monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 09. Σεπτέμβριος > Όταν οι « μεγάλοι » παίζουν την Οσετία

Δύο πολιτικές για τη Νότια Οσετία

Όταν οι « μεγάλοι » παίζουν την Οσετία

Μαύρη τρύπα στον Καύκασο

dimanche 7 septembre 2008, par Radvanyi Jean

Η ρωσογεωργιανή διαμάχη στον Καύκασο ερμηνεύεται διαφορετικά σε Δύση και Ανατολή : Εισβάλλοντας στη Νότια Οσετία, ο πρόεδρος της Γεωργίας, Μιχαήλ Σαακασβίλι, περιστοιχιζόμενος από αμερικανούς συμβούλους, συνέβαλε στη στρατηγική περιθωριοποίησης της Ρωσίας, την οποία υπαγορεύει το ΝΑΤΟ από το 1991. Στον αντίποδα, το Κρεμλίνο, με τη σκληρή του απάντηση, θέλει να κλείσει το εν λόγω κεφάλαιο. Όμως, η σύρραξη εγγράφεται σε μια νέα σελίδα της ταραχώδους ιστορίας της περιοχής.

Οι λαοί της Οσετίας και της Γεωργίας, στην πλειονότητά τους χριστιανοί ορθόδοξοι, διατηρούν από παλαιά στενούς δεσμούς. [1] Έτσι, κατά τη σοβιετική περίοδο, οι μεικτοί γάμοι ήταν σύνηθες φαινόμενο.

Ωστόσο, στις καμπές της ιστορίας, υπήρξαν περιπτώσεις όπου ο γεωργιανός εθνικισμός -ο οποίος διέπεται σε υπερβολικό βαθμό από τη λογική της αφομοίωσης και του συγκεντρωτισμού- εκφράστηκε στο μεγαλείο του. Ως απόρροια, αιματηρές συγκρούσεις έθεταν σε αντιπαράθεση τις δύο κοινότητες.

Το 1920, κατά την πρώτη ανεξάρτητη γεωργιανή δημοκρατία, και, κατόπιν, στα 1991-1992, επί της προεδρίας των Ζβίαντ Γκαμσακούρντια και Έντβαρ Σεβαρντνάντζε, [2] ο γεωργιανός στρατός εισέβαλε στο Τσχινβάλι, πρωτεύουσα της Νότιας Οσετίας.

Ο απολογισμός ήταν πλήθος νεκρών και προσφύγων, οι οποίοι εκτοπίστηκαν στα εδάφη της σημερινής Βόρειας Οσετίας και της Ρωσίας. Αναμφίβολα, η Μόσχα χειρίστηκε προς όφελός της και υποδαύλισε τις εν λόγω εθνικιστικές εξάρσεις για να αποδυναμώσει τις αρχές της Τιφλίδας, υποστηρίζοντας τα κινήματα της Νότιας Οσετίας (όπως και της Αμπχαζίας) για απόσχιση από τη γεωργιανή επικυριαρχία. [3]

Η ανακωχή του Ιουνίου 1992, η οποία υπογράφτηκε στο Ντάγκομις της Ρωσίας, φαινόταν να αυξάνει τις πιθανότητες για πολιτική διευθέτηση. Η Νότια Οσετία θα παρέμενε εκτός της εμβέλειας της Τιφλίδας, συνεχίζοντας όμως να διατηρεί πολλά χωριά της Γεωργίας. Επίσης, υπό την αιγίδα της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (CEI), εγκαταστάθηκε στην περιοχή τριμερής ειρηνευτική δύναμη (αποτελούμενη από Ρώσους, Οσέτιους και Γεωργιανούς).

Πολύ σύντομα, όμως, οι εντάσεις οξύνθηκαν. Το Εργκνέτι (προάστιο του Τσχινβάλι) -μια πραγματική « μαύρη τρύπα » με στρατηγική θέση στην κεντρική αρτηρία που συνδέει οδικώς τη Ρωσία με τη Γεωργία (διαμέσου του τούνελ του Ρόκσκι)- αναδείχθηκε κόμβος για τα δίκτυα ρώσων και τούρκων λαθρεμπόρων, από τα οποία πλουτίζουν οι διεφθαρμένες ελίτ όσο της Οσετίας όσο και της Γεωργίας.

Σε αυτό το φόντο, η Μόσχα παραχώρησε ρωσικά διαβατήρια στους κατοίκους τής de facto αποσχισθείσας περιοχής, δημιουργώντας ένα καθεστώς πρωτοφανές στο διεθνές δίκαιο.

Από την πλευρά της, η Τιφλίδα κατήγγειλε τη μεροληπτική σύνθεση της επιτροπής που επιφορτίστηκε με την αποσαφήνιση του καθεστώτος της περιοχής, στην οποία συμμετείχαν, εκτός της Γεωργίας, η Ρωσία, η Βόρεια και η Νότια Οσετία -με τις τρεις τελευταίες να ευνοούν την προοπτική απόσχισης.

Οι πρώτες παρεμβάσεις

Από την άνοδό του στην ηγεσία της χώρας, το 2004, ο πρόεδρος Σαακασβίλι θέλησε να ανακτήσει πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα στις αποσχισθείσες περιοχές της Οσετίας και της Αμπχαζίας. Η επιτυχής έκβαση της διαμάχης στην Ατζαρία, όπου ο δικτάτορας Ασλάν Αμπασίντζε εκδιώχθηκε εύκολα, χωρίς διαμαρτυρίες από την πλευρά της Μόσχας, ευνόησε τα σχέδιά του.

Τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο ασκήθηκαν πολλαπλές πιέσεις. Αυξήθηκαν οι έλεγχοι και μπήκε λουκέτο στην αγορά του Εργκνέτι, ενώ, παράλληλα, δόθηκαν μεγαλύτερες επιδοτήσεις στους γεωργιανούς αγρότες. Τέλος, τον Νοέμβριο του 2006, τοποθετήθηκε « εναλλακτικά » ένας φιλογεωργιανός πρόεδρος, ο Ντιμίτρι Σανάκοεβ, ενάντια στον φιλορώσο αντιφρονούντα πρόεδρο Εντοάρντ Κοκόιτι. Παρ’ όλα αυτά, και στα δύο μέτωπα της Αμπχαζίας και της Οσετίας δεν σημειώθηκε καμία εξέλιξη.

Στη συνέχεια, επιμένοντας ολοένα και πιο εμφατικά, η Τιφλίδα ζήτησε τη διαμεσολάβηση της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών, προτείνοντας, συγκεκριμένα, την αντικατάσταση των ρώσων κυανόκρανων από δυνάμεις του ΟΑΣΕ (Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη), του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν απέκλεισε την πιθανότητα στρατιωτικής επίλυσης του ζητήματος, υπέρ της οποίας συνηγορούσαν ορισμένοι ανώτατοι γεωργιανοί αξιωματούχοι, παρά τις αντιρρήσεις των Δυτικών συμμάχων τους.

Με τη σύμπραξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας, η επιχείρηση εκσυγχρονισμού του γεωργιανού στρατού επιταχύνθηκε σύμφωνα με τα νατοϊκά κριτήρια. Οι διεθνείς παρατηρητές έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου ενόψει της κατασκευής νέων, υπερσύγχρονων στρατιωτικών βάσεων στο Σενάκι και στο Γκόρι, πόλεις οι οποίες γειτνιάζουν με τις δύο αποσχισθείσες περιοχές Οσετία και Αμπχατία.

Το 2006, η Μπενίτα Φερέρο-Βάλντνερ, ευρωπαία επίτροπος Εξωτερικών Σχέσεων, προκάλεσε σκάνδαλο εκθέτοντας τον προβληματισμό της για τις υπερβολικές δαπάνες στον τομέα της άμυνας τριών κρατών του νότιου Καυκάσου -της Αρμενίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Γεωργίας- και για την κλιμάκωση την οποία πυροδοτούν. [4] Τις ανησυχίες της συμμερίζονταν, εξάλλου, πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες.

Κατά την τελευταία περίοδο, τα πρόδρομα συμπτώματα της κρίσης είχαν πολλαπλασιαστεί : Αλληλοαμφισβητούμενα αποτελέσματα στις προεδρικές εκλογές, διασταυρούμενα πυρά ανάμεσα σε γεωργιανούς και οσέτιους αγρότες και επίθεση εναντίον του Ντμίτρι Σακάνοεβ τον περασμένο Ιούλιο. Όμως, η μαζική εισβολή η οποία έλαβε χώρα το πρωί της 8ης Αυγούστου 2008 στο Τσχινβάλι, εναντίον της διαμεσολαβητικής αποστολής των ρώσων κυανόκρανων, ήταν άνευ προηγουμένου.

Υπερεκτιμώντας τη στήριξη που θα μπορούσαν να του προσφέρουν οι αμερικανοί σύμμαχοί του, ο γεωργιανός πρόεδρος θεώρησε εφικτή την αστραπιαία ανακατάληψη της μικρής επαρχιακής πρωτεύουσας. Πίστευε ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εδραίωνε διά της βίας τη γεωργιανή επικυριαρχία, χωρίς τη μεσολάβηση των Ρώσων. Εκ των υστέρων, είναι προφανές ότι επρόκειτο περί τρομερής αυταπάτης.

Παρ’ όλο που ανέκαθεν αναγνώριζε την εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας (στη συμφωνία για τη σύσταση της CEI είναι ρητή προϋπόθεση η αναγνώριση των συνόρων τα οποία είχαν διαμορφωθεί επί των ημερών της πρώην ΕΣΣΔ), η Μόσχα χειραγώγησε συστηματικά τις τοπικές διενέξεις για να ασκήσει πίεση στη Γεωργία και να αντισταθμίσει τον φιλοατλαντισμό της.

Η παραπάνω στρατηγική αποδείχθηκε μέχρι στιγμής στείρα, ενώ οδήγησε στην προοδευτική υπονόμευση των διμερών σχέσεων Ρωσίας και Γεωργίας, μέσα σε κλίμα διχόνοιας και αλληλοκατηγοριών. Όλες οι σχετικές ενέργειες του Κρεμλίνου (απειλή στρατιωτικής επέμβασης στη μεθόριο της Τσετσενίας, αεροπορικές επιδρομές, σύναψη διπλωματικών σχέσεων με την Αμπχαζία), επιτάχυναν την προσέγγιση Γεωργίας και Ουάσιγκτον. Άλλωστε, η ίδια η CEI είχε ιδρυθεί το 1997 με αμερικανική πρωτοβουλία, για να πλήξει τη δράση της Μόσχας σε αποσχισθείσες περιοχές και εναντίον τεσσάρων κρατών-μελών : της Γεωργίας, της Ουκρανίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Μολδαβίας.

Το 2002, μάλιστα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έστειλαν πρώτη φορά στρατιωτικούς συμβούλους στη Γεωργία, ενόσω η χώρα εξελισσόταν σε κόμβο-κλειδί για τη διανομή ορυκτών καυσίμων από την Κασπία προς τη Δύση. [5]

Προειδοποίηση της Μόσχας

Η ρωσο-γεωργιανή κρίση επιδεινώθηκε μετά την εντολή του προέδρου Σαακασβίλι να συλληφθούν τέσσερις ρώσοι αξιωματούχοι, τον Σεπτέμβριο του 2006, συμβάν το οποίο καλύφθηκε δεόντως από τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης. Η Μόσχα αντέδρασε τότε με συντονισμένη εκστρατεία και εμπάργκο στις εισαγωγές οίνου από τη Γεωργία, δηλαδή του βασικού εξαγώγιμου προϊόντος της χώρας. Έπειτα, το Κρεμλίνο εξέφρασε εκ νέου την αντίθεσή του στην επέκταση του ΝΑΤΟ διά της συμμετοχής της Ουκρανίας και της Γεωργίας. Στην ομιλία του στο Μόναχο, [6] ο Βλαντίμιρ Πούτιν απηύθυνε ξεκάθαρη προειδοποίηση στους αμερικανούς.

Κατά τη γνώμη του, επωφελήθηκαν από την παρατεταμένη ευάλωτη κατάσταση της Ρωσίας μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, για να αναδιαμορφώσουν τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής περιορίζοντας τη ρωσική επιρροή.

Οι Ρώσοι δεν ανέχονται να δρα η Ουάσιγκτον στα σύνορά τους με τρόπο που η ίδια ουδέποτε ανέχθηκε στα δικά της. Το σχέδιο για την αντιπυραυλική ασπίδα, οι αμερικανικές πιέσεις στη διάσκεψη κορυφής στο Βουκουρέστι, τον περασμένο Απρίλιο, για να δρομολογηθεί το ταχύτερο δυνατόν η ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, θεωρήθηκαν ανοιχτές προκλήσεις για το Κρεμλίνο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η γεωργιανή στρατιωτική δράση στη Νότια Οσετία πρόσφερε στη Μόσχα ανέλπιστο πρόσχημα για να αναλάβει εκ νέου τα ηνία. Με αφορμή την υπεράσπιση των κυανόκρανων και των πολιτών της Νότιας Οσετίας, ο ρωσικός στρατός πέτυχε, σε διάστημα μερικών ημερών, να αποδιαρθρώσει όλες τις νέες γεωργιανές στρατιωτικές βάσεις και να εδραιώσει την επιρροή του στις δύο αποσχισθείσες περιοχές. Εξάλλου, αντίθετα από τις επίσημες αμερικανικές θέσεις, παρ’ όλο που το Πεντάγωνο αποκλείεται να αγνοούσε το σχέδιο εισβολής του Σαακασβίλι, δεν έκανε τίποτα για να τον εμποδίσει. Παρ’ ότι, λοιπόν, οι Ρώσοι φέρουν σαφέστατα ευθύνες, το δράμα που εκτυλίχθηκε στη Γεωργία εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αδιέξοδης αμερικανικής στρατηγικής, δηλαδή μιας συγκρουσιακής πολιτικής εναντίον της Ρωσίας και των συμφερόντων της, μέχρι και τα σύνορά της.

Εμπλοκή στην Ευρώπη

Η δέσμευση της Ουάσιγκτον στο πλευρό της Τιφλίδας θέτει τους Ευρωπαίους στην εμπροσθοφυλακή για την επιχείρηση εκτόνωσης της κρίσης, με σύναψη ανακωχής και περαιτέρω διαπραγμάτευση για την πολιτική επίλυση των διενέξεων που είχαν « μπει στον πάγο ». Ωστόσο, δεδομένου ότι οι διχογνωμίες είναι έντονες, ο ρόλος της Ευρώπης προβλέπεται δύσκολος.

Από τη μία, πολλά νέα κράτη-μέλη (για παράδειγμα, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής) τα οποία στηρίζουν ενεργά τις βλέψεις Σαακασβίλι για ταχύτατη ενσωμάτωση στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση επέκριναν σφοδρά τη ρωσική επέμβαση.

Από την άλλη, κράτη όπως η Ιταλία δεν έκρυψαν την ενόχλησή τους ενώπιον των αμερικανικών πιέσεων για την επιτάχυνση της ένταξης της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική σημασία των διμερών σχέσεων Ευρώπης-Μόσχας -και όχι μόνο για το ενεργειακό ζήτημα- τήρησαν πολύ πιο ισορροπημένη στάση, απευθύνοντας έκκληση για ταυτόχρονη υποχώρηση των γεωργιανών και των ρωσικών δυνάμεων στις αρχικές τους θέσεις. Και στην έκτακτη σύνοδο κορυφής της 2ας Σεπτεμβρίου, άλλωστε, οι ευρωπαίοι ηγέτες προτίμησαν να κρατήσουν αποστάσεις από την αμερικανική πολιτική.

Όμως, ο ευρωπαϊκός λόγος μοιάζει ευάλωτος κυρίως επειδή υφίσταται το προηγούμενο του Κοσόβου. Η ανεξαρτησία που παραχωρήθηκε στους Κοσοβάρους, παρά τις αντιρρήσεις της Ρωσίας, ανοίγει αντίστοιχα « παραθυράκια » και για το καθεστώς άλλων περιοχών του πλανήτη. [7] Ακόμη και ανεξάρτητα από τις θέσεις της Μόσχας, είναι βέβαιο πως οι πολίτες της Νότιας Οσετίας, οι Αμπχάζιοι ή οι Αρμένιοι του Ανω Καραμπάχ βρήκαν το αντίστοιχο σημείο αναφοράς τους.

Η θεώρηση που θέλει το Κόσοβο μοναδικό παράδειγμα, εμφανίζεται ελάχιστα πειστική. Είναι ενδεικτικό ότι, μέχρι και οι συμφωνίες οι οποίες υπογράφηκαν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας (ΕΠΓ), χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής. Έτσι, παρ’ όλο που τα σχέδια για μελλοντικές ενέργειες [8]] από κοινού με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν, επισημαίνουν ως θεμελιώδη αξία την εδαφική ακεραιότητα (σημείο 4.2), εκείνο που αφορά την Αρμενία (σημείο 1) εμμένει, αντιθέτως, στην αυτοδιάθεση των λαών, προδίδοντας τη διστακτική στάση των Ευρωπαίων στο ευαίσθητο ζήτημα των διενέξεων στον νότιο Καύκασο.

Από το 2006, ο ύπατος αρμοστής για την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Χαβιέ Σολάνα, υπενθύμιζε, αναφορικά με τους λαούς της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, ότι « οφείλουν να επιθυμούν να παραμείνουν στη Γεωργία, και γι’ αυτό η Γεωργία πρέπει να εργαστεί προς την ίδια κατεύθυνση ».

Η ένοπλη δράση της Τιφλίδας εναντίον του Τσχινβάλι απομάκρυνε τις προοπτικές για άμεση επανένταξη της Νότιας Οσετίας στο γεωργιανό καθεστώς και έκανε ακόμη πιο περίπλοκο το διαμεσολαβητικό έργο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η διαπραγμάτευση καθίσταται ακόμη δυσκολότερη σήμερα, καθόσον τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί άρδην : σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις του τύπου, οι πρόσφατες μάχες οδήγησαν στην εκκένωση χωριών Γεωργιανών, στις παρυφές του Τσχινβάλι, αλλάζοντας εκ βάθρων τη διάταξη των δυνάμεων σε τοπικό επίπεδο [9].

Ήταν προμελετημένο

Στις 9 Αυγούστου 2008, περνώντας από το Βλαντικαυκάζ (πρωτεύουσα της Βόρειας Οσετίας), ο Πούτιν έκανε λόγο για « γενοκτονία » εναντίον των Οσέτιων -για αυτή την εκτίμηση, η οποία είναι αναμφισβήτητα αδόκιμη, παρά την ωμότητα των βομβαρδισμών, είχε βασιστεί στον ανεπιβεβαίωτο απολογισμό των θυμάτων στον άμαχο πληθυσμό του Τσχινβάλι (περίπου 2.000 νεκροί, όπως ισχυρίστηκε). Επιπροσθέτως, δήλωσε : « Ο πρόεδρος Σαακασβίλι επέφερε θανατηφόρο πλήγμα στην εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας ». [10] Επρόκειτο για ανοιχτή απειλή υποστήριξης της προοπτικής ανεξαρτησίας των δύο διαφιλονικούμενων περιοχών.

Στις 26 Αυγούστου, ο ρώσος πρόεδρος Μεντβέντεφ αναγνώρισε και επισήμως την ανεξαρτησία τους, αιφνιδιάζοντας εκ νέου τους ευρωπαίους ηγέτες. Για τους Γεωργιανούς, οι οποίοι έχουν υπομείνει τα ρωσικά αντίποινα πολλάκις, και πέρα από το ζήτημα της Νότιας Οσετίας, το δράμα κορυφώθηκε. Πληρώνουν το μέγιστο δυνατό αντίτιμο για το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησε τη χώρα η αμερικανική στρατηγική της αντιπαράθεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, μόνο οι Ευρωπαίοι μπορούν να προτείνουν κάποια καινοτόμο πολιτική λύση, η οποία θα διασφάλιζε την πραγματική ανεξαρτησία της Γεωργίας. Πληθώρα προτάσεων διατυπώθηκε προς την εν λόγω κατεύθυνση, όπως η πρόταση για την εδραίωση του γεωργιανού κράτους ως ουδέτερου και αποστρατιωτικοποιημένου, υπό την αιγίδα της ΕΠΓ. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον εφικτό χωρίς να ληφθεί υπόψη η παρουσία της Μόσχας στην περιοχή.

Το Κρεμλίνο εκμεταλλεύεται πλήρως το πλεονέκτημά του, καθιστώντας σαφές, διά της ισχύος, ότι δεν έχει καμία πρόθεση να παραχωρήσει ούτε σπιθαμή εδάφους στον γείτονά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναλαμβάνει το ρίσκο να αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον Καύκασο, δίχως να αποκλείεται η πιθανότητα να φτάσει ο απόηχος και στη Ρωσική Ομοσπονδία, παρ’όλο που η κατάσταση στην Τσετσενία μοιάζει « φυσιολογική », υπό τη σιδερένια πυγμή του Ραμζάν Καντιρόφ.

Είναι εμφανές ότι ο επιδιωκόμενος στόχος έχει αλλάξει επίπεδο : ζητούμενο είναι, πλέον, οι Δυτικοί να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα προς όφελος της τελευταίας. Το στοίχημα είναι ριψοκίνδυνο. Από τη μία, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι πραγματικότητα. Από την άλλη, όμως, η ρωσική κοινωνία, και όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, ουδέποτε υπήρξε τόσο ανοιχτή όσο σήμερα απέναντι στη Δύση -δεν είναι, λοιπόν, καθόλου βέβαιο ότι θα απορροφήσει εύκολα τους κραδασμούς από την πρόσφατη επίδειξη ισχύος του ρωσικού στρατού.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Αναφορικά με το ιστορικό των διμερών σχέσεων, το οποίο καθιστά προβληματική τη θεώρηση ορισμένων γεωργιανών εθνικιστών για τη σημερινή σύσταση του πληθυσμού του Τσχινβάλι, βλ. Georges Charachidze, « Prométhée ou le Caucase », « Flammarion », 1986.

[2] Ο πρόεδρος Ζβίαντ Γκαμσακούρντια εξήγγειλε τη διάλυση της αυτόνομης περιοχής της Νότιας Οσετίας στις 11 Δεκεμβρίου 1990.

[3] Βλ. Karel Bartak, « Moscou dans le bourbier caucasien », « Le Monde Diplomatique », Απρίλιος 1993.

[4] www.caucaz.com, 1/9/2006.

[5] Βλ. Florence Mardirossian, « Géorgie-Russie, les enjeux de la crise », « La valise diplomatique », 15/8/2008, www.monde-diplomatique.fr.

[6] Ομιλία του Βλαντιμίρ Πούτιν στο Μόναχο, στις 10 Φεβρουαρίου 2007, στη διάσκεψη κορυφής για την ασφάλεια, www.alterinfo.net.

[7] Βλ. Jean-Arnault Derens, « Μεγάλες ιδέες σε μικρές χώρες », « Le Monde diplomatique » -« Κ.Ε. », 24-2-08.

[8] Στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας περιγράφονται τρία σχέδια στρατηγικής, [http://ec.europa.eu/world/enp/index_fr.htm->http://ec.europa.eu/world/enp/index_fr.htm

[9] Συνεντεύξεις με γεωργιανούς πρόσφυγες, « Le Monde », 12/8/2008.

[10] « Le Monde », 10-11/8/2008.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette