόνους ζαχαροκάλαμο τη μέρα. Σήμερα, η μέση απόδοση έχει ξεπεράσει τους 10 τόνους, ενώ ορισμένοι εργαζόμενοι πετυχαίνουν ακόμα και ρεκόρ 20 και 25 τόνων τη μέρα ». Ο ανθρώπινος οργανισμός πολύ δύσκολα μπορεί να ανεχτεί αυτούς τους ρυθμούς. Σύμφωνα με μια έρευνα του πανεπιστημίου του Πιρασικάμπα, ισοδυναμούν με τη συμμετοχή σε ένα μαραθώνιο κάθε μέρα.

Οι περισσότεροι από τους εργάτες γης που έχουν αναλάβει τον θερισμό του ζαχαροκάλαμου υποφέρουν από μυϊκές παθήσεις, προβλήματα στις αρθρώσεις και πόνους στην πλάτη και στη μέση. Μάλιστα, πολύ συχνά, όλα αυτά τα συμπτώματα εξελίσσονται σε χρόνιες παθήσεις Κι όπως υποστηρίζουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα τελευταία χρόνια, δεκαπέντε από αυτούς πέθαναν από υπερκόπωση. Επιπλέον, το 80% των εργατών γης είναι προσωρινά απασχολούμενοι, οι οποίοι προσλαμβάνονται για το οκτάμηνο της συγκομιδής.

Συνήθως προέρχονται από τις ομόσπονδες πολιτείες του Νορντέστε και της Αμαζονίας, των φτωχότερων περιοχών της Βραζιλίας. Υφίστανται δε διαρκώς πιέσεις από τα άτομα που έχουν αναλάβει τη στρατολόγησή τους ή την παροχή καταλύματος (συνήθως εξαιρετικά κακής ποιότητας) ή από τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων : όλοι αυτοί συνεργάζονται στενά με τους εργοδότες τους. Σύμφωνα με τον Μίσπο, « στις συμβάσεις που έχουν υπογράψει οι μεταφορικές εταιρίες με τα εργοστάσια προβλέπεται ότι είναι υποχρεωμένες να μεταφέρουν τους εργαζόμενους από τα καταλύματά τους στον τόπο εργασίας τους. Στην πραγματικότητα, οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων αναλαμβάνουν συχνά ρόλο επιστάτη και μάλιστα υπεξαιρούν ένα μέρος από τα ζαχαροκάλαμα που έκοψαν οι εργάτες που έχουν στην επίβλεψή τους ». Αυτές οι συνθήκες εργασίας, οι οποίες διαρκώς επιδεινώνονται, όπως και οι πολυάριθμες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, πυροδοτούν σποραδικά απεργιακά ξεσπάσματα. Ωστόσο, σε αυτούς τους ελάχιστα συνδικαλισμένους εργάτες, τα αφεντικά απαντούν με την απειλή του εκβιομηχανισμού της συγκομιδής. Επιπλέον, μπορούν να στηρίζονται στον σκληρό κατασταλτικό μηχανισμό που θέτουν στη διάθεσή τους οι αρχές.

Κι ο Απαρεσίντο Μπίσπο συνεχίζει : « Τον Ιούλιο του 2008, στις φυτείες του εργοστασίου Três Irmãos ξέσπασε ένα ιδιαίτερα μαζικό απεργιακό κίνημα. Αμέσως, η διεύθυνση απέλυσε τριακόσιους εργαζόμενους και ανήγγειλε ότι δεν επρόκειτο να αντικατασταθούν. Οι αστυνομικοί κακοποίησαν τους διαδηλωτές, εισέβαλαν στα καταλύματά τους και τους διέταξαν να επιστρέψουν στην εργασία τους ». Μάταια όμως. « Δεν είμαστε ζώα ! », φώναζαν οι άντρες από το Νορντέστε τη στιγμή που ανέβαιναν στα λεωφορεία που θα τους οδηγούσαν πίσω στον τόπο τους, πριν την ολοκλήρωση της συγκομιδής. Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου, στην περιοχή του Ριμπεράο Πρέτο, ο αριθμός τους ξεπέρασε τους πεντακόσιους : « Είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται παρόμοιο κύμα παραιτήσεων », τονίζει ο Ζαχέο Αγκιλάρ, υπεύθυνος του Feraesp γι’ αυτήν την περιφέρεια. Αποδίδει δε το φαινόμενο στην αδιαλλαξία των εργοδοτών : « Οι επιχειρήσεις -στις οποίες έχουν επενδυθεί ξένα κεφάλαια και όπου το αφεντικό με σάρκα και οστά έχει εξαφανιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον μέτοχο- είναι εξαιρετικά εχθρικές σε κάθε μορφή διαπραγμάτευσης ».

Την ίδια περίπου εποχή, στις 22 και 23 Αυγούστου, στην είσοδο του συνεδριακού κέντρου του Κάμπο Γκράντε, της πρωτεύουσας της πολιτείας Μάτο Γκρόσο ντο Σουλ, τα πανό διαφήμιζαν με τον εξής τρόπο το συνέδριο Canasul 2008 : « Νέες προοπτικές, νέες τεχνολογίες και νέες δυνατότητες που προσφέρουν οι τομείς της ζάχαρης και του οινοπνεύματος ». Πράγματι, στο πλαίσιο της εκδήλωσης, η συνάντηση βιομήχανων, παραγωγών ζαχαροκάλαμου και εκπροσώπων της Δημόσιας Διοίκησης πραγματοποιήθηκε μέσα σε μια συγκυρία που δημιουργούσε ευφορία. Κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, το μερίδιο της Βραζιλίας στην παγκόσμια εξαγωγή μη ραφιναρισμένης ζάχαρης αυξήθηκε, από το 7% στο 62%. Η παραγωγή αιθανόλης [2] γνώρισε εκρηκτική αύξηση, φτάνοντας τα 22,3 δισ. λίτρα (το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής). Όσο για τις εκτάσεις στις οποίες καλλιεργείται ζαχαροκάλαμο, έφτασαν τα 78 εκατομμύρια στρέμματα. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Μάρκος Γιανκ, τον εξαιρετικά προβεβλημένο συντονιστή αυτού του συνεδρίου και πρόεδρο της Ενωσης της Βιομηχανίας Ζαχαροκάλαμου (Unica), οι βραζιλιάνοι παραγωγοί δεν έχουν αποκτήσει ακόμα τη θέση που τους αναλογεί στην παγκόσμια αγορά φυτικών καυσίμων.

Τα φυτικά καύσιμα δεν είναι οικολογικά

Αν και ο μεγαλύτερος όγκος της παραγωγής ζάχαρης της Βραζιλίας εξάγεται, το 85% της παραγωγής αιθανόλης της χώρας απορροφάται από την εγχώρια αγορά. Όμως, η συχνά υψηλή τιμή του πετρελαίου και η απειλή της υπερθέρμανσης του κλίματος του πλανήτη, αντί να ωθήσουν τις πλούσιες χώρες να επανεξετάσουν το αναπτυξιακό τους μοντέλο, τις οδήγησαν να παρουσιάσουν τα φυτικά καύσιμα σαν μια λύση για την ενεργειακή κρίση. Βιάστηκαν, μάλιστα, να την χαρακτηρίσουν « οικολογική ». [3] Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς εκπόνησαν μια σειρά νομοσχεδίων σύμφωνα με τα οποία τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές οφείλουν να περιέχουν ένα ποσοστό καυσίμων φυτικής προέλευσης. [4] Η Μπραζίλια και το Τόκιο ετοιμάζονται να ολοκληρώσουν μια δεκαπενταετή συμφωνία προμήθειας αιθανόλης, ύψους 8 δισ. δολαρίων. Επίσης, η δημιουργία ενός άξονα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στη Μπραζίλια, επικεντρωμένου στην παραγωγή και στην εμπορία φυτικών καυσίμων, αποτελούσε το κύριο αντικείμενο της συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου του 2007 στο Καμπ Ντέιβιντ ανάμεσα στους προέδρους Τζορτζ Μπους και Λουίζ Ινιάσιο Λούλα ντα Σίλβα (οι δύο χώρες συγκεντρώνουν από μόνες τους το 70% της παγκόσμιας παραγωγής αιθανόλης). [5]

Ποντάροντας στη μακροπρόθεσμη αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης βιοκαυσίμων, ο Γιανκ προχώρησε στην εξής πρόβλεψη : το 2020, οι φυτείες ζαχαροκάλαμου της Βραζιλίας θα καλύπτουν έκταση 140 εκατομμυρίων στρεμμάτων και τα τρία τέταρτα της παραγωγής τους θα διατίθενται για την παραγωγή αιθανόλης, έναντι του 50% σήμερα. Ομως, τη στιγμή που η χώρα παίζει το χαρτί της « πράσινης ενέργειας » και η κυβέρνηση προσπαθεί να δημιουργήσει ένα σήμα με το οποίο θα πιστοποιείται ότι η αιθανόλη παράγεται με αειφόρο και οικολογικό τρόπο, οι τόνοι της στάχτης που κατακλύζουν τις περιοχές όπου παράγεται το καύσιμο, καθώς και οι εικόνες των εργατών γης, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως κατάδικοι σε καταναγκαστικά έργα, προκαλούν μάλλον κακή εντύπωση.

Μόλις νυχτώσει, από την κορυφή των ψηλότερων κτιρίων του Σερταοζίνιο, μιας μικρής πόλης της ομόσπονδης πολιτείας του Σάο Πάολο, μπορεί κανείς να εντοπίσει τις φωτιές που ανάβουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου. Χάρη στην τεχνική του καψίματος των φυλλωμάτων του ζαχαροκάλαμου χωρίς να καίγεται ο βλαστός του φυτού, η οποία άρχισε να χρησιμοποιείται στη Βραζιλία στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και γενικεύτηκε στη συνέχεια, διευκολύνεται η συγκομιδή με το χέρι αλλά και αυξάνεται η περιεκτικότητα του ζαχαροκάλαμου σε σακχαρόζη, Από την άλλη πλευρά, όμως, η τεχνική αυτή συνεπάγεται την έκλυση τεράστιων ποσοτήτων αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, καθώς και διάφορων άλλων ρύπων !

Σύμφωνα με τον Ζοζέ Εντουάρντο Κανσάντο, ερευνητή στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο (USP), μονάχα στην ομόσπονδη πολιτεία του Σάο Πάολο, εκλύονται καθημερινά στην ατμόσφαιρα 285 τόνοι τοξικών σωματιδίων και 3.342 τόνοι μονοξειδίου του άνθρακα. Κατά τη διάρκεια των μηνών όπου πραγματοποιείται η συγκομιδή, στο νοσοκομείο της Πιρασικάμπα –μιας πόλης που βρίσκεται στην καρδιά της ζώνης όπου καλλιεργείται το ζαχαροκάλαμο- οι εισαγωγές ασθενών που υποφέρουν από αναπνευστικές παθήσεις αυξάνεται κατά 10%. [6] Ωστόσο, η ομόσπονδη πολιτεία του Σάο Πάολο, στην οποία βρίσκεται συγκεντρωμένο το 60% των φυτειών ζαχαροκάλαμου, έχει υιοθετήσει ένα « Πράσινο Πρωτόκολλο » το οποίο ορίζει ότι η πρακτική θα πρέπει να έχει εγκαταλειφθεί ολοκληρωτικά μέχρι το 2014 (αντίθετα, η ομοσπονδιακή νομοθεσία έχει ορίσει ως όριο για την επίτευξη αυτού του στόχου το 2021). Μάλιστα, ο υφυπουργός περιβάλλοντος Ξίκο Γραζιάνο δηλώνει ότι 148 αγροτοβιομηχανικές μονάδες και περισσότεροι από 10.000 παραγωγοί έχουν προ πολλού υιοθετήσει το πρωτόκολλο.

Μήπως όλα αυτά σημαίνουν ότι, μακροπρόθεσμα, είναι αναπόφευκτο το πέρασμα από τη συγκομιδή που γίνεται με το χέρι στη μηχανοκίνητη συγκομιδή ; Είναι πιθανό. Ωστόσο, η αλλαγή θα οφείλεται λιγότερο στο ενδιαφέρον των παραγωγών για το περιβάλλον και περισσότερο στην τεχνολογική πρόοδο και στην επιθυμία για βελτίωση της παραγωγικότητας : μια μηχανή αποδίδει όσο εκατό ρωμαλέοι εργάτες και ο τόνος του ζαχαροκάλαμου κοστίζει φθηνότερα. Εξάλλου, όπως παρατηρεί η κοινωνιολόγος και πανεπιστημιακός Μαρία Απαρεσίντα ντε Μοράες Σίλβα, « πολλές βιομηχανίες υιοθέτησαν τη μηχανοκίνητη συγκομιδή μετά τις μεγάλες απεργίες της περιόδου 1984-1985 ». [7]

Σε κάθε περίπτωση, με τις τεχνολογίες που είναι διαθέσιμες σήμερα, οι θεριστικές μηχανές δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε έδαφος που παρουσιάζει κλίση μεγαλύτερη του 12%. Το 2008, περισσότερο από το 50% της συγκομιδής πραγματοποιήθηκε με το χέρι. Μάλιστα, στην ομόσπονδη πολιτεία του Σάο Πάολο, χρησιμοποιήθηκαν για τη φετινή συγκομιδή περίπου 300.000 « boias frias ». [8]

Διεθνές κύκλωμα

Η βιομηχανία της αιθανόλης, η οποία έχει μετατραπεί σε σύγχρονη κότα με χρυσά αυγά, προσελκύει στη Βραζιλία τις περισσότερες διεθνείς επενδύσεις παγκοσμίως. [9] Στους επενδυτές συγκαταλέγονται αρκετοί γίγαντες του αγροτοβιομηχανικού συμπλέγματος. Η Cargill ενισχύει τους δεσμούς της με τον όμιλο Crystalev, ενώ το 2006 εξαγόρασε το 63% των μετοχών της βιομηχανίας αιθανόλης Cevesa. Η Monsanto δημιουργεί σχέσεις συνεργασίας με τους ομίλους Cosan και Votorantim και αναγγέλλει ότι οι γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες ζαχαροκάλαμου Roundup Ready [10] θα διοχετευθούν στην αγορά ήδη από το 2009. Η δε Bajaj Hindusthan, ο σημαντικότερος παραγωγός ζάχαρης στην Ινδία, επένδυσε 500 εκατομμύρια δολάρια για να δημιουργήσει μια θυγατρική στη Βραζιλία.

Επιπλέον, στις ξένες χρηματαγορές δημιουργήθηκαν επενδυτικά κεφάλαια με αποκλειστικό στόχο την επένδυση στην βραζιλιάνικη αιθανόλη, τα οποία έχουν συγκεντρώσει αρκετά εκατομμύρια δολάρια. Στους μετόχους τους συγκαταλέγεται ο Τζορτζ Σόρος, η επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs, ο πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζέιμς Γούλφενσον και η Société Générale (η οποία δραστηριοποιείται μέσω του Bioenergy Development Fund, μιας εταιρίας με έδρα τις Νήσους Καϊμάν).

Εκτός από την Société Générale, στη Βραζιλία δραστηριοποιούνται κι άλλες γαλλικές επιχειρήσεις : η Tereos (ιδιοκτήτης της Béghin-Say), η οποία, μέσω της θυγατρικής της Guarani έχει εξελιχτεί στην τρίτη επιχείρηση μεταποίησης ζαχαροκάλαμου στη Βραζιλία, η Sucres et denrées (Sucden)• και κυρίως, η Louis Dreyfus, γίγαντας της βιομηχανίας τροφίμων η οποία, μετά την εξαγορά τεσσάρων εργοστασίων το 2007, κατέκτησε τη δεύτερη θέση στη μεταποίηση ζαχαροκάλαμου.

Ο ρόλος του κράτους

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Λούλα παίζει, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, το χαρτί του αγροτοβιομηχανικού συμπλέγματος. Όπως και οι υπουργοί του, επωφελείται από κάθε ταξίδι του στο εξωτερικό για να προωθήσει την αιθανόλη και να υπογράψει συμβόλαια. Όσο για την κρατική πετρελαϊκή εταιρία Petrobras, επιδίδεται με μεγάλη ενεργητικότητα στην κατασκευή των υποδομών που είναι αναγκαίες για τις εξαγωγές της αιθανόλης. Το πιο πρόσφατο σχέδιο αφορά την κατασκευή ενός πετρελαιαγωγού 1.300 km ο οποίος θα συνδέει την ενδοχώρα της Βραζιλίας με το διυλιστήριο της Παουλίνια, απ’ όπου στη συνέχεια η αιθανόλη θα μεταφέρεται μέχρι το λιμάνι του Σάο Πάολο.

Η υποστήριξη που παρέχει το κράτος στους παραγωγούς ζάχαρης και οινοπνεύματος παρατηρείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και δεν διακόπηκε ποτέ. Έτσι, το Ινστιτούτο Ζάχαρης και Οινοπνεύματος που δημιουργήθηκε το 1933 αγόραζε τις πλεονάζουσες ποσότητες ζάχαρης, εξασφαλίζοντας στους παραγωγούς τη διάθεση της παραγωγής τους καθώς και σταθερές τιμές. Το πρόγραμμα « Proálcool », το οποίο δρομολογήθηκε το 1975, την επαύριο της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην επιτυχία των οχημάτων που χρησιμοποιούσαν ως καύσιμο το οινόπνευμα [11] και επέτρεψε στον κλάδο της ζάχαρης να λάβει γενναιόδωρες πιστώσεις. Σύμφωνα με τον Πέντρο Ράμος, ερευνητή στο κρατικό πανεπιστήμιο του Καμπίνας (Unicamp), « κατά τη διάρκεια της περιόδου 1975-1989, το ύψος των άμεσων και έμμεσων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στη βιομηχανία του ζαχαροκάλαμου μπορεί να υπολογιστεί στα 500 εκατομμύρια δολάρια ετησίως (…). Είναι, δε, πασίγνωστο ότι ένα μέρος αυτής της χρηματοδότησης χρησιμοποιήθηκε για τελείως διαφορετικούς σκοπούς (…). Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα χρέη του κλάδου της ζάχαρης προς το κράτος ανέρχονταν σε 2,4 δισ. δολάρια : από αυτό το ποσό, πληρώθηκε μονάχα ένα μέρος του ». [12]

Ωστόσο, ο πρόεδρος Λούλα ακολούθησε το δρόμο που είχαν χαράξει οι προκάτοχοί του : τον Αύγουστο του 2008, ο Υπουργός Περιβάλλοντος Κάρλος Μινκ ανήγγειλε ότι θα διατίθονταν για την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου άλλα 70 εκατομμύρια στρέμματα γης και ότι θα θεσπίζονταν κίνητρα για τους παραγωγούς.

Επωφελούμενες από την ανέλπιστη ευκαιρία που προσέφεραν οι ξένες επενδύσεις στην αιθανόλη και η στήριξη του κλάδου από την κυβέρνηση, μερικές μεγάλες βραζιλιάνικες οικογένειες, γνωστές και ως « βαρόνοι της ζάχαρης », [13] κατόρθωσαν να ενισχύσουν την κυριαρχία τους. Μεταξύ 2000 και 2005, στον κλάδο πραγματοποιήθηκαν τριανταεπτά συγχωνεύσεις και εξαγορές. Ο όμιλος Cosan εξαγόρασε πρόσφατα τη βραζιλιάνικη θυγατρική της Esso, εξασφαλίζοντας, έτσι, άμεση πρόσβαση στα κυκλώματα διανομής της αιθανόλης.

Ωστόσο, δεν λείπουν και οι κριτικές, οι οποίες ασκούνται από κύκλους αγωνιστών της Αριστεράς, πανεπιστημιακών, οικολόγων και οργανώσεων των αγροτών, και που καταγγέλλουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές συνέπειες του αναπτυξιακού μοντέλου. Για να τις αντικρούσει, ο Γιανκ έχει αναπτύξει μια πλούσια επιχειρηματολογία [14] : οι νέες καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου αντικαθιστούν άλλες που προϋπήρχαν και, συνεπώς, δεν συνεπάγονται την αποψίλωση δασικών περιοχών για τη δημιουργία νέας καλλιεργήσιμης γης. Επιπλέον, αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι « σκοταδιστικές θέσεις » όσων εναντιώνονται στους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, οι ποικιλίες γενετικά τροποποιημένου ζαχαροκάλαμου θα επιτρέψουν την αύξηση του όγκου της παραγωγής χωρίς να απαιτηθεί η αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. [15]

Κι ο πρόεδρος της Unica συνεχίζει : το ζαχαροκάλαμο παράγει πράσινη ενέργεια, καθώς για την παραγωγή αιθανόλης απαιτούνται πολύ μικρότερες εκπομπές CO2 συγκριτικά με την αιθανόλη που παράγεται από καλαμπόκι στις ΗΠΑ. Επιπλέον, χάρη στην ανακύκλωση και χρησιμοποίηση ως καύσιμο των υπολειμμάτων του ζαχαροκάλαμου (τομέας στον οποίο η Βραζιλία έχει αναπτύξει τεχνολογίες αιχμής), τα εργοστάσια παράγουν στο εξής περισσότερη ενέργεια από εκείνη που καταναλώνουν, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στον ενεργειακό ανεφοδιασμό της χώρας. [16] Τέλος –πάντα σύμφωνα με τον Γιανκ- η επιφάνεια γης που διατίθεται για το ζαχαροκάλαμο αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 3% του συνόλου της καλλιεργήσιμης γης στη Βραζιλία [17] και είναι γελοίο να ισχυρίζεται κανείς ότι η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου θα εκτοπίσει τις καλλιέργειες άλλων τροφίμων.

Ωστόσο, ο Αριοσβάλντο Ουμπελίνο, γεωγράφος και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του. Υπήρξε μέλος της ομάδας στην οποία η κυβέρνηση του προέδρου Λούλα είχε αναθέσει την εκπόνηση του Δεύτερου Εθνικού πλάνου για την Αγροτική Μεταρρύθμιση και εξακολουθεί να παρακολουθεί όλα όσα σχετίζονται με την κατανομή των καλλιεργήσιμων εδαφών. « Οι κυριότερες ζώνες επέκτασης της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου βρίσκονται περιφερειακά της πολιτείας του Σάο Πάολο –στις πολιτείες του Μάτο Γκρόσο ντο Σουλ, του Γκοϊάς, του Μίνας Ζεράις και του Παρανά- στις οποίες σχεδιάζεται η υλοποίηση αρκετών προγραμμάτων καλλιέργειας ζαχαροκάλαμου σε εδάφη που σήμερα καλύπτονται από το σεράντο, ένα οικοσύστημα τύπου σαβάνας. Η εισαγωγή της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου σε αυτό το οικοσύστημα θα προκαλέσει μη αναστρέψιμο περιορισμό της βιοποικιλότητας. Υπάρχουν κι άλλα παρόμοια προγράμματα που θα υλοποιηθούν στην Αμαζονία –κυρίως στην πολιτεία του Παρά- και στο Νορντέστε ».

Σ’ αυτήν την τελευταία περιοχή, το κυβερνητικό σχέδιο για την εκτροπή του ποταμού Σαν Φρανσίσκο συναντά την έντονη αντίδραση του πληθυσμού. Σύμφωνα με τον Ουμπελίνο, « ο πρωταρχικός στόχος της εκτροπής είναι η άρδευση των γαιών που προορίζονται –μεταξύ άλλων- για την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου. Κι όταν το ζαχαροκάλαμο αντικαθιστά άλλες καλλιέργειες ειδών που προορίζονταν για εξαγωγή ή εξαπλώνεται σε εκτάσεις που χρησίμευαν παλαιότερα ως βοσκότοποι, παρατηρείται ένα “φαινόμενο ντόμινο” : η σόγια, το καλαμπόκι ή τα κοπάδια δεν εξαφανίζονται• απλούστατα, μετατοπίζονται προς νέα εδάφη… στην Αμαζονία ή στο Παντανάλ, για παράδειγμα ». Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα στις 28 Νοεμβρίου του 2008 το Εθνικό Βραζιλιάνικο Ινστιτούτο για τη Χωροταξική Έρευνα (INPE), μεταξύ Ιουλίου του 2007 και Αυγούστου του 2008, καταστράφηκαν 11.968 τετραγωνικά χιλιόμετρα δάσους στην περιοχή του Αμαζονίου. Πρόκειται για μια αύξηση 3,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Μήπως πρόκειται τουλάχιστον για μια οικολογική καλλιέργεια ; Αν εξαιρέσουμε την τεχνική του καψίματος των φυτειών που αναφέραμε προηγουμένως, το ζαχαροκάλαμο –όπως και κάθε μονοκαλλιέργεια- απαιτεί τεράστιες ποσότητες χημικών εισροών και κυρίως αζωτούχων λιπασμάτων που είναι ιδιαίτερα καταστροφικά για το στρώμα του όζοντος. Επιπλέον, όσο κι αν παρουσιάζονται ως φυσικό λίπασμα τα εκατομμύρια λίτρα κατακαθιών και διάφορων άλλων υπολειμμάτων της απόσταξης που σκορπίζονται στις φυτείες ζαχαροκάλαμου, δεν παύουν να διεισδύουν στο έδαφος και να απειλούν τον μεγάλο υδροφόρο ορίζοντα Γκουαράνι, μια από τις σημαντικότερες δεξαμενές νερού του πλανήτη.

Όσο για το εάν η επέκταση του ζαχαροκάλαμου γίνεται εις βάρος των καλλιεργειών τροφίμων, ο Ουμπελίνο απαντά παραθέτοντας τους επίσημους αριθμούς του Βραζιλιανού Ινστιτούτου Γεωγραφίας και Στατιστικής (IBGE) : « μεταξύ 1990 και 2006, στην πολιτεία του Σάο Πάολο, οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργείται ζαχαροκάλαμο αυξήθηκαν κατά 27 εκατομμύρια στρέμματα. Ταυτόχρονα, οι εκτάσεις που διατίθενται για την καλλιέργεια φασολιού και ρυζιού μειώθηκαν αντίστοιχα 2,61 και 3,4 εκατομμύρια στρέμματα. Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται τη μείωση της παραγωγής φασολιών και ρυζιού κατά 400.000 και ένα εκατομμύριο τόνους αντίστοιχα (και αντίστοιχη μείωση της εθνικής παραγωγής αυτών των προϊόντων κατά 12% και 9%) ».

Στην γειτονική πολιτεία Γκοϊάς, στην οποία παρατηρείται σημαντική εξάπλωση της καλλιέργειας ζαχαροκάλαμου, η Ομοσπονδία των Γεωργών και των Κτηνοτρόφων διαπιστώνει μια γενικευμένη αύξηση της τιμής της γης (15% κατά μέσο όρο), η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι και τον τριπλασιασμό της αξίας της όταν τα χωράφια βρίσκονται κοντά σε εργοστάσιο επεξεργασίας του ζαχαροκάλαμου. Η αύξηση των τιμών καθιστά ακόμα δυσκολότερη την απόκτηση γης για τους μικρούς και μεσαίους αγρότες, οι οποίοι εξασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τροφίμων που διατίθενται στον τοπικό πληθυσμό, ενώ επιπλέον ενισχύει τη συγκέντρωση της γης στα χέρια μικρού αριθμού ιδιοκτητών.

Ας επιστρέψουμε στην Αντραντίνα, όπου οι εργάτες γης που εργάζονται στη συγκομιδή, οι μικροϊδιοκτήτες και οι ακτήμονες χωρικοί συγκεντρώθηκαν για ένα διήμερο συζητήσεων και προβληματισμού. Οι εργάτες γης δεν έχουν αυταπάτες : γνωρίζουν ότι οι θέσεις εργασίας τους απειλούνται και θεωρούν ότι δεν έχουν μέλλον σε αυτόν τον τομέα. Τι θα απογίνουν όταν τους αντικαταστήσουν οι μηχανές ; Οι προοπτικές της απασχόλησης στις περιοχές της υπαίθρου δεν είναι διόλου ενθαρρυντικές. Οι μικροί παραγωγοί –οι αγρότες που έχουν την τύχη να διαθέτουν ένα κτηματάκι- καταγγέλλουν την έλλειψη στήριξης από το κράτος. Ένας από αυτούς, συνοψίζει την κατάσταση : « πακτωλός για τις μεγάλες επιχειρήσεις του αγροτοβιομηχανικού συμπλέγματος και ψίχουλα για τους μικρούς παραγωγούς τροφίμων που διατίθενται για τη διατροφή του τοπικού πληθυσμού ».

Από την πλευρά τους, οι ακτήμονες χωρικοί διαπιστώνουν ότι ο αγώνας τους γίνεται ολοένα δυσκολότερος : « Στο εξής, όταν διεκδικούμε την απαλλοτρίωση μιας fazenda [18] της οποίας η γη παραμένει αναξιοποίητη, μας απαντούν ότι σχεδιάζουν ένα πρόγραμμα μετατροπής της σε φυτεία ζαχαροκάλαμου ». Όσο για την αγροτική μεταρρύθμιση, την σημαντικότερη υπόσχεση του Λούλα κατά την προεκλογική του εκστρατεία, έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο των ακτημόνων χωρικών, « το ότι δεν έχει προκληθεί έκρηξη οφείλεται στο γεγονός ότι η βάση μας έχει πάψει να κινητοποιείται μετά το “Μηδέν Πείνα” και το “Οικογενειακό επίδομα” ».

Αυτά τα προγράμματα πρόνοιας για τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, τα οποία εξασφαλίζουν μόλις και μετά βίας την επιβίωση, επέτρεψαν στην κυβέρνηση να εξαγοράσει την κοινωνική ειρήνη και την ψήφο των λαϊκών στρωμάτων. « Το ζαχαροκάλαμο και η αιθανόλη εις βάρος της αγροτικής μεταρρύθμισης… » Για τον Μπίσπο, έναν από τους οργανωτές αυτής της συνάντησης, πρόκειται για μια « στρατηγική επιλογή της κοινωνίας ».

Notes

[1] ΣτΜ : Πολύ μεγάλο και κοφτερό μαχαίρι που χρησιμοποιείται στη Λατινική Αμερική από τους γεωργούς ή από όσους κινούνται στη ζούγκλα για να ανοίγουν δρόμο μέσα στη βλάστηση.

[2] Οινόπνευμα που παράγεται από δημητριακά όπως το σιτάρι ή το καλαμπόκι καθώς και από κυτταρινικές ουσίες όπως τα υπολείμματα της δασοκομικής βιομηχανίας και της βιομηχανίας ξύλου ή το ζαχαροκάλαμο.

[3] Βλέπε την έκθεση της οργάνωσης Oxfam « Μια άλλη ενοχλητική αλήθεια : πως οι πολιτικές για τα φυτικά καύσιμα επιδεινώνουν τη φτώχεια και επιταχύνουν την κλιματική αλλαγή », http://www.oxfam.org.

[4] Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο νόμος για την ενεργειακή πολιτική (2005) και ο νόμος για την ενεργειακή ανεξαρτησία και ασφάλεια (2007) έχουν θέσει το στόχο της υποχρεωτικής χρήσης, μέχρι το 2022, 36 δισ. γαλονιών (138 δισ. λίτρων) « ανανεώσιμων » υγρών καυσίμων, κυρίως αιθανόλης. Στον Καναδά, ένα νομοσχέδιο προβλέπει την πρόσμειξη 5% αιθανόλης στην βενζίνη μέχρι το 2010, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει, μέχρι το 2010, να αποτελεί η αιθανόλη το καύσιμο που θα χρησιμοποιείται στις οδικές μεταφορές.

[5] Τα φυτικά καύσιμα και η ενεργειακή συνεργασία αποτέλεσαν επίσης το αντικείμενο των συζητήσεων κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης των προέδρων Λούλα και Μπάρακ Ομπάμα, στις 17 Μαρτίου.

[6] Aracy P.S. Balbani, « L’agro-industrie de la canne à sucre : un Etat en feu », φθινόπωρο 2006, www.autresbresil.net.

[7] Maria Aparecida de Moraes Silva, « Os frutos amargos da civilização : Superexploração e exclusão social », στο « O fenômeno migratório no limiar do terceiro milênio », Vozes, Ρίο ντε Τζανέιρο, 1998.

[8] Κυριολεκτικά : « τρώει κρύα », αναφορά στην καραβάνα που παίρνει κάθε πρωί μαζί του ο εργάτης γης για να γευματίσει στο μεσημεριανό διάλειμμα.

[9] Οι περισσότερες από τις πληροφορίες αυτής της παραγράφου προέρχονται από το κείμενο που έδωσε στη δημοσιότητα η οργάνωση GRAIN (σπόρος) : « Les connexions de l’éthanol de sucre de canne », www.grain.org/seedling/ ?id=519.

[10] Το Roundup (εμπορικό όνομα του glyphosate), το οποίο μπορεί μερικές φορές να εισαχθεί στο γονιδίωμα ενός γενετικά τροποποιημένου οργανισμού, είναι ένα « μη επιλεκτικό ζιζανιοκτόνο » το οποίο διατίθεται στην αγορά από την Monsanto.

[11] Το 90% των αυτοκινήτων που πωλούνται στη Βραζιλία είναι μοντέλα « flex » τα οποία μπορούν να λειτουργούν με βενζίνη, αιθανόλη ή μείγμα των δύο καυσίμων.

[12] Pedro Ramos, « Financiamentos subsidiados e dividas de usineiros no Brasil : una história secular », μελέτη υπό έκδοση.

[13] Στις ισχυρότερες συγκαταλέγονται η οικογένεια Ομέτο, της οποίας ορισμένοι κλάδοι ελέγχουν τον όμιλο Cosan και η οικογένεια Μπιάτζι, η οποία κατέχει κυρίαρχη θέση στον όμιλο Crystalev.

[14] Εισήγηση στο συνέδριο Canasul 2008.

[15] H « Jornal da Cidade » της 31ης Ιανουαρίου 2008 παρατηρεί ότι, μεταξύ 2005 και 2006, τα κέρδη παραγωγικότητας ήταν 2,3%, ενώ οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργείται το ζαχαροκάλαμο αυξήθηκαν κατά 12,7%. Ετσι, για την ώρα, η αύξηση της παραγωγής οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση της επιφάνειας των καλλιεργειών.

[16] Η παραγωγή αντιπροσωπεύει το 3% της ενεργειακής κατανάλωσης της Βραζιλίας και αναμένεται να φτάσει στο 15% μέχρι το 2015.

[17] Στην πραγματικότητα, το 9% των γαιών στις οποίες όντως γίνονται καλλιέργειες.

[18] ΣτΜ : Η πορτογαλική εκδοχή της χασιέντα (hacienda), των απέραντων κτημάτων των λατινοαμερικάνων γαιοκτημόνων.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette