monde-diplomatique.gr

Accueil du site > Le diplo en grec > 2008 > 02. Φεβρουάριος > Μεγάλες ιδέες, σε μικρές χώρες

Ο εφιάλτης της αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια

Μεγάλες ιδέες, σε μικρές χώρες

Ενός Κοσόβου μύρια έπονται

dimanche 24 février 2008, par Dérens Jean-Arnault

Ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, πολιτικό αδιέξοδο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη... Απ’ ό,τι φαίνεται, έχουν συγκεντρωθεί όλα τα στοιχεία μιας νέας περιφερειακής κρίσης, σηματοδοτώντας την αποτυχία των πολιτικών που εφαρμόζονται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια από τη « διεθνή κοινότητα ». Μέσα σε αυτή την αρνητικά φορτισμένη συγκυρία, ξανακάνει την εμφάνισή της η παλιά ιδέα της επαναχάραξης των συνόρων στα Βαλκάνια. Με δεδομένο το μωσαϊκό των λαών, των μειονοτήτων και των διεκδικήσεων τους, αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να βυθίσει ολόκληρη την περιοχή αυτή στο χάος.

Η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, την περασμένη Κυριακή, ενδέχεται να έχει βαρύτατες περιφερειακές επιπτώσεις. Εύλογα οι Σέρβοι της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης θα την εκλάβουν ως προηγούμενο, ώστε να διεκδικήσουν, με τη σειρά τους, το δικαίωμα να αποσχιστούν από ένα κράτος το οποίο ποτέ δεν λειτούργησε αληθινά. Θα μπορούσε, επίσης, να προκαλέσει ένα κύμα αλυσιδωτών αποσταθεροποιήσεων, ιδιαίτερα στη FYROM [1] και στο Μαυροβούνιο, με κίνδυνο να τεθούν σε αμφισβήτηση όλα τα σύνορα στα Βαλκάνια. Μήπως, άραγε, αυτά τα σύνορα αποτελούν ένα ταμπού το οποίο θα μπορούσαμε να ξεπεράσουμε, όπως προτείνουν ολοένα και πιο ανοιχτά οι ειδικοί « εμπειρογνώμονες » και οι διπλωμάτες ;

Οι πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 διεξήχθησαν στο όνομα των « μεγάλων » κρατών, της « Μεγάλης Σερβίας » ή της « Μεγάλης Κροατίας ». Πίσω από τις διεκδικήσεις του Κοσόβου για ανεξαρτησία, θα μπορούσε να κρύβεται το φάντασμα της « Μεγάλης Αλβανίας »...

Είναι άραγε καιρός να επανεξετάσουμε σε βάθος όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις και να καθορίσουμε νέα σύνορα, τα οποία υποτίθεται ότι θα είναι πιο « δίκαια », καθώς θα συμπίπτουν με την εθνική κατανομή των πληθυσμών ; Μήπως πρέπει να ξανασχεδιάσουμε τον χάρτη των Βαλκανίων για να εγγυηθούμε, επιτέλους, μια βιώσιμη ειρήνη σε αυτήν την περιοχή ; Μάλιστα, στη συνέχεια, μήπως θα μπορούσαμε και να επεκτείνουμε αυτή τη συλλογιστική σε ολόκληρη την Ευρώπη ; Αυτή η παλιά ιδέα ξανακάνει κάθε τόσο την εμφάνισή της.

Το 2001, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μακεδονία, ο αρθρογράφος Αλεξάντερ Άντλερ πρότεινε να χρησιμοποιηθεί « η χειρουργική και όχι η ομοιοπαθητική » [2] και να εξεταστεί το ενδεχόμενο της διαίρεσης της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας σε αλβανικές και μακεδονικές περιοχές.

Την ίδια χρονιά, ο λόρδος Όουεν, πρώην συμπρόεδρος της Διεθνούς Διάσκεψης για την πρώην Γιουγκοσλαβία, είχε προτείνει το δικό του σχέδιο για τον επανακαθορισμό των συνόρων στα Βαλκάνια. [3] Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Αρμπέν Τζαφέρι, ιστορική μορφή του αλβανικού εθνικισμού, ζητούσε τη δημιουργία « εθνικών » κρατών. [4]

Μπροστά στη διαπίστωση της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων για το μέλλον του Κοσόβου και στην αδυναμία να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός ανάμεσα στους Σέρβους και στους Αλβανούς, αναβίωσε η ιδέα της διχοτόμησης της επαρχίας, διχοτόμηση την οποία η « διεθνής κοινότητα » θεωρούσε αδιανόητη για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν.

Διαίρεση στο Κόσοβο

Ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, γερμανός διπλωμάτης που εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διπλωματική τρόικα (ένας Αμερικανός, ένας Ευρωπαίος, ένας Ρώσος) η οποία είχε επιφορτιστεί με τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων στο Κόσοβο, εκτιμούσε, τον περασμένο Αύγουστο, ότι καμία επιλογή δεν έπρεπε να αποκλειστεί εάν προέκυπτε από μια συμφωνία ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές : εάν το Βελιγράδι και η Πρίστινα κατόρθωναν να συνεννοηθούν στο ζήτημα της διανομής του Κοσόβου, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούσε παρά να επιδοκιμάσει αυτή τη διαίρεση της επαρχίας !

Φαινομενικά, η συγκεκριμένη άποψη εξέφραζε την κοινή λογική : εάν κάποιοι πληθυσμοί δεν θέλουν να ζουν μαζί, ας χωρίσουν, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δεχθούμε το ενδεχόμενο « περιορισμένων » μετακινήσεων πληθυσμών, έτσι ώστε να συμπίπτουν τα νέα σύνορα με την εθνοτική κατανομή των κοινοτήτων...

Ας φανταστούμε, για μια στιγμή, ότι πραγματοποιούνται τα σχέδια αυτών των μαθητευόμενων μάγων, ότι μια νέα διάσκεψη καθιστά δυνατή τη χάραξη νέων συνόρων στα Δυτικά Βαλκάνια, με ειρηνικό τρόπο, με βάση τα εθνοτικά κριτήρια. Τότε, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο της ενοποίησης όλων των περιοχών όπου πλειοψηφούν οι Αλβανοί, δηλαδή της Αλβανίας, του Κοσόβου, του βορειοδυτικού τετάρτου της Μακεδονίας, αλλά επίσης και της κοιλάδας του Πρέσεβο στη Νότια Σερβία και ορισμένων μικρών τμημάτων του ανατολικού Μαυροβούνιου. Ύστερα από αυτόν τον τρομερό ακρωτηριασμό, η Μακεδονία θα μετατρεπόταν, πλέον, σε ένα ασήμαντο κρατίδιο, εκτός και αν υπερίσχυε το φιλοβουλγαρικό ρεύμα και η χώρα συνενωνόταν με τον εξ Ανατολών γείτονά της.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα των μειονοτήτων στην Αλβανία : οι Έλληνες που ζουν στο νότιο τμήμα της χώρας θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την ένωσή τους με την Ελλάδα, ενώ οι Αλβανοί που εκδιώχτηκαν μετά το 1945 από το βόρειο τμήμα της ελληνικής Ηπείρου -μιας περιοχής την οποία οι Αλβανοί αποκαλούν Τσαμουριά- δεν θα παρέλειπαν να προβάλλουν τα καταπατημένα δικαιώματά τους.

Όσο για το Μαυροβούνιο, θα μπορούσε να ζητήσει ως αντιστάθμισμα την περιοχή της Σκόδρας, όπου εξακολουθούν να ζουν σερβομαυροβουνιακές μειονότητες, ενώ η Μακεδονία από την πλευρά της θα ζητούσε την προσάρτηση των σλαβικών χωριών που βρίσκονται γύρω από τις λίμνες της Αχρίδας και της Μεγάλης Πρέσπας. Φυσικά, και οι Σέρβοι της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης μπορούν να ζητήσουν την ένωση με την Μητέρα Πατρίδα, γεγονός που θα σημάνει το τέλος της Βοσνίας, καθώς οι Κροάτες της Δυτικής Ερζεγοβίνης, της Κεντρικής Βοσνίας και της Μποσάνσκα Ποζαβίνα (Όρατζε και Οτζάκ) θα μπορούσαν να ενωθούν με την Κροατία.

Στην καλύτερη περίπτωση, ύστερα από μια τέτοια αναδιάταξη, θα απέμενε ένα μουσουλμανικό βοσνιακό κρατίδιο, γύρω από το Σεράγεβο, τη Ζενίτσα και την Τούζλα. Με λίγα λόγια, θα υλοποιείτο ο διαμελισμός της Βοσνίας, όπως τον σχεδίαζαν, ήδη από το 1991, ο Φράνιο Τούτζμαν και ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. [5] Βέβαια, η Βοσνία τότε θα επικέντρωνε τις προσπάθειές της στη διατήρηση του ανατολικού θύλακα του Γκόρατζε και θα ζητούσε την προσάρτηση του σαντζακίου [6] του Νόβι Παζάρ, το οποίο σήμερα μοιράζονται η Σερβία και το Μαυροβούνιο. [7] Όπως μαρτυρά και το όνομά της, αυτή η περιοχή υπήρξε σημαντικός εμπορικός κόμβος των Βαλκανίων, και ο τόπος συνάντησης όλων των καραβανιών.

Σφήνα στο Μαυροβούνιο

Το 1878, αναγνωρίστηκε ως προτεκτοράτο της Αυστροουγγαρίας, για την οποία αυτός ο « διάδρομος » είχε τεράστια στρατηγική σημασία, καθώς επέτρεπε τη δημιουργία μιας σφήνας ανάμεσα στη Σερβία και στο Μαυροβούνιο. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, μοιράστηκε ανάμεσα στις παραπάνω χώρες. Σήμερα, το 55% των κατοίκων του Νόβι Παζάρ είναι βόσνιοι μουσουλμάνοι, ενώ η περιοχή αποτελεί το σταυροδρόμι όπου συναντώνται όλες οι μαφίες των Βαλκανίων. Είναι προφανές ότι το κράτος του Μαυροβουνίου δεν θα μπορούσε σε μια τέτοια περίπτωση να διατηρήσει τα σημερινά του σύνορα. Εκτός από την απόσχιση των περιοχών του που κατοικούνται από Αλβανούς και Βόσνιους, θα βρισκόταν αντιμέτωπο και με εκείνη των σερβικών περιοχών.

Καθώς οι σερβικοί και οι βοσνιακοί πληθυσμοί είναι συχνά ανάμεικτοι, ένα πολεμικό επεισόδιο θα ήταν πιθανό, ώστε να γίνει δυνατή η μετακίνηση των πληθυσμών που θα επέτρεπε τη χάραξη αποδεκτών συνόρων. Η Κροατία θα αποκτούσε μ’ αυτό τον τρόπο τις εκβολές του ποταμού Κοτόρ, οι οποίες προσαρτήθηκαν στο Μαυροβούνιο μόλις το 1918. Επομένως, το Μαυροβούνιο θα επέστρεφε στα σύνορα που είχε στα μέσα του 19ου αιώνα. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Σερβία θα βρισκόταν σε μια παράδοξη θέση : θα έχανε τις βοσνιακές και τις αλβανικές περιοχές της, θα αποκτούσε τα εδάφη της Δημοκρατίας του Σρπσκα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και τις σερβικές ζώνες του Βορείου Μαυροβουνίου, ενώ έπρεπε να διαχειριστεί και τη « σπαζοκεφαλιά » της Βοϊβοδίνας.

Το 50% του πληθυσμού αυτής της αυτόνομης περιοχής που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας, αποτελείται από μια εικοσάδα μειονότητες : οι Ούγγροι απαρτίζουν τη σημαντικότερη κοινότητα (περίπου 350.000 άτομα) και οι κοινότητες της Σουμπότιτσα, της Σέντα και της Κάνιτζα θα ενώνονταν δίχως αμφιβολία με την Ουγγαρία. Εκτός κι αν η Βοϊβοδίνα ανακήρυσσε την ανεξαρτησία της, μετατρεπόμενη σε μια νησίδα συνύπαρξης πολλών εθνοτήτων στο κέντρο των Βαλκανίων που έχουν κυριευτεί από τρέλα...

Καθώς η επαναχάραξη των συνόρων θα έθιγε και χώρες που είναι ήδη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα των μειονοτήτων στην Ελλάδα δεν θα περιοριζόταν μονάχα στους Αλβανούς. Οι μουσουλμάνοι -Τούρκοι και Πομάκοι- της Δυτικής Θράκης θα μπορούσαν να ζητήσουν την ένωσή τους με την Τουρκία και τη Βουλγαρία αντίστοιχα, ακυρώνοντας τις συμφωνίες της Λοζάνης του 1923. [8] Θα άνοιγε επίσης και το ζήτημα των Σλάβων της ελληνικής Μακεδονίας, ένα ζήτημα ταμπού για το ελληνικό κράτος.

Από την πλευρά της, η Σλοβενία θα μπορούσε να ζητήσει να ικανοποιηθούν οι εδαφικές αξιώσεις της για ορισμένες μικρής έκτασης περιοχές, [9] οι οποίες την έχουν οδηγήσει σε αντιπαράθεση με την Κροατία. Θα μπορούσε, επίσης, να ζητήσει την κατάργηση των δημοψηφισμάτων του 1918 [10] και να διευρύνει την επικράτειά της με εδάφη της αυστριακής Καρινθίας όπου εξακολουθούν να ζουν σλοβενικές μειονότητες. Δεδομένης δε, της θετικής στάσης της στη διαχείριση των περιφερειακών συγκρούσεων, η Λουμπλιάνα θα μπορούσε να λάβει ένα τμήμα του ιταλικού Φρίουλι, και ίσως και την πόλη της Τεργέστης (Τρστ στα σλοβενικά). [11]

Βέβαια, αυτή η τεράστια διόρθωση των συνόρων θα παραγνώριζε τις διεκδικήσεις ορισμένων μειονοτήτων : δηλαδή, τι θα απογίνονταν οι Γκοράνι του Κοσόβου, οι Ρουθήνιοι της ανατολικής κροατικής Σλαβονίας ή οι Αρουμάνοι (Κουτσόβλαχοι) της Μακεδονίας, της Αλβανίας και της Ελλάδας ;

Όσον αφορά δε, τα 3-4 εκατομμύρια Ρομ που ζουν στα Δυτικά Βαλκάνια, θα παρέμεναν αυτό που πάντοτε ήταν : ένας λαός δίχως κράτος. Είναι εξαιρετικά μικρή η πιθανότητα να επιχειρηθούν παρόμοιες αλλαγές συνόρων χωρίς αμφισβητήσεις που μπορούν μάλιστα, να προκαλέσουν ένοπλες συγκρούσεις μεσαίας έντασης. Έτσι, η αποκατάσταση της ειρήνης έπρεπε να ανατεθεί στα ευρωπαϊκά στρατεύματα.

Αντίθετα, οι αναπόφευκτες εκτοπίσεις πληθυσμών δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν παράπλευρες απώλειες -κάθε άλλο. Στην πραγματικότητα, θα αποτελούσαν τον κύριο στόχο αυτής της διαδικασίας. Θα ετίθεντο δε, υπό την εποπτεία της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), με τη συνδρομή πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Ο προϋπολογισμός της επείγουσας ανθρωπιστικής βοήθειας για τα Δυτικά Βαλκάνια θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος εκείνου που διατέθηκε για την αντιμετώπιση της κρίσης που προκάλεσε το τσουνάμι τον Δεκέμβριο του 2004.

Τι είναι τα Βαλκάνια

Αυτό το σενάριο μπορεί να φαίνεται υπερβολικό, ωστόσο πολλές συνιστώσες του έχουν ήδη ανοίξει προ πολλού, είτε πρόκειται για το μέλλον της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, είτε για το « αλβανικό ζήτημα ».

Οι οπαδοί της ανεξαρτησίας του Κοσόβου υποστηρίζουν ότι δεν θα δημιουργηθεί προηγούμενο. Πρόκειται, όμως, για ευσεβείς πόθους : η διακήρυξη της ανεξαρτησίας είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει προηγούμενο εάν οι φορείς άλλων εθνικών διεκδικήσεων θεωρήσουν ότι όντως δημιουργείται προηγούμενο. Η ιδέα ότι οι αλλαγές των συνόρων μπορούν να επιλύσουν όλα τα εθνικά ζητήματα, στηρίζεται σε μια τεράστια αυταπάτη. Στην άποψη ότι υπάρχουν « δίκαια » σύνορα επειδή αυτά περικλείουν μια εθνότητα.

Στην πραγματικότητα, όλα τα σύνορα -και όχι μονάχα στα Βαλκάνια- αποτελούν δημιουργήματα της ιστορίας, αποτελέσματα των ιστορικών και στρατιωτικών συσχετισμών. Δεν υπάρχουν « δίκαια » σύνορα, όπως δεν υπάρχουν και « φυσικά » σύνορα...

Η χρήση του όρου Βαλκάνια γενικεύτηκε κατά τον 19ο αιώνα. Μάλιστα, ο όρος έχει βαριά ιδεολογική φόρτιση. Ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία, « ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης », βρισκόταν σε φάση αργής αποσύνθεσης, άρχισαν να αντικρούονται οι διεκδικήσεις των λαών. Έτσι, τα Βαλκάνια μετατράπηκαν σε συνώνυμο της εθνικής πολυπλοκότητας, των ατέλειωτων συγκρούσεων, της διάλυσης και του κατατεμαχισμού.

Η « βαλκανιοποίηση » νοηματοδότησε τα Βαλκάνια, καθιερώθηκε ως έννοια καθοριστική για την ταυτότητα αυτού του τμήματος της Ευρώπης. Η έννοια των Βαλκανίων ήταν καθαρά ιδεολογική. Δεν είναι τυχαίο ότι το φαγητό με τα ανάμεικτα λαχανικά στα γαλλικά λέγεται « Μακεδονία » για να υποδηλώσει το ανακάτεμα όλων αυτών των λαών με τις αντίθετες φιλοδοξίες και διεκδικήσεις.

Οι νέες εθνικές χώρες

Η ανάδυση των κρατών και ο καθορισμός των συνόρων αποτελούν ένα φαινόμενο που σηματοδοτεί την είσοδο των Βαλκανίων στην πολιτική νεωτερικότητα. Τα νέα κράτη βασίστηκαν, κατά κύριο λόγο, σε μια εθνική αντίληψη, υιοθετώντας και προσαρμόζοντας τα μοντέλα που προέκυψαν από την ιδιαίτερη ιστορική εμπειρία της Δυτικής Ευρώπης.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ελλάδα και η Σερβία στηρίχτηκαν σε ένα είδος « εθνοκάθαρσης », στην εκδίωξη ή την αφομοίωση των πληθυσμών που θεωρούνταν αλλογενείς, κυρίως λόγω της θρησκείας τους : οι « Τούρκοι » (δηλαδή οι μουσουλμάνοι, Σλάβοι, Αλβανοί ή και οι Τουρκόφωνοι αδιακρίτως) εκδιώχτηκαν από τα νέα κράτη.

Ο καθορισμός των συνόρων φαινόταν να αποτελεί έναν τρόπο για τη διευθέτηση της βαλκανικής « σύγχυσης », ο οποίος θα μπορούσε να συμβάλει στην είσοδο της περιοχής στην ευρωπαϊκή τάξη, που στηρίζεται στη σύμπτωση ανάμεσα στους λαούς, στα κράτη και στα σύνορα. Η ποικιλομορφία των γλωσσικών, « εθνικών » ή θρησκευτικών ταυτοτήτων που χαρακτήριζε τα οθωμανικά Βαλκάνια, άρχισε να περιορίζεται σημαντικά.

Η διαδικασία επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια των γιουγκοσλαβικών πολέμων, στα τέλη του 20ού αιώνα : η σερβική παρουσία περιορίστηκε δραστικά στην Κροατία (περνώντας από το 12% στο 4% του συνολικού πληθυσμού της χώρας), ενώ το βοσνιακό μωσαϊκό μετατράπηκε σε μεγάλες μονοεθνοτικές ζώνες, καθεμία από τις οποίες ελέγχεται από κάποια από τις τρεις κοινότητες της χώρας.

Ο ρόλος των Μεγάλων

Κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης (η Αυστροουγγαρία και η Ρωσία, αλλά επίσης και η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία) συγκρούστηκαν για να διευρύνουν τις ζώνες επιρροής τους πάνω στα συντρίμμια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποστηρίζοντας -ακόμα και υποδαυλίζοντας- τις εθνικές διεκδικήσεις των λαών των Βαλκανίων.

Οι πολιτικές τους στηρίχτηκαν από δημοσιογράφους ή περιηγητές που αλώνιζαν την περιοχή. Η βρετανίδα μυθιστοριογράφος Ρεβέκα Γουέστ ειρωνευόταν, τη δεκαετία του 1930, τις « ανθρωπιστικές και φιλανθρωπικές » προκαταλήψεις των παρατηρητών που ασπάζονταν τις διάφορες εθνικιστικές υποθέσεις, παρατηρώντας ότι « οι Βούλγαροι των αδελφών Μπάξτον και οι Αλβανοί των οποίων είναι φανατική υπέρμαχος η μις Ντέρχαμ, μοιάζουν ιδιαίτερα με τον πίνακα του μικρού Σάμιουελ που ζωγράφισε ο σερ Τζόσουα Ρέινολντς ». [12]

Ορισμένες ιστορικές στιγμές αποτελούν ορόσημα αυτής της σταδιακής προόδου των συνόρων. Κατ’ αρχάς, το 1878. Ο επίλογος στη « μεγάλη κρίση της Ανατολής » δόθηκε με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία μιας « πολύ μεγάλης Βουλγαρίας » ως ρωσικό προτεκτοράτο.

Η προοπτική, που έθιγε τα συμφέροντα της Σερβίας και της Ρουμανίας, προκάλεσε σάλο και ακυρώθηκε μερικούς μήνες αργότερα από το Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο μετέτρεψε τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη αλλά και το σαντζάκιο του Νόβι Παζάρ σε προτεκτοράτο της Αυστροουγγαρίας. Ταυτόχρονα, η Αυστροουγγαρία μετατρεπόταν σε υπέρμαχο των αλβανικών διεκδικήσεων, έτσι ώστε να δημιουργηθεί αντίβαρο στην Ελλάδα και τη Σερβία, οι οποίες υποστηρίζονταν από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912 και του 1913 και στη συνέχεια ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσαν την άλλη κρίσιμη στιγμή της παρτίδας πόκερ που είχε ως διακύβευμα τεράστιες εδαφικές περιφέρειες. Το 1918, η Σερβία και η Ρουμανία έλαβαν υπέρογκη ανταμοιβή για την ένταξή τους στο στρατόπεδο των Συμμάχων : η σερβική δυναστεία των Καραγιόργεβιτς κατόρθωσε να δημιουργήσει το νέο Βασίλειο των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων, το οποίο υπήρξε ο πρόδρομος της Γιουγκοσλαβίας, ενώ το Βουκουρέστι δημιούργησε τη « Μεγάλη Ρουμανία ».

Χαλαρά σύνορα

Όσον αφορά δε την Αλβανία, το 1912 δημιουργήθηκε το Βασίλειο της Αλβανίας, το οποίο όμως κάλυπτε μονάχα το ήμισυ των περιοχών όπου ζούσαν Αλβανοί, καθώς οι υπόλοιποι μοιράστηκαν στο Μαυροβούνιο και στη Σερβία, γεγονός που οι Αλβανοί θεωρούν « ιστορική αδικία ». Μάλιστα, μέσα στις ανακατατάξεις που επέφερε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, λίγο έλειψε να διαλυθεί το εύθραυστο Βασίλειο της Αλβανίας, ενώ τα σύνορά του χαράχτηκαν μόλις το 1926.

Ωστόσο, οι αρχές που διακήρυξε ο Γούντροου Ουίλσον [13] μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν λάμβαναν διόλου υπόψη το δικαίωμα των λαών για αυτοδιάθεση, με αποτέλεσμα πολλές εθνοτικές ομάδες να μετατραπούν σε εθνικές μειονότητες. Τη δεκαετία του 1920, η Κομμουνιστική Διεθνής θεωρούσε ότι το βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας αποτελούσε μια « φυλακή λαών ». Βέβαια, είναι αλήθεια ότι το συγκεντρωτικό κράτος που δημιουργήθηκε υπό το σκήπτρο των Καραγιόργεβιτς είχε ελάχιστη σχέση με τα ρομαντικά όνειρα για ενότητα των σλαβικών λαών του Νότου ή « Γιουγκοσλάβων ». [14]

Τα εσωτερικά σύνορα της σοσιαλιστικής και ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, τα οποία χαράχτηκαν το 1945, υπήρξαν ο « λιγότερο κακός δυνατός συμβιβασμός », σύμφωνα με τον κύριο υπεύθυνο για τον καθορισμό τους, Μίλοβαν Τζίλας, ο οποίος κατόπιν διαφώνησε με το καθεστώς. Το γιουγκοσλαβικό σύστημα στηριζόταν στην αποσύνδεση της έννοιας του πολίτη από την εθνικότητα : αυτή η συλλογιστική είχε κληρονομηθεί από την αυστριακή μαρξιστική σκέψη των αρχών του 20ού αιώνα. [15]

Κάθε άτομο ήταν πολίτης της ομόσπονδης δημοκρατίας του τόπου κατοικίας του (και της σοσιαλιστικής ομοσπονδίας), ενώ ταυτόχρονα ανήκε στην εθνική κοινότητα της επιλογής του : στις γιουγκοσλαβικές απογραφές, η δήλωση της εθνικότητας ήταν ελεύθερη. Η βαλκανική εμπειρία αποδεικνύει ότι οι φιλοδοξίες των λαών μετατρέπονται σε διεκδικήσεις για δημιουργία κρατικής οντότητας μονάχα με αδιάκοπες συγκρούσεις.

Στο Κόσοβο, δύο εθνικές φιλοδοξίες, οι οποίες είναι αποκλειστικές και ανταγωνίζονται για την κυριαρχία στην ίδια επικράτεια, μπορούν να βρουν μονάχα δύο τύπους λύσης : τη νίκη του ενός λαού πάνω στον άλλο -η οποία προκαλεί αναπόφευκτα το αίσθημα της ταπείνωσης και της επιθυμίας για εκδίκηση- ή την επινόηση νέων μορφών πολιτικής συνύπαρξης και της από κοινού άσκησης πολιτικής στα πλαίσια της εθνικής κυριαρχίας.

Διεθνές μπρα ντε φερ

Εξάλλου, με ποιο κριτήριο μια πόλη ή περιοχή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει στον « αλβανικό κόσμο », δεδομένου ότι, ανέκαθεν, οι Αλβανοί συνυπήρχαν με άλλες εθνικές κοινότητες ; Ποιο ποσοστό θα χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο ; Το 50%, το 60% ή το 80% ;

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο θα έπρεπε να μας οδηγήσει να εφεύρουμε νέες πολιτικές, οι οποίες θα επέτρεπαν την υπέρβαση των εδαφικών και των συνοριακών συγκρούσεων. Η επέμβαση των « μεγάλων δυνάμεων » έχει αποφασιστική σημασία για την κατανόηση της σταδιακής δημιουργίας των βαλκανικών συνόρων. Στην περίπτωση του Κοσόβου, γινόμαστε μάρτυρες ενός πισωγυρίσματος της ιστορίας : το ζήτημα έχει μετατραπεί σε διακύβευμα στο ευρύτατο πλανητικό « μπρα ντε φερ » ανάμεσα στη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτή την τιτανομαχία, είναι προφανές ότι υπάρχει ο κίνδυνος να ξεχαστούν τα πραγματικά συμφέροντα των Αλβανών, των Σέρβων και όλων των πληθυσμών που ζουν στο Κόσοβο.

Εάν θελήσουμε να ρυθμίσουμε τα προβλήματα των Βαλκανίων με νέες αναδιανομές περιοχών και πληθυσμών, αυτό θα πυροδοτήσει έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο.

Αντί να ψάχνουμε για νέα χάραξη συνόρων, θα ήταν καλύτερο να βρούμε νέες απαντήσεις στις διεκδικήσεις των λαών.

« Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »

Notes

[1] ΣτΕ : Στο εξής θα αναφέρεται « Μακεδονία », όπως και στο πρωτότυπο κείμενο.

[2] Alexandre Adler, « Pour les Balkans, chirurgie ou homeopathie ? », « Courrier International », Παρίσι, 12 Απριλίου 2001.

[3] Lord David Owen, « Redessiner la carte des Balkans », « Le Monde », 21 Μαρτίου 2001.

[4] Arben Xhaferi, « Les Etats multiethniques ne sont pas une solution », « Le Courrier des Balkans », 28 Απριλίου 2003.

[5] Ήδη από το 1991, ο σέρβος πρόεδρος Μιλόσεβιτς και ο κροάτης ομόλογός του Τούτζμαν είχαν συμφωνήσει σε ένα μυστικό σχέδιο διαμελισμού της Βοσνίας.

[6] (ΣτΜ) : Οθωμανική διοικητική υποδιαίρεση, η οποία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και σήμερα για τον προσδιορισμό της περιοχής.

[7] Βλέπε « Le Sandjak de Novi Pazar, un foyer de tension en Europe du Sud-Est », « Le Courrier des pays de l’Est », nο Φ1058, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2006, σελ. 78-93.

[8] Η συνθήκη, η οποία υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου του 1923, προέβλεπε ευρύτατες ανταλλαγές πληθυσμών ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ύπαρξη μουσουλμανικής μειονότητας στην ελληνική Δυτική Θράκη.

[9] Οι συγκρούσεις αφορούν τον κόλπο του Πιράν, όπου η χάραξη των χερσαίων συνόρων καθορίζει την πρόσβαση της Σλοβενίας στα διεθνή θαλάσσια ύδατα, όπως επίσης και τη περιοχή της Μούρα.

[10] Αυτά καθόρισαν την ένταξη στην Αυστρία ή στη Σλοβενία των αμφισβητούμενων συνοριακών περιοχών.

[11] Η ελεύθερη περιοχή της Τεργέστης, η οποία δημιουργήθηκε το 1947, διαμοιράστηκε μόλις το 1954 : η Ζώνη Α (η κυρίως πόλη) περιήλθε στην Ιταλία, ενώ η Ζώνη Β περιήλθε στη Γιουγκοσλαβία και ανήκει σήμερα στη Σλοβενία.

[12] Rebecca West, « Agneau noir et faucon gris, Un voyage à travers la Yougoslavie », L’Age d’homme, Λοζάνη, 2001. ΣτΕ : Αναφορά στον Νοέλ Μπάξτον, ο οποίος στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μαζί με τον αδελφό του Τσαρλς ανέλαβαν διπλωματική αποστολή για την εξασφάλιση της ουδετερότητας της Βουλγαρίας. Στην επιστροφή τους δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους από την περιοχή στο « Πόλεμος και Βαλκάνια ». Η περιηγήτρια, Εντίθ Ντέρχαμ, έγινε διάσημη από τα βιβλία της που περιγράφουν την Αλβανία στις αρχές του 20ού αιώνα.

[13] (ΣτΜ) : Αμερικανός πρόεδρος, πρωτεργάτης της εισόδου των Ηνωμένων Πολιτειών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και της ίδρυσης της Κοινωνίας των Εθνών, προδρόμου του ΟΗΕ.

[14] Η γιουγκοσλαβική ιδέα αναπτύχθηκε αρχικά από κροάτες διανοούμενους, όπως ο Λούντεβιτς Γκατζ (1909-1872) και ο επίσκοπος Γιόσιπ Στροσμάγερ (1815-1905).

[15] Η αποσύνδεση θεωρητικοποιήθηκε το 1907 από τον Otto Bauer, στο έργο του « La question des nationalités et la social-démocratie », EDI, Παρίσι, 1988.


Suivre la vie du site RSS 2.0 | Plan du site | Espace privé | SPIP | squelette