monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 09. Σεπτέμβριος > Πολιτικές βαριάντες στο τουρκικό σκάκι

Τα πηλήκια δεν φεσώνουν το Ισλάμ

Πολιτικές βαριάντες στο τουρκικό σκάκι

dimanche 14 septembre 2008, par Finkel Andrew

Παρά τα οξυμένα πνεύματα στην εσωτερική πολιτική σκηνή, η Τουρκία εδραιώνεται ως χώρα μείζονος σημασίας στην ευρωπαϊκή οικονομική ζώνη. Έτσι, η αποφόρτιση της έντασης στο εσωτερικό θα μπορούσε να αποβεί σωτήρια, σηματοδοτώντας την εκ νέου προώθηση της δημοκρατικής και οικονομικής μεταρρύθμισης.

Στο φύλλο της 13ης Ιουνίου 2008, η ανεξάρτητη εφημερίδα « Taraf » της Κωνσταντινούπολης αφιέρωσε ολόκληρο άρθρο για τη μυστική συνάντηση ανάμεσα στον στρατηγό επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων και κάποιον δικαστή του Συνταγματικού Δικαστηρίου, για τον οποίο είναι γνωστό ότι τίθεται υπέρ του κοσμικού κράτους. Και μόνο το γεγονός ότι ο τύπος ενδιαφέρεται γι’ αυτή την υπόθεση, είναι πρόοδος για τα δεδομένα της Τουρκίας.

Η ετυμηγορία στην οποία κατέληξαν, στις 30 Ιουλίου, οι ανώτατοι δικαστικοί -να μην απαγορευτεί το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) επειδή δήθεν έχει υπερβολικά ισλαμικό προφίλ- απογοητεύοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους του στρατού, είναι επίσης ενδεικτική της αλλαγής των κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού στο κέντρο της Άγκυρας.

Η συνάντηση του στρατηγού Ιλκέρ Μπασμπούγ, ο οποίος πρόσφατα προήχθη σε επικεφαλής του τουρκικού στρατού, με τον Οσμάν Πακσούτ, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, δεν ήταν καθόλου τυχαία.

Παρ’ ότι αρχικά διέψευσε το γεγονός, ο δικαστής Πακσούτ παραδέχθηκε, στη συνέχεια, ότι συναντήθηκε πολλάκις με τον στρατιωτικό, αλλά όχι υπό τις συνθήκες που περιέγραφε η εφημερίδα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί δημιούργησαν σάλο, καθ’ ότι οι δύο άντρες συναντήθηκαν στις 4 Μαρτίου και, κατόπιν, στα μέσα Μαΐου, ακριβώς δηλαδή την περίοδο που το Συνταγματικό Δικαστήριο ετοιμαζόταν, αφ’ ενός, να ακυρώσει τη συνταγματική τροποποίηση η οποία επιτρέπει στις φοιτήτριες να φοράνε μαντίλα στο πανεπιστήμιο, και, αφ’ ετέρου, να ασκήσει δίωξη εναντίον του ΑΚΡ.

Τελικά, ο δικαστής Πακσούτ (και δέκα εκ των έντεκα ομολόγων του) έκριναν το κόμμα ένοχο. Η εν λόγω απόφαση φαινόταν σύμφωνη με τη στενόμυαλη λογική ενός θεσμού ο οποίος έχει ήδη απαγορεύσει είκοσι πολιτικά κόμματα, με την κατηγορία είτε ότι υποστήριζαν υπέρ το δέον την κουρδική μειονότητα, είτε ότι ήταν υπερβολικά ριζοσπαστικά ή, ακόμη, ότι μετέρχονταν θρησκευτικά μέσα για να επιτύχουν πολιτικούς σκοπούς.

Παρ’ όλα αυτά, τέσσερις δικαστές τέθηκαν υπέρ της επιβολής κυρώσεων στο κόμμα, δίχως ωστόσο να το απαγορεύσουν. Έτσι, το ΑΚΡ θα συνεχίσει να υφίσταται, ενώ 71 μέλη του, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ, δέχτηκαν προειδοποιητική επίπληξη αλλά δεν αποκλείστηκαν από τον πολιτικό βίο της χώρας. Ως αντιστάθμισμα, όμως, οι δημόσιες επιχορηγήσεις του ΑΚΡ περικόπηκαν κατά το ήμισυ.

Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Χασίμ Κιλίτς, ο μοναδικός που τάχθηκε υπέρ της αθώωσης, θεώρησε χρέος του να προειδοποιήσει τους κυβερνώντες και να τους επισημάνει ότι η απόφαση έχει ανασταλτική ισχύ. Κατά γενική ομολογία, το κόμμα ΑΚΡ τη γλίτωσε φτηνά...

Οι σύμμαχοι της Τουρκίας θεώρησαν ότι το χειρότερο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή. Μεταξύ των Ευρωπαίων όλοι όσοι πιστεύουν ότι είναι αναγκαία η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανακουφίστηκαν. Δεν θα αναγκάζονταν πλέον να εξηγούν στους σκεπτικιστές στους συναδέλφους τους πώς είναι δυνατόν ένα δικαστήριο να αποκηρύξει τις προτιμήσεις του 47% των ψηφοφόρων που ανέδειξαν το ΑΚΡ στην εξουσία, μόλις ένα χρόνο μετά τις εκλογές.

Το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης και οι αγορές συναλλάγματος ανέκαμψαν. Κατά τους πιο αισιόδοξους, όλοι πήραν το μάθημά τους : η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την προσπάθεια εξισλαμισμού του δημόσιου βίου, ενώ οι « ιακωβίνικες » ελίτ της τουρκικής κοινωνίας θα σταματούσαν την πραξικοπηματική τους δράση, διά της δικαστικής οδού, εναντίον μιας κυβέρνησης δημοκρατικά εκλεγμένης από τους πολίτες.

Ενόσω, όμως, συνεχιζόταν η δίκη που θα έκρινε την τύχη της εκτελεστικής εξουσίας, το ποινικό δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης εγκαινίαζε την ανακριτική διαδικασία μιας δίκης που αναμένεται πολυτάραχη. Εξετάζεται, συγκεκριμένα, υπόθεση συνωμοσίας ακραίων εθνικιστών με το κωδικό όνομα « Εργκένεκον », η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε πραξικόπημα.

Αιτία της συνωμοσίας υπήρξε ο φόβος των εμπλεκομένων μήπως η τουρκική κυβέρνηση υποκύψει στις πιέσεις των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον, με αντάλλαγμα το δικαίωμα να εγκαθιδρύσει μια μορφή ισλαμικής νομοθεσίας στο εσωτερικό της χώρας. [1]

Παρ’ ότι διακριτές, οι δύο δίκες έδωσαν τροφή για κάθε είδους εικασίες αναφορικά με την ενδεχόμενη συσχέτιση των υποθέσεων. Οι συλλήψεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης Εργκένεκον δεν συνιστούν απάντηση στην επιδίωξη κατάλυσης της κυβέρνησης ; Η συντονισμένη προσπάθεια να απαγορευτεί η τελευταία είχε πραξικοπηματικά κίνητρα ; Μήπως η εν λόγω δίκη δίνει την ευκαιρία στο στρατό να κάνει εκκαθάριση στις τάξεις του ;

Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της δίκης εναντίον του ΑΚΡ, τόσο στους κόλπους της αντιπολίτευσης όσο και στον τύπο, δεν άργησαν να υποβαθμίσουν την υπόθεση Εργκένεκον. Για τους φιλοκυβερνητικούς, αντίθετα, αποδεικνύεται ότι παραστρατιωτικές και παρακρατικές ομάδες εργάζονται υπογείως για να επιτύχουν τους αθέμιτους σκοπούς τους και να ανατρέψουν την κυρίαρχη λαϊκή βούληση.

Στην παραπάνω διαμάχη αντικατοπτρίζεται η έντονη πόλωση της τουρκικής κοινωνίας : Από τη μία υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι το ΑΚΡ είναι επικεφαλής ενός κινήματος το οποίο στοχεύει στην αλλαγή του θεσμικού χαρακτήρα του κράτους. Από την άλλη, τίθενται εκείνοι που έχουν την άποψη ότι οι υπέρμαχοι του κοσμικού κράτους είναι εναντίον στην απειλή των ισλαμιστών για να διασφαλίσουν καλύτερα τα προνόμιά τους.

Αμέσως μετά την ανακοίνωση ότι δεν επίκειται απαγόρευση του κόμματός του ο Ερντογάν απηύθυνε έκκληση να παύσουν οι έριδες. Όμως, η εκτόνωση δεν θα είναι εύκολη, καθ’ ότι το ρήγμα είναι εγγενές στην ιστορία της Τουρκίας :

Σε βίντεο το οποίο κυκλοφόρησε την επαύριο της 11ης Σεπτεμβρίου ο ηγέτης της Αλ Κάιντα Οσάμα Μπιν Λάντεν υπέδειξε τη χώρα ως μοναδικό παράδειγμα στο μουσουλμανικό κόσμο και ανακοίνωσε ότι ήθελε να πάρει εκδίκηση για « οχτώ δεκαετίες δεινών, εξευτελισμών και αίσχους ».

Οι πολίτες της Τουρκίας κατάλαβαν αμέσως ότι αναφερόταν στη γέννηση της δημοκρατίας τους, το 1923, και στην απόφαση του ιδρυτή της, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, να καταλύσει το θεοκρατικό καθεστώς. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάργηση του χαλιφάτου, το 1924, συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, καθώς αποδυνάμωσε την εξουσία του κλήρου και κατέστησε κυρίαρχη τη λαϊκή βούληση στην επικράτεια.

Το μαχητικό πνεύμα των πρωτεργατών του κινήματος κατά του κλήρου άρχισε να αμβλύνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Τουρκία ήταν τότε το μοναδικό έθνος με πλειονότητα μουσουλμάνων, αλλά και μία από τις ελάχιστες αναπτυσσόμενες χώρες που επένδυσαν σοβαρά στην εδραίωση της πολυκομματικής δημοκρατίας. [2] Κατά τη δεκαετία του 1950 παρατηρείται μεγαλύτερη ανεκτικότητα έναντι του ισλαμισμού και τα θρησκευτικά σχολεία ξανανοίγουν τις πύλες τους.

Κατά την περίοδο ισχύος του στρατιωτικού νόμου (1980-1983) οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεωρούσαν τη θρησκεία θεμελιώδη συνεκτικό ιστό της κοινωνίας, έκαναν υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία.

Πρόσχημα για το πραξικόπημα του 1980 υπήρξαν οι αναταραχές οι οποίες ξέσπασαν ανάμεσα σε νεαρούς αριστεριστές και εθνικιστές, και όχι ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, που θεωρούνταν τότε περιθωριακός και παλιομοδίτικος.

Σε ό,τι αφορά τον κουρδικό εθνικισμό, είχε εκδηλωθεί κατά τη δεκαετία του 1920 με τη μορφή θρησκευτικών εξεγέρσεων. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα διαμορφώθηκε κυρίως από το Κόμμα των Εργατών του Κουρδιστάν (ΡΚΚ), με ηγέτη τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος στρεφόταν εναντίον του κλήρου, ενώ είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Στάλιν. Την ίδια εποχή επινοήθηκε και ο όρος της « τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης », δόγμα το οποίο σύστησαν οι στρατιωτικοί που ευελπιστούσαν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα θέσουν το σουνιτικό Ισλάμ υπό τη σκέπη του εθνικισμού.

Είναι γεγονός ότι, σήμερα, στην Τουρκία η κυβέρνηση επιχορηγεί αδρά τη θρησκευτική μόρφωση, με στόχο την ανάδειξη ηγετικών φυσιογνωμιών, ικανών να εμπνεύσουν πατριωτικά συναισθήματα.

Παράλληλα, όμως, από τη δεκαετία του 1990 οι στρατιωτικοί περιόρισαν τον πολλαπλασιασμό των σχολείων όπου διδασκόταν το Κοράνι (τα λεγόμενα « ιμάμ χατίπ »), στα οποία φοιτούσαν μελλοντικοί θρησκευτικοί παράγοντες και ιμάμηδες. Αιτία στάθηκε ο φόβος μήπως προκύψει ένα παράλληλο εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα διαμόρφωνε μελλοντικές γενιές εχθρικές προς τις αξίες που πρέσβευε το επίσημο κράτος.

Θα φαινόταν ίσως παράλογος ο ισχυρισμός ότι ο κοσμικός χαρακτήρας του τουρκικού κράτους είναι κατ’ επίφασιν, και ότι η χώρα η οποία διαπραγματεύεται επί της παρούσης την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να προσκολληθεί εκ νέου στο Ισλάμ.

Ωστόσο, οι Τούρκοι αναφέρονται σχετικά στην « υπόθεση της 28ης Φεβρουαρίου » του 1997. Τότε, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας, υπό την ηγεσία των στρατιωτικών, ανάγκασε το κυβερνών Κόμμα της Ευημερίας -από το οποίο προήλθε το ΑΚΡ- να προσυπογράψει την καταδίκη του, δεσμευόμενο να εκκαθαρίσει τον δημόσιο βίο από τις « irtica » [θρησκευτικές αντιδράσεις]. [3] Οι τουρκικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ βλέπουν με ανησυχία το περαιτέρω άνοιγμα του δημόσιου βίου προς το Ισλάμ, κατά τρόπο που οι ίδιες δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν. Επικρίνουν ως υπεροπτικές τις δυτικές κυβερνήσεις οι οποίες αναφέρονται στην Τουρκία ως « μετριοπαθές ισλαμικό έθνος », θεωρώντας τη πρότυπο για την ευρύτερη περιοχή.

Ο αποκλεισμός των γυναικών οι οποίες επέμεναν να φοράνε μαντίλα, από τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τις δημόσιες υπηρεσίες, υπήρξε αναμφίβολα το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο της διαμάχης ανάμεσα στο επίσημο κράτος και σε μια μερίδα της κοινωνίας.

Τέτοιου είδους ενέργειες προβλημάτισαν τους φιλελεύθερους. Παρά το ότι είναι γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν δείχνουν κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια έναντι του πολιτικού μηνύματος του Ισλάμ, συνέκλιναν στο ότι η αντίδραση του κράτους υποδαύλιζε τις αντιπαλότητες.

Η ανησυχία τους μεγάλωσε κατά τη δεύτερη θητεία του ΑΚΡ, όταν η κυβέρνηση φάνηκε διατεθειμένη να αναβάλει τα σχέδια για συνταγματική μεταρρύθμιση και να ανταμείψει τον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων της με παραχωρήσεις στο ζήτημα της μαντίλας.

Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ο φόβος ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα θα γίνονταν προνόμιο εκείνων που ανέδειξαν τους νικητές της εκλογικής αναμέτρησης. Το Σύνταγμα του 1982 προσέδωσε σημαντικές εξουσίες στην κυβέρνηση και στον πρόεδρο, ενώ οι πιο σκληροπυρηνικοί μεταξύ των υπέρμαχων του κοσμικού κράτους έβλεπαν με δυσφορία τη σύζυγο του ισχυρότερου άντρα της χώρας να φοράει μαντίλα.

Το ΑΚΡ δεν είναι τόσο μια πολιτική δύναμη όσο ένα κίνημα το οποίο κατόρθωσε να αναλάβει τα ηνία του κρατικού μηχανισμού. Εδώ, δίχως άλλο, έγκειται ο πραγματικός φόβος των ελίτ. Πηγές από τον κυβερνητικό περίγυρο δίνουν τη δική τους εξήγηση για την αμφιλεγόμενη στάση που τήρησε τελικά το Συνταγματικό Δικαστήριο : ο Ερντογάν προειδοποίησε τη στρατιωτική ηγεσία ότι σε περίπτωση καταδίκης δεν θα παρίστατο στο ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο του Αυγούστου. Όμως, η υπογραφή του πρωθυπουργού συνιστά προϋπόθεση για την επικύρωση οποιασδήποτε αλλαγής στους κόλπους της στρατιωτικής διοίκησης.

Αν η κυβέρνηση είχε καταρρεύσει και ο Ταγίπ Ερντογάν είχε τεθεί εκτός Κοινοβουλίου, κανείς δεν θα είχε τη δικαιοδοσία να διατηρήσει τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους στα πόστα τους. Οι τελευταίοι θα αναγκάζονταν, να οδηγηθούν στη συνταξιοδότηση.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας πολλοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο μοναδικός τρόπος να αποφευχθεί οριστικά η πόλωση είναι να ξαναγραφτούν οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Η λύση που συνήθως προτείνεται είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1982, ούτως ώστε να μειωθεί η εξουσία των θεσμών οι οποίοι δεν προκύπτουν από δημοκρατικές διαδικασίες, καθώς και να αναδιατυπωθούν τα άρθρα που αφορούν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Με δεδομένο, βεβαίως, ότι η προοπτική της ένταξης, είτε ευοδωθεί είτε όχι, θα έχει επιπτώσεις στην εξέλιξη της Τουρκίας.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] Κατηγορούμενοι είναι ήδη 86 ύποπτοι, μεταξύ των οποίων πολλοί πρώην στρατηγοί, δημοσιογράφοι και μέλη του οργανωμένου εγκλήματος.

[2] Οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές έλαβαν χώρα το 1946, ενώ οι πρώτες εκλογές οι οποίες οδήγησαν σε αλλαγή κυβέρνησης πραγματοποιήθηκαν το 1950.

[3] Η κατάλυση και, κατόπιν, η απαγόρευση του Κόμματος της Ευημερίας επήλθαν, κατά την άποψη ορισμένων, εξαιτίας λανθασμένης στρατηγικής. Η τότε κυβέρνηση προτίμησε να επικυρώσει το διάταγμα του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας εναντίον των θρησκευτικών αντιδράσεων στο δημόσιο βίο αντί να προκηρύξει εκλογές και να αξιοποιήσει τη συγκεκριμένη διαμάχη κατά την προεκλογική της εκστρατεία. Επρόκειτο για μοιραίο λάθος, καθ’ ότι, στη συνέχεια, οι στρατιωτικοί άσκησαν πιέσεις στο νέο συνοδοιπόρο τους για να εγκαταλείψει τον συνασπισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν οι στρατιωτικοί προσπάθησαν -μέσω των δικαστών- να καθαιρέσουν τον πρόεδρο που υπέδειξε το κυβερνών κόμμα, αποδείχθηκε ότι το ΑΚΡ γνώριζε πλέον πώς να χειριστεί την κατάσταση.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette